Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΧΤΕΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΧΤΕΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Πνιγμένη Ατλαντίδα...



atlΜαμά, μπαμπά, πνίγομαι.
Πόσο υπέροχο είναι να χάνεσαι στο βυθό τής ελληνικής θάλασσας. Δεν έχει καμία σύγκριση με κανέναν άλλο βυθό στον πλανήτη αυτό, πιστέψτε με. Οπουδήποτε αλλού κι αν βούτηξα, είδα μόνο θολά νερά και πλάσματα παράξενα που δείχνουν σε ντοκιμαντέρ εξειδικευμένα. Πουθενά δεν ένιωσα ούτε στο ελάχιστο τα φοβερά εκείνα συναισθήματα που κατακλύζουν τη ραχοκοκαλιά μου, όταν εξερευνούσα τα δικά μας τα πελάγη, δεν αντίκρισα πουθενά αλλού την καθαρότητα, τη διαύγεια των υδάτων, καθώς μπλέκεται με μυριάδες χρώματα διαφορετικά, έτσι όπως στροβιλίζουν μέσα από εναλλασσόμενες ηλιακές αντανακλάσεις. Από τόσο δα μικρό παιδάκι, στην πρώτη μου κιόλας δειλή βουτιά, συνειδητοποίησα ότι κάτω από το νερό κρύβεται ένας τελείως άλλος κόσμος. Ακόμα και όταν βρίσκεσαι σε ένα μόλις μέτρο βάθος και σέρνεσαι ξαπλωτός πάνω στην υγρή άμμο, είναι αρκετό για να νιώσεις δέος απέναντι σε αυτή την ανεξάντλητη φύση που εξαπλώνεται στα μάτια σου μπροστά. Οι ήχοι, οι εικόνες, οι αισθήσεις, οι φιγούρες των λουομένων ανθρώπων, όλα αποκτούν μια εντελώς διαφορετική διάσταση από εκείνη που έχουν έξω, στη στεγνή ατμόσφαιρα. Και όσο τα μέτρα από τη βουτιά σου αυξάνονται, όσο διεισδύεις όλο και βαθύτερα μέσα σε αυτόν τον υδάτινο χωροχρόνο, τόσο εντονότερα ακούς την καρδιά σου να χτυπά, τόσο περισσότερο μπλέκεται η βαθιά σου η ανάσα με την ανάσα αυτής της ευλογημένης γης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αν η στεριά είναι τα χέρια και τα πόδια αυτού του πλανήτη, ο βυθός είναι τα πνευμόνια του. Γι’ αυτό και απαιτεί από εσένα να πάρεις τις καλύτερές σου, τις πιο βαθιές αναπνοές. Αλλιώς, σε πνίγει.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Στη χώρα των φαντασμάτων...



test


Ποιος στ’ αλήθεια είσαι;
432. 433. 434. 435. 436. Ελάτε.” Άντε να τελειώνει πια αυτή η ατέλειωτη ουρά, γεμάτη από ανθρώπους τσαλακωμένους, όπως όλα αυτά τα κουπόνια που βάζουν και βγάζουν συνεχώς από τις τσέπες τους. Είναι περίεργο πάντως όταν αναβοσβήνουν οι ηλεκτρονικοί αριθμοί και κανένας δεν εμφανίζεται, τη στιγμή που εμφανίζεται το νούμερό του.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Γελαστός με το στανιό...



Image
Χρόνια πολλά, ζωγραφιστά!
Μπαμπά, μπαμπά! Άκου με λίγο! Έχω μερικές απορίες να μου λύσεις. Αγόρι μου γλυκό, σε παρακαλώ, ντύσου και περιμένουμε κόσμο για να γιορτάσουμε την πρωτοχρονιά. Σε πιάνουν αυτές οι περίεργες οι ερωτήσεις σου πάντα τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Μα, μπαμπά, δεν μπορώ να τα καταλάβω όλα από μόνος μου, θέλω να με βοηθήσεις, να μου εξηγήσεις ορισμένα που με απασχολούν από χτες. Άντε, πες μου τι θες να δούμε τι σε προβληματίζει πάλι. Είναι αυτό που λέει και το τραγούδι, πως να κρυφτείς απ’ τα παιδιά, έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα! Στην εποχή που ζούμε βέβαια είναι ακόμα πιο δύσκολο να κρυφτείς από τα παιδιά. Ναι, είναι η λεγόμενη προχωρημένη τους αντίληψη, δεν ξέρω τι να πω, η εύκολη πρόσβαση που έχουν στην παραμικρή πληροφορία, ο εγκέφαλός τους μοιάζει με κινητή εγκυκλοπαίδεια που διαρκώς εμπλουτίζει το περιεχόμενό της και που δεν σταματά να ψάχνει, να διευκρινίζει, μέχρι να εξηγηθεί και η τελευταία του κόσμου έννοια.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Το νανούρισμα της κρίσης...

Τα κακως κειμενα..
Κράτα το χέρι μου
Κοιμήσου, αγγελούδι μου. Θα βρω και θα σου πω λεξούλες, λογάκια τρυφερά, για να σε πάρει ο ύπνος. Ξέρεις, όταν ήμουν πιο μικρός, πριν γίνω ο μπαμπάς σου, δεν έβρισκα καθόλου ενδιαφέρον στα νανουρίσματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που με πιάνανε τα γέλια, τα θεωρούσα λιγάκι ξενέρωτα όλα αυτά. Ναι, είναι εκείνη η φάση που περνάει κάθε άνθρωπος στη ζωή του, τότε που τα αμφισβητείς όλα, καθώς μυθοποιείς κι απομυθοποιείς τους πάντες και τα πάντα μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα. Είναι τότε που αφήνεις πίσω σου μια και καλή τη μωρουδιακή σου κατάσταση, καθώς εισβάλλεις στην κοινωνία μέσα για πρώτη φορά και θες να φωνάξεις, να σκληρύνεις, να επαναστατήσεις για έναν κόσμο καλύτερο, έναν κόσμο που πιστεύεις ακράδαντα ότι θα τον αλλάξεις εσύ μαζί με τους φίλους σου. Ναι, είναι τότε που αν πιάσεις τον εαυτό σου να μωρουδίζει, να του ξεφεύγουν μερικά χαϊδεμένα λόγια, νιώθεις ενοχές, λες μέσα σου ότι δεν γίνεται, πρέπει να πάψεις να μιλάς έτσι, πάει, μεγάλωσες πια, τέρμα οι αγκαλίτσες με τη μανούλα και τον πατερούλη, τέρμα τα κλάματα για να πετυχαίνεις τα κάθε λογής χατίρια, τέρμα η πιπίλα της αγνότητάς σου που αρνείσαι πεισματικά να σταματήσεις να τη μασουλάς, κοτζάμ άντρας. Τι κι αν λες συνέχεια για τότε που την πέταξες μπροστά στους γονείς σου για να κάνεις επίδειξη δύναμης, να υπερηφανευτείς ότι τα κατάφερες κι απεξαρτήθηκες από την πρώτη μεγάλη εξάρτηση της ζωής σου. Αφού κρύβεις απ’ όλους ότι εκείνη τη νύχτα μυξόκλαιγες κάτω από τα σκεπάσματα γιατί, παρά τη γενναία σου πράξη, σε ξενυχτούσε η έλλειψη που ένιωθες στο στόμα. Ησυχία, είπαμε! Πιπίλες, νανουρίσματα, παιδικότητα. Κοιμήσου.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Αυτό το σπίτι είναι δικό μας...

Τα κακως Κειμενα...
shilouette
Οι άνθρωποι δεν κατάσχονται
Θέλαμε για χρόνια να έρθουμε και να μείνουμε μόνιμα στην Ελλάδα.
Κάθε φορά που επισκεπτόμασταν αυτόν τον ευλογημένο τόπο για διακοπές, γινόταν όνειρό μας να βρούμε ένα σπίτι όμορφο, κοντά στη θάλασσα, για να περάσουμε σε τούτη την πανέμορφη χώρα το υπόλοιπο της ζωής μας. Να έρχονται και οι καλοί μας φίλοι τακτικά να μας βλέπουν και να απολαμβάνουμε όλοι μαζί την ατέλειωτη μαγεία του ελληνικού τοπίου. Συνεχώς το μελετούσαμε αλλά, λίγο οι υψηλές τιμές, λίγο το ότι δεν βρίσκαμε το κατάλληλο σπίτι, το όνειρό μας έπαιρνε συνεχώς αναβολή. Μέχρι που παρουσιάστηκε αυτή η μεγάλη ευκαιρία με τους πλειστηριασμούς. Τώρα πια είχαμε τη δυνατότητα να διαλέξουμε ανάμεσα σε δεκάδες, σχεδόν εκατοντάδες, περιπτώσεις κατοικιών που βγήκαν στο σφυρί και σε πολύ ευνοϊκές προσφορές. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαφορά στην τιμή ήταν εντυπωσιακή, μιλάμε για δέκα φορές κάτω. Δεν μπορούσαμε με αυτά τα δεδομένα να κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά μας, έπρεπε να εκμεταλλευτούμε τη στιγμή, να αρπάξουμε από τα μαλλιά αυτή τη μοναδική ευκαιρία και να αγοράσουμε το σπίτι των ονείρων μας στην Ελλάδα. Βάλαμε κάτω όλες τις λίστες, τις εφημερίδες, τις αμέτρητες αγγελίες, ήρθαμε σε επαφή με τα τόσα μεσιτικά γραφεία που είχαν ξεχυθεί στους δρόμους και πουλάγανε όσο-όσο, μιλήσαμε με κάποιους γνωστούς μας που είχαν πόστα και θέσεις υψηλές και γνωριμίες μέσα στις ελληνικές τράπεζες και που μας παρείχαν εμπεριστατωμένη καθοδήγηση για να μην ψάχνουμε στα τυφλά αλλά με σχέδιο, έτσι ώστε να βρούμε την ιδανική περίπτωση. “Τσάμπα πράμα”, όπως λένε και οι φίλοι μας οι Έλληνες.
Και, επιτέλους, βρέθηκε. Μια υπέροχη μονοκατοικία, στην πανέμορφη ελληνική εξοχή, λίγα μέτρα μόλις από το βουνό και από τη θάλασσα μαζί. Με αυλή μεγάλη, με κήπο που μέσα του μπορούσες να δεις άνθη ζωηρά, λες και φυτεύτηκαν προχτές. Πιο κάτω, μια αποθηκούλα δίπλα σε μια μικρή αυτοσχέδια παιδική χαρά, φτιαγμένη από ξύλο και με πολλές μικρές λεπτομέρειες που φανέρωναν την πολλή αγάπη εκείνου που την έφτιαξε. Την αγάπη την έβρισκες σε πολλά διάσκορπα σημεία αυτού του σπιτιού. Σαν το οξυγόνο, σαν τον ήλιο που διαπερνούσε τα παράθυρα κάθε πρωί, η αγάπη εξαπλωνόταν στην ατμόσφαιρα και δεν ήταν λίγες οι φορές που έλεγες ότι πήγαινε και καθόταν μέσα στην καρδιά σου. Μπαίνοντας στον εσωτερικό χώρο, τα έπιπλα ήταν ακόμα όλα στη θέση τους, μαζί και τα καλύμματα, τα τραπεζομάντιλα, μέχρι και χειρόγραφες σημειώσεις βρήκαμε να κρέμονται από χρωματιστά μαγνητάκια πάνω στο ψυγείο που ήταν και αυτό ακούνητο, αν και με άδειο το περιεχόμενό του. Στον πάνω όροφο, καθώς ανέβαινες τη στριφογυριστή τη σκάλα, προσπερνούσες τις κορνίζες που και αυτές είχαν ξεμείνει εκεί με τις φωτογραφίες που έδειχναν παππούδες και γιαγιάδες και παιδιά που αργότερα είχανε μεγαλώσει σε άλλες φωτογραφίες, ακόμα και αυτό το ίδιο το σπίτι έβλεπες όπως μεγάλωνε με το πέρασμα του χρόνου, μέχρι να γίνει αυτό που είναι σήμερα. Μετά έφτανες στα παιδικά δωμάτια και σκόνταφτες πάνω σε αναποδογυρισμένα πολύχρωμα ποδήλατα με τις ρόδες τους που ακόμα κυλούσαν στον αέρα. Και πιο ‘κει, η κρεβατοκάμαρα με τον μεγάλο καθρέφτη απέναντι να έχει επάνω του τις πιο συχνές ελληνικές λέξεις γραμμένες με κραγιόν. “Σ’ αγαπώ-Καλημέρα”.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Η φρίκη σε πρώτο πλάνο...

shut_up_and_put_up
Ραψ’ το αλλιώς θα στο ράψουν
Τόσα χρόνια, τόσοι τόποι διαφορετικοί, αποτυπώθηκαν στο μνημονικό μου επάνω σκηνές χιλιάδες. Βρέθηκα σε όλων των ειδών τις επικίνδυνες αποστολές και τις ανταποκρίσεις, πάντα με ένα μικρόφωνο στο χέρι και μια κάμερα από πίσω να ακολουθεί υπομονετικά τα λαχανητά μου, καθώς κατέγραφα περιστατικά που στην πορεία θα βαφτίζονταν γεγονότα και μετά από το κατάλληλο μοντάζ θα κατέληγαν να παίζονται ως τρίλεπτα ρεπορτάζ στα δελτία των ειδήσεων. Σε ζούγκλες μέσα, σε ερήμους, σε στάδια που έγιναν καταυλισμοί για τους αδύναμους και τους κατατρεγμένους αυτού του κόσμου. Κι είναι μερικές εικόνες που όσο και αν προσπαθώ να ξεχάσω μαζί με τα καταχωνιασμένα βίντεο που έχω στο αρχείο, αυτές δεν λένε να ξεκολλήσουν από την οθόνη του μυαλού μου. Εικόνες σκληρές, γεμάτες από τα απάνθρωπα έργα των ανθρώπων. Είναι στιγμές που νιώθω ότι κουβαλάω τα τραύματα ενός στρατιώτη βετεράνου, έτσι καθώς συχνά-πυκνά τινάζομαι μέσα στη νύχτα και βλέπω απέναντί μου να με κοιτά κατάματα στα μάτια εκείνο το γλυκό κοριτσίστικο προσωπάκι που είχαν βιάσει τότε, έξω από εκείνο το αχυρένιο σπίτι, κι ύστερα φωτιά, φωτιά, φωτιά, παντού φωτιά, καθώς γυναικόπαιδα έτρεχαν γυμνά με πέλματα καμμένα και μαλλιά λαμπαδιασμένα, νερό, ρε, φέρτε νερό, εδώ ο κόσμος καίγεται την ίδια ώρα που διψά. Και σηκώνομαι απότομα για να συνέλθω και να δροσιστώ και έτσι, καταπίνοντας, θυμάμαι τους λαούς εκείνους που ξυπνάνε με τα χέρια γύρω από το λαιμό και αργοπεθαίνουν και πνίγονται σε μια γουλιά νερό.
Ξημέρωσε γρήγορα, ευτυχώς. Είναι μέρες τώρα που με ξυπνά αυτός ο υπέροχος ήλιος, έτσι όπως πρόωρα ανατέλλει και λούζει με φως τον απέραντο καταγάλανο ουρανό. Με έστειλαν εδώ για μια τελευταία δημοσιογραφική έρευνα, τη δυσκολότερη από όλες, μου είπαν. Ήρθα σε μια χώρα που μετρά κάθε ημέρα θύματα χιλιάδες, χωρίς να βρίσκεται σε πόλεμο. Που παρά το λαμπερό και γελαστό της κλίμα, οι κάτοικοί της περπατούν με πρόσωπα μαύρα και σκυφτά. Που δίπλα στα πιο μεγαλοπρεπή μνημεία του ανθρώπου, βλέπεις να γίνονται μάρμαρο οι άνθρωποι από την πείνα και τη μοναξιά. Που δίχως βόμβες να βουτάνε βαθιά μέσα στη γη, δίχως πυρομαχικά να καρφώνονται στα μέτωπα των περαστικών, πέφτουνε διαρκώς όλες οι γέφυρες της κοινωνίας και τα κενά ανάμεσα στις υπάρξεις γίνονται μεγαλύτερα ολοένα. Που χωρίς άρματα να ποδοπατάνε πεζοδρόμια και κορμιά, παραπατάς πάνω σε νεκρούς που μένουν έτσι αραδιασμένοι στα πλακόστρωτα, ηλιοκαμένοι και γυμνοί. Και όταν πας να τους περιεργαστείς, δεν βλέπεις αίματα στα δέρματά τους. Βλέπεις αριθμούς και σύμβολα νομισμάτων να τους έχουν καλύψει με βαθύ μαύρο όλη την καρδιά. Που ψάχνεις να βρεις μια σκιά να δροσιστείς, την ώρα που καύσωνας εξατμίζει τις ανάσες και νομίζεις ότι η σκιά ξαφνικά κινείται και λες ότι έχεις παραισθήσεις από την πολλή τη ζέστη αλλά σηκώνεις το ιδρωμένο κεφάλι σου ψηλά και διαπιστώνεις ότι δροσίζεσαι από τη σκιά ενός γέρου που κρεμάστηκε σε ένα κάγκελο από τη λουλουδάτη βεράντα του σπιτιού του. Είναι η εποχή που ανθίζει η φρίκη.
Ψάχνω να βρω μια κάποια παραμικρή εξήγηση για όλα τούτα τα περίεργα που συμβαίνουν εδώ πέρα. Χτυπάω μεσημεριάτικα τις πόρτες και μπαίνω σε σπίτια μέσα και ανοίγω όποια τηλεόραση βρεθεί μπροστά μου, αλλά διαρκώς πέφτω πάνω σε οθόνες μαύρες που δείχνουν μόνο μαύρο μαυρισμένο και τίποτε άλλο. Βάζω σε φουλ ένταση τα ραδιόφωνα αλλά από τα ηχεία δεν βγαίνουν ανθρώπινες φωνές, παρά μόνο ο συνεχής ήχος του κενού, ξέρω πολύ καλά αυτόν τον ήχο, είναι όπως τότε, όταν βάζεις το αυτί σου πάνω από έναν σκοτωμένο εργάτη, προσπαθώντας να καταλάβεις αν όντως έπαψε να υπάρχει ο σφυγμός του, ή όπως όταν προσπαθείς να επικεντρώσεις όλες τις αισθήσεις σου στο ελάχιστο εκείνο κλάσμα του δευτερολέπτου, ακριβώς πριν σκάσει η βόμβα χιλιόμετρα πιο πέρα και ταρακουνηθεί το έδαφος κάτω από τα πόδια σου και σωριαστείς λίγο μετά κι εσύ σαν θραύσμα από σφαίρα. Για τέτοιο κενό μιλάμε, κενό διαπεραστικό, θανατηφόρο. Και βλέπεις οικογένειες ολόκληρες να κάθονται αμίλητες, αγκαλιαστά, κρατώντας σημαιάκια πράσινα και μπλε, έχοντας μπουκώσει με τηλεχειριστήρια τα στόματα, καθώς βυθίζονται βαθιά σε καναπέδες τεράστιους, που έχουν το χρώμα της άμμου. Και είναι λες και ζωντανεύει το έπιπλο και γίνεται άμμος κινούμενη, που καταπίνει τα πάντα στο πέρασμά της, αντικείμενα, σημαιάκια και ανθρώπους, με την εξέχουσα παλάμη τους να κάνει το σύμβολο της νίκης, έτσι όπως ρουφιούνται κυκλικά και χάνονται προς τον ατέλειωτο πάτο του σαλονιού τους. Και με τη νίκη. Κι ας νικηθούμε.
Τρέχω να ξεφύγω μακριά, να φτάσω έως τη θάλασσα, να βουτήξω με φόρα μέσα στα διάφανα νερά της, να θυμηθώ ότι η χώρα τούτη έχει μέρη μαγικά και μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις τα βάσανα και να δεις τις αρνητικές σκέψεις να χάνονται, όπως το κύμα που σβήνει τώρα πάνω στην ακρογιαλιά. Μα έτσι όπως έχω παρασυρθεί και με ταχύτητα ορμάω, αντί να καταλήξω στο βυθό, πέφτω με δύναμη πάνω σε μερικές κοιλιές που έχουν κάτσει στη σειρά, πασαλειμμένες με λίπος και ιδρώτα. Και γλιστράει το πρόσωπό μου πάνω σε τρίχες που μπλέκονται με επίχρυσα στολίδια γύρω από αρωματισμένα μπράτσα και λαιμούς γεμάτους κρεατοελιά. Όπως κάνω να σκουπίσω την αηδία που κόλλησε πάνω στα μάγουλά μου, παρατηρώ ότι τούτοι εδώ οι τύποι λένε δυνατά λέξεις ελληνικές αλλά για κάποιον περίεργο λόγο όταν μιλάνε στραβώνουνε τα στόματά τους και χασκογελάνε φωναχτά και τα στραβά τους δόντια στάζουν νικοτίνη καφετιά και τα νύχια των ποδιών τους είναι πιο μεγάλα κι από τα ίδια τους τα πέλματα, έτσι όπως εξέχουν μέσα από σκισμένες σαγιονάρες και φτέρνες ποτισμένες με τις ουσίες της λίγδας. Δεν μπορεί να είναι απόγονοι των ένδοξων αρχαίων Ελλήνων όλοι αυτοί, δεν γίνεται να βλέπεις άντρες που το στήθος τους πάχυνε τόσο που σχημάτισε βυζιά, δεν είναι δυνατόν οι γυναίκες αντί για φύλλα ελιάς να ρίχνουν στο πέλαγος αποτσίγαρα, δεν στέκει μικρά παιδιά να πετάνε σακούλες μ’ αποφάγια και πλαστικά κουτιά έξω από τα παράθυρα των φιμέ αυτοκινήτων. Σαν ταινία τρόμου μοιάζει. Κι ύστερα ήρθαν οι μπάσταρδοι.
Πετυχαίνω το πρώτο λεωφορείο και ανεβαίνω γρήγορα τα σκαλιά και βρίσκω μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Πάντα μου άρεσε να το κάνω αυτό, όχι μόνο για λόγους εμπνεύσεως, αλλά επειδή μέσα από το τζάμι μπορώ κάθε φορά και συλλέγω χρήσιμες πληροφορίες για κάθε μέρος που θα βρεθώ σ’ αυτόν τον πλανήτη. Ειδικά αν η διαδρομή είναι μακρινή και περάσει ώρα μέχρι να φτάσουμε στον τερματικό σταθμό, μπορώ να γράψω ολόκληρο αφιέρωμα. Βρίσκω την ευκαιρία και παρατηρώ την αρχιτεκτονική της πόλης, σημειώνω τα χρώματα που κυριαρχούν στον χώρο, τις τάσεις και τις κινήσεις των κατοίκων, τις συνήθειές τους, τον τρόπο που επιλέγουν να συνωστίζονται, λίγο πριν ανέβουν και κατέβουν στις στάσεις που τους ενδιαφέρουν. Λίγο πιο κάτω, το λεωφορείο σταματάει σχεδόν αναγκαστικά έξω από μια λαϊκή αγορά. Κόσμος πολύς που μοιάζει να είναι στάσιμος, μποτιλιαρισμένος. Ξαφνικά βλέπεις τους πάγκους να εκτοξεύονται και τις πολύχρωμες τέντες να γίνονται πανιά που τα ξεσκίζουν μερικοί καλογυμνασμένοι τύποι, έτσι όπως πετάγονται απότομα πίσω από τους κάδους και που τώρα τρέχουν απειλητικά, έχοντας λεπίδες στα χέρια για να γδάρουν τους άτυχους τους εμποράκους. Και βλέπεις τους μαύρους να ασπρίζουν από το φόβο. Βλέπεις τους λευκούς να μαυρίζουν από το μίσος. Δευτερόλεπτα μετά, μπουκάρουν μέσα στο λεωφορείο. Και μου σπάνε την κάμερα. Και ψάχνω έντρομος έναν τρόπο να κλείσω τούτο το ρεπορτάζ. Από τη χώρα του ποτέ. Για την τηλεόραση που δεν θα δείξει τίποτα. Ο ανταποκριτής που φοβήθηκε να πει τ’ όνομά του.
Που τον έκαναν να καταπιεί την ίδια του τη γλώσσα.

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Η μαστεκτομή της Δημοκρατίας...

Τα κακως κειμενα...
Κάποιος είπε ότι η Δημοκρατία είναι η μάνα των αδυνάτων. Ότι είναι το μόνο πολίτευμα που θα φροντίσει τους φτωχούς, τους μη ευνοημένους, όπως η γυναίκα που μόλις έχει φέρει στο φως μια νέα ζωή και σφιχταγκαλιάζει το βρέφος και το τοποθετεί προσεκτικά πάνω της, για να του προσφέρει τροφή από το σώμα της το ίδιο. Ότι, όταν της γης οι αδικημένοι πληθύνουν,
θα τους περιβάλλει όλους με αγάπη και θαλπωρή, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι θα είναι ανά πάσα στιγμή δίπλα τους, για να τους προστατεύσει από τις διάφορες απειλές, όπως ακριβώς θα έκανε και η μητέρα εκείνη, με το που αντιλαμβανόταν ότι τα παιδιά της παρασύρθηκαν και εκτέθηκαν σε κινδύνους, τους οποίους ακόμα αγνοούν. Ότι θα δει τους ανθρώπους σαν να πρόκειται για τα δάκτυλα στα χέρια της τα ίδια, όλα όμοια και διαφορετικά την ίδια στιγμή. Θα κόψει και θα μοιράσει την ελπίδα σε κομμάτια ίσα, κανένας να μη νιώσει παραπονεμένος. Ότι αυτό το γάλα το μητρικό δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά τα θεμελιώδη δικαιώματα όλων αυτών που θα τη θηλάσουν.
Θηλάζοντας δήθεν δικαιώματα
Κι έχει σημασία που επιλέγει να μεταφέρει τη δύναμή της κατ’ αυτόν τον πηγαίο τρόπο, το κάνει για να βασιστεί η υπόσταση του καθενός στις πολύτιμες ιδιότητές της από την πρώτη στιγμή που θα συνδεθεί μαζί της. Για να κουβαλάμε συνεχώς μέσα μας βαθιά αυτήν την αίσθηση της ασφάλειας, της παραδεισένιας αγκαλιάς, ανακαλώντας τις στιγμές που κουρνιάσαμε στα στήθη της. Για να είναι για πάντα η ζωή μας βασισμένη στη γεύση εκείνη, με ατόφια μέσα της τα συστατικά που δεν μπορούν ποτέ να υποκατασταθούν με άλλα, σκευάσματα Δημοκρατίας.
Τελευταία, διαδόθηκε ότι αυτή η υπέροχη, γλυκιά μάνα είναι χλωμή και ταλαιπωρημένη. Βρεθήκανε, λέει, γύρω της κάμποσοι κομπογιαννίτες και τη φοβερίσανε ότι σύντομα πρόκειται να νοσήσει βαριά και ότι λύση δεν θα υπάρχει και ότι θα είναι πια πολύ αργά για δάκρυα και πρέπει εκ των προτέρων να λάβει αποφάσεις καθοριστικές. Ότι όλοι αυτοί συστήθηκαν σ’ εκείνη ως γιατροί εξειδικευμένοι που ξέρουν να διαβάζουν τα γονίδια τα προβληματικά και της είπαν ότι κουβαλάει ένα από αυτά και ότι είναι επικίνδυνο πολύ γιατί διαρκώς μεταλλάσσεται και σαρώνει το κορμί της. Ότι αυτό το γονίδιο πρώτα θα εισβάλλει στο μαστό της και σταδιακά θα την κατασπαράξει. Ναι, θα ξεκινήσει από εκεί γιατί διεγείρεται από τη μυρωδιά των δικαιωμάτων και θρέφεται από τη σάρκα τους, καθώς θα σιγοτρώει αθόρυβα κάθε ελάχιστη ατομική ελευθερία που θα παράγεται μέσα στους ιστούς της. Ότι προτιμότερο είναι να προβεί σε μέτρα δραστικά, κόβοντας τα ίδια της τα στήθη, για να εξακολουθήσει τουλάχιστον να υπάρχει. Και όταν αυτή απόρησε ποιο το νόημα να τη λένε Δημοκρατία, όταν πια δεν θα μπορεί να ταΐσει τα παιδιά αυτού του κόσμου, της είπαν ότι θα γίνει ολική αποκατάσταση, ότι η επιστήμη έχει προοδεύσει και όλα αυτά λύνονται με μια επέμβαση ρουτίνας. Βεβαίως, δεν θα μπορεί πια να παράγει το πολύτιμό της γάλα αλλά εξωτερικά δεν θα έχει καμία απολύτως διαφορά με πριν. Άσε δε που θα συνεχίσει να δίνει την εντύπωση ότι ουδέποτε επήλθε αλλαγή στο σώμα της. Εντάξει, το πολύ-πολύ να βάλει πάνω της μια ένδειξη για να μη δημιουργούνται παρεξηγήσεις. Να γράφει, για παράδειγμα, κατ’ επίφαση Δημοκρατία.

Έκατσε κι αναρωτήθηκε. Για τόσες δεκαετίες, όλη της η ανάπτυξη βασίστηκε στην ιδέα της πρόληψης. Ακόμα και όταν ήταν μικρό παιδάκι η ίδια, αδιαμόρφωτη ως προς τις αξίες και τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα της, έτσι τη θεμελιώσανε. Στην πορεία, το είδε γραμμένο σε πολυσέλιδα βιβλία, σε εκστρατείες διαφημιστικές και σε νόμους που είχαν πάνω τ’ όνομά της. Μετέπειτα, το ίδιο έπραξε κι εκείνη, σε όσους την πλησίαζαν και της θέτανε ερωτήματα για το πώς να λύνουν προβλήματα, φαινόμενα κοινωνικά, καταστάσεις ανώμαλες και ανεξέλεγκτες. Τους απαντούσε πάντα με την ίδια σύνεση και τους ορμήνευε ότι η καλύτερη θεραπεία σε όλες τις ασθένειες είναι ο προληπτικός έλεγχος και ότι αυτό αφορά την κάθε τελευταία έκφανση της καθημερινότητάς μας, όχι μόνο την υγεία μας τη σωματική αλλά πολύ περισσότερο την πνευματική, την υγεία των θεσμών, την υγεία ολόκληρου του τόπου. Ότι πρέπει να ενεργούμε με στόχο την εξαφάνιση όχι τόσο των προβλημάτων αλλά των αιτιών που τα προκαλούν. Και τα σκεφτόταν όλα αυτά γιατί η απόφαση που την ανάγκαζαν τώρα να πάρει ταυτιζόταν ολοκληρωτικά με την καταστολή. Ότι δηλαδή επρόκειτο να αφαιρεθεί μονομιάς ένα κομμάτι τόσο βασικό από την ίδια της τη φύση, χωρίς καν αυτό να έχει νοσήσει ακόμα. Και αν εν τέλει οι τρανοί τούτοι επιστήμονες έπεφταν έξω και δεν γινόντουσαν τα πράγματα όπως λέγανε; Γιατί να της αφαιρεθεί από πριν το δικαίωμα του αγώνα; Κάπως έτσι, έχοντας τις προστατευτικές της χούφτες στα στήθη, θυμήθηκε μια χούφτα λέξεις που περιγράφανε τέλεια τις σκέψεις της. Γιατί να ζήσουμε αφού θα πεθάνουμε;

Παρά τον πόνο και τον καημό, πείστηκε να πράξει θαρραλέα και να ξαπλώσει στο χειρουργικό τραπέζι. Αφότου τη βυθίσανε σε λήθαργο βαρύ, τρυπώντας της τις φλέβες με μπόλικες δόσεις αναισθησίας, στάθηκαν από πάνω όλοι αυτοί οι σωτήρες τής Δημοκρατίας, με τις περίεργες στολές και τις μάσκες τους να κρύβουν τα αληθινά χαρακτηριστικά από τα πρόσωπά τους. Και μουρμούριζαν μεταξύ τους και λέγανε διάφορα γιατροσόφια και διέκρινες μόνο αποσπασματικά κάποιες λέξεις από τους διαλόγους, όπως όταν κλέφτες συνωμοτούν μυστικά και ετοιμάζουν με προσοχή τις λεπτομέρειες της μεγαλύτερης τους ληστείας για να μην τους πάρει κανείς πρέφα. “Μονόδρομος”, “Τάξη”, “Ομαλότητα”, “Δημόσιο Συμφέρον”, “Επιβεβλημένη”, “Σύνταγμα”, “Ασφάλεια”, “Ασυδοσία”, “Ατιμωρησία”. Και ξάφνου, κοφτερά ακούστηκαν νυστέρια ν’ ακονίζονται, δίνοντας το σύνθημα για την αρχή της σοκαριστικής επέμβασης. Και αίμα διαυγές κύλησε ως κάτω. Την ίδια ώρα που κανείς πια δεν μιλούσε, ακούστηκε κραυγή πελώρια, σαν αχός που ήχησε από τα βάθη της ιστορίας, λες και γενιές ολόκληρες καρφώθηκαν από το ίδιο αυτό νυστέρι, λες και άπειρα νεογέννητα μωρά στην πλάση δάκρυσαν ταυτόχρονα. Και αφαίρεσανε κάθε τελευταία στάλα από τους μαστούς της. Βγάλανε με λαχτάρα ένα-ένα τα δικαιώματα και τα πετάξανε στον κάλαθο των αχρήστων μαζί με νεκρά έμβρυα εκτρώσεων. Καθάρισαν σε βάθος κάθε κατάλοιπο ελευθερίας, θέλοντας να είναι βέβαιοι ότι δεν πρόκειται να παραχθεί ποτέ ξανά στο μέλλον παρόμοια ουσία και κανένας πια δεν θα μπορεί να τρέφεται με δικαιώματα απευθείας, όπως πρώτα. Μόνο με μπιμπερό και σε δόσεις.

Έχει διατυπωθεί ότι ο άνθρωπος, με τον ερχομό του στον κόσμο, από τα πρώτα κιόλας ελάχιστα δευτερόλεπτα, σχεδόν ενστικτωδώς, αναζητά τη θηλή της μητρός του και με το που την εντοπίσει, χωρίς απολύτως καμία καθοδήγηση προσαρμόζει τα χείλη του και ξεκινά να καταπίνει τη ζωή, νικώντας προσωρινά τη διαρκή αγωνία τού θανάτου. Το ίδιο περίπου γίνεται και με τους πολίτες που έρχονται στο φως των ατομικών και κοινωνικών ελευθεριών, όταν νιώσουν τη ζεστή, στοργική αγκαλιά της Δημοκρατίας. Έχουν το φόβο και την ανησυχία για την παιδεία, την αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη, την ισότητα, και στην αρχή μπουσουλάνε και ψάχνουν να βρουν σταδιακά τρόπους να προστατέψουν όλα αυτά τα αγαθά που δίνουν ξεχωριστό νόημα στη ζωή τους. Θέλουν να τα απολαύσουν, να τα γευτούν έως την τελευταία τους σταγόνα. Και τώρα ακόμη, αυτό συμβαίνει. Τους βλέπεις, καθώς εξακολουθούν και συνωστίζονται γύρω από μια Δημοκρατία διαφορετική, χειρουργημένη. Κουλουριάζουν όλοι τα ισχνά κορμιά τους, και σκαρφαλώνουν πάνω στο στέρνο της, σαν τα μωρά, και ψάχνουν και κλαίνε δυνατά γιατί νιώθουν ότι δεν θα αναπτυχθούν ποτέ πια σωστά και θα εμφανίσουν πιθανόν διάφορες άλλες ασθένειες στη μετέπειτα ζωή τους και ότι θα είναι πολίτες αδύναμοι, ανίσχυροι, εκτεθειμένοι. Και στέκονται, έτσι, απογοητευμένοι, με τον αντίχειρα στο στόμα, για χρόνια, μυξοκλαίγοντας προς την εξουσία. Τους έχουν δώσει μόνο μερικά παιχνίδια για να ξεχνούν αυτήν τη στέρηση του θηλασμού τους. Ένα από αυτά είναι το πιο λαμπερό.

Η πιπίλα της Δημοκρατίας.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Ζώντας κατά λάθος...

Τα κακως κειμενα...
wrong
Πήραμε τη ζωή μας λάθος…
Από μικρό παιδί μου άρεσε να ταξιδεύω. Πολύ πριν ταξιδέψω πραγματικά. Ήταν τότε, που βούταγα μέσα στα βιβλία, τη μουσική, τις ταινίες για να μεταφερθώ σε μέρη μακρινά, ονειρεμένα. Ίσως γιατί ανέκαθεν με γοήτευε η έννοια της ξαφνικής μετάβασης σε τόπους απροσδιόριστους, πλάι σε αντικείμενα που σ’ έκαναν να αναρωτιέσαι γιατί βρέθηκαν εκεί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Θυμάμαι, πιτσιρίκια ήμασταν, όταν φεύγαμε κρυφά, την ώρα που οι γονείς είχαν αποκοιμηθεί, με σκοπό να περπατήσουμε μερικά χιλιόμετρα, υπερηφανευόμενοι ότι αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο ταξίδι της ζωής μας. Το ίδιο έκανα και όταν τέλειωνα το σχολείο, καβαλώντας το ποδήλατο με την πρώτη ευκαιρία κι άφηνα το χωριό μου για ώρες, καταλήγοντας μέσα από δάση και βουνά σε άλλα, άγνωστα χωριά, με τη μάνα μου να με ψάχνει ως αργά το βράδυ. Και εκείνες τις σχέσεις εξ αποστάσεως γι’ αυτό τις προτιμούσα. Επειδή ακριβώς είχα την ευκαιρία να εναλλάσσω τη διαμονή μου και να αλλάζω παραστάσεις και να βρίσκομαι σε ανύποπτο χρόνο να πίνω καφέ με γέροντες που δεν ήξερα και να κλοτσάω την μπάλα με παιδάκια τυχαίων πατεράδων και να ανακαλύπτω καινούργιες γειτονιές και κρυψώνες και να κάνω ότι πάω να κρυφτώ κι εγώ εκεί μέσα. Από την άλλη, κάθε φορά με βασάνιζε μια περίεργη αίσθηση ενοχής. Ότι ήταν λάθος που είχα εγκαταλείψει τη φωλιά μου. Ότι το σωστό ήταν να μένω σταθερός γύρω από πρόσωπα και πράγματα και ότι αυτές οι τάσεις της φυγής έδειχναν πως, κατά βάθος, δεν είχα συγκεκριμένο προορισμό. Ότι βρισκόμουν μονίμως αλλού κατά λάθος.

Αυτή η έννοια του λάθους και του ορθού πολύ με απασχόλησε και στα επόμενα μου τα ταξίδια, όταν τουρίστας πια, βρέθηκα να επεξεργάζομαι μαζί με τουρίστες άλλους τις διάφορες γωνιές του κόσμου. Τότε ήταν που οι έννοιες, οι τόποι, τα σχήματα απέκτησαν περισσότερες διαστάσεις, νοήματα νέα, διαφορετικά, που φιλτράριζαν αλλιώς την περιορισμένη έως τότε ματιά μου. Τότε ήταν που κοντοστάθηκα δίπλα σ’ έναν πύργο επιβλητικό, τον οποίο επισκέπτονται χιλιάδες πολίτες από όλη τη γη όλες τις εποχές του χρόνου. Το περίεργο με τούτο το μνημείο είναι ότι η επιτυχία του χτίστηκε πάνω σ’ ένα λάθος τρομερό, αφού από ανθρώπινη αβλεψία στήθηκε στραβό από την αρχή του. Κι έτσι στέκεται ακόμα και τώρα, καθώς γέρνει προς τη μια πλευρά και θαρρείς ότι από ώρα σε ώρα πρόκειται να πέσει. Και αναρωτιέσαι και λες ότι για φαντάσου τούτο το λάθος να μην είχε γίνει και να ήταν όλα τέλεια κι ευθυγραμμισμένα κατά τους κανόνες της επιστήμης, αν θα είχε την ίδια πέραση τούτο το δημιούργημα, που σαν το κοιτάς νομίζεις τελικά ότι ο κόσμος μας παραείναι ίσιος. Την ίδια στιγμή, πιο πέρα, σε μιαν άλλη χώρα τεράστια, την πιο τεράστια του κόσμου, αντικρίζεις ένα κομψοτέχνημα εκπληκτικής τελειότητας και αψεγάδιαστου σχεδιασμού, έναν ναό για τον οποίο ο θρύλος λέει ότι ο αρχιτέκτονας που τον σχεδίασε τυφλώθηκε από τον μεγάλο αυτοκράτορά του για να μην μπορέσει να σχεδιάσει ποτέ ξανά ένα τόσο τέλειο έργο. Του έβγαλε τα μάτια για να μην ξαναδεί ούτε ο ίδιος τι έφτιαξε. Και απορείς πάλι για το πώς είναι δυνατόν να αποθεώνεται το απολύτως λάθος και να τιμωρείται το απόλυτα σωστό.
Αργότερα, τα παραδείγματα πολλαπλασιάστηκαν. Έπιασα κουβέντα με έναν τύπο λιγάκι αμελή, με φαρδιά παντελόνια κι ένα καπέλο φορεμένο ανάποδα, ο οποίος ζει στη μοναδική υπερδύναμη που απέμεινε σε τούτο τον πλανήτη και δεν περνάει ούτε δευτερόλεπτο που να μην ευγνωμονεί την αμέλειά του. Ήταν, λέει, το ξημέρωμα μιας Τρίτης, πριν δέκα και βάλε χρόνια, όταν είχε προηγηθεί ένα ατέλειωτο ξενύχτι με ποτά και φίλους και αστειάκια με την όμορφη κοπέλα μέσα από την μπάρα, κι επέστρεψε στο σπίτι λιώμα και σωριάστηκε στο κρεβάτι χωρίς καν να βγάλει τα ρούχα του. Ήξερε ότι έπρεπε να μην παρασυρθεί και ότι σε λίγες ώρες έπρεπε να πάει στη δουλειά του και ότι χρειαζόταν πολύ περισσότερος ύπνος για να είναι ακμαίος και συνεπής και αποδοτικός στην εργασία του. Ότι οι σωστοί εργαζόμενοι δεν ξενυχτάνε ούτε πάνε άυπνοι για δουλειά και ότι όλη αυτή η συμπεριφορά του ήταν ένα ασυγχώρητο λάθος. Τι κι αν έβαλε τρία ξυπνητήρια να χτυπήσουν ταυτόχρονα, κανένα δεν τον ταρακούνησε και δεν κατάφερε να του διακόψει τον βαθύ τον ύπνο. Και η ώρα πέρασε. Και τον βρήκε το μεσημέρι, με πρησμένο πρόσωπο και εγκέφαλο από το λήθαργό του. Και ένιωσε απαίσια, κοιτώντας το ρολόι, συνειδητοποιώντας ότι απουσίασε αδικαιολόγητα. Και άνοιξε την τηλεόραση. Και είχε τόσες ενοχές που νόμιζε ότι στο πλάνο έδειχνε το κτίριο που στεγαζόταν η επιχείρηση που δούλευε. Και είδε ανθρώπους να πηδάνε από τα παράθυρα. Αεροπλάνα να στουκάρουν πάνω στους τοίχους, που λίγο μετά πέφταν σαν χάρτινοι πύργοι στο έδαφος. Ότι όσοι πήγαν εγκαίρως στη δουλειά τους εκείνη την ημέρα ήταν συνεπείς στο ραντεβού τους με το θάνατο. Και ότι εκείνος, σήμερα, ζει από λάθος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να βαδίζουμε πάνω στις ορθές τις κατευθύνσεις, μου τονίζει ένας πατέρας με σχιστά μάτια, που δείχνουν κάπως σκεπτικά και ταλαιπωρημένα. Μου εξηγεί ότι μια ζωή έκανε τις επιλογές εκείνες που θεωρούσε ως τις πιο ενδεδειγμένες για τον ίδιο και την οικογένειά του. Ότι προτίμησε να ζει σε μεγάλες, αστικές μεγαλουπόλεις, για να βρίσκονται τα παιδιά του ανά πάσα στιγμή κοντά στις προηγμένες υποδομές. Ότι αγόρασε το καλύτερο διαμέρισμα. Με τα μεγαλύτερα μπαλκόνια. Πλάι στα πιο φωταγωγημένα εμπορικά κέντρα, για να μη στερηθούν οι γιοι του τίποτα. Και δεν πειράζει που, όταν μεγαλώσαν, άντρες πια, του κάνανε περίεργες ερωτήσεις, όπως “μπαμπά τι είναι το χώμα;”. Δεν ήταν δα και τόσο σπουδαίο να μη γνωρίζουν τι είναι το χώμα, οι εποχές αλλάξανε, έχει διαφορετικές ανάγκες πια ο άνθρωπος. Ότι αυτή η αγάπη για τη μεγάλη πόλη δεν έσβησε ακόμα κι όταν ένα ολόκληρο πυρηνικό εργοστάσιο ανατινάχτηκε λίγα χιλιόμετρα παρακάτω και η οικογένεια αντάλλασσε φιλιά φορώντας μάσκες, τις οποίες μάλιστα έπρεπε να ανανεώνουν ανά μία ώρα μήπως και προκληθούν μικρόβια μέσα στα φιλιά. Ότι αυτή η κοσμοθεωρία δεν άλλαξε ακόμα κι όταν ο ένας του ο γιος παρουσίασε συμπτώματα μιας ασθένειας σπάνιας, με επιπλοκές απρόβλεπτες, αιφνιδιαστικές. Τόσο που μια μέρα κατέληξε στα χέρια του κι αφότου περίμενε στις ατέλειωτες ουρές του υπερσύγχρονου νοσοκομείου που βρισκόταν σχεδόν δίπλα από το σπίτι. Σαν τραγική ειρωνεία, μου λέει. Να κάνεις διαρκώς τα σωστά κι όλα να σου πάνε λάθος.
Ακολουθώντας εκείνο το παιδικό συνήθειο, χάθηκα σε όλα αυτά τα μακρινά μέρη για χρόνια. Προσπάθησα να χωρέσω στις βαλίτσες μου όσες περισσότερες παραστάσεις και ανθρώπινες ιστορίες μπορούσα, προτού επιστρέψω μια και καλή πίσω. Για να μπορώ να κάνω συγκρίσεις και διακρίσεις, να σχετικοποιώ τα απόλυτα, να βλέπω για λίγο τα στραβά ως ίσια και ως ίσια τα στραβά. Ανέβηκα πάλι στο ξεχασμένο μου ποδήλατο και κατέβηκα με φόρα τις πρώτες κατηφοριές που συνάντησα, αφήνοντας τον άνεμο να μου δροσίσει τα μάγουλα. Πέρασα από την παλιά τη γειτονιά μου. Προσπέρασα παλιούς γνώριμους που τώρα πια κοιμόντουσαν στα πεζοδρόμια. Μπήκα μέσα στα καφενεία και είδα τους απόμαχους μιας ζωής να αρπάζονται από τους γιακάδες και να φτύνουν ο ένας τον άλλο διαφωνώντας για τη σημασία του λάθους και του σωστού. Ότι η χώρα καταβάλλει αξιέπαινες προσπάθειες και ότι η παραμονή σε ένα ενιαίο νόμισμα είναι μονόδρομος. Ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε ακόμα και αν οι υπόλοιποι δρόμοι γεμίζουν κάθε μέρα με άστεγους και πεινασμένους. Ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα αν επιστρέφαμε σε καταστάσεις ξεχασμένες. Ότι θα ήταν λάθος τεράστιο, μια σκέτη καταστροφή το γύρισμα στο χθες. Ότι το σωστό περνάει μέσα από την ανάπτυξη. Ότι το σωστό βρίσκεται μέσα στην αγκαλιά της ενωμένης Ευρώπης. Ότι πρέπει να αποφεύγουμε τα λανθασμένα ΟΧΙ και να προτιμάμε τα ορθά ΝΑΙ. Και κάπως έτσι άφησα τη φαντασία μου πάλι να με ταξιδέψει. Και ξανασκέφτηκα τον κόσμο ανάποδα. Και διάβασα την Ιστορία ξανά από την αρχή.
Κι ήταν λάθος τα σωστά κι ολόσωστα τα λάθη

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Φωτιά και μαγκάλι...

fire
Τα όμορφα όνειρα, όμορφα καίγονται
Έκανα μια τελευταία βόλτα στο χωριό μου. Ήταν μεσημέρι κι όλοι είχαν μπει στα σπίτια μέσα για φαγητό και μετά για κουβεντούλα σιγανή και ύπνο πάνω στα πολύχρωμα ντιβάνια. Είχε ησυχία και ήλιο παντού και αυτό με βοήθησε για να επικεντρώσω την προσοχή μου πάνω σε κάθε τελευταία ίντσα αυτής της γης που περιδιαβαίνω από πιτσιρίκι. Να πάω μέχρι την πλατεία, να θυμηθώ τα πρώτα τα σκιρτήματα, τα τραύματα στα γόνατα, τις τσιριχτές φωνές μας που ήταν τόσο δυνατές λες και πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να κουφάνουμε τον Θεό τον ίδιο. Να χαθώ μέσα στις παιδικές τις κρυψώνες, πίσω από τα μουχλιασμένα κεραμύδια και τις μισογκρεμισμένες στέγες, που σκέκονταν ακόμα έτσι, τρύπιες, με τον αέρα να ξεγλυστράει μέσα τους. Να τρέξω μέσα στο δάσος και να νιώσω τα πνευμόνια μου να ανοίγουν σαν το τριαντάφυλλο της άνοιξης, καθώς ρουφούσα κάθε ελάχιστη σταγόνα του αιθέρα και έπεφτα κάτω και κυλιόμουν στο χορτάρι, στις ατέλειωτες κατηφορικές κλίσεις του εδάφους, μέχρι να σταματήσω και να φτύσω κλαδιά και χώματα, γελώντας. Να περάσω έξω από την αλάνα, εκεί που γνώρισα τους πρώτους, γνήσιους, φίλους, τότε που δόθηκα χωρίς πολλά γιατί και περίμενα σχεδόν κάθε δειλινό να βγω έξω και να παίξω, πετώντας παραπέρα τα ταλαιπωρημένα μου βιβλία. Να θυμηθώ πώς είναι να προσμένεις τα αλησμόνητα τα καλοκαίρια, τότε που μετρούσαμε τα μπάνια και τα παγωτά, τότε που έλεγες ότι η καρδιά μας άντεχε κάθε συγκίνηση, ότι ήταν ευλίγιστη και δυνατή. Σαν εκείνη που είχα σχεδιάσει πάνω στη σχολική την τσάντα. Καρδιά από μπλάνκο.
Η ώρα περνούσε και κάτι μέσα μου μ’ έκανε να πάω μέχρι το σχολειό μου, λίγο πριν τ’ αφήσω οριστικά πίσω. Να περπατήσω στο προαύλιο, να ξαπλώσω στα σκαλιά ανάσκελα, όπως τότε που κάναμε τα πρώτα μας απαγορευμένα τσιγάρα και ξεφυσούσαμε προς τον ουρανό για να μπλεχτεί ο καπνός μας με τα σύννεφα. Να κοιτάξω μέσα από το παράθυρο προς την αίθουσα Γ3 και να εντοπίσω το θρανίο που καθόμουν. Ακόμα έχει τα γράμματά μου επάνω. Σ ΑΓΑΠΑΩ. Δεν έφυγαν ποτέ από τη θέση τους γιατί η αγάπη ήταν τόσο έντονη που με είχε χαράξει και έτσι θέλησα κι εγώ να χαράξω βαθειά το ξύλο κι έσκαψα με πάθος ακόμα και αυτό το προτελευταίο Α πριν το Ω, γιατί η λέξη έβγαινε από τα βάθη μου και το στόμα άνοιγε καθώς την έλεγα και δεν γούσταρα να την ακούς χωρίς αυτό το επιπλέον Α, μήπως και εκλάβεις την αγάπη ως κοφτή, σύντομη, αγάπη συνηρημένη. Είδα τα ραντεβού μας, τα γρήγορα φιλιά με γεύση από μαστίχα, τα ραβασάκια με τα πολλά θαυμαστικά, τις ταχυπαλμίες του έρωτος, τα μεγάλα, στομφώδη λόγια. Για πάντα. Αργοπεθαίνω για ‘σένα. Τη ζωή μου όλη. Θα χαθώ. Πήγα κι έκατσα κάτω από την μπασκέτα. Στο σημείο εκείνο ακριβώς όπου για άπειρα απογεύματα άφηνα ιδρώτα και όνειρα και θριάμβους χωρίς μετάλλια. Να, ακόμα βλέπω τον πατέρα μου να έρχεται και να μου διακόπτει το παιχνίδι και να με κοιτά με μάτια που μιλούσαν από χαρά και να μου ανακοινώνει ότι τα αποτελέσματα βγήκαν και ότι θα διαβώ το Πανεπιστήμιο. Ότι πρόκειται να γίνω φοιτητής. Τρίποντο, ρε κουφάλες!
Και γίναμε ουρές από νιάτα στην αναμονή του κόσμου για το αύριο. Κάθησα για μια ακόμη φορά έξω από αυτό το ίδιο τζάμι του Λυκείου, κοιτώντας ξανά και ξανά τις αναρτημένες βαθμολογίες και τις πόλεις για τις οποίες θα τραβήξουμε. Άλλος για Χίο, άλλος για Μυτιλήνη, άλλος για Αθήνα, Κομοτηνή και Λάρισα. Η Ελλάδα όλη με την ένδειξη ΑΕΙ, ΤΕΙ. Μια χώρα μοιρασμένη σε διάσκορπα μέρη του κρυμμένου θησαυρού της γνώσης. Κι αποκτάς όνειρα φλογερά, βλέπεις εικόνες του μέλλοντός σου να σε κατακλύζουν, όπως ο ταξιδιώτης που πρόκειται να επισκεφτεί χώρες καινούργιες, άγνωστες. Κι ανυπομονείς να ζήσεις τα χρόνια τα φοιτητικά, να δεις επιτέλους τους κόπους σου να ανταμείβονται, να πάρεις πίσω τις κλεμμένες ώρες του δημιουργικού σου χρόνου, να ψηλαφίσεις την αυτονομία σου, να γίνεις της ζωής ο πρώτος μαθητής. Να κάνεις φιλίες νέες, να ερωτευτείς ξανά απ’ την αρχή και να απογοητευτείς πάλι, να νιώσεις την ωρίμανσή σου, ενώ θα ρυτιδιάζεις πάνω στη μάχη για αξίες και ιδανικά που ξεπερνάνε τα βιβλία, τους καθηγητές και που φτάνουν μέχρι τον τελευταίο κάτοικο τούτου του κόσμου. Έλα ρε, πας Κρήτη; Μη χαθούμε ρε φιλάρα! Να μου λες πώς τα περνάς. Ο αδερφός μου φεύγει για Γιάννενα, ναι, άσε η οικογένεια ξενιτεύτηκε μέσα σε μια στιγμή. Θα μείνουνε οι γέροι μόνοι τους, μετά από καιρό. Από τότε που ήταν μαζί πριν να να μας γεννήσουν. Ναι, τώρα, που νιώθουμε ότι γεννηθήκαμε ξανά. Σαν από σύμπτωση.
Το λεωφορείο ήρθε δίχως καθυστέρηση. Ανέβηκα τα σκαλιά ξέροντας πως θα λείψω για κάμποσο, μέχρι να δώ το χωριό μου πάλι. Έδωσα και πήρα τις τελευταίες σφιχτές αγκαλιές και κάθησα πλάι στο παράθυρο, για να βλέπω τις εικόνες να περνούν στου ταξιδιού τις ώρες. Είδα τη μάνα μου να χτυπιέται από συγκίνηση και να με αποχαιρετά με πόνο τοκετού. Μην κάνεις έτσι, θα έρχομαι συχνά, για καλό φεύγω, για να γυρίσω άνθρωπος άλλος, καλύτερος. Μη μου φοβάσαι για τα λεφτά και για τη φτώχεια, πάντοτε μ’ αυτήν παλεύαμε εξάλλου, τώρα θα λυγίσουμε που θα ‘χουμε τον πλούτο της μόρφωσης; Θα ψάξω και θα βρω δουλειά, θα κάνω το γκαρσόνι, τα χαράματα θα κουβαλάω καφάσια στις λαΐκές, χαλιά θα φορτώσω σε φορτηγά μεγαλεμπόρων, το χαρτζιλίκι μου θα το ‘χω, μη μου σκοτίζεσαι. Κι αν ζοριστώ, μην αγχωθείς και ξαγρυπνήσεις. Θα ‘ναι εκεί κοντά η δωρεάν Παιδεία που θα με περιθάλψει, σαν μάνα δεύτερη, τίποτα να μη μου λείψει. Θα έχω παντού εκπτώσεις, ένα πιάτο φαΐ, κι ένα πάσο να επιδεικνύω. Ναι, μια ταυτότητα ειδική, της ακαδημαϊκής μου ιθαγένειας. Και σπίτι θα βρω, εκεί πέρα έχουνε φτιάξει διαμερίσματα μεγάλα, πεντάρια, να χωράνε σπουδαστές πολλούς, για να μοιράζονται το ‘νοίκι. Κι άμα δούμε ότι δεν βγαίνουμε, δεν θα βάλουμε πετρέλαιο στην τελική, για όλα έχω λύσεις, σου λέω. Με τέτοια φλόγα που καίει εντός μου, μάνα, θα μείνω έτσι ζεστός για όλους τους επόμενους χειμώνες. 56 ευρώ το εισιτήριο. Τα ρέστα σας. Πάσο.
Ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία. Έλα ρε, πάλι την έχεις δει ιστορία και ροκάς και ακούς ψαγμένα πράγματα; Λοιπόν, μάγκες, ξηγηθείτε κανένα δανεικό γιατί είμαι ταπί και ψύχραιμος. Και που ‘στε, λέω να αράξουμε μέσα απόψε γιατί έχει βάλει και ψοφόκρυο. Έχω δει έξω στο μπαλκόνι έναν παλιό θερμοσίφωνα. Θα τον κόψουμε στη μέση και θα τον κάνουμε μαγκάλι αυτοσχέδιο. Θα κάψουμε μερικά ξύλα και θα αφήσουμε τα κάρβουνα να σιγοκαίνε τη νύχτα, θα δείτε, μια χαρά θα ζεσταθούμε. Θα βάλουμε και μουσικούλα και θα περιμένουμε πιο μετά τα κορίτσια να έρθουν και να έχουμε φτιάξει ατμόσφαιρα! Έτσι, να ξαπλώσουμε λιγάκι, γιατί νιώθω κάπως κουρασμένος τις τελευταίες ημέρες. Σχολή, δουλειά, δουλειά, σχολή, σαν κάπως να παρέδωσα πνεύμα. Αυτό το καθημερινό ξύπνημα στις 5 το πρωί για τη λαϊκή με έχει σακατέψει. Ναι, σου λέω. Μην ανησυχείς. Για λίγο μόνο, θα κλείσω τα μάτια μου, έτσι να πάρω έναν υπνάκο. Μη με δουλεύετε ρε, αφού και εσείς είστε νυσταγμένοι, σας πήρα χαμπάρι. Ωραία, ας κοιμηθούμε όλοι έτσι, σαν μικρά, αγαπημένα αδελφάκια. Να δούμε όνειρα που τουρτουρίζουν. Να ονειρευτούμε την αγάπη, έτσι όπως τα όνειρα γίνονται καπνός από κάρβουνο. Να δούμε τότε που κατηφορίζαμε τις θάλασσες παρέα και τα νησιά μάς χαιρετούσαν μεθυσμένα, μας τραγουδούσανε πουλιά παραδεισένια…
Ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία…

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Κλέφτες κι Αστυνόμοι...

Πανος Μουχτερος, Τα κακως κειμενα...
"Έλα να παίξουμε"
Είδαν πολλά τα μάτια μου. Βλέπεις, κοντεύω είκοσι χρόνια εδώ μέσα. Από την πρώτη στιγμή που με φέρανε, αντιλήφθηκα ότι θα έχω άπλετο χρόνο για να παρατηρώ τα άτομα και τις εκφράσεις τους. Ανέκαθεν μού άρεσε εξάλλου να εστιάζω στις ιδιαίτερες, αυθόρμητες μικρές στιγμές των άλλων, ειδικά όταν προσπαθούν να κρυφτούν αλλά δεν ξέρουν ότι εσύ τούς παρακολουθείς πίσω από διπλούς καθρέφτες. Όταν δαγκώνουνε τα χείλη τους, όταν γδέρνουν τα μάγουλά τους, όταν το βλέμμα τους χάνεται, προσπαθώντας απελπισμένα να βρει κατάληξη σ’ ένα τυχαίο αντικείμενο στο χώρο. Δυσκολευόμουν να παραδεχτώ ότι είναι κάπως αδιάκριτη αυτή μου η συνήθεια αλλά είχα πάντα την ανάγκη να δω τι στ’ αλήθεια κρύβεται πίσω από τις αλήθειες και τα ψέμματα. Λένε ότι όλοι μας φοράμε το κατάλληλο πρόσωπο ανάλογα με το σανίδι που θα περπατήσουμε και τη στολή που θα μας βάλουν. Ότι υιοθετούμε ρόλους, ιδιότητες κι ότι συμπεριφερόμαστε ανάλογα με το πώς μας συμπεριφέρονται. Και, δεν είναι λίγες οι φορές που υπερασπίζεσαι εκείνη την άποψη που λίγο καιρό πριν κατηγορούσες με μανία. Άλλες φορές πάλι, μπερδεύεσαι και δεν ξέρεις πώς να συμβιβάσεις τ’ ασυμβίβαστα και να υπερβείς τα συμβιβασμένα. Πώς να ξεχωρίσεις τους αθώους απ’ τους ενόχους. Τα θύματα απ’ τους θύτες. Τους ανθρώπους απ’ τους ανθρώπους.
Είδα εκείνον το χαρακτηριστικό ιδρώτα ανάμεσα σε χέρια που ξεγλιστρούσαν μέσα από άλλα χέρια, καθώς οι χειροπέδες ασφάλιζαν και σφίγγαν τους καρπούς μιας ζωής που πλέον ήταν υπό τον έλεγχο του Κράτους. Τις διογκωμένες φλέβες σε λαιμούς που ούρλιαζαν για το δίκαιο και για το άδικο, τα κεφάλια που τα ‘σπρώχναν μέσα σε περιπολικά και την κραυγή της μάνας, καθώς έσβηνε μέσα στις σειρήνες. Παιδί μου! Συχνά νόμιζα πώς το ‘λεγε σ’ εμένα και έκανα ν’ απαντήσω, να φωνάξω “σταματήστε, γυρίστε το χρόνο πίσω”. Και δεν μπορώ να ξεχάσω τις γρήγορες, λαχανιασμένες ανάσες και τον καπνό που αμήχανα έκανε κύκλους γύρω από τζούρες βιαστικές κι από πακέτα δανεικά, σημειωμένα με τηλέφωνα δικηγόρων. Για έναν περίεργο λόγο, πάντα χαιρόμουν να μου κάνουν τράκα εκείνες τις στιγμές, δεν ξέρω, ένιωθα λες και προσέφερα εγώ το τελευταίο τσιγάρο σ’ εκείνους που δεν πρόκειται ποτέ ξανά να ρουφήξουν τον καθαρό αέρα της ελευθερίας. Ήταν πολλές οι στιγμές εκείνες που έμπλεκα το σαδισμό με τη λύπηση και τη συμπόνοια. Τις περισσότερες φορές δεν το έλεγχα, ήταν σχεδόν ενστικτώδες, σαν απότομη φάπα σε σβέρκο, μετά μετάνιωνα πάλι, έλεγα μέσα μου ότι δεν θα ξεφύγω ποτέ και δεν θα ξαναδώσω προθεσμία στον εαυτό μου ν΄ απολογηθεί για την κατάχρηση της εξουσίας. Κι ας ήξερα ότι, τελικά, δεν επρόκειτο να κατηγορηθώ ποτέ.
Είδα παιδαρέλια να κάνουν τους μάγκες και να μας φτύνουν με τσαμπουκά και τσαγανό και θράσος αλλά και ισχυρούς μεγαλοπαράγοντες του υποκόσμου να κλαίνε και να τρέμουν σαν τα παιδαρέλια. Αντίκρισα ληστές με μπλούζες τρύπιες, που ‘χαν για όπλο τόξα, κάνοντας ντου σε κτήρια πολύχρωμα και σε ράφια γεμάτα από αράδες γάλατα και ψωμιά, και που, φεύγοντας, τα πετάγανε ψηλά στον ουρανό, φαγητό να στάξει στα ανοιχτά στόματα των πεινασμένων. Περιεργάστηκα καλοντυμένους γραβατάδες με μανικετόκουμπα ακριβά κι αλυσίδες χρυσές μέσα στις τρίχες του ιδρωμένου τους στέρνου που κόντευαν να σπάσουν από το πάχος και την αναισθησία. Τι κι αν έκλεβαν μια ζωή τον κόπο του κοσμάκη, τι κι αν έτρωγαν με τα σαράντα στόματά τους, ετούτοι εδώ κουβάλαγαν διακρίσεις κι επιβραβεύσεις για την εξέλιξη της απατεωνιάς τους. Κι ακόμα κι εδώ μέσα έχουνε τα μέσα για να εξασκούνε τις αδηφάγες μασέλες τους, αναμασώντας σολομούς, μια ευγενική προσφορά της Πολιτείας. Κρίμα για ‘κείνους τους μεροκαματιάρηδες που μπουζουριάστηκαν από υπερβάλλοντα ζήλο για την αξιοπρέπειά τους. Προχτές φέρανε και μερικούς άστεγους να χαίρονται που πλέον θα ΄χουνε στέγη κι ένα πιάτο φαΐ. Τους ‘βάλαν μαζί με εκείνον τον τύπο που πρώτα ρωτάει πόσο πάει η μετοχή της Eurobank και μετά τί θα φάμε σήμερα. Ένας κόσμος υπανάπτυκτος στο ίδιο κελί με τα καθίκια της ανάπτυξης.
Είδα ξύλο, πολύ ξύλο, προς όλες τις κατευθύνσεις, εξεγέρσεις ανάμεσα στους κρατούμενους, κλωτσιές που με φόρα κατέληγαν πάνω σε πόρτες και σε αλύγιστα κάγκελα, δίπλα σε κεφάλια που ‘σκάγαν πάνω στους τοίχους τής απελπισίας, κορμιά που κρέμονταν σε σωλήνες από καλοριφέρ, κλειδιά που ‘γίναν ξυράφια για να απονείμουν δικαιοσύνη μια ώρα αρχύτερα.  Αίμα και μελανιές σε μια μαυροκόκκινη καλλιτεχνία βίας. Μα το χειρότερο είναι ότι τις περισσότερες φορές έμενα να παρατηρώ τα βασανιστήρια κι ήταν αυτό το μεγαλύτερο βασανιστήριό μου. Που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Που καμιά φορά με έπιανα να απολαμβάνω το θέαμα, λες κι ήταν ταινία τρόμου επιτυχημένη. Αποτελείωσέ τον. Ακόμα πετάγομαι τις νύχτες κι ακούω εκείνα τα πνιχτά κλάματα πίσω από την κουκούλα κι αισθάνομαι εκείνη τη μυρωδιά από ιδρώτα κι εκείνα τα θεόρατα πρησμένα μάτια να με κοιτάνε κατάματα και να στάζουν αίμα πάνω στα δικά μου και νιώθω ότι δεν δακρύζω πια αλλά ματώνω από τα μάτια και το αίμα να έχει τη γεύση της ενοχής. Μην κλαις, ρε πούστη! Ομολόγα, θα σε κάνουμε σαπούνι, ρε άπλυτε! Ζήτω η αναρχία, κουφάλες! Τρέλα άναρχη. Χωρίς τέλος κι αρχή.
Είδα μια κοινωνία εκεί έξω να κονταροχτυπιέται, προσπαθώντας να καθορίσει την έννοια του μέτρου. Να πει πόσες γροθιές επιτρέπονται στη σύγχρονη Δημοκρατία των δικαιωμάτων. Να παλεύει να βρει απάντηση στο πώς ζωντανέψαν ξαφνικά τα φαντάσματα εποχών μακρινών, μεσαιωνικών. Είδα ορδές κοινών, κάποτε φιλήσυχων πολιτών να κουβαλάνε γκλοπ και καδρόνια και πιστόλια για να πάρουν αυτοί οι ίδιοι το νόμο στα χέρια τους. Και λίγες έφαγαν, ο καθένας από εμάς θα τους σάπιζε, τι θέλουμε πλέον δηλαδή, η Αστυνομία να σερβίρει καφέ στους τρομοκράτες; Τα κωλόπαιδα, τα κακομαθημένα παράσιτα των βορείων προαστίων. Μα, είδαν το φίλο τους να πέφτει νεκρός από σφαίρες μπάτσου. Εκεί άλλαξαν όλα, εκείνη η σφαίρα σκότωσε τα όνειρά τους, τα όνειρά μας, εκεί φτιάχτηκαν οι κατήφοροι για να κυλάμε σήμερα όλοι παρέα προς τα κάτω συνεχώς. Είδα μερικούς περίεργους τύπους να φοράνε τη δική μας φορεσιά και να ενώνονται με εμάς, ως εθελοντές στην υπηρεσία του τρόμου. Είδα κι εμένα, εικοσάχρονο, μέσα σε μια σχολή, εσώκλειστος, να διδάσκομαι τι σημαίνει ασφάλεια και προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας και Σύνταγμα και ανθρώπινη αξιοπρέπεια και πάταξη του εγκλήματος. Να ορκίζομαι πίστη κι αφοσίωση στην πατρίδα. Να γιορτάζω και να τραγουδάω με φίλους. Και ‘συ, λαέ, βασανισμένε.
Μην ξεχνάς το φασισμό.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Εφιάλτες χωρίς αναστολή...

Ήταν ωραία εκεί έξω.
Πάλι νύχτωσε απότομα. Το καταλαβαίνεις από τον κρότο που κάνει η σιδερένια πόρτα καθώς κλείνει, και που κάθε φορά θυμίζει τον ήχο καμπάνας, μια Κυριακή, λίγο πριν κάποια κηδεία. Το καταλαβαίνεις από τον αντίλαλο που εξαπλώνεται και τελικά χάνεται στον τεράστιο, ατέλειωτο διάδρομο. Εκεί που εξαντλείται η ζωή σου όλη και ξεκινά πάλι απ’ την αρχή. Στο φαύλο κύκλο που διαγράφουν οι αναμνήσεις σου, τα όνειρα τ’ ανεκπλήρωτα, τα λάθη και τα πάθη που δεν μπόρεσες να αποφύγεις γιατί ήθελες να αρπάζεις την κάθε ημέρα από το λαιμό, να τη σφιχταγκαλιάζεις, δίνοντάς της τα πιο έντονα φιλιά. Και δεν ξέρεις αν ονειρεύτηκες τη ζωή ή έζησες το όνειρο, καθώς μπερδεύεσαι μέσα στα θολά τα ξημερώματα, και στριφογυρνάς ξεσκέπαστος στο μονό σου το κρεβάτι σε στάση εμβρύου. Και λες ότι τώρα θα ξυπνήσεις και θα είναι όλα όπως πριν αλλά τελικά η φυλακή έχει μεγαλώσει, έχει βάλει κάγκελα γύρω από το κεφάλι σου και πλέον φρουρείται το μυαλό σου το ίδιο. Φυλακή. Την έβλεπες μόνο σε εφιάλτες που κοιμόντουσαν μαζί σου. Τώρα ο εφιάλτης ζωντάνεψε και εδώ ξύπνημα με ανακούφιση πια δεν έχει.
Καλημέρα. Όσο κι αν αυτή η λέξη περιέχει αισιοδοξία για την απαρχή μιας νέας ημέρας, μου κάθεται στο λαιμό όταν τη λένε εδώ μέσα. Είναι γιατί πεθύμησα τις καλημέρες των παιδιών μας που έτρεχαν με τη γοητευτική άγνοια κινδύνου κι έπεφταν πάνω μου και γινόμασταν όλοι ένα κουβάρι ευτυχίας. Είναι γιατί μου λείπει η καλημέρα των ματιών σου έτσι όπως διαπεραστικά με καλωσόριζαν τα πρωινά στη βεράντα του σπιτιού μας. Τότε που μου έδινες πορτοκάλι και ελληνικό καφέ και ήλιο και αγκαλιές και τα χείλη σου που είχαν τη μυρωδιά των πρώτων ημερών της Άνοιξης. Πόσο γρήγορα ξεπαγιάσαμε. Λες και οι εποχές εδώ διαφοροποιούνται, αντιστρέφονται, λες και κάνει κρύο τα καλοκαίρια και καύσωνα τους χειμώνες.Τελικά το αγαθό της ελευθερίας περιέχει πολύ περισσότερα πράγματα από όλα όσα διατυπώνουν οι θεωρητικές αναζητήσεις περί του εγκλεισμού και του σωφρονισμού και του παραδειγματισμού. Η ελευθερία περιέχει άπειρες μικρές καθημερινές λεπτομέρειες που τονίζουν τη ζωή σου. Είναι σαν το χαμόγελο το αινιγματικό σε έναν πίνακα ζωγραφικής, είναι σαν την ίδια αυτή την υπογραφή του ζωγράφου που δίνει ταυτότητα στον πίνακα.
Πλέον, υπογράφουν άλλοι για τη ζωή μου αυτή, καθορίζοντας εκείνοι τις μικρές της λεπτομέρειες. Φύλακες, διευθυντές, ειδικοί επιστήμονες, πρόεδροι, δήμαρχοι και βουλευτές, δημοσιογράφοι έρχονται και ξανάρχονται και θέλουν να μας ακούσουν και να τους πούμε για τις ιδέες μας και για ποιο λόγο μπήκε ο καθένας μας στη στενή και μας καλούν να γίνουμε οι Πρωταγωνιστές. Να πούμε για τα χαβιάρια, για τους VIP κρατούμενους, για τις πισίνες και τα πάρε δώσε με τους φρουρούς, για την αστική διαστρωμάτωση των ανθρώπων μέσα στη φυλακή, για τις πρέζες που εξαπλώνονται, για τα κελιά με τους στοιβαγμένους τους ανθρώπους, για το αν έχουμε μετανοιώσει για τις πράξεις μας και αν αναγνωρίζουμε ότι πρέπει να πληρώσουμε για τα λάθη μας, για το αν έχουμε αφήσει οικογένειες, έρωτες, πατεράδες και μανάδες εκεί έξω, να μιλήσουμε για την ενοχή και την αθωότητα, για την ελευθερία και τη φυλάκιση, για τη βία, τη σωματική, την εγκεφαλική, την οικονομική, την κρατική, την ανωτέρα βία. Τη βία με την οποία μας κλείνουν την πόρτα κάθε βράδυ. Διαφημίσεις. Mega mou.
Είναι κάποιες τέτοιες στιγμές που δεν τα αντέχεις όλα αυτά, δεν αντέχεις τους συγκρατούμενούς σου, δεν αντέχεις τον εαυτό σου και κυρίως τον πιο βάναυσο φύλακα απ’ όλους τους φύλακες εδώ μέσα. Τη συνείδησή σου. Και θες να ουρλιάξεις, να σκίσεις τα ρούχα σου, να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, να καρφώσεις τα μάτια σου στα κάγκελα, αλλά μεζεύεσαι πάλι στο κλουβί σου σαν πουλάκι πληγωμένο και ξεσπάς σε κλάματα, κλαις συνέχεια, μέχρι που σου γίνεται συνήθεια και πλέον, ακόμα κι αν χαμογελάς, εσύ εξακολουθείς να κλαις. Κλητήρια θεσπίσματα, κατηγορητήρια, καταθέσεις, μπλέκονται στα πόδια σου καθώς παραπατάς ανάμεσα σε στάχτες και φράσεις σε τατουάζ και μέρες όρθιες που διαγράφονται στους σάπιους τοίχους. Μου λες ότι έβαλες τη δικογραφία σου κάτω από το μαξιλάρι, για γούρι, έτσι, για να έχεις για προσκεφάλι τη Δικαιοσύνη. Θα τα καταφέρουμε στο Εφετείο, θα πειστεί ο Εισαγγελέας ότι δεν είχα δόλο και δεν πλήρωσα τους φόρους μου γιατί προτίμησα να ταΐσω τα παιδιά μου, ότι αντί για Φόρο Προστιθέμενης Αξίας διάβαζα Φαγητό Πάλι Αύριο. Ένοχος όπως κατηγορείται.
Τελευταία οι παραισθήσεις εξαπλώθηκαν κι έφτασαν μέχρι τα αυτιά μου. Ήχοι ανύπαρκτοι, φράσεις θολές, που με αναστατώνουν, που τελικά τις ακούω μονάχα εγώ. “Αγάπη μου, σε περιμένω στο σπίτι μετά τη δουλειά”, “έλα, τι έγινε ρε παιδιά, αυτόφωρο, για ποιο πράγμα ρε παιδιά”, “απολύσανε τη γυναίκα μου, κυρ Αστυνόμε, εντάξει δεν πλήρωσα, είμαι φοροοφειλέτης”, “μπαμπά μου που είσαι;”, “αλλά δείξτε λιγάκι ανθρωπιά”, “άνθρωποι είστε ή μήπως είστε όλοι μερικά καλοντυμένα καθίκια;”, “μπαμπάκα μου;” “μη βαράτε ρε, εντάξει βράζει η ψυχή μου ρε, δεν το καταλαβαίνετε, εν βρασμώ ζωής ρε, μου τη βράσατε τη ρημάδα τη ζωή μου”, “τι θα πει χωρίς αναστολή, τι θα πει περιμένουμε την κλούβα, τι θα πει άλλαξανε οι Νόμοι και οι παρανόμοι;”, “μπαμπά δεν θα παίξουμε σήμερα;”. Σιγή. Στο βάθος ακούγεται η τηλεόραση της Φυλακής. Κάποιος ξέχασε να ρυθμίσει την ένταση και βγάζει ειδήσεις παραμορφωμένες. Καλεσμένος απόψε ο Υπουργός Οικονομικών. Αντίλαλοι. ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΕΤΣΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΘΑ ΜΠΑΙΝΕΙ ΦΥΛΑΚΗ. ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗ. ΤΕΛΕΙΩΣΑΝΕ ΤΑ ΨΕΜΜΑΤΑ. ΩΡΑ ΓΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ. Διαφημίσεις.
Αλήθεια mou.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Δεν ταιριάζετε, σου λέω…

Τα κακως κειμενα...
Image Ντάξει, κοματάρα
Έλα, κάτσε λιγάκι μαζί μου εδώ. Θέλω να μου πεις για το χρόνο που έφυγε, ναι, να κάνουμε, να δεις πως το λένε, «ανασκόπηση». Να μιλήσουμε για γεγονότα, για φράσεις, για στιγμές που δεν θα ξεχάσεις, που σε προβλημάτισαν περισσότερο τη χρονιά που πλέον αποκαλούμε «περασμένη». Έλα, δεν θα πάρει ώρα, θα μείνουμε εδώ στη βεράντα, καθιστοί, με θέα την πόλη να απλώνεται κάτω από τα πόδια μας, ενώ θα μας ζεσταίνει το νέφος τής αιθανόλης που βγαίνει από τις καμινάδες των πολυκατοικιών. Ξέρεις, το ονόμασαν «σύννεφο της φτώχειας» γιατί, λέει, μας γύρισε στην Ελλάδα του 1950. Ακόμα κι ο Άη Βασίλης μαύρισε στην προσπάθειά του να μπει στα σπίτια φέτος. Κι αντί για δώρα, άφησε νοβοπάν και ξύλα βαμμένα με λαδομπογιά, ν’ αρπάζουν γρήγορα. Ξέρω, δεν πήρες πρέφα τίποτα.
Δεν μπορεί όμως, θα πήρες χαμπάρι ότι πληθύνανε τα χαρτόκουτα του Βερόπουλου που γίναν σπίτια για τους κάποτε αξιοπρεπείς οικογενειάρχες. Ναι, αυτούς τους περίεργους μουσάτους και άπλυτους τύπους που βλέπεις να κουβαλάνε το σπίτι τους στην πλάτη, σαν χελώνες, από νύχτα σε νύχτα και σε νέα γειτονιά. Ναι, έχουν μαζευτεί πολλοί εκεί κοντά στα νυχτομάγαζα που συχνάζεις, τους έχεις προσπεράσει τελευταία, πηδώντας από πάνω τους, σαν την υγρασία που τους σκεπάζει, καθώς το σκοτάδι βυθίζει σε όνειρα τα μυαλά τους, όνειρα για τη ζωή τους την παλιά. Και μπερδεύεσαι, ανακατεύεσαι, δεν ξέρεις τι να νιώσεις για όλους αυτούς τους κακομοίρηδες. Οίκτο, ελεημοσύνη, συμπάθεια, αηδία ή ευχάριστη αναστάτωση, καθώς τα μεσημέρια κεφάτη γυρνάς απ’ του Βερόπουλου.
Δεν θες να χαλιέσαι, το ξέρω, επιζητάς πιο «ανεβαστικά» πράγματα, να μην επηρεάζεται ποτέ η κεφάτη διάθεσή σου. Κατά βάθος σε ζαλίζουν όλες αυτές οι «εξελίξεις» και οι «συζητήσεις» για την οικονομία, το κράτος, τα μνημόνια, τη χώρα, τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, για τα αβγά και τις κότες. Α, ξέχασα, μπορεί και να παρατήρησες ότι ο λαός αυτός πριν μερικούς μήνες, πάνω ακριβώς στην κορύφωση του έτους που έφυγε, σαν κάπως να ζορίστηκε. Ναι, όπως σφίγγεται η κότα πριν να κάνει το αβγό. Κότεψε, που λέτε κι εσείς στη νυχτερινή τη διάλεκτό σας. Και έτσι, όπως ζοριζόταν, έκανε ωραία, πετυχημένα, χρυσά αβγά. Και εσύ ακόμα αμφιταλαντεύεσαι και δεν ξέρεις αν είσαι με τ’ αβγά ή τις κότες.
Έλα, αφού τις προάλλες μου είπες ότι κι εσύ τα γουστάρεις ακόμα και κλούβια. Μετά μην απορείς για τα τόσα ξυρισμένα κεφάλια που μαζεύτηκαν μέσα σε όλα τα στενά. Λες και γεμίσανε ξαφνικά ψείρες και όλοι τους αρπάξανε την ψιλή για να γλυτώσουν. Ίσως και να ήταν οι ψείρες της δημοκρατίας, είπε κάποιος, έτσι που μίκρυνε η δημοκρατία σε τούτο τον τόπο, άσε δε που σαν ενοχλητικό φαινόμενο προκαλεί φαγούρα και πρέπει να ξύνεις διαρκώς το κεφάλι σου, ενίοτε και τον κώλο σου. Ναι, τότε πια έχουμε αλλοίωση του χαρακτήρα του πολιτεύματος, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στη λεγόμενη δημοκρατία του κώλου. Σαν κι αυτή που βιώσαμε επανειλημμένως τη χρονιά που πέρασε.
Σταμάτα πια μ’ αυτό το έξυπνο το κινητό σου. Τι; Βλέπεις τα βίντεο με τα περισσότερα ελληνικά κλικ για το 2012; Σ’ έχει συγκινήσει αυτή η απρόσμενη επιτυχία του φτωχόπαιδου με το επίθετο που βγαίνει από το όνομά του. Παντελής Παντελίδης. Δέκα εκατομμύρια προβολές έχουν τα σουξέ του. Μια Ελλάδα ολόκληρη επικέντρωσε την προσοχή της, τούτες τις κρίσιμες για το Έθνος ώρες, στο σαγηνευτικό ήχο που προκαλεί η γυμνή πατούσα του καλλιτέχνη στο κρύο πλακάκι του δωματίου του, καθώς δίνει το ρυθμό του εθνικού ξεφαντώματος. Μπορεί να χάθηκες κι εσύ μέσα στην αμορφωσιά, μπορεί η χώρα σου να γέμισε μ’ αβγά, μπορεί να νιώθεις ασφαλής μαζί τους, μα σε ρωτάω εσύ καθορίζεις τη ζωή σου; Δεν χαμπαριάζετε, σου λέω.
Τόσο αντικειμενικά στο λέω.

Ροη αρθρων