Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Στην πυρά!

του Κωνσταντινου Πουλη...
Θα πρέπει να διατηρήσει τη θέση της η διευθύντρια Κέντρου Υγείας που εδώ και έναν χρόνο δεν έχει πατήσει στη δουλειά της; Ο καθηγητής που φωτογραφίζει με το κινητό του μαθήτριες στα αποδυτήρια ή που συνομιλεί μαζί τους στο διαδίκτυο, λέγοντας πως είναι καλογυμνασμένος και στέλνει «πονηρά φιλάκια»; Ο υπάλληλος που πλαστογράφησε το πτυχίο με το οποίο προσελήφθη; Η λίστα συμπληρώνεται κατά βούληση, με τα απωθημένα όλων μας απέναντι στο σαδιστικό ελληνικό δημόσιο: πολεοδομία, δήμοι, δήμιοι, ό,τι τραβάει η όρεξή μας, και κυρίως ό,τι μας έχει ταλαιπωρήσει περισσότερο. Σε αυτά τα αισθήματα βασίζεται, πολύ εύλογα, ο λόγος που αρθρώνεται αυτή την περίοδο εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων, αναπαράγοντας όλα τα αρνητικά στερεότυπα, άλλοτε περί τεμπελιάς, στην προκειμένη περίπτωση περί ανηθικότητας.
Ας δούμε τη δομή του επιχειρήματος. Θέλεις να στραφείς εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων, γιατί ο ιδεολογικά δηλωμένος στόχος σου είναι «λιγότερο δημόσιο», τουτέστιν περισσότερο πρώην δημόσιο στα χέρια των φίλων σου με τη διαδικασία της πώλησης σε τιμή ευκαιρίας. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα επιλέξεις τους δημοσίους υπαλλήλους γενικώς, αλλά  κάποιους που μπορούν να εμφανιστούν ως τέρατα. Όπως σε μια συζήτηση για τη θανατική ποινή, ο υπέρμαχος δεν θα αναφερθεί στην ομοφυλοφιλία, τη ληστεία τραπέζης ή την αεροπειρατεία και την προδοσία, που τιμωρούνται με θάνατο στο Ιράν, τη Σαουδική Αραβία και κάποιες πολιτείες των ΗΠΑ, αλλά σε φονιάδες. Θα παίξει το ισχυρό του χαρτί. Με το ίδιο σκεπτικό, οι επίορκοι γίνονται η σημαία με την οποία στη συνέχεια κάποιος θα απολυθεί γιατί μίλησε στους αστυνομικούς που κακοποιούν έναν μετανάστη και εκείνοι αδίστακτα τον κατηγόρησαν για απλή συνέργεια σε ληστεία (περίπτωση Καπετανόπουλου) ή πιο απλά θα αμβλυνθούν τα αντανακλαστικά της κοινωνίας απέναντι στις απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, αφού προηγηθεί η εκστρατεία της κατασυκοφάντησης.
Η αναφορά στους επίορκους έχει το προτέρημα της ευλογοφάνειας: «ποιος θέλει να κρατήσει τη δουλειά του αυτός που…;» Να σας πω: αυτός που καταλαβαίνει ότι δικαιοσύνη δεν σημαίνει μόνο να βρίσκουμε τον κοπανατζή του δημοσίου. Αυτό είναι στοιχειώδες. Δεν υφίσταται ζήτημα, ως προς το αν θα πρέπει να τιμωρηθούν οι επίορκοι. Θα πρέπει. Όμως όταν η ατιμωρησία των κομματικών στελεχών συμβαδίζει με την προπαγάνδα που προωθεί τις απολύσεις φέρνοντας στο προσκήνιο τους υπαλλήλους-τέρατα, καταλαβαίνουμε ότι άλλο είναι το ζητούμενο, όχι η δικαιοσύνη. Η επιδίωξη μιας τέτοιας συζήτησης είναι να παρουσιάσει ένα δίκαιο χωρίς πολιτική, πως απλώς πληρώνουν αυτοί που φταίνε. Στην πραγματικότητα, ο φόβος όλων μας είναι ότι εννοείται ακριβώς το αντίθετο.

Χάρη στο μεσαιωνικό κυνήγι μαγισσών, μαθαίνουμε από τα πρακτικά μιας ανάκρισης το 1233 πως ο αιρετικός άγγιζε με τα οπίσθιά του την Αγία Τράπεζα και οι μάγισσες κατέφθαναν στις τελετές πετώντας πάνω σε σκουπόξυλα ή στις ράχες τράγων. Ο Επιφάνιος Σαλαμίνιος καταγράφει το 400μ.Χ. τα βασικά στοιχεία των αιρέσεων, δηλ. τη δολοφονία και τελετουργική καταβρόχθιση παιδιών, ενώ ο Αυγουστίνος ερμήνευε τις αιρέσεις ως κώδικα συνεννόησης με τους δαίμονες. Αυτό που διαπιστώνει η ιστορική έρευνα (βλ. Γκ. Σβέρχοφ, Η ιερά εξέταση, εκδ. Εστία) για το κυνήγι μαγισσών είναι ότι υπήρξε μηχανισμός οριοθέτησης του χριστιανισμού έναντι των αλλόδοξων πρακτικών και αντιμετώπισης κοινωνικών εντάσεων. Δεν ωφελεί σε αυτό το πλαίσιο να μας ρωτά κανείς αν είμαστε υπέρ ή κατά της παιδοφαγίας.

Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, στο ένθετο του ThePressProject.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Τα όρνια...

του Κωνσταντινου Πουλη...

Η κρίση της Αθήνας είναι εδώ σχεδόν από την επόμενη ημέρα της τελετής λήξης των Παραολυμπιακών Αγώνων του 2004. Δεν ήταν απλά η μεταολυμπιακή μελαγχολία, αλλά η ασυνείδητη, βαθύτερη επίγνωση ότι είχαμε κατορθώσει αυτόν τον ένα και μοναδικό μήνα να δείξουμε τον καλύτερο μας εαυτό, ενώ από κάτω τα όρνια λυσσομανούσαν.
Δημήτρης Ρηγόπουλος, ιδρυτικό μέλος των Ατενίστας.   
Οι Ατενίστας απεχθάνονται την πολιτική. Η πολιτική μυρίζει μούχλα και παλαιοκομματισμό, ενώ οι Ατενίστας είναι δραστήριοι και φρέσκοι. Δεν ενδιαφέρονται για τα λόγια αλλά για τα έργα. Εκτός όταν μιλούν όσοι φρόντισαν για το δημόσιο προφίλ τους, οι δύο ιδρυτές τους, και εξηγούν ό,τι χρειάζεται προκειμένου να γίνουμε οι καλύτεροι φίλοι: είναι υπέρ των Ολυμπιακών των «χιλιάδων χαμογελαστών εθελοντών του 2004», υπέρ του Mall που είναι «Μεγάλο, λαμπερό, όμορφο. Και παράλληλα τόσο μακριά, αλλά πραγματικά τόσο κοντά», υπέρ του Μνημονίου, που είναι «μια μεγάλη ευκαιρία για να πάει μπροστά η χώρα», υπέρ του Καμίνη, υπέρ της ασφάλειας και της καθαριότητας στην πόλη μας.
Εχθροί τους είναι ο αποτρόπαιος Δεκέμβρης του ’08, «η πιο θεαματική ομολογία αποτυχίας μιας ολόκληρης χώρας και φυσικά μιας ιστορικής πόλης» και οι διαδηλώσεις. Δεν συμφωνώ με το επιχείρημα ότι ο ακτιβισμός αυτού του τύπου είναι κακός διότι «δεν αρκεί».
Και τι αρκεί;
Οι δράσεις στο επίπεδο της γειτονιάς είναι καλές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποκλείουν τη δραστηριοποίηση στο ευρύτερο πολιτικό πεδίο. Οι Ατενίστας όμως είναι προγραμματικά αποφασισμένοι να αποκλείσουν την  πολιτική, γι’ αυτό και είναι τόσο αρεστοί στους δημοσιογράφους που θα μας προτιμούσαν χίλιες φορές να ξεκολλάμε τσίχλες από τα πεζοδρόμια, παρά να διώχνουμε τους τουρίστες δυσφημίζοντας την Αθήνα με διαδηλώσεις.
Αν προσθέσουμε και ότι αυτές οι δράσεις έχουν, ακριβώς επειδή είναι απολιτικές, ως στόχο μόνο το σπίτι μας, και θεωρούν τους μετανάστες ή τους τοξικομανείς που βρέθηκαν εκεί ως κουτσουλιές στην ασβεστωμένη αυλή μας, συμπληρώνεται η εικόνα μιας δράσης που δεν είναι μόνο ενάντια στην πολιτική, είναι ενάντια στο απλό ενδιαφέρον για όποιον δεν μας μοιάζει.
Ο κοινός τόπος λέει ότι θα πρέπει να διαχωρίσουμε την καλή πρόθεση των πολιτών που αυθόρμητα τρέχουν να εργαστούν ανιδιοτελώς, από τις πολιτικές στοχεύσεις (που εξάλλου είναι ωμά διατυπωμένες, δεν είναι και κανένα μυστήριο) των εμπνευστών του εγχειρήματος.
Ίσως όμως να μη χρειάζεται να είμαστε τόσο διακριτικοί απέναντι στους ανθρώπους που ελαφρά τη καρδία εγγράφουν τη δράση τους στο τεφτέρι του Καμίνη και της Γιάννας Αγγελοπούλου, καταγγέλοντας ως εχθρό κάθε πολιτική διεκδίκηση. Την υπογραφή μας και τη δράση μας πρέπει να προσέχουμε πού την τοποθετούμε.

Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, στο ένθετο του ThePressProject.

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Γελάστε τώρα που μπορείτε...

Του Κωνσταντινου Πουλη...
Δεν αμφισβητώ καθόλου το γεγονός ότι η υπόθεση Παπακωνσταντίνου-ΠΑΣΟΚ έχει πλάκα. Η ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ με την οποία διέγραφε τον πρώην υπουργό του και ταυτοχρόνως εγκαλούσε τον ΣΥΡΙΖΑ από τον οποίον απαιτούσε να ζητήσει συγγνώμη, είναι προφανώς μια υψηλή στιγμή της κωμικής μας πολιτικής ιστορίας.
Το ίδιο η δήλωση Λοβέρδου, με την οποία παίρνει κι εκείνος αποστάσεις από τις κυβερνήσεις των μνημονίων, λέγοντας ότι διαφωνούσε έντονα. Περίεργο, δεν φάνηκε καθόλου. Προφανώς σε αυτό το επίπεδο, το «έντονα» θα πει «αρκετά ώστε να μην κλονιστεί η θέση μου».
Ωραία λοιπόν, έστω ότι γελάσαμε, και όπως έλεγε και ένας μεσαιωνικός γελωτοποιός που τον ανακαλύψαμε χάρη στον Ντάριο Φο, «άμα γελάσεις με τα αφεντικά, τους ξεβρακώνεις. Από βουνό που φαντάζουν γίνονται λόφος, βράχος, πέτρα, χαλίκι και στο τέλος τίποτα πια». Υπάρχει όμως μια πικρή λεπτομέρεια σε αυτή την ιστορία, που δεν μπορώ να μην επισημάνω.
Ο Παπακωνσταντίνου ήταν και πέρσι αστείος, το ίδιο και ο Βενιζέλος και το υπόλοιπο παρεάκι. Ξέρετε γιατί δεν γελάγαμε όλοι τότε; Γιατί οι περισσότεροι ήταν απασχολημένοι με άλλες δουλειές, όπως να τους ψηφίζουν. Το σημερινό γέλιο λοιπόν είναι το γέλιο του δούλου που αναθάρρησε γιατί ο αφέντης του σκόνταψε. Όμως, ας μη γελιόμαστε, εδώ κατέρρευσε ολόκληρο το κομμουνιστικό σύστημα και μπόρεσαν να διασωθούν οι επιτήδειοι της ελίτ του, δεν θα διασωθούν οι πασόκοι; Βεβαίως, δεν θα διασωθούν όλοι. Κάποιοι θα καούν.
Θα χρειαστεί να κρυφτούν ενδεχομένως και για μία γενιά, να επιστρέψουν τα παιδιά τους από το εξωτερικό να τα ξαναγνωρίσουμε. Αλλά δεν θα γίνει τίποτε δραματικότερο. Αυτό μόνο. Προς το παρόν το γέλιο με αυτά τα πρόσωπα έχει για μένα πικρή γεύση, γιατί καταλαβαίνω ότι ο κόσμος τολμάει να γελάσει μαζί τους μόνο τώρα που συντρίβονται.
Μέχρι χθες τους παρακάλαγε, τους θαύμαζε και τους έγλειφε. Και, βεβαίως, τους ψήφιζε. Τώρα λοιπόν που διαβάζουμε δημοσκοπήσεις που δείχνουν το ΠΑΣΟΚ να παίρνει στις ηλικίες 18-24 ποσοστά γύρω στο 2,5%, το πρώτο που κάνουμε είναι να αναρωτηθούμε ποιοι είναι αυτοί οι λίγοι και μετά σκεφτόμαστε ότι χρειάστηκε πρώτα να μηδενιστεί το ΠΑΣΟΚ για να ανακαλύψουν οι ψηφοφόροι του ότι οι υπουργοί του έχουν πλάκα.
Για πείτε μου, λοιπόν, πέρσι και πρόπερσι ήταν σοβαροί; Μάλιστα, επειδή πέρσι και πρόπερσι ήταν περίοδος γιαουρτολατρείας, αν πάμε πριν τρία χρόνια; Πριν την κρίση; Ήταν σοβαροί και υπεύθυνοι, τεχνοκράτες, τι ακριβώς ήταν; Ήταν πάντοτε αυτό το μείγμα ιδιοτέλειας, φαιδρότητας και επικινδυνότητας, που τους χαρακτηρίζει και τώρα.
Επαναλαμβάνω μια φράση που είχα χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν: οι κρεμάλες στήνονται ως τιμωρία για την αδυναμία, όχι για τον δεσποτισμό. Ας γελάσει λοιπόν τώρα που μπορεί ο λαουτζίκος, γιατί αργά ή γρήγορα σε κάποιου επόμενου υπουργού το χωλ θα παρακαλάει, σε κάποια καινούργια συγκέντρωση θα κρατάει σημαιάκι για να βολευτεί - γιατί πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι.
Μα, θα μου πείτε, χρονιάρες μέρες, άλλη όρεξη δεν είχα από το να βρίζω τον Έλληνα φορολογούμενο-πολίτη-ψηφοφόρο; Ε, εδώ που τα λέμε, τα θέλει κι αυτουνού ο κώλος του.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Τι περίμενες;

του Κωνσταντινου Πουλη...
Κάθε άνθρωπος βάζει κάπου τον πήχη για το τι τον κάνει να κοκκινίζει, να εξεγείρεται, να κλαίει. Σε κάποιους αυτό το όριο είναι πιο ψηλά, σε άλλους πιο χαμηλά ή πάρα πολύ χαμηλά, σε κάποιους θαμμένο κάτω απ’ τη γη. Δεν το καταλαβαίνουν, απλώς περνάει ο καιρός και αυτή η χορδή που τινάζεται με τη σύγκρουση με την πραγματικότητα, δεν αντιδρά. Ξεσπά ένα ακόμη σκάνδαλο και δεν κουνιέται φύλλο. Γιατί δεν κουνιέται φύλλο; Γιατί δεν υπάρχει πια σκάνδαλο. Όχι βέβαια πράγματα για τα οποία θα μπορούσε ή θα άξιζε κανείς να σκανδαλίζεται, αλλά το αυθεντικό συναίσθημα που κάνει ένα άνθρωπο να βγαίνει απ’ τα ρούχα του. Η κοινωνία μας έχει σε τέτοιο βαθμό χάσει τον μπούσουλα, που η αντίδραση προκύπτει μετά ανεξέλεγκτη, ως σύμπτωμα, τη διεκδικούν κατ’ αποκλειστικότητα οι Παπούα της ακροδεξιάς. Η αλήθεια είναι όμως ότι για τους περισσότερους ο πήχης είναι τόσο χαμηλά, που είναι αδύνατο να εκπλαγούν. Μπορεί ολόκληρο κίνημα να ονομάστηκε «κίνημα των αγανακτισμένων», αλλά ο πήχης είναι, φευ, πολύ χαμηλά.
Υπάρχουν δύο λόγοι τουλάχιστον γι’ αυτό, ένας πικρός και ένας κατανοητός. Ο πικρός λόγος είναι η συνενοχή. Πολλοί δεν σοκάρονται διότι δεν διαφέρουν. Θαυμάζουν μυστικά την αντρίλα του πουτσαρά προέδρου της βουλής ή οποιουδήποτε επιτήδειου, γιατί δεν έχουν τίποτα καλύτερο στο κεφάλι τους. Πρόκειται για προέκταση του επιχειρήματος «μαζί τα φάγαμε», το οποίο ισχύει απολύτως για το κομματικό σκυλολόι που περιβάλλει τον πρώην αντιπρόεδρο. Αυτό που βλέπει ο διεφθαρμένος στο πρόσωπο όλων αυτών των μαφιόζων εγκληματιών του λευκού κολάρου είναι απλώς το πρότυπό του.
Η δεύτερη κατηγορία είναι όσοι διατηρούν την ψυχραιμία τους προκειμένου να επιζήσουν. Δεν μπορείς να σοκάρεσαι καθημερινά. Η ευαισθησία κάνει τον βίο αβίωτο. Σαν τον βουδισμό ζεν, που κηρύττει την οικουμενική συμπόνια προς κάθε έμβιο ον αλλά καταλήγει στη γενικευμένη απάθεια, γιατί η συμπόνια δεν ξεχειλώνει τόσο. Για έναν άνθρωπο με κανονική ιδιοσυγκρασία, με μια μέση ευαισθησία στην καθημερινή αγένεια, η επίσκεψη στην Εφορία είναι δοκιμασία. Η έναρξη επαγγέλματος μαρτύριο. Μια συνεννόηση με ταξιτζή όλεθρος. Κι όσο σκληραίνει η εποχή, αυτά τα θεωρούμε μεζεδάκια, προκαταρκτικά. Πάει στη δουλειά λοιπόν κανείς και θεωρεί φυσιολογικό να έχει σφιγμένο το στομάχι, να ακούει προσβολές από κάποιο λαμόγιο που έστησε κάτι σαν επιχείρηση. Τι κάνει; Γίνεται χοντρόπετσος, πασαλείφεται με πρόσθετη επιδερμίδα, για να αντέχει τη ζωή του. Ρίχνει δυο σκαμπίλια στα μάγουλά του το πρωί πριν να φύγει για τη δουλειά, ώστε όταν έρθει η ώρα να μην εκπλαγεί που τις τρώει. Κι όταν ακούει ότι ένας δημοσιογράφος αμείβεται από εταιρείες και υπερασπίζεται τα συμφέροντά τους, ένας πολιτικός ζει μέσα στη χλιδή από μίζες, ένα γιατρός από φακελάκια, απαντά μονίμως ατάραχος: «και τι περίμενες;»
Ο κυνικός είναι καμένο χαρτί. Έχει το αδιάβροχο φτέρωμα της πάπιας. Περνάει από τη βροχή στεγνός. Ο φοβισμένος όμως κάνει κακό σε όλους μας και στον εαυτό του και, κυρίως, ετοιμάζει μια αντίδραση πιο άγρια και ανεξέλεγκτη. Εκεί που νομίζεις ότι έχεις συνηθίσει να ακούς το αφεντικό σου να βρίζει, στην πραγματικότητα κάτι αλλοιώνεται μέσα σου κάθε φορά, με κάθε καινούργια ταπείνωση. Και μετά ή που θα ξεριζώνεις τα φτερά από αθώα μυγάκια, ή που θα μισείς μετανάστες, ή που θα φωνάζεις στο παιδί σου ή τη γυναίκα σου - η ψυχή εκδικείται.
Αυτή είναι και η εξήγηση για το πώς γίνεται και κανείς δεν τιμωρείται. Όσο για την εξαίρεση Τσοχατζόπουλου, μου έλεγε ένας φίλος πως καθώς ταξίδευε με ένα παραφορτωμένο πλοίο για να πάει σε κάποιο νησί το καλοκαίρι, πριν να αποχωρήσει το πλοίο από το λιμάνι, με τους επιβάτες να κρέμονται σαν τα τσαμπιά, οι λιμενικοί έκαναν καταμέτρηση και κατέβασαν έναν επιβάτη, μόνο έναν! Όλοι οι υπόλοιποι κοιτούσαν τον κακομοίρη που υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει και φώναζαν «έξω, έξω» ρυθμικά, όσο αυτός ήταν μόνος στην αποβάθρα με το σακίδιό του και κοίταζε το πλοίο να φεύγει. Μου είπαν ότι ίσως επρόκειτο για καψώνι μεταξύ της εταιρείας και του λιμενικού, που το πλήρωσε ο ατυχής επιβάτης, από όλο το παραγεμισμένο πλοίο. Φαντάζομαι τον Τσοχατζόπουλο στη φυλακή να αναρωτιέται κάθε μέρα το ίδιο: μα, μόνο εγώ;  μόνο εγώ;
Τείνω να πιστέψω δηλαδή, μαζί με τους δημοσιογράφους του «σκάι», πως το φερόμενο ως σκάνδαλο του Βατοπεδίου, π.χ., όντως δεν ήταν σκάνδαλο. Κι αυτό γιατί ένα σκάνδαλο πρέπει κάποιον να σκανδαλίζει, να σοκάρει. Όταν δεν σοκάρει κανέναν, προφανώς δεν είναι σκάνδαλο. Είναι μια συνηθισμένη οικονομική πρακτική, την οποία ατυχώς δεν έχει ενσωματώσει ακόμα το δίκαιό μας. Θα γίνει κι αυτό. Όπως φτιάχνονται οι νόμοι, το θεωρώ πολύ λογικό η επιτροπή υπεράσπισης απατεώνων που νομοθετεί στο όνομα του λαού, να καλύψει το νομοθετικό κενό. Όμως το ζήτημα παραμένει. Κανείς δεν σοκάρεται. Η λέξη σκάνδαλο σημαίνει κυριολεκτικά την παγίδα, και σκανδάληθρον ήταν εξάρτημα της παγίδας. Αλλά τι σκάνδαλα είναι αυτά που δεν παγιδεύεται κανείς; Που τα προσπερνούν όλοι αδιάφορα, χωρίς να παγιδεύονται και χωρίς να ιδρώνουν; Δεν είναι σκάνδαλα, είναι κάτι άλλο. Είναι απομεινάρια ηθικολογίας για ευσυγκίνητους.
Μια που λέμε για ευσυγκίνητους, βεβαίως και συγκινήθηκα κι εγώ όταν άκουσα για πρώτη φορά από σκηνής τον ποιητή στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ να λέει πως όποιος ακούσει κάποιον να ζητάει βοήθεια και προσπεράσει κλείνοντας τ’  αυτιά του, δεν θα ξανακούσει το τρυφερό κάλεσμα αγαπημένου, δεν θα ξανακούσει κελάηδημα του κότσυφα την αυγή κλπ. Όμως πόσες φορές μπορεί κανείς να παρασταθεί στον αδύνατο; Να μην προσπεράσει το κλάμα του μωρού; Περπατάμε στον δρόμο, μπαίνουμε σε αυτοκίνητο, κάθε μέρα. Ούτε να δώσουμε σε όλους τους ζητιάνους που συναντάμε σε μια μέρα δεν μπορούμε. Ζούμε λοιπόν σκληραίνοντας και χάνοντας την αίσθηση του σκανδάλου. Όπως αυτός που μένει δίπλα στο τρένο παύει να το ακούει, και αυτός που ζει μέσα στη βρώμα παύει να τη μυρίζει. Παρότι αυτή είναι μια εξαίρετη πανοπλία για να αντέξουμε την ασχήμια, η μόνη μας ελπίδα για να αλλάξει ο κόσμος είναι να μυρίσουμε τη βρώμα και να ακούσουμε τον θόρυβο, πάει να πει: να απαντήσουμε στο «τι περίμενες» πως ειλικρινά περιμέναμε κάτι άλλο, και θα το περιμένουμε για όσο έχουμε κουράγιο.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Η συγγνώμη, η μνησικακία και ο Μπένι...

ThePressProject...

Του Κωνσταντίνου Πουλή
«Η συγνώμη που ζήτησα δεν είναι μια τυπική λέξη.
Είναι μια πολιτική πράξη που σημαίνει πολλά».
Μπενίτο, υπ. πρωθυπουργός, πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ

Στο χωριό μου, το συγγνώμη το λένε μισοχέσι
Λαϊκή παροιμία
Απέναντι σε μια αδικία υπάρχουν χονδρικά τέσσερις δυνατές αντιδράσεις. Η πρώτη, η πιο φυσική, είναι η εκδίκηση. Πρόκειται για την αυθόρμητη αντίδραση στο κακό που έχει διαπράξει κάποιος. «Οφθαλμόν αντί οφθαλμού»: κόβουμε το χέρι του κλέφτη, βιάζουμε τον βιαστή και φονεύουμε τον φονιά. Αντίδραση βάρβαρη, με πανάρχαιες ρίζες και εμφανή ψυχολογική εξήγηση. Η δεύτερη αντίδραση είναι η μνησικακία. Δεν εκδικείται κανείς, διότι δεν μπορεί, λοιπόν αφήνει την πληγή να κακοφορμίζει, καταπίνει το δηλητήριό του, βράζει στο ζουμί του. Από τη μελέτη του Μ. Σέλλερ για τη μνησικακία ανασύρουμε τη διαπίστωση ότι πρόκειται για μια στάση απολύτως ταιριαστή στον αδύναμο όχλο της μαζικής δημοκρατίας, αφού ενώ τυπικά υποτίθεται πως η ποινική δικαιοσύνη αποκαθαίρει το φιλέκδικο πνεύμα, οι συνθήκες της πραγματικής ανισότητας μεταξύ των πολιτών είναι τόσο κραυγαλέα άδικες και προσβλητικές για τον λαό, που το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι απλώς να φαντασιώνεται το κακό του αφέντη του. Η αποθέωση της μνησικακίας για τον Νίτσε της «Γενεαλογίας της ηθικής» είναι το παράθεμα αυτό του Τερτυλλιανού, όπου λέγεται πως η μεγαλύτερη χαρά στη Δευτέρα Παρουσία θα είναι το θέαμα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων στην Κόλαση: «Τι μεγαλειώδες θέαμα! Πόσο θα θαυμάσω! Πόσο θα γελάσω! Πόσο θα χαρώ, βλέποντας τόσους βασιλιάδες, για τους οποίους είχε  αναγγελθεί ότι θα γίνονταν δεκτοί στον ουρανό, να βογκούν μες στα βαθιά σκοτάδια… και τους έπαρχους να λιώνουν μέσα σε φλόγες πιο άγριες από εκείνες τις οποίες άναβαν για τους χριστιανούς. (…) Τέτοια θεάματα, τέτοια αγαλλίαση, ποιος πραίτορας ποιος ύπατος, ποιος ιερέας θα σου τα πρόσφερε; Κι όλ’ αυτά τα έχουμε, μέσω της πίστης μας, ζωγραφισμένα κατά κάποιον τρόπο στη φαντασία μας». (Τερτυλλιανός, «Περί θεαμάτων», κεφ.29). Η μνησικακία συνδέεται με τα πάθη που δεν εκδηλώνονται, γιατί το ξύλο μάς το έριξε ο δυνατός του σχολείου, συνεπώς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να σκύβουμε το κεφάλι και να χολοσκάμε, με τον πόθο μιας εκδίκησης που δεν θα έρθει, αφού η μνησικακία είναι γνώρισμα των υποταγμένων. Η «Γενεαλογία της ηθικής» είναι κείμενο-κόλαφος γι’ αυτή την ηθική, που σαρκάζει τη συγχώρεση ως αναβαπτισμένη αδυναμία εκδίκησης (1.14).

Τρίτη αντίδραση είναι η χριστιανική συγχώρεση. Επιστρέφουμε στον δάσκαλο της συγχώρεσης, τον Ιησού Χριστό, και στην παραβολή του ασώτου (Λκ.15.11-32). Ο μικρός γιος φεύγει από το σπίτι, σκορπά την περιουσία του πατέρα του, αλλά μετά «εγένετο λιμός», τον έκοψε πείνα και γύρισε σπίτι. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Ο πατέρας, αψηφώντας την πατρική περιωπή, τρέχει προς τον άσωτο για να τον υποδεχτεί, και αδικεί κατάφωρα τον ενάρετο γιο. Η ιστορία δεν στοχεύει στο να μας δείξει «πώς ημείς αξίως πολιτευσώμεθα» καταπώς λέει ο Εσπερινός του Σαββάτου, αλλά ακριβώς ότι η συγχώρεση ξεπερνά τη λογική, ότι η αγάπη αυτή είναι μια τρέλα. Η παραβολή λέγεται για να εξηγήσει ο Ιησούς στους Φαρισαίους γιατί κάνει κακές παρέες, «προσδέχεται αμαρτωλούς». Η απάντησή του είναι πως η συγχώρεση δεν υπακούει σε καμία λογική. Ακόμη περισσότερο, αν αναρωτιέται κανείς πόσες φορές μπορούμε να συγχωρήσουμε τον άσωτο, τον αμαρτωλό, ο Χριστός ερωτάται από τον Πέτρο σχετικά: «ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυτώ; Έως επτάκις;» και απαντά: «Ου λέγω έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά» (Μτ. 18,21-22). Η συγγνώμη είναι ένα ανθρώπινο θαύμα ακριβώς διότι, όπως έλεγε ο Αυγουστίνος, είναι πέρα από το έλλογο. Είναι μια συγκινητική και αξιέπαινη τρέλα, για όποιον θέλει με το περίσσευμα της αγάπης του να ξανααγκαλιάσει το παραστρατημένο παιδί του, πάει να πει, να συγχωρέσει αυτόν που αγαπά. Δεν είναι όμως πολιτική πράξη, αγαπητέ Μπενίτο.

Η αντίρρησή μου λοιπόν στο προεκλογικό σποτάκι του ΠΑΣΟΚ είναι όχι πως δεν πιστεύω στη συγχώρεση, αλλά πως δεν πιστεύω ότι η έμπρακτη μορφή της συγχώρεσης είναι η ψήφος. Έχω να προτείνω μία άλλη λύση, ως τέταρτη στάση απέναντι στην αδικία. Το πολιτικό ζητούμενο της δικαιοσύνης είναι να τιμωρηθεί όποιος φταίει. Αφού τιμωρηθεί, μπορούμε (εφόσον το επιθυμούμε) να συγχωρέσουμε στην ψυχή μας αυτούς που καταδικάσαμε με την πράξη μας: Για το καλό της κοινωνίας θα τους τιμωρήσουμε, και για το καλό της ψυχής μας θα τους συγχωρήσουμε. Δεν θα τους επιτρέψουμε να μας ξεζουμίσουν, λοιπόν δεν θα γίνουμε το αγελαίο ζώο που περιφρονούσε ο Νίτσε, αλλά θα αντικαταστήσουμε την ηθική της σκληρότητας με μια ανοιχτή αγκαλιά: Μπορούμε να τους επισκεπτόμαστε στη φυλακή. Όποιος θέλει. Αλλά για να σταματήσει η αφαίμαξη πρέπει να υπάρξει φρένο. Και φρένο θα μπει όταν ο υποψήφιος με τα 27 ακίνητα και τα 2,7 εκ. καταθέσεων πάψει να παριστάνει τον μετανιωμένο και αναλάβει τις ευθύνες του με τον μόνο τρόπο που έχει σημασία: τιμωρία για τα ποινικά, λήθη για τα πολιτικά ολισθήματα. Ο Βενιζέλος μπορεί να είναι άσωτος, αλλά δεν είναι γιος μου, είναι πολιτικός που διεκδικεί την ψήφο μου. Καλό θα είναι συνεπώς να μην καπηλεύεται τα ηθικά μου αισθήματα.

Όλα αυτά θα είχαν ανεκδοτολογική διάσταση, θα ήταν μια συζήτηση για τη συγχώρεση με αφορμή τη δήλωση του Μπένι που εντάχτηκε μετά στο προεκλογικό σποτ. Όμως το θαύμα, το αληθινό θαύμα της πολιτικής, είναι ότι οι ψηφοφόροι όντως συγχωρούν. Για δύο πράγματα δεν έπαψε ποτέ να αυξάνει ο θαυμασμός μου: για τον έναστρο ουρανό και για το πόσο μωρόπιστοι είναι οι ψηφοφόροι.

Κωνσταντίνος Πουλής

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ο Σύμβουλος Επιχειρήσεων, η Φωτεινή Πιπιλή και ο φόρος στους ρακοσυλλέκτες...

ThePressProject...
 Tου Κωνσταντίνου Πουλή

Ο Νίκος Κωστόπουλος είναι υποψήφιος βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, σύμβουλος επιχειρήσεων και πρώην μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Υπογράφει ένα άρθρο στο «Βήμα», όπου εξηγεί τι χάνει το κράτος αφήνοντας φορολογικά ανεξέλεγκτους τους ρακοσυλλέκτες. Εκεί διαβάζουμε μεταξύ άλλων ότι «Η μαζική αυτή λεηλασία των κάδων συνιστά μια πρωτόγνωρη μορφή παραοικονομίας», «Τα διαφυγόντα κέρδη για το κράτος είναι τεράστια» και ότι «Ο κανιβαλισμός αυτός αποτελεί τροχοπέδη στο ζήτημα της ανακύκλωσης». Στα σχόλια που ακολουθούν τις δημοσιεύσεις του «Βήματος», αναγνώστες προτείνουν να μπουν τέλη κυκλοφορίας στα καρότσια ή να δοθεί λίστα με τους φοροφυγάδες που καθαρίζουν τζάμια στα φανάρια. Πρόκειται για άρθρο που θα μπορούσα να είχα γράψει κι εγώ, χαριεντιζόμενος. Ο συντάκτης του όμως δεν αστειεύεται. Αξίζει να δούμε τα επιχειρήματα, μια που δεν πρόκειται για προσωπική ιδιορρυθμία, αλλά για έναν ολόκληρο κόσμο. Ότι τα σκουπίδια είναι προσοδοφόρο επιχειρηματικό πεδίο από το οποίο το κράτος παραιτείται υπέρ ιδιωτών είναι μια άλλη συζήτηση, που δεν είναι της ώρας. Το θέμα είναι εδώ η ενοχοποίηση των ρακοσυλλεκτών για το φαινόμενο.

Το μέγα θέμα της παραβατικότητας των ρακοσυλλεκτών έχει ανακινήσει ήδη, με επίμονη αρθρογραφία και με ερώτηση στη Βουλή, η Φωτεινή Πιπιλή (τα σχετικά κείμενα βρίσκονται αναρτημένα σε μπλογκ με τον ταιριαστό τίτλο «αγώνες πολιτών»). Ρωτά, χωρίς να αστειεύεται κι αυτή, πώς δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη της αστυνομίας αυτή «η καινούργια μάστιγα καταπάτησης κάθε Νόμου» (ο «Νόμος» με αρχικό κεφαλαίο). Ο αρμόδιος υπουργός απαντά από το βήμα του κοινοβουλίου ότι μέσα στο 2011 «κατασχέθηκαν 45 τροχήλατες κατασκευές μεταφοράς αντικειμένων (καρότσια)» με το περιεχόμενό τους και προσήχθησαν 25 αλλοδαποί, καθώς και ότι το ζήτημα «αναδείχθηκε από τον υπογράφοντα (ενν: Χρηστάκη Παπουτσή) στο Συμβούλιο των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συνήλθε στις Βρυξέλλες με αυτό το θέμα». Ως προς το παράλληλο θέμα του κινδύνου πρόκλησης τροχαίων ατυχημάτων που θίγει η Φωτ. Πιπ., το υπουργείο απαντά ότι «δεν προκύπτει εμπλοκή των αναφερόμενων ατόμων σε τροχαία ατυχήματα, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα». Πάλι καλά. Στην ιστοσελίδα της νεολαίας του ΛΑΟΣ διαβάζουμε πως «Το πιο τραγικό ακόμα είναι ότι σε όλο αυτό τον τεράστιο κύκλο εργασιών (ενν. τη μεταφορά σκουπιδιών με καρότσια) δεν θα υπάρχει καμία επίσημη διαδικασία σε παραστατικά και καταβολής φόρου στα άδεια εθνικά ταμεία. Ούτε ο παραμικρός έλεγχος των “ράμπο” του ΣΔΟΕ οι οποίοι σταματούν στην Ερμού την Ελληνίδα νοικοκυρά». Αυτά από το κόμμα που πρότεινε νομιμοποίηση του μαύρου χρήματος, για να επαναπατρισθούν τα κεφάλαια που διέφυγαν στο εξωτερικό. Για να μη μείνουμε όμως στον πάντα πρόσφορο ΛΑΟΣ, μπορεί κανείς να διαβάσει και σχετικό άρθρο του Κ. Ονισένκο στην «Καθημερινή», όπου μαζί με τα γνωστά για την υποβάθμιση της εικόνας της πόλης αναφέρεται ότι έχουν κλαπεί από τον Δήμο Αθηναίων δύο χιλιόμετρα καλωδίου από τον Λυκαβηττό, προφανώς από τους εγκληματίες με τα καρότσια, που όλοι ξέρουμε ότι είναι η βασική πηγή της οικονομικής δυσπραγίας των δήμων. Επίσης, ο Ν. Βατόπουλος στην ίδια εφημερίδα επιμένει ότι δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή μια τέτοια συμπεριφορά, «αδιανόητη να συμβαίνει σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα», μια «κραυγαλέα και εξοργιστική παρανομία» που «εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια των πολιτών». Στη χώρα του Βουλγαράκη, του Ρουσόπουλου, του Τσουκάτου, του Μαντέλη κ.τ.ο., αυτή είναι η εξοργιστική παρανομία, οι μετανάστες με τα καρότσια.

Σε αυτό το θέμα αναγνωρίζω δύο πτυχές που έχουν κατά την άποψή μου ευρύτερη σημασία. Η πρώτη σχετίζεται με τη στρατηγική της ενοχοποίησης των αδυνάτων. Εκεί που δεν τιμωρείται κανείς, ξαφνικά μας φταίνε οι τρομαγμένοι άνθρωποι που ζουν ως ρακοσυλλέκτες. Καλοί υποψήφιοι για εξιλαστήρια θύματα, μια που δεν έχουν κανένα απολύτως όπλο για να προστατευτούν. Θυμίζω ότι η θεωρία του εξιλαστήριου θύματος απαιτεί το θύμα να είναι αθώο, χαμηλής κοινωνικής καταγωγής και να εξορίζεται. Πώς δουλεύει το σύστημα; Όταν έπεφτε λοιμός, πείνα, ή άλλη συμφορά, διάλεγαν κάποιον δύσμοιρο ως «καθαρμόν και φάρμακον» της άρρωστης πόλης. Η τελετή περιλάμβανε χτυπήματα στα γεννητικά όργανα, παλιότερα και βιτσιές με κλαδιά από αγριοσυκιές και λιθοβολισμό, και τελείωνε με εξορία. Ο «φαρμακός» στο τέλος διωχνόταν, και η πόλη ξανάβρισκε ενωμένη την ηρεμία και αγάπη μεταξύ των υπολοίπων, που την είχαν σκαπουλάρει. Η ένταση εκτονώνεται στον φαρμακό, που θυσιάζεται  προκειμένου να διατηρηθεί η ενότητα της πόλεως. Το δεύτερο στοιχείο είναι η επιμονή στην αμφισβήτηση της αυθόρμητης συμπόνιας, όσης έχει απομείνει. Το επιχείρημα είναι πως οι ρακοσυλλέκτες μπορεί να είναι συμπαθείς, καθώς είναι αδύναμοι, αλλά μη γελαστείτε: Πίσω από τα καλοσυνάτα πρόσωπά τους κρύβεται η αμείλικτη οικονομική πραγματικότητα, που λέει ότι από τη δράση τους, ήτοι να μαζεύουν παλιοσίδερα με το καρότσι του σούπερ μάρκετ, ζημιωνόμαστε όλοι, μέσω της απώλειας φορολογικών εσόδων από τη νόμιμη μεταφορά των απορριμμάτων. Συνεπώς, και εδώ το άρθρο χτυπάει κέντρο, μην εμπιστεύεστε τα μάτια σας. Η πολιτική ασκείται αλλιώς και αλλού, εκεί που δεν παρακολουθείτε τα οικονομικά μεγέθη. Ο οίκτος σας είναι σύμπτωμα μακροοικονομικής μυωπίας! Το σκεπτικό αυτό είναι διάχυτο στην αντιμετώπιση των μεταναστών σήμερα. Δεν αναφέρομαι στη Χρυσή Αυγή, όπου δεν υπάρχει περιθώριο διαλόγου, αλλά σε όσους ήπια και μαλακά, «ανεπαισθήτως», γίνονται όλο και πιο χοντρόπετσοι.

Κάθε πολιτικό σχέδιο προϋποθέτει έναν τύπο ανθρώπου που θα το πραγματώσει, μια ανθρωπολογία. Ο ανθρώπινος τύπος που προϋποθέτει το εν λόγω κείμενο είναι ο «Σύμβουλος Επιχειρήσεων», με σπουδές στο εξωτερικό και μανικετόκουμπα. Τρέχα γύρευε τώρα τι είναι διατεθειμένος να προτείνει στην επιχείρηση ένας άνθρωπος που βρήκε να τα βάλει με τους ρακοσυλλέκτες. Τελειώνω λοιπόν με ένα παραμυθάκι. Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα παλικάρι που νόμιζε ότι έχει γεννηθεί από ένα άστρο, και αυτή του η πεποίθηση το έκανε να φέρεται αλαζονικά. Όμως μια μέρα ένας κακός μάγος το πήρε στη δούλεψή του και το κακομεταχειριζόταν, ώσπου το παλικάρι κατάλαβε το λάθος του και αμέσως λύθηκαν τα μάγια. Όταν έγραφε ο Όσκαρ Ουάιλντ το «Παιδί του άστρου», δεν φανταζόταν ότι θα ζούσε ο ίδιος αυτή την ιστορία, πέφτοντας από τα πολυτελή ξενοδοχεία στα καταναγκαστικά έργα. Όμως ο κόσμος είναι ρόδα και γυρίζει. Αν ο άνθρωπος που εκφράζεται από αυτή τη ρητορική του Συμβούλου Επιχειρήσεων νιώθει τώρα προστατευμένος και παντοδύναμος μέσα στη δουλειά του, την οικογένειά του και τον μηχανισμό κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος που ονομάζεται «κόμμα εξουσίας», του εύχομαι ειλικρινά να μη χρειαστεί ποτέ στη ζωή του να μάθει τι θα πει να σου αρνούνται οι άνθρωποι ακόμη και τα σκουπίδια τους.

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Η ανάγκη της περηφάνιας....

ThePressProject...
 Του Κωνσταντίνου Πουλή

Οι πολιτικοί είναι ντεμοντέ για επίσημοι. Ήταν καλοί για τη δεκαετία του ’80, όπως ήταν οι γιάπηδες για τη δεκαετία του ’90 και οι αθλητές για τη δεκαετία του 2000. Προς το παρόν πρέπει για λίγο καιρό να κρύβονται και να εμφανίζονται με ισχυρή αστυνομική συνοδεία. Τον Οκτώβριο σε πολλές περιπτώσεις οι παρελάσεις έγιναν μπροστά σε παπάδες και καραβανάδες, αντί για τους επισήμους δημαρχοβουλευτές, δείχνοντας έτσι τις προτιμήσεις του πλήθους. Δηλαδή η κοινωνία μας δεν έγινε ξαφνικά αντιιεραρχική: Αλλάξαν λίγο τα γούστα της ως προς το ποιον θέλει να προσκυνάει, οι πολιτικοί είναι προσωρινώς ακατάλληλοι για επίσημοι. Στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου δεν μπόρεσαν να γίνουν τέτοιας έκτασης επεισόδια γιατί η αστυνομία ήταν προετοιμασμένη, και έτσι οι παρελάσεις έγιναν μπροστά σε επιλεγμένο κοινό, σεβαστικό και φρόνιμο.
Αυτό δεν εμποδίζει βεβαίως τους πολιτικούς να επιδίδονται στη βασική τους ενασχόληση, που είναι να κάνουν δηλώσεις. Τη δήλωση της ημέρας έκανε ο Λ. Παπαδήμος, λέγοντας ότι «ήταν μια θαυμάσια, εντυπωσιακή παρέλαση» και δείχνοντας έτσι ότι η ανάληψη πρωθυπουργικών ευθυνών πολύ γρήγορα εκπαιδεύει τον άνθρωπο στην επετειακή πρωθυπουργική ρητορική, δηλαδή την εκτός τόπου και χρόνου γενικολογία. Ο κορυφαίος Έλληνας πολίτης όμως έκανε την κορυφαία σχετική δήλωση, λέγοντας πως με «ομόνοια και σύμπνοια οι Έλληνες αποτίναξαν τον οθωμανικό ζυγό». Τι να πω, δεν είμαι και ιστορικός. Φαντάζομαι ότι αυτή την κοινή μοίρα αναγνώρισαν οι κοτσαμπάσηδες του Μοριά μόλις κηρύχτηκε η επανάσταση και μασκαρεύτηκαν σε ραγιάδες: «εβγάλαμεν αμέσως τα ασιατικά εκείνα ενδύματα της πολυτελείας, αντεριά, γούνας, καλπάκια, και εβάλαμεν τα τζαρούχια και την τραγόκαπαν», γράφει ο Δεληγιάννης. Μετά θα γραφόταν η αφήγηση ενός έθνους που πολεμούσε ενωμένο τον κατακτητή και ο ιστορικός αναλυτής Φίλιππος Πετσάλνικος θα μας μιλούσε κι αυτός για την ομοψυχία του ελληνικού έθνους. Του ίδιου έθνους, προφανώς, που δεν υπέπεσε σε εμφύλια διαμάχη και ευτυχώς δεν συνεργάστηκαν οι κοτσαμπάσηδες με τους Τούρκους για να ξεπαστρέψουν τους κλέφτες της Πελοποννήσου. Πάλι καλά.
Η αυτογνωσία μας πρέπει να είναι ενήλικη, να αντιλαμβάνεται την ιστορία ως δράμα και όχι ως πεδίο δόξης. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει γι’ αυτόν τον λόγο ο κοσμάκης. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς θέλει ο κόσμος, οι συμπολίτες μας, αυτές τις μέρες. Έστω ότι συμφωνούμε στα εύκολα, ότι να βάζεις παιδάκια να φτιάχνουν στρατιωτικούς σχηματισμούς είναι μουσολινομεταξικό κατάλοιπο εποχών στις οποίες δεν θέλουμε να επιστρέψουμε, και ότι η πάνω πλευρά της αγανακτισμένης πλατείας Συντάγματος, αυτή με τις σημαίες, ήταν τρομακτική διότι η γαλανόλευκη μανία είναι σύμβολο του αποκλεισμού συνανθρώπων που έχουν την ανάγκη μας. Προσθέτουμε και το σημαντικότερο, ότι η υποτιθέμενη αγάπη του εθνικιστή για την πατρίδα είναι φτιαγμένη σε αναλογία 9 προς 1 με τα υλικά του μίσους προς τους ξένους, εξ ου και το πολιτικό της περιεχόμενο είναι αρνητικό και όχι θετικό. Ας θεωρήσουμε τα παραπάνω αφετηρία της κουβέντας μας. Μετά θα μας μείνει ένα έργο πιο δύσκολο, που είναι αυτό της κατανόησης. Να κατανοήσουμε δηλαδή τι κάνουν όλοι αυτοί με τις σημαίες, πριν τους χαρίσουμε σούμπιτους και συλλήβδην στη Χρυσή Αυγή.
Βλέπω μερικές φορές μια παράγκα με κρεμασμένη την ελληνική σημαία απ’ όξω και βρίσκω το θέαμα θλιβερό, αναλογίζομαι με πόση εξαπάτηση υφαίνει το παραμύθι της ζωής του ο άνθρωπος που η ζωή τον πέταξε στον βάλτο κι εκείνος φαντασιώνεται Κολοκοτρώνηδες, Λεωνίδες και δεν ξέρω τι άλλους. Αυτή είναι η πικρή σχέση του παραμυθιού με την παραμυθία, την παρηγοριά. Όμως τέτοιες παραμυθίες γειτονεύουν με τη φονική δράση της «παραμύθας», της ηρωίνης. Διότι (και τελειώνω εδώ με τους ελεύθερους γλωσσικούς συνειρμούς) μπορεί η ηρωίνη να φτιάχτηκε υποσχόμενη ηρωικές επιδόσεις (αυτό σημαίνει η ετυμολογία της), αλλά οδηγεί σε εξευτελισμό.
Έβλεπα πριν λίγο καιρό τη συνέντευξη με το γνωστό «My dear» της Λιάνας Κανέλλη στο Channel 4 και πιο πρόσφατα διάβαζα το «We blame you» του Αλκίνοου Ιωαννίδη, και σκεφτόμουν πως κατά βάθος αυτές οι δημοφιλείς αγγλόφωνες παρεμβάσεις, που δεν ήταν και τόσο σοφές, έγιναν δεκτές με τέτοια ανακούφιση διότι συνιστούν μια φωνή υπεράσπισης της πληγωμένης μας περηφάνιας. Λιγάκι, φοβούμαι, σαν αυτές των πολιτικών μας, που προσπαθούν να μας χαϊδέψουν την κρίσιμη ώρα, να μας παρηγορήσουν. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί μια λύση που να μπορεί να δώσει φωνή και αξιοπρέπεια στον τσακισμένο άνθρωπο της σημερινής Ελλάδας, χωρίς να τον κολακεύει με ευκολίες. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο είναι το τιτάνειο έργο της σύλληψης μιας νέας ουτοπίας, που δεν θα είναι κακόφημη και διασυρμένη σαν τις παλιές, αλλά θα ζωντανέψει με τα έργα και τις πράξεις σημερινών ανθρώπων. Έχοντας την εμπειρία της Βαϊμάρης, τη διαπίστωση δηλαδή ότι ο ανθρωπάκος κρύβει μέσα του ένα κτήνος, ο πολιτικός λόγος μας θα πρέπει επιτακτικά να μπορέσει να εμφυσήσει αισιοδοξία στον τσακισμένο άνθρωπο. Να ειπωθεί μια κουβέντα που, χωρίς ψεύτικες παρηγοριές ούτε μισαλλοδοξία, θα εμπνέει στους συνανθρώπους μας αλληλεγγύη και αισιοδοξία. Δεν ξέρω ποια Αριστερά θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό, αλλά είναι ίσως ο μόνος στόχος που αξίζει τον κόπο.

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Ο Μπένι και η πασοκική ευφυΐα και ευφράδεια...

ThePressProject, του Κωνσταντινου Πουλη ...

Ο Μπένι επαινείται για δύο κυρίως λόγους: ο πρώτος είναι η ευφυΐα του. Το εύλογο ερώτημα που καλείται να θέσει κανείς σχετικά είναι αν αυτός ο άνθρωπος έχει κάνει ή πει κάτι έξυπνο. Η απάντηση είναι πως η ευφυΐα του πιστοποιείται από μερικά γνωστά χαρακτηρολογικά γνωρίσματά του: πρόκειται για άνθρωπο που δεν κωλώνει, δεν κοκκινίζει, δεν κομπιάζει, δεν διστάζει. Αυτά βεβαίως έχουν και άλλο όνομα. Τα συμπτώματα ταυτίζονται με εκείνα της ξιπασιάς. Ο μύθος της ευφυΐας Βενιζέλου προσκρούει σε πολλαπλά εμπόδια: το πρώτο είναι ότι η πολιτική ευφυΐα αυτού του τύπου περιγράφει έναν πολιτικό ο οποίος είναι «ξύπνιος», τουτέστιν μάγκας. Διότι όταν πρόκειται για ουσιώδη πνευματικά χαρίσματα, κανείς δεν καταφεύγει στον χαρακτηρισμό του «ευφυούς». Ο Ντοστογιέφσκι ή ο Χέγκελ δεν είναι «έξυπνοι». Ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχουμε να κάνουμε με κολοσσούς του πνεύματος, κανείς δεν σκέφτεται να τους χαρακτηρίσει έξυπνους. Γιατί; Διότι αυτό που κοινώς ονομάζουμε ευφυΐα στην πράξη σημαίνει ικανότητα επαρκούς ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Εδώ όμως έχουμε αλλάξει πεδίο. Γιατί η ικανότητα επαρκούς ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της πραγματικότητας μπορεί να σημαίνει πολύ απλά τον καπάτσο, που αναρριχάται με κάθε κόστος, ως ανθρώπινος οδοστρωτήρας, αδίστακτα και ανενδοίαστα. Αυτές είναι όντως οι αρετές του ανθρώπου που προοδεύει στην πολιτική. Ως προς τα παραπάνω δεν υπάρχει αμφιβολία, ούτως ή άλλως τέτοια χαρίσματα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Μια χαρά τα πάει στην αναρρίχηση ο Μπένι. Δεν χρειάζεται όμως να πασχίζουν οι διαφημιστές του να μας πείσουν ότι διαθέτει βαρύτερο εγκέφαλο για να επιτύχει τέτοιες επιδόσεις στον κυνισμό.     Ο δεύτερος έπαινος που προτάσσει το επικοινωνιακό οπλοστάσιο του  Μπένι αφορά τη ρητορική του δεινότητα. Ας παραφράσουμε τον Ελύτη: όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, μνημονεύετε τους αρχαίους. Η ρητορική στην αρχαιότητα, λοιπόν, κατοικούσε σε μια παράδοξη ζώνη. Καθώς ο λαός γνώριζε ότι ο καλός ρήτορας έχει τη δυνατότητα να παραπλανά, η ιδιότητα του ικανού ρήτορα κατέστη με τον καιρό βρισιά. Όταν ο Αισχίνης περιγράφει τον Δημοσθένη ως «τεχνίτη λόγων», το νόημα στέκει κάπου ανάμεσα στην κυριολεξία, σημαίνοντας αυτόν που τα καταφέρνει στα λόγια, και την υπονοούμενη κατηγορία ότι πρόκειται για λαοπλάνο ψευδολόγο. Η ευφράδεια ήταν για τους αρχαίους μια ύποπτη ικανότητα, ταυτισμένη με την ευκολία στην εξαπάτηση. Αυτό οδηγούσε με τη σειρά του στην τάση των ομιλητών να προσποιούνται ανικανότητα στα λόγια, που είναι ένα διαχρονικό ρητορικό τέχνασμα. Έτσι εξηγείται και η επωδός στον περίφημο μονόλογο του Αντώνιου στον «Ιούλιο Καίσαρα» του Σαίξπηρ: «Εγώ δεν είμαι ρήτορας (...) είμαι απλός άνθρωπος, που αγαπώ τον φίλο μου (...) Δεν έχω ούτε ευφράδεια, ούτε τέχνη για να ανάβω τα αίματα. (...) Εγώ σας λέω αυτά που ξέρετε οι ίδιοι. Σας δείχνω τις πληγές του Καίσαρά μας».
Αυτό που παρουσιάζεται ως ευφράδεια στον Μπένι, συνεπώς, δεν είναι παρά το άλλο όνομα της ροπής προς την εξαπάτηση. Τίποτα, ποτέ από όσα λέγονται δεν έχει σημασία. Όλα είναι κενά λόγια που εκφέρονται με φόρα και τουπέ, ώστε ο κοσμάκης να πείθεται όχι από το περιεχόμενο, αλλά από τη φόρα. Δεν εκπλήσσει καθόλου η επιμονή στα «ο λαός θέλει να ξέρει την αλήθεια» και το «εθνικό καθήκον αλήθειας». Ξέρουμε τι συνιστούν: καρβέλια για πεινασμένους. Η «έμφυτη αυτοπεποίθηση» για την οποία επαινούσε ο Στέφανος Μάνος τον Μπένι, δεν είναι τίποτε άλλο από την αποθέωση της αδιαφορίας για την αλήθεια: περιγράφει τον άνθρωπο που μπορεί να παρλάρει στον αέρα όλο σφρίγος, χωρίς ποτέ να έχει την παραμικρή σημασία το τι λέγεται. Σήμερα έτσι-αύριο γιουβέτσι, σήμερα ΔΕΗ-αύριο ΔΟΥ, τι σημασία έχει; Αν είχαμε όρεξη για πλάκα θα ήταν πολύ αστείο να τον ακούμε να μιλάει για γιορτή δημοκρατίας, για νέα αφετηρία και επανίδρυση, νέα αρχή, ξαναρχινίσματα και ξαναρχιδίσματα ή να λέει για τις εκλογές τους πως «είναι μια ανοιξιάτικη μέρα ελπίδας». Αν πάμε στις πράξεις, εκεί που τα πράγματα όντως μετράνε δηλαδή, πολλοί μιλούν για σκάνδαλα στα οποία εμπλέκεται το όνομα του νέου προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Για μένα όμως προέχει πάντα το επιστημονικό-νομοθετικό του έργο, π.χ. η διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης ατιμωρησίας των πολιτικών που θωρακίζει συνταγματικά την ασυλία των υπουργών με το άρθρο 86, και η τεράστια συνεισφορά του στον πολιτισμό, π.χ. με τη Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης και την Πολιτιστική Ολυμπιάδα, όλα τα καμώματα για τα οποία προσφυώς αναγράφεται σε τοίχο των Εξαρχείων «Μαλάκα Ελληναρά, ο πολιτισμός σε μάρανε», υπονοώντας, φευ, πως η επίκληση του πολιτισμού είναι υποκριτική και ιδιοτελής. Με άλλα λόγια, θα βρούμε το όνομα του νέου προέδρου αναμεμειγμένο σε όλες τις γνωστές όψεις της συνήθους πασοκικής σκατίλας. Ο συνδυασμός τουπέ, διαφθοράς και αερολογίας είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος με τον οποίον ασκείται εδώ και καιρό η επίσημη πολιτική μας.
Κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου τον τελευταίο καιρό, σκέφτομαι ότι δεν πρέπει να συμμετέχουμε στην καλλιέργεια εμφυλιοπολεμικού κλίματος, χαρακτηρίζοντας προδότες ή διεφθαρμένους όσους διαφωνούν μαζί μας. Μετά όμως ακούω τα νούμερα που συμμετείχαν στην εκλογή Βενιζέλου (λέγοντας «τα νούμερα που συμμετείχαν» ξεκίνησα με σολοικισμό και κατέληξα σε λογοπαίγνιο) και αυτές οι ευαισθησίες πάνε περίπατο. Ανήκω στους Έλληνες που νιώθουν προσωπικώς προσβεβλημένοι από τη μνημειώδη φράση του αντιπροέδρου πως «τα φάγαμε όλοι μαζί». Η «γιορτή της δημοκρατίας» που έστησε ο μηχανισμός του ΠΑΣΟΚ μάς δίνει μια ευκαιρία να μετρήσουμε ποιοι και πόσοι είναι αυτοί που εννοούσε ο Πάγκαλος όταν έλεγε ότι με κάποιους τα φάγανε μαζί. Μια που η συγκεκριμένη καταμέτρηση ήταν κάπως χαλαρή από άποψη αξιοπιστίας γιατί δεν περιείχε ονομαστικούς καταλόγους, περιμένω με αγωνία να μετρήσω κεφάλια στις εθνικές εκλογές.
Κωνσταντίνος Πουλής

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά...

Του Κωνσταντινου Πουλη απο το ThePressProject...
Στην κηδεία του Κωστή Παλαμά κατέθεσε στεφάνι ένας Γερμανός αξιωματικός. Ο Άγγελος Σικελιανός βούτηξε λένε το στεφάνι και το πέταξε μακριά, έξω από τη μάντρα του νεκροταφείου, ενώ το πλήθος τραγουδούσε τον εθνικό ύμνο. Τι ωραίο το ρίγος που σκορπίζει η φωνή ενός λαού ενωμένου ενάντια στον κατακτητή, καθώς «σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπ[ούσε] η Ελλάδα»!

Με ένα μικρούλι άλμα στον χρόνο, ο Μίκης Θεοδωράκης μιλά για τους «κύκλους που μας μισούν», για μια «διεθνή συνομωσία που έχει στόχο την ολοκλήρωση της καταστροφής της χώρας [τ]ου» και δεν παραλείπει να επαναφέρει τον συμβολισμό της συμπόρευσής του με τον Μ. Γλέζο: Ο Γλέζος κατέβασε τη σημαία του κατακτητή από την Ακρόπολη, ο Θεοδωράκης πολέμησε και βρέθηκε στα «μπουντρούμια της Γκεστάπο», εμπρός λοιπόν για το έπος του 2012! Ο Γ. Δημαράς παρεμβαίνει με μια επιστολή στον επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών, όπου μεταξύ άλλων γράφει: «Στη Χώρα μου οφείλετε το γεγονός ότι από άγριοι και απολίτιστοι Γότθοι μετατραπήκατε σε συντεταγμένο έθνος, μόνο που όπως φαίνεται η πρώτη σας ιδιότητα είναι γονιδιακή και δεν σας εγκαταλείπει». Ο ηρωικός μαϊντανός της εκστρατείας αυτής της υπεράσπισης του εθνικού μας ονόματος είναι ο πρόεδρος Παπούλιας, γνωστός και από τη συμμετοχή του στα τσικό της εθνικής αντίστασης προ αμνημονεύτων χρόνων, που θυμήθηκε να ρωτήσει ποιος είναι ο κ. Σόιμπλε και να προσθέσει ότι εμείς υπερασπιστήκαμε την ελευθερία της Ευρώπης.

Είναι μια πολύ λογική κίνηση αυτή, ψυχολογικά: Από τη μία εμφανίζεται το αδικημένο αλλά υπερήφανο έθνος, από την άλλη οι βάρβαροι (οικονομικοί) κατακτητές. Το ίδιο χαρτί παίζει και η γερμανική πλευρά, που κάνει μια χαρά τη δουλειά της βρίζοντας τους Έλληνες και πείθοντας τους στερημένους και αδικημένους πολίτες της ότι για τα βάσανα που περνάνε φταίνε οι τεμπέληδες νότιοι, που αράζουν στις παραλίες και καλοπερνάνε με τα λεφτά των σκληρά εργαζόμενων Γερμανών. Πρακτικό: αντί ο Γερμανός εργαζόμενος να τα βάλει με το αφεντικό του για τη συμπίεση του εργατικού κόστους στη χώρα του και για το ότι η κυβέρνησή του δίνει λεφτά φορολογουμένων σε τραπεζίτες, κατηγορεί τους τεμπέληδες Έλληνες. (Δεν του εξηγεί κανείς ότι τα λεφτά της «διάσωσης» δεν φτάνουν στις παραλίες γιατί είναι δεμένα με λάστιχο στην τσέπη του δανειστή: τα πετάει και ξανάρχονται, μέσα από ειδικό λογαριασμό).

Η Μ. Θάτσερ, πολυπαινεμένη φίλη του δικτάτορα Πινοσέτ για την οποία κυκλοφορεί και μια γλυκύτατη ταινιούλα που δεν έχω δει, ήξερε καλά το παιχνίδι αυτό όταν είδε τη δημοτικότητά της να καταποντίζεται με τα μέτρα ιδιωτικοποίησης που προωθούσε, και σκέφτηκε τη λύση του πολέμου των Φόλκλαντ, αυτό που ο Μπόρχες είχε περιγράψει ως πόλεμο δύο καραφλών για μία τσατσάρα. Η δημοτικότητά της ανέβηκε στα ύψη και ο μέχρι τότε υποτιμητικός χαρακτηρισμός «Σιδηρά Κυρία» έγινε τίτλος τιμής. Το μίσος για αλλοεθνείς είναι πάντα μια καλή μέθοδος για να αποστρέψει ο λαός το βλέμμα του από αυτούς που όντως τον εκμεταλλεύονται. Και βεβαίως μόλις αρχίσουν να πέφτουν κορμιά, το μίσος αποκτά χειροπιαστή υπόσταση και η προπαγάνδα δικαιώνεται ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

«Πρώτος στόχος είναι να θεμελιώσουμε το έθνος ως κοινότητα πάνω στην ανάγκη, το ψωμί και το πεπρωμένο», έλεγε ο Γκαίμπελς στη ομιλία του με τίτλο «Εθνικοσοσιαλισμός ή Μπολσεβικισμός». Φρονώ ωστόσο πως δεν έχουμε κοινό πεπρωμένο, συμπατριώτες. Κι όσο για το ψωμί και την ανάγκη, όπως δεν τα φάγαμε μαζί, έτσι και δεν θα πεινάσουμε μαζί. Την ώρα που ο Πύρρος Δήμας φαλτσοτραγούδαγε τον εθνικό μας ύμνο για να ανατριχιάζει το πόπολο, οι Ολυμπιακοί στοίχιζαν μια τρύπα πολλών δισεκατομμυρίων Ευρώ (στα 35-40 ανεβάζει το ποσό ο Στ. Λυγερός), τα οποία επίσης δεν τα φάγαμε μαζί. Μας φώναξαν στον λογαριασμό. Αυτοί που τα έφαγαν ετοιμάζονται τώρα να μας πάρουν τα σώβρακα, με ή χωρίς δραχμή. Υπάρχουν επιχειρηματίες που τρίβουν τα χέρια τους για τους μισθούς των 400 ευρώ και την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση της εθνικής ενότητας είναι προσχηματική - μούφα, πώς να το πω; Οι «Έλληνες», όπως και οι «Γερμανοί», είναι μια αφαίρεση, που άμα συζητούσαμε για το πώς χορεύεται ο τσάμικος μπορεί να είχε κάποιο νόημα, εν προκειμένω όμως δεν έχει. Ο Μπ. Άντερσον φέρνει το παράδειγμα της διακρατικής ταξικής αλληλεγγύης μεταξύ των ευρωπαϊκών αριστοκρατιών του 19ου αιώνα, με τις αμοιβαίες π.χ. επισκέψεις στα κυνηγετικά περίπτερα και τους χορούς, που διαπερνούσε τις εθνικές διαφορές τους, και που εκφράστηκε μεταξύ άλλων με τη Συνθήκη της Γενεύης, η οποία εγγυούνταν προνομιακή μεταχείριση στους αιχμαλώτους αξιωματικούς (!) του εχθρού.
Είναι οδυνηρό να ακούς πως φίλοι ή συγγενείς εκδιώχθηκαν από εστιατόριο ή τους κατέβασαν από ταξί στη Γερμανία, από διάχυτη οργή προς τη χώρα μας. Προφανώς θα άκουσαν τον Γ. Παπανδρέου να οδύρεται πως «τα λεφτά τους μας δίνουν!». Ο Κ. Δουζίνας έλεγε πως τα σχόλια που είχαν αναρτηθεί για το πρώτο άρθρο του για την ελληνική κρίση στη Guardian, αν αφορούσαν Ινδούς ή Αφρικανούς θα είχαν διαγραφεί από την εφημερίδα με βάση τον κανονισμό περί φυλετικού μίσους. Η παρουσίαση της χώρας μας από κάποια ευρωπαϊκά μέσα αλλά και από τη Γερμανίδα καγκελάριο φλερτάρουν με τον ρατσισμό, αλλά δεν ωφελεί να απαντούμε αντιστρέφοντας τον ρατσισμό. Ούτε βεβαίως να περιμένουμε να μας χαϊδέψει το πληγωμένο εγώ ένα κείμενο σαν το καλών προθέσεων φληνάφημα του Γκοντάρ για τον φόρο που πρέπει να επιβληθεί στις αρχαιοελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι ξένοι.

Υπάρχει εξάλλου ένας ακόμη λόγος, πρακτικής πολιτικής, για να στρέψουμε το βλέμμα μας στα εγχώρια, όσο και αν γνωρίζουμε πως η κρίση είναι διεθνής. Οι αποφάσεις παίρνονται σε μακρινά ευρωπαϊκά κονκλάβια, στα οποία δεν έχουμε πρόσβαση. Πολιτική μπορεί να ασκηθεί από μας μόνο εδώ, με την έννοια ότι η ελπίδα μας είναι να απαλλαγούμε με όποια μέσα διαθέτουμε από την πολιτική ελίτ που υπογράφει την εξαθλίωσή μας. Υποκείμενο για μια τέτοια αλλαγή υπάρχει αρχικά στο επίπεδο της χώρας μας. Όσο λειτουργεί η αλληλεγγύη των λαών ή η παρακίνηση του ενός προς τον άλλον, κέρδος είναι. Όμως το πρώτο μέλημα είναι, αντί να εκτονωνόμαστε μπινελικώνοντας τη Μέρκελ, να επέμβουμε εκεί που μπορούμε, επιδιώκοντας με κάθε τρόπο να ξεφορτωθούμε την κουστωδία των πολιτικών που πανηγυρίζουν γιατί τους είπαν συγχαρητήρια οι εταίροι τους που κόψαν το επίδομα ανεργίας.
Κωνσταντίνος Πουλής

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Περί βίας...

ThePressProject...
Του Κωνσταντινου Πουλη..

«Εφόσον ο τελικός σκοπός της ανθρώπινης πράξης ποτέ δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα, τα μέσα που χρησιμοποιούνται προς επίτευξη πολιτικών στόχων τις περισσότερες φορές έχουν μεγαλύτερη σημασία για τον μελλοντικό κόσμο απ’ ό,τι οι επιδιωκόμενοι στόχοι».
Άννα Άρεντ, «Περί βίας»
Δεν επιθυμώ καθόλου να ενώσω τη φωνή μου με όσους θρήνησαν για τα ιστορικά κτίρια της Αθήνας, και τα καμένα σινεμά που δεν κάηκαν. Αντιθέτως, στις περισσότερες περιπτώσεις με εξοργίζει η υποκρισία τους.
Αλλά:
Ομολογώ ότι αδυνατώ να συλλάβω τι μπορεί να έχει μέσα στο κεφάλι του ο άνθρωπος που εμποδίζει ένα πυροσβεστικό όχημα να φτάσει στη φωτιά. Δεν μπορώ να το χωνέψω. Αν η στοχευμένη τρομοκρατία είναι ήδη ηθικά και πολιτικά προβληματική, τι να πει κανείς για όσους φλερτάρουν με τον φόνο τυχαίων αγνώστων; Η Μαρφίν μάς άφησε τρεις νεκρούς και έστρεψε το σύνθημα «εσείς μιλάτε για κέρδη και ζημιές, εμείς μιλάμε γι’ ανθρώπινες ζωές» εναντίον μας. Ο μόνος που έχει συμφέρον από αυτή τη στροφή είναι βεβαίως το κράτος και η καταστολή. Γι’ αυτό και με το ένα χέρι η αστυνομία επιτίθεται απρόκλητα σε διαδηλωτές και με το άλλο σιγοντάρει τις καταστροφές. Αντί όμως να αναμασούμε τη διαπίστωση ότι ανάμεσα σε όσους καίνε και καταστρέφουν βρίσκονται και ασφαλίτες, το πιο λογικό που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να αναρωτηθούμε γιατί το κάνουν και να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα: αν τους συμφέρει, δεν μπορεί παρά να κάνει κακό σε μας. Και αν μας κάνει κακό, δεν μπορεί μονίμως να διστάζουμε να μιλήσουμε, μην τυχόν και παρασυρθούμε κι εμείς από την προπαγάνδα που θέλει να μιλά για επεισόδια, αντί για ογκώδεις κινητοποιήσεις. Αυτή η προπαγάνδα ξεκινά από τις ίδιες τις φωτιές, δεν αρκούν τα κανάλια. Αν ο Ζίζεκ θεωρεί ότι οι εξεγερμένοι καθίστανται δια της βίας ορατοί, μπορούμε να πούμε ότι όταν το κόστος για να γίνεται κανείς τηλεοπτικά ορατός είναι να τον ερμηνεύουν ως μανιακό, δεν αξίζει τον κόπο. Καλύτερα να ποντάρουμε στη βαθιά εμπειρία ενός ανθρώπου που περπατάει μέσα στο πλήθος των διαδηλωτών, ενώνει τη φωνή του μαζί τους και ζει με το κορμί του ότι δεν φάγαμε το παραμύθι πως με τη λιτότητα και τα δάνεια μάς σώζουν. Τα επεισόδια εξάλλου καταστέλλονται ευκολότερα από τα πλήθη.
Η λατρεία της βίας επικαλείται το επιχείρημα ότι δεν υπάρχουν ποτέ ανατροπές χωρίς βία. Όμως, χώρια που ανατροπές δεν συμβαίνουν κάθε βδομάδα, η Άρεντ στο εξαιρετικό «Περί βίας» (εκδ. Αλεξάνδρεια) σχολιάζει την περίφημη φράση του Μαρξ για τη βία ως μαμή της ιστορίας λέγοντας ότι η βία βρίσκεται παρούσα στις αλλαγές, όπως οι ωδίνες που προηγούνται του τοκετού, αλλά δεν εξηγούν τον τοκετό. Ο κόσμος δεν αλλάζει χάρη στη βία: «τα πάντα εξαρτώνται από τη δύναμη που βρίσκεται πίσω από τη βία. Η αιφνίδια κατάρρευση της δύναμης, που είναι ο προάγγελος των επαναστάσεων, αποκαλύπτει αστραπιαία πόσο η υπακοή των πολιτών –σε νόμους, σε κυβερνήτες, σε θεσμούς- δεν είναι παρά η εξωτερική εκδήλωση της υποστήριξης και της συναίνεσης». «Σε έναν αγώνα βίας ενάντια στη βία, η υπεροχή της κυβέρνησης υπήρξε πάντοτε απόλυτη», προσθέτει. H Άρεντ επιμένει ότι η εξύμνηση της πολιτικής βίας συνδέεται κατά μέγα μέρος με τη ματαίωση της ικανότητας του πράττειν στον σύγχρονο κόσμο. Τα ακραία φαινόμενα θα αυξάνονται όσο απουσιάζει η ουσιαστική πολιτική διέξοδος στις εντάσεις. Ανήλικοι επαναστάτες γράφουν προκηρύξεις λέγοντας ότι την ώρα της δράσης βεβαιώνεται η στιγμιαία ελευθερία τους, χωρίς να αντιλαμβάνονται, κατά τη συγγραφέα, ότι η κοινωνία στην οποία ζουν τους αφήνει να φαντασιώνονται το αδύνατο, υπό τον όρο ότι θα τους έχει στερήσει τη δυνατότητα να κάνουν το δυνατό, να αλλάξουν δηλαδή τους όρους της ζωής τους. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται σχολιασμός για να κατανοήσουμε πόσο επίκαιρος είναι ο στοχασμός της Άρεντ.
Το θέμα είναι πολύπτυχο και πολύπλοκο, δεν μπορούν καν να αναφερθούν όλες οι πτυχές του εδώ. Δεν πιστεύω ότι η κριτική στη βία σημαίνει αυτομάτως οριστική προσχώρηση στον πασιφισμό του άλλου μάγουλου και αναγνωρίζω τη σημασία της συστημικής βίας. Μένω όμως σε μία περιορισμένη πτυχή, όπως τη ζω στις πορείες της περιόδου που διανύουμε: δράσεις που διώχνουν τον κόσμο από τους δρόμους είναι επικίνδυνες και επιζήμιες. Πρόκειται για ναρκισσισμό των πιτσιρικάδων, όταν νομίζουν ότι μόνο αυτοί εκπροσωπούν προνομιακά τους αγώνες, και οι υπόλοιποι είναι καταγέλαστοι ανανήψαντες του καναπέ. Ο κόσμος αλλάζει όταν βγαίνουν στον δρόμο οι μέχρι πρότινος βολεμένοι.
Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει μια ηδονή στην πυρκαγιά, ηδονή που εξέφραζε ο Νέρων όταν άκουσε από κάποιον τη φράση: «εμού θανόντος, γαία μειχθήτω πυρί» και απάντησε: «αντιθέτως, εμού ζώντος». Στη συνέχεια απολάμβανε το «κάλλος των φλογών», όπως έλεγε, τραγουδώντας. Αυτή η ικανοποίηση που νιώθει κανείς μπροστά στο θέαμα της καταστροφής είναι πολύ κακός σύμβουλος για το τι πρέπει να πράξουμε πολιτικά. Όσοι έμαθαν να μιλούν με περιφρόνηση για τον βολεμένο μικροαστό που μέχρι χθες ψήφιζε ΠΑΣΟΚ και τον λοιδορούν που αποφάσισε να κατέβει σε πορείες τώρα που έχασε τα προνόμιά του, θα πρέπει να σεβαστούν ότι πραγματική κοινωνική αλλαγή μπορεί να συμβεί ακριβώς όταν εξεγείρονται οι μέχρι χθες ανυποψίαστοι. Αυτή τη στιγμή, το συνήθειο της βίας εμποδίζει. Εμποδίζει περισσότερους ανθρώπους να κατέβουν στον δρόμο και να διαδηλώσουν. Η αστυνομία θέλει πάντα να προκαλεί ένταση. Έχει συμφέρον. Εμείς τι συμφέρον έχουμε; Οι πυρκαγιές συνιστούν μαζί δυνάμει φόνο και πολιτικό σφάλμα. Έχουν και τα δύο σημασία, καθώς την πολιτική έκβαση της σημερινής κατάστασης δεν την ξέρω ούτε εγώ ούτε κανένας. Ξέρω όμως ότι έχει σημασία τι είδους άνθρωποι θα βγούμε από αυτή τη διαδικασία, και δεν με ικανοποιεί αυτό που βλέπω. Τελειώνω με μία ακόμα σκέψη από το ίδιο βιβλίο της Άρεντ: η βία όντως αλλάζει τον κόσμο. Τον κάνει πιο βίαιο.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Πρόταση προς την τρόικα: απαλλάξτε τους πλουσίους από τα πλούτη τους » ThePressProject

ThePressProject
Του Κωνσταντίνου Πουλή
Tα πλούτη είναι καημός, σκοτούρα και βάρος. «Tο χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία» για τον απλό λόγο ότι ευτυχία είναι η εκπλήρωση μιας παιδικής επιθυμίας, και βεβαίως το χρήμα δεν είναι ποτέ παιδική επιθυμία. Εξ ου και ο Τσαρλς Φόστερ Κέην στον «Πολίτη Κέην» στήνει μια αυτοκρατορία, αλλά πριν να πεθάνει (Spoiler: αν υπάρχει κάποιος που δεν έχει δει τον «Πολίτη Κέην», να κλείσει τα μάτια του για λίγο) τα τελευταία του λόγια τον γυρίζουν πίσω στο παιδικό του έλκηθρο. Αυτό ήταν το σύμβολο της ευτυχίας του, όχι η αυτοκρατορία του. Το (πολύ) χρήμα είναι το έπαθλο του αγχώδους ανθρώπου ή η κληρονομιά του καταθλιπτικού. Γι’ αυτό τον λόγο καλώ την τρόικα να αναλάβει το θεάρεστο έργο της αφαίρεσης του πλούτου από τους πλουσίους.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ ισχυρίζεται ότι μόνο μία τάξη υπάρχει που να σκέφτεται το χρήμα περισσότερο από τους πλούσιους, και αυτοί είναι οι φτωχοί. Υπάρχουν όμως εκατομμυριούχοι που σκέφτονται τα χρήματα ακαταπαύστως, απείρως περισσότερο από πολλούς φτωχούς. Τα σκέφτονται νυχθημερόν, όπως ο ποιητής σκέφτεται το ποίημα και ο ερωτευμένος την αγαπημένη του που τον εγκατέλειψε. Μιλούν μονίμως για μπίζνες στο κινητό τους: Κυριακές, γιορτές και σχόλες, σε πάρτι και σε παραλίες, όταν τρώνε με τη μαμά τους και όταν βλέπουν ταινία με το κορίτσι τους, πάντα. Κι όμως όλους αυτούς τους κυνηγούς των χρημάτων τούς περιμένουν απογοητεύσεις και μόνο απογοητεύσεις: διότι οι απολαύσεις δεν αυξάνονται μαζί με τα χρήματα, αυτό είναι το μέγα αδιέξοδο της απληστίας. Ωραίο το καλό φαΐ. Πόσο καλό όμως να είναι αυτό το φαΐ; Πόσο καλύτερα να φας και πόσο καλύτερα να κοιμηθείς, επειδή κερδίζεις ένα εκατομμύριο ευρώ το χρόνο; Πόσο να ξοδέψει κανείς; Ας μην ξεχνάμε τη λαϊκή σοφία που αποτυπώνεται στον υπέροχο ρεμπέτικο στίχο: «Το χρήμα λες πως κυβερνά την εποχή ετούτη/διώξε εμένα τη φτωχιά κι αγκάλιασε τα πλούτη». Ειρωνεία συνταρακτική: τα πλούτη δεν αγκαλιάζονται. Ό,τι αξίζει, δεν αγοράζεται.

Μια που αρέσει πολύ στους συνέλληνες να αναφερόμαστε στους αρχαίους ημών προγόνους, να θυμίσω μια παρατήρηση της Άννας Άρεντ, που εξηγούσε πως στην κλασική Αθήνα, όταν ο κάτοχος μιας ιδιοκτησίας προτιμούσε να αυξήσει την ιδιοκτησία του παρά να τη χρησιμοποιήσει για να ζήσει πολιτικό βίο, έμοιαζε σαν να θυσιάζει εκούσια την ελευθερία του και να γίνεται με τη θέλησή του δούλος, υπηρέτης της ανάγκης. Ο άνθρωπος δηλαδή που ζει μόνο για να παράγει και να καταναλώνει, ο ανθρώπινος τύπος τον οποίον η σύγχρονη Δύση ανήγαγε σε πρότυπο (κι ας δήλωνε στα λόγια τον θαυμασμό της για την κλασική αρχαιότητα) θα ήταν για τους αρχαίους το νεωτερικό αντίστοιχο του δούλου. Το ρεζουμέ είναι πως άνθρωποι που ζουν για το χρήμα δεν είναι άνθρωποι. Όχι μόνο αυτοί που εξανδραποδίστηκαν από την ανάγκη, αλλά και αυτοί που αποκτηνώθηκαν από την απληστία. Η μεταφορά του πλούτου από τους μεν στους δε, θα είναι έργο πολλαπλώς ωφέλιμο, έργο αμοιβαίου εξανθρωπισμού.

Πρακτικά έχω να προτείνω μέτρα άμεσης εφαρμογής: ένα κλιμάκιο που θα αποτελείται από διαπιστευμένους εκπροσώπους της τρόικας οι οποίοι θα εξακριβώνουν αντικειμενικά με τη γνωστή ακριβοδικία τους τις περιπτώσεις χρηματικής παχυσαρκίας, σε συνεργασία με εγχώριους μπάχαλους, που θα μπαίνουν σε πολυτελείς επαύλεις και θα υποβάλλουν τους ιδιοκτήτες σε δίαιτα εξυγιάνσεως, απαλλαγή από τα περιττά. Αυτές οι ομάδες κρούσης, πρακτικές και θεωρητικές μαζί, θα γίνουν σταδιακά οι ήρωες όλης της κοινωνίας, θα τους αποζητούν και οι δύο πλευρές. Δεν πρόκειται εδώ για το οικονομικίστικο επιχείρημα του Γουλφ (εξέχοντος καθηγητού, αν και δασκάλου του Γιωργάκη) πως η φορολόγηση των πλουσίων δεν επηρεάζει τη ζωή τους, διότι εξαιτίας της «οριακής ροπής προς κατανάλωση» οι φτωχοί ξοδεύουν το εισόδημά τους ενώ οι πλούσιοι όχι. Αν φορολογήσουμε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, εξηγεί ο Γουλφ, δεν τους στερούμε ούτε τα κότερα, ούτε τα εξοχικά, ούτε τα πολυτελή αυτοκίνητα. Γι’ αυτό ακριβώς η πρόταση αυτή δεν επαρκεί! Χρειαζόμαστε φορολόγηση που να επηρεάσει τη ζωή τους, να την αλλάξει προς το καλύτερο, προς το ελαφρότερο.

Κοίταζα μια φορά έναν καλοντυμένο τριανταπεντάρη μέσα σε μια ανοιχτή BMW, να οδηγεί κρατώντας στο χέρι του ένα μπαλάκι αντιστρές. Με πόση ψυχοθεραπεία θα την ξεπληρώσει αυτή τη ΒΜW; Μια φίλη συμβολαιογράφος μού περιέγραφε μια αγοραπωλησία ακινήτου εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, με παρόντες μια μάνα και έναν γιο φανερά πάσχοντα από κατάθλιψη. Αγέλαστο, καθώς υπέγραφε για να βάλει άκοπα στην τσέπη ένα σκασμό λεφτά. Δεν θέλω να πω το προφανές, πως το ζευγάρι τα καινούργια παπούτσια που του πήρε η μαμά του για να πάνε να υπογράψουν το συμβόλαιο τρέφει μια οικογένεια. Όχι. Το θέμα είναι ότι πετώντας τα χρήματα από το παράθυρο, ο καταθλιπτικός θα ανακάλυπτε έναν καινούργιο κόσμο, την άγνωστη ηδονή της αλληλεγγύης. Όχι με τη μορφή της αφ’ υψηλού φιλανθρωπίας, έτσι δεν κάνουμε δουλειά. Με τη μορφή της παραίτησης από τον πλούτο. Επειδή αυτή την κίνηση δεν θα την κάνει ποτέ, το χρέος πέφτει στους ώμους σας, αδελφοί τροϊκανοί. Πάρτε τα λεφτά του εισοδηματία και σκορπίστε τα στην πλατεία Ομονοίας, θα χαρεί κι αυτός και οι άστεγοι. Πρόκειται για κλασσική κατάσταση «γουίν-γουίν», όπως λένε οι Κινέζοι. Ξαλαφρώστε τον συνάνθρωπο με το αντιστρές μπαλάκι από την BMW του, ξαλαφρώστε τον αγέλαστο εισοδηματία που πλήττει μέχρι κατατονίας. Αν θέλετε να κάνετε μια καλή πράξη, απαλλάξτε τους πλουσίους απ’ τα πλούτη τους. Είναι το χριστιανικό σας καθήκον. Θυμηθείτε το Ευαγγέλιο (Μαρκ. Ι 25): ευκολότερα περνάει η καμήλα από τη βελόνα, παρά ο πλούσιος στον παράδεισο. Κι αυτό γιατί το κέρδος απαιτεί σκλήρυνση της καρδιάς, και η ευτυχία περνάει από την καρδιά και μόνο. Μην ακούτε τους εγκληματίες του λευκού κολάρου που κοκορεύονται για χρηματιστηριακά κέρδη, ακούστε τον πλατωνικό Σωκράτη: «άδικος ευδαίμων» δεν υπάρχει. Το ανταγωνιστικό κτήνος που έπλασε η οικονομία της αγοράς δεν ξέρει να μοιραστεί, λοιπόν δεν μπορεί να ευτυχήσει. Το αφεντικό που προσβάλλει καθημερινά τους υπαλλήλους του σκοντάφτει πέντε φορές την ημέρα γιατί τον καταριούνται τα θύματά του. Είναι για λύπηση. Ελαφρώστε τους πλούσιους απ’ τη σαβούρα που κατακάθεται στους ώμους τους και δεν τους αφήνει να αναπνεύσουν, θα τους κάνετε χάρη. Συντριπτική φορολόγηση, μέχρις εξανεμίσεως όλων των προκλητικών περιουσιών που πνίγουν τους συνανθρώπους μας και τους εμποδίζουν να ζήσουν σαν άνθρωποι. Είναι πράξη αλληλεγγύης: ελαφρώστε τους πλουσίους από τα πλούτη τους.
Κωνσταντίνος Πουλής

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Αχ Αννούλα του χιονιααά, τι θυσίες έχεις κααάνει...

Του Κωνσταντινου Πουλη απο το ThePressProject...
Οι πολιτικοί, είπε η Άννα Διαμαντοπούλου, «που θα συμμετέχουν [στην κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας], θα πρέπει να δηλώσουν ότι δεν θα κατέβουν στις επόμενες εκλογές. Όλοι θυσιάζουν κάτι. Ας θυσιάσουμε λίγο (sic) από τη φιλοδοξία μας!». Αυτή είναι η αντίληψη της Διαμαντοπούλου για τη θυσία. Της κατουράς το μάτι τώρα, ναι ή ου;
Ας ξεκινήσουμε λέγοντας τι είναι όντως μια θυσία: πρόκειται, λέει το λεξικό, για «στέρηση υλικών ή ηθικών αγαθών ή ενδεχομένως προσφορά της ίδιας της ζωής, την οποίαν υφίσταται κάποιος για την επίτευξη ευγενούς και ανιδιοτελούς σκοπού». «Στέρηση υλικών αγαθών» έχουμε οπωσδήποτε, με δεδομένο ότι η πολιτική είναι μια αστείρευτη πηγή ανέξοδης κονόμας για τα επαγγελματικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ που λυμαίνονται και διασύρουν τους θεσμούς της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης εδώ και δεκαετίες. Ως εδώ καλά, λοιπόν. Το λεξικό Μπαμπινιώτη γράφει ότι τη θυσία αυτή την «υφίσταται» κανείς, δεν την επιλέγει, αφήνοντας για την περίπτωση της «αυτοθυσίας» το ενδεχόμενο της εκούσιας προσφοράς των αγαθών ή της ζωής κάποιου. Και πάλι έχει δίκιο η Διαμαντοπούλου, με δεδομένο ότι αυτή τη θυσία προφανώς την «υφίστανται» οι πολιτικοί μας, διότι δεν έχουν πια μούτρα να κυκλοφορήσουν στον δρόμο γιατί ο κόσμος τούς μισεί (εκτός από τον Πάγκαλο, που τον έχω ακούσει να δηλώνει ότι δεν φοβάται). Λογικό, αν ο κόσμος σε μισεί αντί να σε επευφημεί, είναι μια καλή στιγμή για να πεις «δε βαριέσαι, ας αποσυρθώ για λίγο από την πολιτική, τρώμε αργότερα. Φαΐ στην κατάψυξη (ή στην Ελβετία) έχω, ας φάμε από τα έτοιμα και επιστρέφουμε εντός ολίγου, όταν οι ηλίθιοι που κυβερνούμε θα μας έχουν ξαναγαπήσει». Λογικό και αυτό. «Για την επίτευξη ευγενούς και ανιδιοτελούς σκοπού». Εδώ τα χαλάμε. Ο σκοπός ενός ανθρώπου που τα έχει κάνει θάλασσα και τρέχει να κρυφτεί δεν είναι ούτε ευγενής ούτε ανιδιοτελής. Είναι απολύτως συμφεροντολογικός και ιδιοτελής. Φεύγει για να σώσει το τομάρι του.
Να δούμε όμως τώρα την άλλη πλευρά, τι θα πει πως «όλοι θυσιάζουν κάτι», τι σημαίνουν οι περίφημες «θυσίες του λαού», αυτές που «πιάνουν τόπο» κ.ο.κ. Στην περίπτωση του λαού η χρήση της λέξης «θυσία» είναι απολύτως καταχρηστική. Όταν ο λαός υφίσταται στερήσεις, δεν το κάνει για κάποιον ανώτερο σκοπό, μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας. Το κάνει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Ο σκοπός του δεν είναι ούτε η διάσωση της πατρίδας ούτε η ανάδειξη του εθνικού μας ονόματος στον πλανήτη. Κούφια λόγια λένε οι πολιτικοί σε αυτόν τον κόσμο, όχι οι άνθρωποι που προσπαθούν με κόπο να διαχειριστούν τις ζωές τους. Την αποστέρηση από τα στοιχειώδη, ας μας επιτρέψουν να τη λέμε με το όνομά της: κλοπή.
Είχα την τύχη ως φοιτητής να ταξιδέψω στα Αναστενάρια, στην Αγία Ελένη Σερρών, όπου εξακολουθεί να γίνεται τελετή ζωοθυσίας, ως μέρος του τελετουργικού. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι ράντιζαν το κεφάλι του ζώου με νερό, ώστε τινάζοντας το κεφάλι του να συγκατανεύσει πως επιθυμεί όντως να σφαγιασθεί! Ήμουν μικρός και αγαθός, δεν ήξερα ότι αυτό είναι διαχρονικό στοιχείο της θυσίας ήδη από την αρχαιότητα: το ζώο προσέρχεται οικειοθελώς. Είχε και παραλλαγές το μοτίβο, ότι έδιναν σε ένα βόδι να πιει νερό και αυτό έσκυβε το κεφάλι, δηλώνοντας παρεμπιπτόντως ότι θέλει να το σφάξουν.
Η περίφημη ιστορία της θυσίας της Ιφιγένειας γνώρισε τον 18ο αιώνα μια ωραιότατη διασκευή σε στίχο από τον Κεφαλλονίτη Π. Κατσαΐτη, που την επανέφερε στη σκηνή ο Σ. Ευαγγελάτος. Διαβάζουμε εκεί από την ηρωίδα τους παρακάτω στίχους: «Αμέτε με στην τράπεζα την άγια για να γένη/Αυτή η θυσία που ’ναι εδά τόσα πεθυμισμένη/Με την θανή μου, ω Έλληνες, την Τρόγια επάρετέ τη/Και τα υπερήφανα τειχιά κάψτε. Ρημάξετέ τη/Κι ανίσως κι έτσι ο θάνατος τα τρυφερά μου μέλη/Τούτα τα κορασίδικα να τα θερίση θέλει/Ζωή θέλει έχω πάντοτες και δόξα στ’ όνομά μου/Κι όλες οι γλώσσες θα λαλούν παντού το καύχημά μου».
Χάρη στον Ευαγγελάτο το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ως κωμωδία.
Κωνσταντίνος Πουλής

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Αστική δικαιοσύνη και λαϊκά δικαστήρια: Κόρακας κοράκου και οι αντίχειρες των ευγενών...

Του Κωνσταντινου Πουλη απο το ThePressProject...
Τον Μάιο του 1789 οι κάτοικοι της Καν, στη Γαλλία, καταλαβαίνουν ότι η κίνηση στρατευμάτων και τροφίμων δεν έχει στόχο να καλύψει τις ανάγκες τους ενόψει της σιτοδείας: οι δημοτικοί άρχοντες υπεξαιρούν τρόφιμα προς όφελός τους. Ενώ προτείνεται από τις αρχές να τεθεί απλώς σε διαθεσιμότητα ο υποκόμης Μπελζύνς, ένας εθνοφρουρός τού ρίχνει μια σφαίρα στο κεφάλι. Στη συνέχεια το σώμα του διασπαράσσεται από το συγκεντρωμένο πλήθος, του σπάνε τα πλευρά, το αίμα του χύνεται στον δρόμο, του ξεριζώνουν την καρδιά και την περνούν από χέρι σε χέρι, μέχρι που ένας δεκαεννιάχρονος την πετάει στον αέρα και την ξαναπιάνει και, μετά, το πλήθος παίρνει τα κομμάτια του ευγενούς και τα ψήνει στη σχάρα.
Η αστική δικαιοσύνη αντιθέτως απαιτεί την παρέμβαση ενός απρόσωπου τρίτου ανάμεσα στους δύο αντιδίκους. Η αποκατάσταση του δικαίου δεν αφήνεται στα χέρια του έξαλλου αδικημένου που θέλει να φάει τις σάρκες του εχθρού του, την αναλαμβάνει ένας ψύχραιμος δικαστής. Παρότι θα χρειαστεί να περάσουν αιώνες μέχρι να βρει πλήρη νομική έκφραση η συγκεκριμένη ιδέα, το καταγωγικό κείμενο αυτής της εξέλιξης είναι η «Ορέστεια» του Αισχύλου. Αντί για έναν ατελείωτο κύκλο εκδικήσεων και αντεκδικήσεων, που αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας η οργίλη μανία των αδικημένων, το δίκαιο το εκπροσωπεί τώρα μια ανεξάρτητη αρχή: η ποινή είναι η τελευταία λέξη της εκδίκησης. Ο δικαστής κρίνει με τη λογική, όχι με το πάθος της αντεκδίκησης, κι έτσι αποφεύγεται ο φαύλος κύκλος των αντιποίνων. Αρκεί το σώμα των δικαστών, λέει ο Αισχύλος, να μη δωροδοκείται, να είναι «κερδών άθικτον» (Ευμ. 704).
Αυτές είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, οι δύο μορφές της δικαιοσύνης που έχουμε μπροστά μας. Η μία είναι η λυσσαλέα αντίδραση των αδικημένων, η άλλη η πίστη στην απρόσωπη δικαιοσύνη. Όπως φαντάζεται κανείς όμως, η δικαιοσύνη συχνά δεν είναι και τόσο απρόσωπη. Όπως λέει και το σοφό ΚΚΕ, τα μεγαλύτερα σκάνδαλα είναι τα νόμιμα: οι φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών, όχι οι μίζες. Όπως συμπληρώνει ο σοφός Μπέρτολντ, τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυσή της; Το ΚΚΕ και ο Μπέρτολντ υπονοούν ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν είναι απρόσωπη, αλλά εκφράζει τα ωμά συμφέροντα ενός μέρους της κοινωνίας, παρότι έχει κάθε λόγο να ισχυρίζεται ότι εκφράζει όλη την κοινωνία.
Το 1973 στήθηκε στη Γαλλία, από μια ομάδα μαοϊκών μαζί με τον Ζ.Π. Σαρτρ, λαϊκό δικαστήριο για να δικάσει τους υπαιτίους για τον θάνατο κάποιων εργαζόμενων σε ορυχείο. Ακολούθησε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, στην οποία ο Μ. Φουκώ υποστήριξε πως είναι εναντίον των λαϊκών δικαστηρίων διότι αναπαράγουν τις ψευδαισθήσεις της αστικής δικαιοσύνης, καθώς ο δικαστής κάθεται ψηλότερα από τους αντίδικους ακριβώς για να υποδηλωθεί ότι κρίνει από μια ουδέτερη θέση, ενός απρόσωπου τρίτου - θέλουν να επιβάλλουν δηλαδή στους εργάτες μια δήθεν καθολική ηθική της τιμιότητας, που θα τους κάνει να στραφούν ενάντια στους φτωχούς που κλέβουν για να φάνε. Απ’ αυτή την άποψη θα μπορούσαν να θεωρηθούν αυθεντικότερη έκφραση του δικαίου οι παλιές τελετουργίες της «προδικαστικής» δικαιοσύνης, όπως είναι π.χ. η περιφορά του κεφαλιού του εχθρού σε ένα παλούκι (όπως έγινε με το κεφάλι του διοικητή της Βαστίλης), ο εμπρησμός της ξυλείας και η λεηλασία των σπιτιών.
Για μένα που δεν είμαι μπρατσαράς, η πενιχρή ελπίδα μου να μην υφίσταμαι την αδικία των ισχυρών, «να βρω το δίκιο μου» που λένε, είναι να λειτουργήσει κάποιας μορφής δικαιοσύνη. Νιώθω λοιπόν εδώ και καιρό ότι όσοι έχουν στα χέρια τους τη δικαιοσύνη δεν έχουν αντιληφθεί ότι χονδρικά υπάρχουν μόνο δύο περιπτώσεις: είτε εξαγριωμένοι πολίτες θα φωνάζουν «κόψτε τους αντίχειρες των ευγενών», μαζί με τον Μαρά, είτε το δικαστικό σώμα θα ξεκουνηθεί από την ιδιοτελή χαύνωση. Έτσι κι αλλιώς το επαναστατικό δίκαιο, λέω γι’ αυτούς που το περιμένουν σύντομα, δεν συνιστά λύση διαρκείας. Εξηγούμαι: ούτε στο Βατοπέδι, ούτε στη Ζίμενς, ούτε στις Υποκλοπές, ούτε πουθενά αλλού αποδόθηκε ποτέ δικαιοσύνη. Ο κόρακας δεν βγάζει το μάτι του κοράκου, κι έτσι η οργή αυξάνεται. Τα τερτίπια της ιστορίας δύο εισαγγελέων που παραιτούνται αλλά δεν παραιτούνται, και αναφέρουν ονόματα αλλά δεν αναφέρουν ονόματα, και η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο αλλά δεν μπαίνει στο αρχείο, και στο τέλος κάτι θα γίνει αλλά δεν θα γίνει τίποτα, είναι όλα λάδι στη φωτιά. Ο γκαζιάρης Κίμων, αχαρακτήριστος πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ που ενοχλείται όταν του απαγορεύουν να παραβιάζει το κόκκινο και αφήνεται ελεύθερος αφού έχει πατήσει αστυνομικό με τη μερσεντές του, από την ίδια αστυνομία που δέρνει και βασανίζει αθώους, είναι λάδι στη φωτιά. Ο πρωθυπουργός που ομολογεί ότι τον έπαιρνε τηλέφωνο ο διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας για να χρηματοδοτήσει τους προπαγανδιστές του, είναι λάδι στη φωτιά. Δεν το έχουν καταλάβει: είτε η δικαιοσύνη μας θα μπορέσει να απορροφήσει το αίσθημα της αδικίας και να το τιθασεύσει (αυτό θα συνέβαινε αν είχαμε δημοκρατία) είτε αργά ή γρήγορα θα ξεριζώνονται καρδιές και θα ψήνονται στη σχάρα, και το γιαούρτωμα θα μοιάζει ευγενές γαρνίρισμα.
Τον Γενάρη του 1868 στο Γαρδίκι Σπερχειάδας μια συμμορία ληστών, οι Αρβανιτάκηδες, έβαλαν τον δάσκαλο να διαλέξει τα παιδιά από τις πλουσιότερες οικογένειες, τα κράτησαν ομήρους και έγραψαν μια επιστολή που κατέληγε λέγοντας: «τα παιδιά σας τα έχουμε εδώ μαζί μας και στείλετε όσα χρήματα παραγγέλουμε εις τον καθένα για να τα πάρετε. Να μην κάνετε αλλιώς γιατί θα σας στείλουμε τα κεφάλια των παιδιών σας να τα κάνετε πατζά». Η ιστορία αυτή προτείνω να διαβαστεί μαζί με την προειδοποίηση του Έ. Χόμπσμπαουμ πως η κοινωνική ληστεία τείνει να γίνεται επιδημική σε εποχές φτώχειας και οικονομικής κρίσης. Δεν συμφωνώ με την παραπάνω τακτική λαϊκής αναδιανομής του πλούτου και δεν θα ήθελα να δω κανενός συνανθρώπου μου το κεφάλι να γίνεται «πατζάς». Πιστεύω όμως ότι αν θέλουμε να αποφύγουμε αυτή τη βάρβαρη δικαιοσύνη, θα χρειαστεί η πολιτισμένη δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Το ιδεώδες της προόδου και ο Δον Κιχώτης ...

ThePressProject...
Του Κωνσταντίνου Πουλή

Ο εικοστός αιώνας κληρονόμησε και στη συνέχεια μας φόρτωσε κι εμάς την ιδέα της προόδου: πίστεψε πως ό,τι ακολουθεί θα είναι καλύτερο απ’ ό,τι προηγήθηκε. Κουσούρια του Διαφωτισμού αυτά, που γενικεύτηκαν στη διάχυτη πεποίθηση πως το μέλλον μάς επιφυλάσσει καλά μαντάτα. Κανείς λοιπόν δεν μας έχει προετοιμάσει για το ότι φέτος, καθώς μας μπαίνει βαρύς ο καινούργιος χρόνος, όλοι προβλέπουν ότι τα πράγματα θα είναι χειρότερα, όχι καλύτερα. Οι τυπικές, μηχανικές ευχές μας είχαν πάντοτε έναν επιφανειακό αέρα αισιοδοξίας. Αυτό το αεράκι λοιπόν δεν πνέει πια. Όλοι είναι βέβαιοι πως το άμεσο παρελθόν μας ήταν καλύτερο από το μέλλον μας. Για μας που μεγαλώσαμε ακούγοντας με αδιάφορη συγκατάβαση ιστορίες από την κατοχή ή τις παιδικές αναμνήσεις φτώχιας των γονιών μας, μοιάζει απίστευτο ότι τώρα τα πράγματα χειροτερεύουν στα σοβαρά. Βεβαίως, το διαφωτιστικό ιδεώδες της προόδου έχει φάει χειρότερα χαστούκια: το πιο γερό ήταν πως η χώρα του Χέγγελ και του Καντ έγινε η χώρα του Χίτλερ, λίγες δεκαετίες αργότερα. Μόνο που αυτή τη φορά η διάψευση χτυπά την πόρτα μας.
Στην τελευταία του ταινία ο Γούντι Άλλεν, τα «Μεσάνυχτα στο Παρίσι», ασχολείται με αυτό που ονομάζει «πλάνη του χρυσού αιώνος», την εσφαλμένη κατά τη γνώμη του πεποίθηση πως στο παρελθόν τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα, σε αντίθεση με σήμερα. Δείχνει λοιπόν έναν ήρωα που νοσταλγεί το Παρίσι του ’20, μεταφέρεται κατά μαγικό τρόπο εκεί και ανακαλύπτει ότι οι καλλιτέχνες τότε νοσταλγούν την «Μπελ Επόκ», τα τέλη του 19ου αιώνα, και εκείνοι με τη σειρά τους την Αναγέννηση. Κοινό κίνητρο της νοσταλγίας είναι, εξηγεί, πως απλώς δεν μας αρέσει η ζωή μας. Μ’ όλη την ευλογοφάνεια της άποψης, όμως, οι εποχές δεν είναι ίδιες. Άλλες είναι καλύτερες και άλλες χειρότερες. Άλλες πιο δημιουργικές καλλιτεχνικά, άλλες λιγότερο. Φτωχότερες και πλουσιότερες. Η άποψη πως όλες οι εποχές έχουν τα καλά τους και τα κακά τους και απλώς οι άνθρωποι πάντοτε γκρινιάζουν αναπολώντας το παρελθόν, δεν επαληθεύεται ιστορικά. Στις αρχές του 20ου αιώνα δεν αναπολούσαν το παρελθόν. Το περιφρονούσαν και θεωρούσαν τα επιτεύγματα του βιομηχανικού πολιτισμού, φουγάρα εργοστασίου και κανόνια, ως αισθητικά αριστουργήματα! Μετά την επανάσταση του ’21 ή μετά τη χούντα στην Ελλάδα δεν αναπολούσαν το παρελθόν, αντιθέτως πίστευαν ότι έφτιαχναν έναν καινούργιο κόσμο, καλύτερο από αυτόν που αποχαιρετούσαν. Εμείς; Τι θα εννοούμε φέτος λέγοντας «καλή χρονιά»;
Μια που είμαι ιδιοσυγκρασιακώς ακατάλληλος για να παρηγορώ τους απαισιόδοξους (θα ήμουν τελείως ακατάλληλος για να αναλάβω την τηλεφωνική γραμμή παρέμβασης για την αυτοκτονία), να πω μια σκέψη. Σε μία από τις λίγες ποιητικές στιγμές του ο Καντ γράφει πως ο ηθικός χαρακτήρας είναι αυτό που μας θωρακίζει απέναντι στα χτυπήματα της τύχης, διότι ακόμη και όταν η τύχη μάς τσακίζει, η ηθική πρόθεση «λάμπει σαν διαμάντι». Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να ευτυχήσουμε, διότι αυτό είναι στα χέρια της τυφλής τύχης, όχι στα δικά μας, αλλά να γίνουμε άνθρωποι «άξιοι της ευτυχίας». Ο Δον Κιχώτης πάει να ελευθερώσει τον μικρό Αντρέα, όταν βλέπει να τον μαστιγώνουν. Μόλις απομακρύνεται όμως, ο δύστυχος μικρός τις τρώει δέκα φορές χειρότερα και καταριέται τον Δον Κιχώτη που ανακατεύτηκε και εξαγρίωσε το αφεντικό του – κι εκεί ο Καντ επιμένει πως η πρόθεση λάμπει σαν διαμάντι, ακόμη και όταν το αποτέλεσμα είναι ολέθριο. Ε λοιπόν αυτό που μπορεί να επιδιώξει κανείς είναι να γίνει «άξιος της ευτυχίας», να γίνει ο τύπος του ανθρώπου που δεν είναι γαϊδούρι, που του αξίζει να είναι ευτυχισμένος. Αυτό θα πει να επιμένουμε με ατσαλάκωτο φρόνημα, με κόντρα τον καιρό, ακόμη και όταν όλα είναι εναντίον μας. Τι μας επιφυλάσσει η μοίρα δεν το ξέρω ούτε εγώ ούτε κανένας. Ξέρω ότι η συνήθης πολιτική παρηγοριά πως «το μέλλον δεν θα είναι άσπρο ή μαύρο αλλά κόκκινο», πως τέλος πάντων κάπως θα επικρατήσουν επιτέλους οι δυνάμεις του καλού, δεν με πείθει. Όλα τα σωτηριολογικά σχήματα είναι κατά βάσιν αισιόδοξα: ξεκινάμε από τον απωλεσθέντα παράδεισο, την αταξική κοινωνία, έχουμε την πτώση, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, την επανάσταση και την επάνοδο στον παράδεισο. Δεν συμμερίζομαι την αισιοδοξία, παρότι ξέρω πως «η πρόθεση που λάμπει σαν διαμάντι την ώρα που η τύχη μάς τσακίζει» είναι μια πολύ φτωχή παρηγοριά. Αλλά δεν είναι δουλειά της σκέψης να παρηγορεί, τουλάχιστον όχι της δικής μου. Αν κάτι μας κρατήσει όρθιους, είναι νομίζω δύο πράγματα: Το πρώτο είναι να μπορέσουμε να γευόμαστε ακόμα τις χαρές που προσφέρουν οι σπάνιες στιγμές που μια συλλογικότητα πάλλεται σε δρόμους και πλατείες και η φωνή των αδυνάτων ακούγεται, όσο εύθραυστη κι αν είναι αυτή η φωνή. Να την ενισχύσουμε όσο μπορούμε για να δυναμώσει, να διεκδικήσει και μαζί να μεταμορφώσει τους ανθρώπους που συμμετέχουν. Το δεύτερο είναι να καταφέρουμε εμείς να μη γίνουμε σαν την εποχή μας, σκληροί και σκατόψυχοι, λύκοι. Γιατί στο τέλος, τι απομένει; Να απαντήσουμε όχι μόνο τι καταφέραμε αλλά και τι άνθρωποι γίναμε, μέσα σ’ όλ’ αυτά.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

«Πλύσου γομάρι, η Αθήνα γιορτάΖει» »

ThePressProject...
Του Κωνσταντίνου Πουλή

Χριστούγεννα. «Παιδίον εγεννήθη ημίν», είναι η φράση με την οποία το Ευαγγέλιο κομίζει το μήνυμα της ελπίδας, αυτό που γιορτάζουμε κάθε χρόνο τέτοιες μέρες με τις γνωστές εκδηλώσεις. Οι άνθρωποι χωρίζονται ως γνωστόν σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που χαίρονται, εκτιμούν και απολαμβάνουν τις πρωτοβουλίες χαράς και ελπίδας με ανυποχώρητη παιδική ευαισθησία, και στους μίζερους, που ό,τι και αν συμβεί βρίσκουν πάντα κάτι κακό να πουν, να γκρινιάξουν πως «ψωμί τυρί δεν είχαμε, γιρλάντες για τ’ αρχ… μας», κ.ο.κ. Ανήκω βεβαίως στη δεύτερη κατηγορία, της γκρίνιας.

Ο δήμαρχός μας, που δεν μασάει τα λόγια του, εξηγεί πως η κίνηση του στολισμού της πόλης έχει ως στόχο «να τονωθεί η εμπορική κίνηση στο κέντρο της Αθήνας». Αυτή η στάση συμβολίζεται με την εικόνα που αποτυπώθηκε πριν από τρία χρόνια σε πάμπολλες φωτογραφίες, με τα ΜΑΤ να φυλάνε το δέντρο του Κακλαμάνη, άλλου αστέρα του φούμαρου. Όλη αυτή η παμπάλαιη πνευματική παράδοση, με πατριάρχη βεβαίως τον Αβραμόπουλο, δεν κρύβει τον στόχο της: μια ευεξία που θα οδηγεί στον πυρήνα του χριστιανικού μηνύματος των γιορτών, τα ψώνια. Μάλιστα την ησυχία του καταναλωτή διασφαλίζει η αστυνομία, ως θεματοφύλακας των σύγχρονων ναών, των σόπινγκ σέντερ. Η υπόθεση αυτή με τα ψώνια είναι ούτως ή άλλως θλιβερή, ιδίως για ανθρώπους σαν κι εμένα, που ψωνίζω πάντοτε με μούτρα. Όσο όμως αυξάνει η φτώχια γύρω μας, τόσο παύει να γίνεται θλιβερή και γίνεται εξοργιστική. Διότι καταλαβαίνει ο καθένας ότι σε μια πόλη με τόσους αστέγους, να λες ότι ξηλώνεις τα παγκάκια για να θυμίζει η Αθήνα ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, όπως είπε ανερυθρίαστα ο δήμαρχός μας, σημαίνει ότι πρώτα αφήνεις έναν άνθρωπο άστεγο και μετά τον κατηγορείς γιατί σου βρωμάει. Να βλέπεις τον απόκληρο της ζωής και να παραπονιέσαι ότι είναι «υγειονομική βόμβα», είναι μια μορφή αποκτήνωσης. Τέτοιες κουβέντες ακούγονται ολοένα και πιο συχνά, και αυτό ίσως μπερδεύει, αλλά δεν πρέπει. Παραμένει αποκτήνωση. Ότι αυτά εντάσσονται μάλιστα στο πνεύμα των Χριστουγέννων, είναι από τα εξωφρενικά της εποχής. Είναι η απόσταση που καλύπτει κανείς προκειμένου να φτάσει από τη φτωχική φάτνη του Ευαγγελίου στους σπουδαστές ιδιωτικής σχολής που στολίζουν χριστουγεννιάτικα την πόλη μας διαφημίζοντας τη σχολή τους, ή το ξήλωμα των αστέγων στο όνομα της «Αλληλεγγύης-συλλογικότητας-συμμετοχής», που είναι το τρίπτυχο της επιτυχίας του δήμου Αθηναίων. Ακούω κιόλας τη φωνή της κριτικής: χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε; Αντί να βλέπεις άδειες βιτρίνες, θα πάνε οι φοιτητές της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και θα στολίσουν. Κακό είναι; Κακό είναι, χάλια. Όλος αυτός ο ντόρος για να στολιστούν 30 μαγαζιά, σαν να μακιγιάρουμε τα πτώματα σε κλόουν ή σαν να ραντίζουμε με πατσουλί βρώμικες μασχάλες. Καλό είναι; Ο καλλωπισμός της βιτρίνας, εύλογη επιθυμία κάθε μαγαζάτορα που η περιρρέουσα φτώχεια τού χαλάει τη μόστρα, έχει έναν μόνο σκοπό: δημιουργούμε γιορτινή ατμόσφαιρα ώστε να βάλουν το χέρι στην τσέπη όσοι έχουν λεφτά στην τσέπη τους. Στολίστε το Σύνταγμα λοιπόν, είναι κάτι σαν εθελοντική συμμετοχή στη διαφημιστική καμπάνια των εμπόρων.

Δεν επικαλούμαι το επιχείρημα που λέει πως ναι μεν είναι καλό αυτό που γίνεται, αλλά «τι σημασία έχει την ώρα που…». Δεν έχει νόημα να επιμένουμε πως κάτι «είναι καλό αλλά δεν αρκεί». Αυτό συνιστά σόφισμα, αφού τίποτα, ποτέ δεν αρκεί, και αυτός δεν είναι λόγος για να αδρανούμε. Όμως συμμερίζομαι το επιχείρημα της υποκρισίας. Ο καλλωπισμός της πόλης έχει τον χαρακτήρα της χριστουγεννιάτικης μουσικής που παίζουν τα πολυκαταστήματα για να δημιουργούν διάθεση για αγορές. Όποιος θέλει να νοιαστεί συνανθρώπους, και όχι να υπερασπιστεί συμφέροντα καταστηματαρχών και εταιρειών, βοηθάει συνανθρώπους. Να λοιπόν μία πρακτική πρόταση, δια στόματος Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, από μένα τον αλιβάνιστο: μαθαίνει ο παπά-Φραγκούλης ότι δυο χωριανοί του έχουν αποκλειστεί από το χιόνι στο κάστρο, προπαραμονή Χριστουγέννων. Ετοιμάζεται να πάει να τους βρει, να λειτουργήσει εκεί, να τους ζεστάνει και να τους ταΐσει, παρά την κακοκαιρία. Όταν του φέρνουν αντιρρήσεις ρεαλιστικές, απαντά «δεν είναι λόγια αυτά», και μαζεύει τελικά δεκαπέντε νοματαίους για το επικίνδυνο ταξίδι, «πριν προφθάσασα πνεύση η παγερά πνοή της φιλαυτίας και αδιαφορίας». Ξέρω, ξέρω, εμείς οι προοδευτικοί άνθρωποι πρώτον δεν διαβάζουμε Παπαδιαμάντη και δεύτερον δεν επιτρέπουμε καμία ψυχοπονιάρικη ηθική να μαλακώσει τα επαναστατικά μας σχέδια. Πού και πού όμως μπορούμε να ζητάμε από την αδηφάγα αγορά, που κάνει τα πάντα σαν τα μούτρα της και μετατρέπει όλες τις πλευρές της ζωής σε κατανάλωση, να αφήσει ήσυχο ένα έστω στοιχείο της ζωής μας: το νοιάξιμο. Τη συμπάθεια, στη θέση αυτής της εστέτ σιχασιάς. Νά ένα χριστουγεννιάτικο μήνυμα.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Ο Θόδωρος Πάγκαλος, ο Πρίμο Λέβι και το Άουσβιτς

The Press Project ...
Tου Κωνσταντίνου Πουλή

Η πρώτη έκπληξη που περίμενε τον κρατούμενο μόλις έφτανε στο Άουσβιτς ήταν ότι αυτοί που τον γρονθοκοπούσαν και ούρλιαζαν ακατανόητες διαταγές μες στ’ αυτιά του δεν ήταν Ες-Ες, αλλά συγκρατούμενοί του που αντάλλασσαν τη συνεργασία με τον εχθρό με μικρά ή μεγαλύτερα προνόμια, οι διαβόητοι «Κάπος». Ο Πρίμο Λέβι περιγράφει κάποιον που προδίδει τον συνένοχό του σε μια κλοπή και τον αφήνει να μαστιγωθεί, προκειμένου να μπορέσει να θέσει υποψηφιότητα για λαντζέρης. Κάποτε η αμοιβή ήταν λίγο μεγαλύτερη μερίδα φαγητού, ποσότητα κρίσιμη όμως για να μπορέσει κανείς να επιζήσει. Ένας μεγαλοδιευθυντής σημαντικής χημικής βιομηχανίας εξασφαλίζει το προνόμιο να πλένει το καζάνι των Πολωνών εργατών και έτσι κερδίζει μισή καραβάνα σούπας παραπάνω καθημερινά, και φτάνει στο τέλος να αναλάβει καθήκοντα στην επιλογή των «κατάλληλων προς εργασία» κρατουμένων. Ο Λέβι περιγράφει ωμά πως αυτοί που έφτασαν στον πάτο δεν επέστρεψαν για να διηγηθούν τι συνέβη. Η πλειονότητα αυτών που επέζησαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα κατάφεραν χάρη σε προνόμια τέτοιου τύπου. Οι Ναζί ανέθεταν σε Εβραίους από μικροδουλειές, όπως η συλλογή των χρυσών δοντιών και των μαλλιών, μέχρι τη διαχείριση των κρεματορίων. Μάλιστα η αρμόδια «Ειδική Ομάδα», για τελετή μύησης έκαιγε τα πτώματα των προκατόχων της στο ίδιο πόστο. Κατά βάθος, αυτό που ο Λέβι ονομάζει «το δαιμονικότερο έγκλημα του εθνικοσοσιαλισμού» είναι η υπηρεσία που πρόσφεραν στο καθεστώς όλοι αυτοί οι κρατούμενοι που συνεργάστηκαν με τους φονιάδες τους, δημιουργώντας μια γκρίζα ζώνη που θολώνει τα νερά, στερεί από τα θύματα την αθωότητά τους, τα εκφυλίζει και τα διαφθείρει. Ένα τέτοιο καθεστώς δεν θα επέτρεπε ποτέ την αγιοποίησή τους. Φροντίζει ώστε ο θύτης να μπορεί να πει θριαμβευτικά πως είναι άξια της μοίρας τους.

Το σοκ της ανάγνωσης των βιβλίων του Λέβι (με πρώτο το αριστουργηματικό «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος») οφείλεται μεταξύ άλλων και στην παρρησία με την οποία έχει παρουσιάσει τη συνεργασία των κρατουμένων με τον εχθρό στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, προσθέτοντας ωστόσο πως όποιος δεν πέρασε από το Λάγκερ δεν μπορεί να κρίνει. Είναι δύσπεπτο το συμπέρασμα πως ποτέ, ακόμη και στην περίπτωση της πιο ακραίας θηριωδίας, όπως είναι το ολοκαύτωμα και ειδικότερα το Άουσβιτς, ποτέ δεν μπορούμε να διακρίνουμε ξεκάθαρα τους θύτες από τα θύματα. Υπάρχει πάντοτε μια γκρίζα ζώνη, μια περιοχή διάχυτης, μολυσματικής συνενοχής. Το επιχείρημα του Λέβι είναι πως παρ’ όλ’ αυτά, όσο κι αν ο ίδιος ή όλοι μας κρύβουμε μέσα μας έναν φονιά, ο ίδιος υπήρξε θύμα και όχι φονιάς, και το να συγχέει κανείς τις δύο κατηγορίες σημαίνει ηθική αρρώστια, εστετίστικη εκζήτηση ή σημάδι συνενοχής.

Προφανώς δεν χρειάζεται να μας υπενθυμίσει κανείς ότι δεν ζούμε στο Άουσβιτς και ότι το άλμα προς τη σημερινή εποχή είναι τεράστιο, αλλά το δικαίωμα του παραλληλισμού μάς το δίνει ο ίδιος ο Λέβι, όταν λέει πως το διάστημα που χωρίζει τους θύτες από τα θύματα δεν είναι ποτέ κενό, και πως πρέπει να το γνωρίσουμε όχι μόνο για να προστατευτούμε σε μια ανάλογη δοκιμασία, αλλά «ακόμη και αν απλώς θέλουμε να αντιληφθούμε αυτό που συμβαίνει σε μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα». Ο Λέβι δεν είναι μόνο κάποιος που μεταφέρει τη μαρτυρία του Άουσβιτς, όπως ταπεινά αυτοπεριγράφεται, είναι δοκιμιογράφος πρώτης γραμμής, ικανός στοχαστής των ανθρωπίνων. Παρουσιάζοντας το τελευταίο του βιβλίο πριν την αυτοκτονία του το 1987 («Αυτοί που βούλιαξαν κι αυτοί που σώθηκαν») ως κείμενο σκέψης, όχι ανάμνησης, ανοίγει τον δρόμο για να εφαρμόσουμε τα συμπεράσματά του σε πεδία κατά τα λοιπά μη συγκρίσιμα.

Η ιστορική φράση λοιπόν του μισητού αντιπροέδρου, το περίφημο «Τα φάγαμε όλοι μαζί», συνοψίζει τη συνειδητή, συνειδητότατη στρατηγική ενοχοποίησης των θυμάτων, με σκοπό ακριβώς να αμβλύνει την κριτική τους, να τους στερήσει την αθωότητα, και τέλος να ελαφρύνει τη συνείδηση του θύτη. Το νόημα της φράσης είναι πως αγνοείται η διάσταση της τοκογλυφίας και η έμφαση μεταφέρεται στους σπάταλους λαούς, που ζουν πάνω από τις δυνάμεις τους παράγοντας ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Δεν πρόκειται λοιπόν για μάχη ανάμεσα στους λίγους και τους πολλούς, αλλά για μάχη μιας απρόσεκτης, εφηβικής κοινωνίας, με τον κακό εαυτό της. Αρκεί να θυμίσουμε το «We all partied», το ίδιο επιχείρημα μεταφρασμένο ιρλανδιστί, για να αντιληφθούμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιδιοσυγκρασιακή αμετροέπεια του υπεραυθάδους αντιπροέδρου, αλλά για καλοσχεδιασμένη επικοινωνιακή τρίπλα. Αυτό για το οποίο κατηγορείται ο λαός είναι πως τόλμησε να φάει τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι όπου γίνεται το μεγάλο φαγοπότι. Όταν ο ανθρωπάκος που παρακάλεσε για να διορίσει το παιδί του εξισώνεται με τον απατεώνα που θησαύρισε παίρνοντας μίζες από τα εξοπλιστικά προγράμματα και νομοθέτησε το ακαταδίωκτο της κομπίνας του ή το χρυσό αγόρι που φρόντισε να άρει τους ρυθμιστικούς περιορισμούς στην τοκογλυφία, είναι χρήσιμο να θυμίζουμε ότι, πρώτον, πάντα υπάρχει μια γκρίζα ζώνη, ακόμη και στα ειδεχθέστερα εγκλήματα και, δεύτερον, ότι αυτή η γκρίζα ζώνη δεν καταργεί τη διάκριση θύτη και θύματος, όσο και αν το θέλουν οι πραγματικοί υπαίτιοι της καταστροφής. Η εξουσία διαφθείρει με μικροπρονόμια, όπως ο μαφιόζος απαιτεί από τον μυούμενο να βάψει τα χέρια του με αίμα. Ο υδραυλικός και ο γιατρός που δεν κόβουν απόδειξη αποτελούν την παντιέρα της γκρίζας ζώνης που χρησιμεύει για να δειχθεί ότι βράζουμε όλοι στο ίδιο καζάνι της συνενοχής για το αδιέξοδο. Ζητούμενο της διαυγούς κρίσης είναι να μπορεί να αντιλαμβάνεται τις συνάφειες, αλλά να μην παραβλέπει τις διαφορές.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Εκβιαστικά διλήμματα: Η Σκύλλα και η Χάρυβδη στην πολιτική

The Press Project ...
του Κωνσταντίνου Πουλή

Όταν η Κίρκη δίνει ταξιδιωτικές οδηγίες στον Οδυσσέα, του περιγράφει πρώτα τη Σκύλλα, το τέρας με τα δώδεκα πόδια και τους έξι λαιμούς, που έχει ένα τρομερό κεφάλι σε κάθε λαιμό, με τρεις σειρές δόντια, που παραμονεύει τα θύματά της και δεν γλιτώνει κανείς. Υπάρχουν όμως και καλά νέα: Έχει μόνο έξι κεφάλια. Θα φάει λοιπόν μόνο έξι συντρόφους του Οδυσσέα, και οι υπόλοιποι θα γλιτώσουν, ενώ στην άλλη πλευρά υπάρχει η Χάρυβδη, μια δίνη που μπορεί να καταπιεί ολόκληρο το πλοίο μαζί με τους άντρες του. Έτσι, τον συμβουλεύει: χίλιες φορές να θρηνήσεις έξι συντρόφους, παρά να τους χάσεις όλους μονομιάς.

Αν μεταφράσουμε τώρα στη γλώσσα της τρέχουσας δημοσιογραφικής προπαγάνδας, ας πούμε στη γλώσσα των υπαλλήλων της «Καθημερινής», στην πολιτική επιλέγει κανείς ανάμεσα «στο δυσάρεστο και το καταστροφικό», όπως λέει ο Π. Μανδραβέλης. Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε με το δίλημμα Μνημόνιο ή Χρεοκοπία και ακολούθως προχωρήσαμε, κατά τη μεταδημοψηφισματική, παπαδήμειο περίοδο της πολιτικής μας, στο δίλημμα Ευρώ ή Δραχμή. Το σόφισμα έγκειται στο ότι από τις άπειρες δυνατές λύσεις (και εννοώ κυριολεκτικά άπειρες, αφού θεωρητικά δεν υπάρχει όριο στον αριθμό των δυνατών προτάσεων ή των πιθανών προοπτικών μας) επιλέγονται μόνο δύο: η μία παρουσιάζεται ως καταστροφή, Κόλαση, και η άλλη εκπροσωπείται ως μια εκδοχή του μη χείρονος. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο εκβιαστής λέει «μπορεί να είμαι χάλια, αλλά αν δεν είμαι εγώ στα πράγματα, η εναλλακτική δεν είναι απλώς χάλια, είναι η Κόλαση η ίδια. Τι προτιμάτε, να φάω έξι συντρόφους και να τελειώνουμε ή να βυθιστεί το καράβι αύτανδρο;». Όλη η σπουδή επιδεικνύεται σε αυτή την περίπτωση προκειμένου να αποσιωπηθούν οι εναλλακτικές λύσεις.

Ας θυμηθούμε, χωρίς να ανατρέξουμε στο πολύ μακρινό παρελθόν, πως ο όψιμα επικριτικός Πρετεντέρης μαστίγωνε τους διαφωνούντες με το Μνημόνιο λέγοντας πως χωρίς αυτό δεν θα είχαμε λεφτά για να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις, παρότι τα λεφτά του Μνημονίου δεν πήγαν σε μισθούς και συντάξεις αλλά στους δανειστές μας. Επίσης, πρόσφατα καταλήξαμε σε κούρεμα 50%, το οποίο ήταν κι αυτό απαγορευμένη λέξη, μέχρι που έπαψε να είναι απαγορευμένη λέξη και κατέστη ευλογία. Αυτά είναι περίπου κοινοί τόποι σήμερα, αλλά είναι χρήσιμο να τα υπενθυμίζουμε στον βαθμό που μας επιτρέπουν να δούμε και να σκεφτούμε τα αντίστοιχα τυφλά σημεία του σημερινού διαλόγου. Την ώρα που η επίσημη προπαγάνδα και οι εκφραστές της ωρύονταν πως οι εκδοχές είναι δύο, η δυσάρεστη (των λαθών τους) και η καταστροφική (των απειλών τους), φαίνεται τώρα ότι επεξεργάζονταν τα σενάρια που απαγόρευαν στην κοινή γνώμη να συζητά. Σήμερα συμβαίνει το ίδιο με τη συζήτηση για τη δραχμή. Με τον εκβιασμό για την έξοδο από το Ευρώ πάγωσε μέσα σε μία μέρα η κοινή γνώμη. Όλα τα ΜΜΕ ανατρίχιασαν μπροστά στη διακινδύνευση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας και ξαφνικά η κριτική στην κυβερνητική πολιτική κατέστη συνώνυμη της βίαιης οπισθοδρόμησης. Δεν είμαι ειδικός για να αναλύσω τις συνέπειες της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, αλλά είναι φανερό πως πλειάδα ειδικών θεωρούν πως υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι για να γίνει και πως οι συνέπειες δεν θα είναι όλες αρνητικές, θα είναι μάλιστα υπό προϋποθέσεις συγκριτικά προτιμότερες από την ασκούμενη πολιτική. Η παρουσίαση της επιστροφής στη δραχμή ως Κόλασης υπηρετεί το σοφιστικό στρατήγημα της αποσιώπησης των τρίτων λύσεων και της εμφάνισης της μόνης εναλλακτικής λύσης ως καταστροφής, στρατήγημα που μπορούμε να ονομάσουμε ιδεοτυπικά «Καραμανλής ή τανκς». Παρόμοια ήταν η περίπτωση των γαλλικών προεδρικών εκλογών του 2002, ανάμεσα στον υπόλογο για διαφθορά Σιράκ και τον φασίστα Λεπέν, όπου χρησιμοποιήθηκε το σύνθημα «ψηφίστε τον απατεώνα, όχι τον φασίστα»! Προσπερνώ τον πειρασμό να πω ότι ο σημερινός πολιτικός μπαξές στην Ελλάδα έχει κι απ’ τα δύο, και απατεώνες και φασίστες, και επιστρέφω στα εκβιαστικά διλήμματα. Το συμφέρον της εξουσίας είναι να απλοποιεί και να βιάζεται. Πάντοτε περιφρονεί τις αναλύσεις ως ακροβασίες για ποιητικές φύσεις, για ηλιθίους του περιθωρίου δηλαδή, που δεν μπορούν ποτέ να διαχειριστούν μια πραγματική κρίση παίρνοντας αποφάσεις. Όμως αυτή η στάση είναι βεβαίως υποκριτική, αφού αν μη τι άλλο αποκρύπτει ότι η εξουσία ασκείται συχνά, ακόμη και στη σημερινή κρίση, με τρομερούς δισταγμούς, παλινωδίες και καθυστερήσεις, που κάνουν κι εμάς τους χαρτογιακάδες του ελεύθερου στοχασμού να βγαίνουμε από τα ρούχα μας, να ζητούμε επιτέλους λίγη διαχειριστική επάρκεια, κι ας περιμένει η επανάσταση. Κι όμως, ο λόγος της εξουσίας επικαλείται πάντα μια αίσθηση του επείγοντος, κατάσταση «έκτακτης ανάγκης». Η διαχειριστική πολιτική ξέρει να θέτει διλήμματα και να εκβιάζει. Όπως λέει ο καθηγητής Γουλφ, όταν κάποιος σε σταματήσει για να σε ληστέψει και σε ρωτήσει αν έχεις προτίμηση μεταξύ μαχαιρώματος ή στραγγαλισμού, ευλόγως θέλεις να αναφωνήσεις: «δεν αποδέχομαι το εύρος των διαθέσιμων επιλογών». Η Πολιτική με κεφαλαίο Π δεν αναγνωρίζει διλήμματα, διότι εξ ορισμού συνιστά υπέρβαση των διλημμάτων, μεταμορφώνοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις του ερωτήματος. Δεν μιλώ υπεραισιόδοξα. Εννοώ ότι αντί να προσχωρήσουμε στη λογική «το μη χείρον βέλτιστον», με την οποία καλούμαστε να επιλέξουμε μεταξύ Σιράκ και Λεπέν, Μπους και Σαντάμ, Παπαδήμου και εσωτερικής στάσης πληρωμών κ.ο.κ., η δική μας πρόταση είναι η νηφάλια επαναφορά στη συζήτηση όλων των υπαρκτών επιλογών που αυτή τη στιγμή αποσιωπούνται. Όχι μόνο την πιθανότητα να σκοτώσει ο Ηρακλής τη Σκύλλα, όπως αναφέρει άλλη εκδοχή του μύθου, αλλά π.χ. να γνωρίσουμε έναν φίλο στη Σκύλλα και να την ενθαρρύνουμε να φύγει για ένα σύντομο ταξιδάκι στο εξωτερικό, μέχρι να διασχίσουμε τα στενά, να μην επιστρέψουμε στην Ιθάκη αλλά να πάμε στις Μαλδίβες, να φτιάξουμε πλωτή πολιτεία και να τρεφόμαστε με πουλιά και ψάρια, να κάνουμε όπισθεν ολοταχώς, να αφήσουμε το πλοίο και να περπατήσουμε στην έρημο, να επινοήσουμε το αερόστατο, να κάνουμε με μία λέξη αυτό που τα εκβιαστικά διλήμματα μας απαγορεύουν: να σκεφτούμε.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Στερνό αντίο στον Γιώργο, ή: οι πασοκάνθρωποι και η Αριστερά

The Press Project...
Του Κωνσταντίνου Πουλή

Μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων των τελευταίων ημερών η δυσκολία είναι να ξεχωρίσει κανείς το καινούργιο από το αναπάντεχο, ποιες από τις εξελίξεις έχουν μια σημασία που ξεπερνά τα αναμενόμενα. Όσον αφορά το θρίλερ για τη διαδοχή του Παπανδρέου, το πώς και πότε έχει πια μικρή σημασία. Κι αυτός ο πρωθυπουργός θα φύγει σύντομα ντροπιασμένος και εξευτελισμένος, ακριβώς όπως και ο προκάτοχός του. Αυτό σκεφτόμουν όταν έβλεπα στην τηλεόραση χαμογελαστό τον Κ. Καραμανλή να αναλαμβάνει καθήκοντα το 2004, αυτό θα σκέφτομαι και σε λίγο, όταν ο Σαμαράς θα πανηγυρίζει την εκλογή του. Τον περιμένει κι αυτόν ο κύκλος των ψεύτικων υποσχέσεων, του εξευτελισμού και της σιωπής. Ο Παπανδρέου είναι τώρα στο δεύτερο στάδιο: του εξευτελισμού. Αυτόν τον κύκλο υπενθυμίζει η φράση του Σκιπίωνα, που βλέποντας το τέλος των εχθρών του δάκρυσε, λέει, γιατί θυμήθηκε τον ομηρικό στίχο πως θα έρθει η μέρα που και η δική του πόλη θα καταστραφεί. Ο ίδιος μύλος θα αλέσει και τον Γιωργάκη - αν όχι αύριο, τότε μεθαύριο, η διαφορά είναι μικρή. Και φυσικά οι παληκαρισμοί ενός διεθνώς τσαλαπατημένου πρωθυπουργού δεν τον αποκαθιστούν στα μάτια μας, τον κάνουν ακόμη πιο θλιβερό. Μπαίνει κι αυτός στη σωρεία των ηγετών που θέλουν να κυβερνούν από την εντατική, από τον τάφο, από το ψυχιατρείο, πάντως θέλουν να κυβερνούν. Αυτό που έχει μεγαλύτερη και πιο μόνιμη σημασία είναι τα συμφέροντα (που τα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας) και οι νοοτροπίες (που τις βρίσκουμε συνεχώς δίπλα μας).

Απ’ αυτή την άποψη, η βραχύβια ιδέα του δημοψηφίσματος έφερε δύο ζητήματα στην επιφάνεια: καθώς ακούγαμε τόσους πολιτικούς να επαναλαμβάνουν ότι ο λαός δεν μπορεί να αποφασίζει για τόσο σοβαρά θέματα, έλεγα μέσα μου πως διαφωνώ με το συμπέρασμά τους, αλλά ταυτοχρόνως συμφωνώ με τη διαπίστωσή τους: λαός είναι αυτό το γκαβό κοπάδι που εδώ και τόσον καιρό μού φορτώνει στο σβέρκο τα δύο μεγάλα κόμματα, που εκλέγει τον συρφετό των σκερβελέδων που χθες χειροκροτούσαν τον Παπανδρέου, μετά από όσα είχαν γίνει και ειπωθεί. Πιστεύω στη δημοκρατία, συνεπώς και στα δημοψηφίσματα, όχι επειδή θεωρώ τον λαό σοφό, αλλά επειδή θέλω ο λαός να είναι ελεύθερος να κάνει λάθη, όπως λάθος θεωρώ ότι κάνει τόσον καιρό επιλέγοντας αυτούς τους πολιτικούς, και κυρίως αυτή την πολιτική. Κοντός ψαλμός αλληλούια λοιπόν, ο Παπανδρέου έχει σκοντάψει και παραπατάει, αν δεν πέσει τώρα θα πέσει σε λίγο. Το ουσιώδες ερώτημα παραμένει πάντοτε πόσοι ψηφοφόροι θα βρεθούν πάλι για να μου φορτώσουν κάποιον παρόμοιο στη θέση του.

Η δεύτερη αποκάλυψη και η πιο δυσάρεστη έκπληξη των ημερών ήταν το ξεμασκάρεμα της Αριστεράς, που πρόλαβε να εκτεθεί κατά τον χειρότερο τρόπο στις λίγες ώρες που κράτησε η κουβέντα για το δημοψήφισμα. Ένα δημοψήφισμα για τη δανειακή σύμβαση (σαν αυτό που οι εταίροι μας μας απαγόρευσαν να κάνουμε, όταν τράβηξαν το αυτάκι του υπερήφανου πατριώτη πρωθυπουργού μας) θα μπορούσε να οδηγήσει σε ουσιώδη αλλαγή πολιτικής. Αντιθέτως οι εκλογές θα φέρουν μεν αύξηση των ποσοστών της κοινοβουλευτικής αριστεράς, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα βρεθούν και πάλι τα κουρέλια με τα οποία θα ραφτεί η μνημονιακή κουρελού, δεν θα εκλεγεί επαναστατική κυβέρνηση. Συνεπώς, όταν το ΚΚΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ δηλώνουν πως τους ξινίζει το δημοψήφισμα, προκρίνουν ωμά το κομματικό τους συμφέρον, το συμφέρον του μαγαζιού τους, έναντι της αλλαγής πολιτικής. Κι αν λέει κανείς ότι με το δημοψήφισμα «δεν φαίνεται για ποιον λόγο ψηφίζει κανείς ναι ή όχι», έχουμε να κάνουμε με το ίδιο επιχείρημα μεταμφιεσμένο: το θέμα είναι να καταγράψουν αν είμαστε μαζί τους, όχι να υπάρξει αποτελεσματική αντίσταση στην ασκούμενη πολιτική. Αν σε αυτή την εικόνα προσθέσουμε και την αποκαρδιωτική πρόσφατη εικόνα των ΚΝΑΤ να δέρνονται με κουκουλοφόρους (πάρ’ τον έναν και βάρα τον άλλον, δηλαδή) με επίδικο τον ανταγωνισμό για το ποιος θα έχει το πρώτο τραπέζι στην πίστα της διαμαρτυρίας, καταλαβαίνουμε ότι μπροστά στη δόξα της ομάδας τους όλοι αυτοί, την πορεία της συλλογικής διεκδίκησης την έχουν γραμμένη στα παλιά τους παπούτσια.

Οι δηλώσεις της Εύας Καϊλή και η πολιτική οξυδέρκεια του Δημήτρη Ρέππα προορίζονται για να ξεχαστούν πολύ σύντομα. Αυτή τη στιγμή είναι ο μοχλός των εξελίξεων για να περάσουμε στο επόμενο βήμα. Αργά ή γρήγορα όμως θα βρεθούμε αντιμέτωποι με δύο ερωτήματα βαθύτερα και πιο μόνιμα: α) πόσος κόσμος θα εξακολουθήσει να συγκινείται από την εμποροπανήγυρη των κομμάτων εξουσίας και β) αν θα μπορέσει η Αριστερά να πάψει να λειτουργεί σαν κακέκτυπο των άλλων, αν θα μπορέσει αντί για την αύξηση της κομματικής της πελατείας να διεκδικήσει πραγματική αλλαγή.

Ροη αρθρων