του Νικου Σεβαστακη, απο την Αυγη...
Η αναλγησία είναι το χειρότερο δεινό, έλεγε πριν χρόνια η Τζούντιθ Σκλαρ, Αμερικανίδα φιλόσοφος με καταγωγή από την εβραϊκή κοινότητα της Λετονίας. Η αναλγησία και η βαναυσότητα διαιωνίζουν τον φόβο στις ανθρώπινες κοινότητες. «Φοβάμαι μια κοινωνία φοβισμένων ανθρώπων» συμπλήρωνε η ίδια στοχαστής. Είχε κυρίως κατά νουν τις μεγάλες τραγωδίες του εικοστού αιώνα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα κρατικά εγκλήματα που σημάδεψαν εκατομμύρια ζωές.
Αυτό που συνέβη στη Βοστώνη, με τις παραγεμισμένες με καρφιά και ρουλεμάν βόμβες εναντίον του πλήθους, υπενθυμίζει, οδυνηρά, την αλήθεια των παραπάνω λόγων.
Αυτό που συνέβη στη Βοστώνη είναι τρομοκρατία στην καθαρή εκδοχή της: βία δηλαδή η οποία απειλεί να μετατρέψει την ανθρώπινη κοινότητα σε πανικόβλητη μάζα, καταργώντας την ελευθερία και τη χαρά.
Είναι, παρ' όλα αυτά, άξια θαυμασμού και ενθαρρυντική η αντίδραση των Βοστωνέζων στην επίθεση που δέχτηκαν. Η αλληλεγγύη μεταξύ αγνώστων, το πνεύμα της αλληλοβοήθειας και η μαζική κινητοποίηση για βοήθεια στα θύματα, διαψεύδουν τα στερεότυπα περί ατομικισμού και αποξένωσης. Με αυτή την έννοια, η ακραία βαναυσότητα της τρομοκρατικής ενέργειας βρήκε την κατάλληλη απάντηση με την άρνηση των κατοίκων και των επισκεπτών της πόλης να χάσουν την ανθρωπιά τους.
Αλλά η αναλγησία και η βαναυσότητα δεν έχουν μόνο το πρόσωπο της τρομοκρατίας. Δεν αφορούν μόνο έκτακτα γεγονότα, αλλά και καθημερινές ιστορίες, που τις ξαναθυμόμαστε κυρίως κατόπιν εορτής. Αυτό που συνέβη στη Νέα Μανωλάδα της Ηλείας με τη δολοφονική επίθεση εναντίον των εργατών γης είναι μια τέτοια εκδοχή: ένα εξοργιστικό γεγονός, που φέρνει στην επιφάνεια χρόνιες πρακτικές εκμετάλλευσης και αυθαιρεσίας. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο, όπως θα ήθελαν κάποιοι σχολιαστές, στη μεμονωμένη περίπτωση ενός κακού εργοδότη. Η βαναυσότητα αρχίζει από την απλήρωτη εργασία και τις άθλιες συνθήκες στις οποίες ζουν πολλοί μετανάστες εργάτες γης. Και οι πυροβολισμοί από τις καραμπίνες των μπράβων είναι η κορύφωση του δράματος, ο λόγος της δημοσιοποίησής του. Το ίδιο το δράμα παίζεται από καιρό στην αφάνεια, στην κανονική ροή μιας πραγματικότητας για την οποία δεν αρκούν οι στιγμιαίες δηλώσεις καταδίκης.
Η βία λοιπόν κλίνεται στον πληθυντικό. Έχει διαφορετικές διαστάσεις, κλίμακες, μορφές εκδήλωσης. Άλλοτε συνδέεται με την κυριαρχία μέσω του τρόμου και άλλοτε -τις περισσότερες φορές- με την εκμετάλλευση των αδύναμων, όσων στερούνται δημόσιας φωνής. Δεν πρέπει φυσικά να τα θεωρούμε όλα βία, αντιτείνουν κάποιοι. Σωστά. Αν δεν θέλει όμως κανείς να είναι τυφλός απέναντι στην πραγματικότητα, δεν πρέπει να περιμένει το αίμα για να μιλήσει και να δράσει. Τα καλά και συμπονετικά αισθήματα της «επομένης» είναι εύκολα και τετριμμένα. Μεγαλύτερη αξία θα είχε η συστηματική πολιτική αντιμετώπιση των φαινομένων ακραίας υποτίμησης της εργασίας, που κρατούν από παλιά, αλλά μέσα στην κρίση επεκτείνονται πολύ πέρα από τις καλλιέργειες φράουλας στη Νέα Μανωλάδα. Αλλά μια τέτοια συστηματική αντιμετώπιση χρειάζεται πάντοτε κάτι περισσότερο από την ηθική αγανάκτηση για τους δράστες και τη συμπόνια για τα θύματα.