Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

La mort subite (Ο αιφνίδιος θάνατος)....

Γιώργος Γιαννόπουλος, απο το Αριστερο Blog...

La mort subite. Ο αιφνίδιος θάνατος. Είναι και το όνομα μιας παλιάς μπυραρίας στις Βρυξέλλες. Σε μια γωνία, σ’ ένα από τα σκοτεινά και παγερά στενά του κέντρου της πόλης. Πριν τον κατακλυσμό των γραφειοκρατών και των τουριστών στον Αιφνίδιο Θάνατο σύχναζαν οι ποιητές. Στον τοίχο με τις αναμνήσεις η ασπρόμαυρη φωτογραφία του μεγάλου Ζακ μ’ εκείνο το σπαρακτικό χαμόγελο. Ο Ζακ Μπρελ δεν πέθανε από αιφνίδιο θάνατο. Γνώρισε τη μακρόσυρτη και βασανιστική εκδοχή του καρκίνου που ξεφτιλίζει την ανθρώπινη ύπαρξη μέχρι να τη λιώσει ολάκερη. Kαι βέβαια πάλεψε. Όχι ότι δεν τον πήρε το παράπονο. «Γιατί σε μένα, γιατί τώρα;»1 έγραψε σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά του τραγούδια. Μετά πήγε να πεθάνει στην κόλαση. Στα εξωτικά νησιά των Marquises, στη γαλάζια τρύπα του Ειρηνικού. Εκεί όπου είχε καταφύγει ένας άλλος ποιητής, που παράτησε στα πικρά χώματα των Παλαιών Χωρών, τη δουλεία του χρηματιστή, τα έξι του παιδιά και τη Δανέζα σύζυγο, αναζητώντας τον έρωτα και την ομορφιά. Τις Κυριακές στα δωρεάν μαθήματα ο αναρχικός Καμίλ Πισαρό του είχε δείξει τον δρόμο της ποίησης που τον έτρωγε από πάντα. Τον δρόμο της ομορφιάς, που είναι ο δρόμος για τον παράδεισο, σκέφτηκε ο Γκογκέν. Κι ίσως επειδή ήταν γιος αντάρτη και μάνας μουλάτρας κι είχε κάνει νέος στα καράβια, ο αυτοδίδακτος ζωγράφος τ’ άφησε όλα πίσω για να υμνήσει τα κορμιά των γυναικών, τη γύμνια του άνθους των τροπικών. Κι όταν το σώμα του σάπιζε από το αλκοόλ και την αρρώστια, ο Γκογκέν δεν σταμάτησε λεπτό να βρίζει τους παπάδες και τους ελεεινούς εκπροσώπους της εξουσίας στο νησί. Στον τάφο του σήμερα κορίτσια του αποθέτουν τα λουλούδια που τόσο αγάπησε και του τραγουδούν εκείνους τους μελαγχολικούς σκοπούς που λάμπουν στα μάτια τους. Λίγα μέτρα παρακάτω ο τάφος του μεγάλου Ζακ. Που τον πήρε ο πόνος κι η ομορφιά, που σήκωσε στο λιανό του κορμί την ατέλειωτη θλίψη του χαμηλού ουρανού της Φλάνδρας. Που έβριζε κι αυτός τους αστούς.

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Γράμμα στο γιο της «άτυχης Ρουμάνας»....

Του Χαράλαμπου Ρωσσίδη, απο το TVXS...
Άκουσα στες ειδήσεις για τη μάνα σου. Εν θέλω να σε θωρώ στεναχωρημένο τζιαι να κλαίεις. (Η Ρουμάνα μετανάστρια πέθανε από ανημπόρια και φτώχεια σε ένα διαμέρισμα στη Λάρνακα μπροστά στα μάτια του παιδιού της. Περισσότερα εδώ). 
Μεν χάνεις τες ελπίδες σου. Η κατάσταση σταθεροποιείται. Λλίην υπομονή τζιαι η χώρα μας ανακτά σιγά-σιγά τη χαμένη της ανταγωνιστικότητα. Επήαμεν τα περίφημα στις πρώτες αξιολογήσεις της Τρόικας. Οι Οίκοι Αξιολόγησης εφκάλαν μας που την κατηγορία «σκουπίθκια». Όταν θα έχουμε επιστρέψει στις αγορές και τη μέρα που θα μπορούμε ξανά να κάμουμε δάνεια, εννα με θυμηθείς.

Ειλικρινά λυπούμαι... αλλά εν υπήρχεν άλλη επιλογή. Το επίδομά της έπρεπε να κοπεί. Έπρεπε να κόψουμε το λίπος του σπάταλου κράτους. Έφαεν τον αγλέοραν τζιαι ήταν ένας που τους βασικούς λόγους που εκατέρρευσεν η οικονομία μας. Μαζί με τους δημόσιους υπαλλήλους. Ήρτεν η ώρα να νοικοτζυρευτούμεν, τζιαι να κάμουμεν θυσίες. Για να σώσουμεν το τραπεζικό μας σύστημα τζιαι το Ευρώ. Διότι χωρίς τράπεζες εν υπάρχει οικονομία. Όταν θα έχουμε αναζωογονήσει την αγορά, θα σταθεροποιήσουμε τζιαι την Ευρωζώνη. Μεν κλαίεις τζιαι το 2015 ξεκινά η ανάκαμψη.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Η ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (ΠΑΡΑΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΟΜΕΝΟ ΝΕΚΡΟ.) ...


Το συγκλονιστικο στις μερες μας δεν ειναι ειδησεις τυπου "13χρονο κοριτσι πεθανε απο τις αναθυμιασεις του μαγκαλιου γιατι δεν υπηρχαν λεφτα να πληρωθει η ΔΕΗ στο σπιτι της".
Το συγκλονιστικο στις μερες μας ειναι η προσληψη αυτης της ειδησης, ο τροπος που αναπαραγεται, που βιωνεται, ο τροπος που "αντιδρουν" οι ανθρωποι σε τετοιες ειδησεις.
Σαν μια ευκαιρια να ξεσπασουν τα απωθημενα τους, να βρισουν/κατηγορησουν/καταραστουν αναμεταξυ τους, ζωντανα η διαδικτυακα, το Καθεστως. Να "βγουν απο τα ρουχα τους", "ελεος, δε παει αλλο, δολοφονοι", να νιωσουν ζωντανοι. Σαν μια αφορμη να ανεβασουν γραφικες αναρτησεις, αναρτησεις με σκοπο να προκαλεσουν τη συγκινηση, το δραμα, ξυπνατε ρε φωναζουμε ο ενας στον αλλον, τι αλλο περιμενουμε για να εξεγερθουμε.
Παραμονευοντας, σα τα Κορακια, για τον επομενο νεκρο.
Σαν ενα ακομα επιχειρημα στις ζωντανες η διαδικτυακες μας συγκρουσεις με τα πληρωμενα τσιρακια του Καθεστωτος, η για να μην αδικουμε το Καθεστως, με τους εναπομειναντες πνευματικα λειψους που ελπιζουν ακομα στη γαλαζοπρασινη συμμορια δολοφονων που μας κυβερνουν.
Περιμενουμε σχεδον ερεθισμενοι για μια ακομα αυτοκτονια, για ενα ακομα ανθρωπινο δραμα,
για μια ακομα παρομοια ειδηση που θα διεγειρει τη ψυχη μας που σαπιζει, το κορμι που υπνοβατει.
Το παρατηρεις στον τροπο προσληψης και στον τροπο αναπαραγωγης, στην αρχη μπορει να σοκαριζομασταν και να θλιβομασταν με αυτες τις ειδησεις, αλλα τωρα που εγιναν καθημερινοτητα, πιστευω οτι υπαρχει κατι σχεδον πορνογραφικο στον τροπο που τις προσλαμβανουμε, τις επεξεργαζομαστε, τις σχολιαζουμε, μια πορνογραφια της Φρικης, μια διεστραμμενη ικανοποιηση οτι εμεις ειμαστε ακομα ζωντανοι και μπορουμε να "οργιζομαστε", μια διαρκως αναβαλλομενη υποσχεση που δινουμε ο ενας στον αλλον οτι θα "εκδικηθουμε",

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

"Φυσικοί θάνατοι" στην Ελλάδα της πτώχευσης: μια αναίμακτη γενοκτονία...

του Μαζεστιξ, απο το Ιστολογιο Τοιχο - Τοιχο...
Μόνιμη επωδός της "δικής μας πλευράς" είναι οι περίπου 4.000 αυτοκτονίες των 3 τελευταίων χρόνων.
Τις χρησιμοποιούμε ως απόδειξη του επιχειρήματος πως "το Μνημόνιο σκοτώνει".
Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα τραγικό φαινόμενο που απασχολεί και τρομάζει φυσικά όλους μας.

Ξέρετε, όμως, κάτι;
Θεωρώ πως κάνουμε μεγάλο λάθος που επικεντρωνόμαστε μόνο εκεί.
Δε θα έπρεπε οι αυτοκτονίες να είναι η προμετωπίδα της αντίδρασής μας.
Υπάρχει ένα φαινόμενο πολύ χειρότερο, κατ' εμέ, και αποδεικνύει σαφέστερα και περίτρανα πως "το Μνημόνιο σκοτώνει".
Και είναι η ραγδαία αύξηση των θανάτων.
Των "φυσικών θανάτων", που λένε, μα δεν είναι καθόλου φυσικοί.
Μπορεί να μην έχουν την αμεσότητα του αίματος, όπως οι αυτοκτονίες, αλλά έχουν το ίδιο αποτέλεσμα και έχουν πολύ μεγαλύτερη έκταση.

"Θα συνέβαιναν έτσι κι αλλιώς" θα έλεγε διαφωνώντας κάποιος εμμονικός.
Όχι, δεν είναι έτσι.
Η τραγική αύξηση της θνησιμότητας και η επαπειλούμενη μείωση του προσδόκιμου ζωής είναι φαινόμενα που κανείς δε δικαιούται να παραβλέπει.
Πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, εξ αυτών των "φυσικών θανάτων" δε θα συνέβαιναν "φυσικώς", αν δεν βυθίζονταν στην απελπισία οι συνάνθρωποί μας.


Και αν στις αυτοκτονίες μπορεί κανείς να εκφράσει μία ένσταση περί "επιλογής", στους αμέτρητους "φυσικούς" θανάτους, όμως, που προκλήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από εγκληματικές επιλογές των κυβερνώντων και των παρατρεχάμενών τους, δεν μπορεί κανείς να εκφράσει καμία ένσταση.
Τι μπορεί να πει κανείς για την καθηγήτρια που πέθανε προχθές από έμφραγμα στη Λάρισα, μία μέρα μετά τη γνωστοποίηση της ώθησής της σε "διαθεσιμότητα";
Την Παρασκευή ουσιαστικά την απέλυσε ο Μητσοτάκης, το Σάββατο έπαθε έμφραγμα και πέθανε.

Ξέρετε πόσες άλλες περιπτώσεις μπορώ να σας πω;
Για ανθρώπους, η καρδιά των οποίων δεν άντεξε την ασφυκτική πίεση της επιβίωσης μέσα σ' αυτές τις συνθήκες, και έσβησαν πριν την ώρα τους;
Δε θέλω να αναφερθώ περαιτέρω σε περιπτώσεις.
Τις ξέρετε και τις ξέρω.
Και τις ξέρουν και τις αναφέρουν και πολλές έρευνες που έχουν γίνει από αρμόδια υγειονομικά ινστιτούτα ερευνών και συχνά φωνάζουν για το ανθρωπιστικό έγκλημα που διεξάγεται στη χώρα μας.



Αυτή η επελαύνουσα θνησιμότητα είναι μία απ' τις πολύ μεγάλες πληγές της κοινωνίας μας σήμερα.
Η οποία φυσικά αποδίδεται σε "φυσικά αίτια".

Όσο "φυσικό" δηλαδή μπορεί να είναι το εγκεφαλικό, ο καρκίνος ή το έμφραγμα...
  • την επομένη της απόλυσής σου
  • ή τη μέρα που ήρθε το χαράτσι και δεν είχες να το πληρώσεις
  • ή τη μέρα που σου έκοψαν το ρεύμα
  • ή τη μέρα που δεν είχες να ταΐσεις το παιδί σου
  • ή τη μέρα που ο σπιτονοικοκύρης σου σού ανακοίνωσε πως θα σου κάνει έξωση αν δεν πληρώσεις τα χωστούμενα
  • ή τη μέρα που η εισπρακτική εταιρεία σε απείλησε με φυλακή επειδή δεν είχες να εξοφλήσεις το δάνειό σου στην τράπεζα
  • ή τη μέρα που ο εργοδότης σου σε εκβίασε για να δεχτείς πετσόκομμα του μισθού σου
  • ή τη μέρα που τσακώθηκες γι' άλλη μια φορά με τον άντρα σου λόγω των συνεχών προβλημάτων που αντιμετωπίζετε
  • ή τη μέρα που είδες το συνταξιούχο πατέρα σου να υποφέρει απ' τους πόνους και να μην έχει λεφτά για φάρμακα
  • ή τη μέρα που είδες το 30χρονο άνεργο παιδί σου να κλαίει και να κλείνεται στο παιδικό του δωμάτιο...
Οι ηθικοί αυτουργοί αυτών των χιλιάδων άδικων και πρόωρων θανάτων είναι serial killers της πολιτικής που πρέπει να λογοδοτήσουν γι' αυτήν την αναίμακτη γενοκτονία που διεξάγεται στη χώρα μας.

Έχουμε μιλήσει αρκετά για τις χιλιάδες αυτοκτονίες.
Μήπως ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, να φωνάξουμε, να ουρλιάξουμε και για τους χιλιάδες "φυσικούς θάνατους" από καρκίνο, εγκεφαλικά και εμφράγματα στην Ελλάδα της διεστραμμένης φτωχοποίησης;

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Φωτιά και μαγκάλι...

fire
Τα όμορφα όνειρα, όμορφα καίγονται
Έκανα μια τελευταία βόλτα στο χωριό μου. Ήταν μεσημέρι κι όλοι είχαν μπει στα σπίτια μέσα για φαγητό και μετά για κουβεντούλα σιγανή και ύπνο πάνω στα πολύχρωμα ντιβάνια. Είχε ησυχία και ήλιο παντού και αυτό με βοήθησε για να επικεντρώσω την προσοχή μου πάνω σε κάθε τελευταία ίντσα αυτής της γης που περιδιαβαίνω από πιτσιρίκι. Να πάω μέχρι την πλατεία, να θυμηθώ τα πρώτα τα σκιρτήματα, τα τραύματα στα γόνατα, τις τσιριχτές φωνές μας που ήταν τόσο δυνατές λες και πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να κουφάνουμε τον Θεό τον ίδιο. Να χαθώ μέσα στις παιδικές τις κρυψώνες, πίσω από τα μουχλιασμένα κεραμύδια και τις μισογκρεμισμένες στέγες, που σκέκονταν ακόμα έτσι, τρύπιες, με τον αέρα να ξεγλυστράει μέσα τους. Να τρέξω μέσα στο δάσος και να νιώσω τα πνευμόνια μου να ανοίγουν σαν το τριαντάφυλλο της άνοιξης, καθώς ρουφούσα κάθε ελάχιστη σταγόνα του αιθέρα και έπεφτα κάτω και κυλιόμουν στο χορτάρι, στις ατέλειωτες κατηφορικές κλίσεις του εδάφους, μέχρι να σταματήσω και να φτύσω κλαδιά και χώματα, γελώντας. Να περάσω έξω από την αλάνα, εκεί που γνώρισα τους πρώτους, γνήσιους, φίλους, τότε που δόθηκα χωρίς πολλά γιατί και περίμενα σχεδόν κάθε δειλινό να βγω έξω και να παίξω, πετώντας παραπέρα τα ταλαιπωρημένα μου βιβλία. Να θυμηθώ πώς είναι να προσμένεις τα αλησμόνητα τα καλοκαίρια, τότε που μετρούσαμε τα μπάνια και τα παγωτά, τότε που έλεγες ότι η καρδιά μας άντεχε κάθε συγκίνηση, ότι ήταν ευλίγιστη και δυνατή. Σαν εκείνη που είχα σχεδιάσει πάνω στη σχολική την τσάντα. Καρδιά από μπλάνκο.
Η ώρα περνούσε και κάτι μέσα μου μ’ έκανε να πάω μέχρι το σχολειό μου, λίγο πριν τ’ αφήσω οριστικά πίσω. Να περπατήσω στο προαύλιο, να ξαπλώσω στα σκαλιά ανάσκελα, όπως τότε που κάναμε τα πρώτα μας απαγορευμένα τσιγάρα και ξεφυσούσαμε προς τον ουρανό για να μπλεχτεί ο καπνός μας με τα σύννεφα. Να κοιτάξω μέσα από το παράθυρο προς την αίθουσα Γ3 και να εντοπίσω το θρανίο που καθόμουν. Ακόμα έχει τα γράμματά μου επάνω. Σ ΑΓΑΠΑΩ. Δεν έφυγαν ποτέ από τη θέση τους γιατί η αγάπη ήταν τόσο έντονη που με είχε χαράξει και έτσι θέλησα κι εγώ να χαράξω βαθειά το ξύλο κι έσκαψα με πάθος ακόμα και αυτό το προτελευταίο Α πριν το Ω, γιατί η λέξη έβγαινε από τα βάθη μου και το στόμα άνοιγε καθώς την έλεγα και δεν γούσταρα να την ακούς χωρίς αυτό το επιπλέον Α, μήπως και εκλάβεις την αγάπη ως κοφτή, σύντομη, αγάπη συνηρημένη. Είδα τα ραντεβού μας, τα γρήγορα φιλιά με γεύση από μαστίχα, τα ραβασάκια με τα πολλά θαυμαστικά, τις ταχυπαλμίες του έρωτος, τα μεγάλα, στομφώδη λόγια. Για πάντα. Αργοπεθαίνω για ‘σένα. Τη ζωή μου όλη. Θα χαθώ. Πήγα κι έκατσα κάτω από την μπασκέτα. Στο σημείο εκείνο ακριβώς όπου για άπειρα απογεύματα άφηνα ιδρώτα και όνειρα και θριάμβους χωρίς μετάλλια. Να, ακόμα βλέπω τον πατέρα μου να έρχεται και να μου διακόπτει το παιχνίδι και να με κοιτά με μάτια που μιλούσαν από χαρά και να μου ανακοινώνει ότι τα αποτελέσματα βγήκαν και ότι θα διαβώ το Πανεπιστήμιο. Ότι πρόκειται να γίνω φοιτητής. Τρίποντο, ρε κουφάλες!
Και γίναμε ουρές από νιάτα στην αναμονή του κόσμου για το αύριο. Κάθησα για μια ακόμη φορά έξω από αυτό το ίδιο τζάμι του Λυκείου, κοιτώντας ξανά και ξανά τις αναρτημένες βαθμολογίες και τις πόλεις για τις οποίες θα τραβήξουμε. Άλλος για Χίο, άλλος για Μυτιλήνη, άλλος για Αθήνα, Κομοτηνή και Λάρισα. Η Ελλάδα όλη με την ένδειξη ΑΕΙ, ΤΕΙ. Μια χώρα μοιρασμένη σε διάσκορπα μέρη του κρυμμένου θησαυρού της γνώσης. Κι αποκτάς όνειρα φλογερά, βλέπεις εικόνες του μέλλοντός σου να σε κατακλύζουν, όπως ο ταξιδιώτης που πρόκειται να επισκεφτεί χώρες καινούργιες, άγνωστες. Κι ανυπομονείς να ζήσεις τα χρόνια τα φοιτητικά, να δεις επιτέλους τους κόπους σου να ανταμείβονται, να πάρεις πίσω τις κλεμμένες ώρες του δημιουργικού σου χρόνου, να ψηλαφίσεις την αυτονομία σου, να γίνεις της ζωής ο πρώτος μαθητής. Να κάνεις φιλίες νέες, να ερωτευτείς ξανά απ’ την αρχή και να απογοητευτείς πάλι, να νιώσεις την ωρίμανσή σου, ενώ θα ρυτιδιάζεις πάνω στη μάχη για αξίες και ιδανικά που ξεπερνάνε τα βιβλία, τους καθηγητές και που φτάνουν μέχρι τον τελευταίο κάτοικο τούτου του κόσμου. Έλα ρε, πας Κρήτη; Μη χαθούμε ρε φιλάρα! Να μου λες πώς τα περνάς. Ο αδερφός μου φεύγει για Γιάννενα, ναι, άσε η οικογένεια ξενιτεύτηκε μέσα σε μια στιγμή. Θα μείνουνε οι γέροι μόνοι τους, μετά από καιρό. Από τότε που ήταν μαζί πριν να να μας γεννήσουν. Ναι, τώρα, που νιώθουμε ότι γεννηθήκαμε ξανά. Σαν από σύμπτωση.
Το λεωφορείο ήρθε δίχως καθυστέρηση. Ανέβηκα τα σκαλιά ξέροντας πως θα λείψω για κάμποσο, μέχρι να δώ το χωριό μου πάλι. Έδωσα και πήρα τις τελευταίες σφιχτές αγκαλιές και κάθησα πλάι στο παράθυρο, για να βλέπω τις εικόνες να περνούν στου ταξιδιού τις ώρες. Είδα τη μάνα μου να χτυπιέται από συγκίνηση και να με αποχαιρετά με πόνο τοκετού. Μην κάνεις έτσι, θα έρχομαι συχνά, για καλό φεύγω, για να γυρίσω άνθρωπος άλλος, καλύτερος. Μη μου φοβάσαι για τα λεφτά και για τη φτώχεια, πάντοτε μ’ αυτήν παλεύαμε εξάλλου, τώρα θα λυγίσουμε που θα ‘χουμε τον πλούτο της μόρφωσης; Θα ψάξω και θα βρω δουλειά, θα κάνω το γκαρσόνι, τα χαράματα θα κουβαλάω καφάσια στις λαΐκές, χαλιά θα φορτώσω σε φορτηγά μεγαλεμπόρων, το χαρτζιλίκι μου θα το ‘χω, μη μου σκοτίζεσαι. Κι αν ζοριστώ, μην αγχωθείς και ξαγρυπνήσεις. Θα ‘ναι εκεί κοντά η δωρεάν Παιδεία που θα με περιθάλψει, σαν μάνα δεύτερη, τίποτα να μη μου λείψει. Θα έχω παντού εκπτώσεις, ένα πιάτο φαΐ, κι ένα πάσο να επιδεικνύω. Ναι, μια ταυτότητα ειδική, της ακαδημαϊκής μου ιθαγένειας. Και σπίτι θα βρω, εκεί πέρα έχουνε φτιάξει διαμερίσματα μεγάλα, πεντάρια, να χωράνε σπουδαστές πολλούς, για να μοιράζονται το ‘νοίκι. Κι άμα δούμε ότι δεν βγαίνουμε, δεν θα βάλουμε πετρέλαιο στην τελική, για όλα έχω λύσεις, σου λέω. Με τέτοια φλόγα που καίει εντός μου, μάνα, θα μείνω έτσι ζεστός για όλους τους επόμενους χειμώνες. 56 ευρώ το εισιτήριο. Τα ρέστα σας. Πάσο.
Ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία. Έλα ρε, πάλι την έχεις δει ιστορία και ροκάς και ακούς ψαγμένα πράγματα; Λοιπόν, μάγκες, ξηγηθείτε κανένα δανεικό γιατί είμαι ταπί και ψύχραιμος. Και που ‘στε, λέω να αράξουμε μέσα απόψε γιατί έχει βάλει και ψοφόκρυο. Έχω δει έξω στο μπαλκόνι έναν παλιό θερμοσίφωνα. Θα τον κόψουμε στη μέση και θα τον κάνουμε μαγκάλι αυτοσχέδιο. Θα κάψουμε μερικά ξύλα και θα αφήσουμε τα κάρβουνα να σιγοκαίνε τη νύχτα, θα δείτε, μια χαρά θα ζεσταθούμε. Θα βάλουμε και μουσικούλα και θα περιμένουμε πιο μετά τα κορίτσια να έρθουν και να έχουμε φτιάξει ατμόσφαιρα! Έτσι, να ξαπλώσουμε λιγάκι, γιατί νιώθω κάπως κουρασμένος τις τελευταίες ημέρες. Σχολή, δουλειά, δουλειά, σχολή, σαν κάπως να παρέδωσα πνεύμα. Αυτό το καθημερινό ξύπνημα στις 5 το πρωί για τη λαϊκή με έχει σακατέψει. Ναι, σου λέω. Μην ανησυχείς. Για λίγο μόνο, θα κλείσω τα μάτια μου, έτσι να πάρω έναν υπνάκο. Μη με δουλεύετε ρε, αφού και εσείς είστε νυσταγμένοι, σας πήρα χαμπάρι. Ωραία, ας κοιμηθούμε όλοι έτσι, σαν μικρά, αγαπημένα αδελφάκια. Να δούμε όνειρα που τουρτουρίζουν. Να ονειρευτούμε την αγάπη, έτσι όπως τα όνειρα γίνονται καπνός από κάρβουνο. Να δούμε τότε που κατηφορίζαμε τις θάλασσες παρέα και τα νησιά μάς χαιρετούσαν μεθυσμένα, μας τραγουδούσανε πουλιά παραδεισένια…
Ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία…

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

το κάλεσμα του τέλους...

Ουδέν αμιγές...
Ξέρω μια γυναίκα που πλησιάζει στο τέλος της ζωής της. Δεν το υποθέτω, δεν το μαντεύω, εκείνη το ισχυρίζεται, η ίδια μου το είπε. Μου είπε ότι το τέλος έρχεται επειδή εμείς το καλούμε. Κι εκείνη, λέει, το κάλεσε. Καθένας έχει τους λόγους του για να διαλέγει το τέλος, λέει. «Άλλοι επειδή βαρέθηκαν, άλλοι επειδή νομίζουν ότι δεν χρησιμεύουν πια σε τίποτα, άλλοι επειδή κουράστηκαν, άλλοι επειδή νομίζουν ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να δουν και να μάθουν, άλλοι επειδή νομίζουν ότι ολοκλήρωσαν τον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκαν.»
«Μα δεν είμαστε αθάνατοι», της είπα, «είτε θέλουμε, είτε δεν θέλουμε, φεύγουμε».

Όμως εκείνη δεν συμφωνεί. Λέει ότι δεν θα μάθουμε ποτέ αν είναι έτσι, μέχρι να υπάρξει κάποιος που θα μπορέσει να αποδείξει ότι διάλεξε να μη φύγει και ότι το πέτυχε με το να μην έχει καλέσει ποτέ στη ζωή του, ούτε μια φορά, το τέλος του.
«Μα πώς καλεί κανείς το τέλος;», τη ρώτησα. «Το καλείς», μου είπε με σιγουριά, «όταν το σκέφτεσαι, όταν προετοιμάζεσαι γι’ αυτό, όταν βλέπεις να πεθαίνει κάποιος και είσαι βέβαιος ότι είσαι κι εσύ προορισμένος να πεθάνεις, όταν, μερικές φορές, το εύχεσαι. Απ' όταν είμαστε μικρά παιδιά μας το διδάσκουν, οι περισσότεροι το ακούμε αδιαμαρτύρητα και τελικά το δεχόμαστε.»
«Τότε όμως, δεν θα ‘πρεπε να πεθαίνουμε αμέσως μόλις το σκεφτούμε;»
«Όχι», είπε η γυναίκα «παίρνει λίγο καιρό, οι περισσότεροι άλλωστε, το μετανιώνουν αμέσως και ζητούν αναβολή η οποία τους δίνεται. Το αίτημα όμως έχει αποσταλεί. Μετά, όσο και να καθυστερήσει, οπωσδήποτε θα ικανοποιηθεί.»

«Κανείς όμως δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι δεν έχει υπάρξει ποτέ άνθρωπος που να μην έχει καλέσει το τέλος του. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι σκέφτεται και τι δεν σκέφτεται καθένας. Αυτό που λες, δεν επιβεβαιώνεται με κανέναν τρόπο», της είπα συνειδητοποιώντας το παράλογο της συζήτησης.
«Φυσικά», είπε τότε εκείνη, «είναι, άλλωστε, απίθανο να υπάρξει. Ακόμα κι αν το κόλπο του θανάτου άρχισε να εφαρμόζεται όταν ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο κατάφερε να πεθάνει, οι υπόλοιποι πρέπει να χάρηκαν πολύ ανακαλύπτοντας ότι, αν το θελήσουν, μπορούν να τον αντιγράψουν. Όλα όσα κάνουμε έγιναν κάποτε για πρώτη φορά. Μετά έγιναν συνήθεια. Όσοι ακολουθούν, χρησιμοποιούν τη γνώση των προηγούμενων. Πηγαίνοντας προς τα πίσω μπορείς να φτάσεις στον πρώτο διδάξαντα.»
«Τι λες;», της είπα έκπληκτη και σίγουρη πια ότι μιλάω με τρελή, «μου λες ότι πεθαίνουμε από μιμητισμό;»

«Και μάλιστα ανακουφισμένοι και ευγνώμονες για την σπουδαία αυτή ανακάλυψη των προγόνων μας. Τους χρωστάμε τη γνώση, που με τους αιώνες καταγράφηκε στο dna μας, ότι υπάρχει μια, έστω προσωρινή, διέξοδος, η δυνατότητα ενός διαλείμματος. Πρέπει να χάρηκαν πολύ οι άνθρωποι την πρώτη φορά που το είδαν να συμβαίνει, μην κοιτάς που, με τον καιρό, οι ιδέες και τα αισθήματα εκφυλίζονται.»
«Μα, αν ισχύουν αυτά που λες, με τόση ποικιλία χαρακτήρων και ιδιοσυγκρασιών στο ανθρώπινο γένος, είναι εντελώς απίθανο στατιστικά να μην έχει υπάρξει κανένας που να παρεκκλίνει από τον μέσο όρο, όλο και κάποιος θα είχε πετύχει να μείνει εδώ», επέμεινα απελπισμένη με την εξέλιξη της κουβέντας.
«Και να έχει υπάρξει, δεν θα το μάθεις ποτέ», μου είπε εκείνη γελώντας. «Αν σου έλεγε κάποιος ότι είναι δύο χιλιάδων εξακοσίων ετών, δεν θα τον πίστευες, έτσι δεν είναι; Θα σκεφτόσουν, είτε ότι αστειεύεται και μάλιστα με τρόπο παλιακό, είτε ότι είναι τρελός. Και πιθανότατα θα ήταν. Ποιος λογικός άνθρωπος θα ήθελε να μείνει για πάντα, ή έστω για τόσο πολύ καιρό, σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο; Εσύ θα έμενες εδώ για πάντα, μόνο και μόνο για να μην πεθάνεις;»

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

«Επί νεκρώ μη γέλα»...

του Παντελη Μπουκαλα απο την Καθημερινη...
Να ’ναι καλά ο άνθρωπος που μπήκε σε κάποιο από τα ιστολόγια και προσπάθησε να πάει κόντρα στον χείμαρρο μίσους που είχε αρχίσει να κατακλύζει το Διαδίκτυο. Βαθιά ενοχλημένος απ’ όσα διάβαζε, όχι απλώς χαιρέκακα παρά κανιβαλικά, αρπάχτηκε από ένα ρητό που φύλαγε η μνήμη του και το σφήνωσε σαν δικό του σχόλιο ανάμεσα στα πολλά απαράδεκτα: «Επί νεκρώ μη γέλα». Αυτό ήταν το τόσο φρόνιμο, το τόσο ανθρώπινο, το τόσο αυτονόητο θα θέλαμε να πιστεύουμε σχόλιο, με το οποίο κάποιος, με τα αρχικά του, δοκίμασε να θυμίσει τα στοιχειώδη σ’ αυτούς που, μεθυσμένοι από την ίδια τους τη χολή, κορυβαντιούσαν πάνω από ένα πτώμα. Το πτώμα ενός αυτόχειρα. Του πρώην βουλευτή Μαγνησίας και υφυπουργού Λεωνίδα Τζανή.
Νωπή ήταν ακόμα η είδηση. Κι όμως, όσοι συνήθισαν πια να ξεσπάνε διαδικτυακά και να απολαμβάνουν την ανώνυμη ή ψευδώνυμη θρασύτητά τους, είχαν προλάβει να διαλαλήσουν τη χαρά τους που κάποιος «έσπασε», «ανοίγοντας το δρόμο για τους επόμενους». Είχαν προλάβει να στήσουν το έκτακτο στρατοδικείο τους: Πρόεδρος ο εαυτός τους, εισαγγελέας η εξοχότης τους. Είχαν προλάβει λοιπόν να κηρύξουν ένοχο τον αυτόχειρα, επειδή και μόνο το όνομά του αναγραφόταν σε κάποια από τις λίστες που δηλητηριάζουν, μέρες τώρα, την πολιτική και την κοινωνία.
Δεν ξέρουμε, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ο πρώην υπουργός, της εποχής Σημίτη, αυτοκτόνησε επειδή τον έπνιγε το δίκιο του, επειδή δεν άντεχε άλλο το διασυρμό ή επειδή τον συνέθλιβε το αίσθημα της ενοχής ή ο φόβος πιθανών αποκαλύψεων. Εκείνο που, δυστυχώς, ξέρουμε όλοι είναι ότι για μεγάλο κομμάτι και της κοινωνίας και του Τύπου, το «φερόμενος ως...» σημαίνει «αποδεδειγμένα ένοχος», το δε «κατηγορείται για...» είναι συνώνυμο του «καταδικάστηκε για...».
Αλλά και πάλι, τόση ανθρωποφαγική ωμότητα τρομάζει. Ωστε στο «επί νεκρώ μη γέλα», που το ’πε κάποιος από τους εφτά σοφούς και το διέσωσε ο Ιωάννης Στοβαίος, να πρέπει να προσθέσουμε σαν ξόρκι και κάτι από τον Μένανδρο, απειλητικότερα προειδοποιητικό: «Θνητός πεφυκώς, μη γέλα τεθνηκότα». Μην περιγελάς τον νεκρό, γιατί γεννήθηκες θνητός – και θα ’ρθει η σειρά σου. Και μάλλον δεν θα ’θελες να υποστείς όσα χυδαία επιφυλάσσεις στους άλλους. Αλλά τι. Χρειάζεται μετάφραση;

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Εναντια στον Μονοδρομο ...

ΚΑΤΕΡΙΝΑ


Αρνήθηκα από τότε που η μνήμη απόθεσε τα δώρα της στα ποδιά μου, τον κάθε είδους...μονόδρομο. Ούτε καν τον Απόλυτο. Το Τέλος. Το Θάνατο.
Άλλωστε ακόμα και αυτόν τον ...μονόδρομο, το μόνο έμβιο που έχει την γνώση και την αντίληψη του Τέλους του, ο Άνθρωπος, μέσα από τους αιώνες τον έντυσε με λογής λογής ...Αλήθειες, για να τον παρακάμψει. Για να τον νικήσει. Θρησκευτικές, Ρομαντικές, Κοινωνικές, Ηρωικές...Αλήθειες. Ακόμα και αυτόν τον ...νίκησε. Είτε φτιάχνοντας τα πλάνα του ...Επέκεινα σε θρησκευτικές ουράνιες ...λεωφόρους και...δρόμους υπό-γειους, είτε με τον ιδεαλισμό της συνέχειας της Ζωής του μέσα από τις μνήμες των Άλλων. Οι...Μονόδρομοι, αντιβαίνουν στις βασικές Ανθρώπινες Αρχές.
Καταπονημένες, ακόμα κι βιασμένες Αρχές από τους θρησκευτικούς αλλά και τους θρησκολογούντες ιδεαλισμούς «πιστών» κι «απίστων» αντίστοιχα. Ποδοπατημένες από τους ...ολετήρες.
Δεν τρέφω κάποια ιδιαίτερη εκτίμηση στη ...Λογική. Και ασφαλώς δεν έχω σε ΚΑΜΙΑ εκτίμηση την... «κοινή λογική». Τις λογάριαζα πάντα για αφόρητα απλοϊκές κι οδυνηρά λαϊκίστικες. Είναι τόσες οι Παράμετροι που η άθλια ανθρώπινη α-νοησία για να τις ...φτάσει στα χαμηλά μέτρα της, τις εκλαμβάνει ως Δεδομένα.
Κι αν λάτρεψα και εμπιστεύτηκα τον ...Αδαή Θαλασσόλυκο που ...χαιρετά τις Γοργόνες, μίσησα και απαξίωσα τον ...Τεχνοκράτη λογιστάκο που κλεισμένος στο γραφείο ....θαλασσίων μεταφορών φυλλομετρά τα ...κιτάπια και δίνει...οδηγίες στα ...Πέλαγα. Αυτός δεν είναι καν ...ιδανικός και ανάξιος εραστής. Δεν έχει καν την στοιχειώδη ικανότητα να ονειρευτεί τη ...γέννα. Δεν ποθεί καν τον χαμένο οργασμό της στιγμής. Ένας αυτοευνουχισμένος μαλάκας του πρόσκαιρου. Ένας κιμάς στην κρεατομηχανή της Ιστορίας.
Προχθές το βράδυ, κουρασμένη συναισθηματικά και εξοντωμένη νοητικά, σχεδόν απελπισμένη, αντί η ...Ντόλυ να με φορτωθεί στη ...σέλα της και να ανηφορίσει την Κηφισίας πηγαίνοντας με τον αυτόματο, στο... κρεβάτι μου, αποφάσισε να με πάει από την Μεσογείων .
Η ...Ντόλυ με οδηγεί πάντα μόνη της. Άλλωστε όσα ...αυτοκίνητα καλά ή κακά, «συζύγους» ή «εραστές», πιστά ή άπιστα, ...ντύθηκα τα σιδερένια παλτά τους, εγώ μόνο με...κριτήρια Ντολυ τα ...μνημονεύω.
Η Ντόλυ λοιπόν, γνωρίζοντας πάντα τα ...ελιξίρια μου, με οδήγησε προχθές τη νύχτα έξω από το «Κέντρο Έκδοσης Εντολών Διακοπής Ρεύματος» της ΔΕΗ. Το ραδιόφωνο της έλεγε ότι εκεί είχε επιστρέψει ο Φωτόπουλος που δεν...δικάστηκε -γιατί δεν ...βρέθηκαν (sic!) από τον διοικητή τους οι μπάτσοι που τον συνέλαβαν, γιατί η έδρα δεν διέταξε την προσαγωγή των ΜΑΤατζηδων, γιατί το φοβικό αυτιστικό χουντικό συστηματάκι που αυτο-αποκαλείται Κυβέρνηση προτιμάει την προβοκάτσια των υποτακτικών του παρακράτους του που ελέγχει, γιατί οι θλιβεροί ΕΠΙ-κοινωνιολόγοι τρέμουν την Κοινωνία- συνοδευόμενος απο τον αιώνιο μας Έφηβο. Την αιμοσφαιρίνη του αίματος μας. Τον Μανόλη Γλέζο.
Δεν ξέραμε ούτε η Ντόλυ, ούτε εγώ, που ακριβώς είναι αυτό το Κέντρο της ΔΕΗ, αλλά το βρήκαμε πολύ εύκολα. Μύριζε απο μακριά αυτο τον Υπέροχο μόσχο της Ανθρωπίλας. Κι ήρθε –όπως άλλωστε έρχεται πάντα αν ξέρεις να αναγνωρίζεις τα σημάδια της- η εικόνα, η εικόνα λάβδανο, στη δόση της παρηγοριάς που ανακουφίζει που πόνους της καταπιεσμένης αλλά εξεγερμένης ελπίδας.
Ένα ζευγάρι εκεί στην ...Άκρη του Πεζοδρομίου Νησίδας της Μεσογείων. Εκείνη φορώντας ένα φτενό πουλοβεράκι κι ένα ολοπρόσωπο-ίσως και δανεικό- τεράστιο σκουφί που έκανε το πρόσωπο να έχει μόνο μάτια και Εκείνος έχοντας ανοίξει το μπουφάν για να την χώσει μέσα του.
-Τι γίνεται εδώ ρε παιδιά, τους ρωτάει η Ντολυ με τη φωνή μου, κλείνοντας την ακριανή λωρίδα της Μεσογείων
-Θα τους γαμήσουμε τους κερατάδες μου λέει ο σκούφος και γελάνε πύρινα τα ...μάτια της.
Κι ο Σύντροφος της- ίσως γιατί έψαχνε την αφορμή καταμεσής της παγωμένης Νοεμβριάτικης πολυάνθρωπης Μεσόγειων- κατεβάζει το στόμα του σκουφιού της και ορμάει στα χείλη της. Και Βάσου το ...έμβρυο. Να καλοφαίνεται σχηματοποιημένο στον υπέρηχο. Το έμβρυο της Ελπίδας. Αυτό που είναι η ερπύστρια του πιο αρχαϊκού όσο και πιο εξελιγμένου τανκ που γνωρίζει πως να τσακίζει την στέρφα ...βεβαιότητα της απελπισίας. «Αδαείς» θαλασσόλυκοι που ξέρουν να διαβάζουν τα ...αιωνόβια άστρα, που ξέρουν να ακούν τους χρησμούς απο τις γοργόνες, που ξέρουν να χαϊδεύουν τα ψηλά κύματα χωμένοι στους ...βυθούς τους.
Της γκρινιάζω συχνά της Ντόλυ ότι εκείνοι οι ...μηχανικοί έξω από το Τορίνο ξεραν την τέχνη της ....κατασκευής καλύτερα από τον ερασιτεχνικό, μη τεχνοκρατικό, έρωτα της μάνας και του πατέρα μου, μιας που όταν η Ντόλυ πεινάει μου το ανακοινώνει με ψίθυρους που εξελίσσονται σε κραυγές, κόκκινα ευανάγνωστα γράμματα και αγχωτικά προειδοποιητικά μηνύματα. Ενώ η δική μου η πείνα, μια ζαλάδα που σκοτίζει κι συσκοτίζει τα πάντα, χωρίς καντράν, ...χιλιόμετρα που αντέχει να περπατήσει και γκομενίστικα μουλαρώματα.
Κραυγάζει με κόκκινα απειλητικά γράμματα η Ντόλυ την πείνα της στα μούτρα μου. Ακου της λέω, να τα ξεχάσεις αυτά που ξέρεις απόψε. Κανόνισε θαλασσόλυκε να με πας λιμάνι και παράτα τα ...λογιστικά σου. Άλλωστε αν πίστευα στους ...μονόδρομους και στις γραφές τους, θα είχα επιλέξει να πιστέψω τον ...μεγάλο Μονόδρομο. Θα είχα επιλέξει να γίνω ...πιστή, να γίνω ...καλόγρια, να περάσω την μικρή στιγμή της Ζωής μου, σε κανένα μοναστήρι περιμένοντας να ...ζήσω την Μεγάλη ασφαλή Ζωή του ...Μετά. Από το να πιστέψω στο manual …συμπεριφοράς σου ή στα ...Μνημόνια των ηλίθιων, μάλλον θα επέλεγα να πιστέψω στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Σαφώς ...εντυπωσιακότερη. Αλλά που πιστεύουμε εμείς κουκλάρα μου; Μόνο στα φιλιά....
Και τώρα το έχω κι πρόσφατο το...θάμα. Μόλις το είδα. Σκύβω κι φιλάω τη καρδιά της. Την Βισκοντιανη της ...κυριότητα. Η κόρνα της με το που ακουμπούν τα χείλη μου πάνω της, αντηχεί στη Λεωφόρο απαντώντας μου «θα τους γαμήσουμε» και όλα τα ...απειλητικά γράμματα εξαφανίζονται απο το καντράν της.
Σ΄ αγαπάω σ. Ντόλυ. Σ’ αγαπώ πολύ γιατί ξέρεις να κλωτσάς, να ποδοπατάς, να διαφεντεύεις, να νικάς τους δικούς σου ...μονόδρομους. Τα δικά σου... manual . Σε σκεπάζω με το πανωφόρι μου. Πάμε καλή μου...

Υ.Γ. Ξέρω τι θα φάμε και οι δυο μας. Ξέρεις με τι θα χορτάσουμε την πείνα μας προσώρας. Βρες μου ένα κόκκινο φανάρι για να ΤΟ βρω...


Ροη αρθρων