Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Η ηλιθιότητα και το Μουντιάλ...

Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, sport day...
Επιβεβαιώνει τον Αϊνστάιν και την άποψη που διατύπωσε ο φυσικός για τα όρια της βλακείας του σύμπαντος.
«Διαβάζω όμως ότι κάποιοι ηλίθιοι στη Βραζιλία (διόλου τυχαία οι εν λόγω ηλίθιοι είναι και αριστεριστές...), που διαφωνούν με την ανάληψη εκ μέρους της χώρας τους του Μουντιάλ, οργανώνουν σε αντιπερισπασμό ένα «Μουντιάλ των φτωχών».
Περιμένουν, άραγε, ότι κάποιοι (εκτός των ιδίων, ασφαλώς...) θα ενδιαφερθούν για ένα τέτοιο Μουντιάλ; Προφανώς. Διαφορετικά, γιατί να το κάνουν και να χάνουν τον χρόνο τους; Τους διαφεύγει, όμως, κάτι βασικό για την ανθρώπινη φύση: ότι ο άνθρωπος, ως άτομο, προτιμά να είναι με τους πλούσιους, έστω και ως θεατής στο Μουντιάλ, παρά με τους φτωχούς.
Γιατί; Διότι, απλούστατα, το Μουντιάλ των πλουσίων θα έχει απείρως περισσότερο ενδιαφέρον από το Μουντιάλ των φτωχών. "Καλύτερα πλούσιος και υγιής, παρά φτωχός και ασθενής", που λέει και το γνωμικό».

Στέφανος Κασιμάτης.
Αρθρογράφος της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ.

ΣΙΓA μην και δεν είχε άποψη για το Μουντιάλ ένας αργόσχολος ξερόλας που απονέμει τίτλους ηλιθιότητας. Αλλά να γράφεις για πράγματα που αγνοείς με ύφος γνώστη και υπεράνω όλων, επιβεβαιώνεις τον Αϊνστάιν και την άποψη που διατύπωσε ο μεγάλος φυσικός, για τα όρια της βλακείας και του σύμπαντος. Αντιπαρέρχομαι την πληροφορία που αναφέρει στο κυριακάτικο άρθρο του, σχετικά με τα προϊόντα που παράγει η Βραζιλία, που θεωρεί ότι είναι οι Βραζιλιάνες και η μουσική. Τόσα ξέρει, τόσα γράφει και τα τυλίγει στην υποτιθέμενη εγκυρότητα της εφημερίδας για να τους δώσει κάποιο βάρος. Αν το έψαχνε λίγο παραπάνω, θα μάθαινε για τις εξαγωγές καφέ και το συνάλλαγμα που μπαίνει στη χώρα, από τις πωλήσεις Βραζιλιάνων ποδοσφαιριστών στο εξωτερικό.
Αν το έψαχνε λίγο, θα μάθαινε ότι όσοι Βραζιλιάνοι αντιτίθενται στο Μουντιάλ, δεν είναι «αριστεριστές» αλλά πρώτα απ’ όλα, φτωχοί.

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Κρετινολογίες...


Σχόλιο αναγνώστη στο άρθρο "Εξωφρενική διαστρέβλωση της πραγματικότητας" του Στέφανου Κασιμάτη στη Καθημερινή 19.2.2014, όπου ο εκλεκτός παπαρογράφος απορρίπτει την άποψη ότι στην Ελλάδα εκτυλίσσεται μια "ανθρωπιστική κρίση".

Δεν αναμένεται ότι ένας κρετίνος μπορεί να αντιληφθεί τι σημαίνει να αποτρέπεις οικοδόμο να σου φιλήσει τα χέρια, με δάκρυα στα μάτια, επειδή του επανασύνδεσες το ρεύμα. Δεν αναμένεται ότι ένας κρετίνος μπορεί να αντιληφθεί το βάθος του βλέμματος, με ό,τι αυτό καταμαρτυρά, του ανθρώπου που στήνεται στην ουρά για το ταπεράκι του συσσίτιου.
Δεν αναμένεται ότι τα πουλημένα μεγάφωνα της προδοσίας θα κάνουν σημαία τους τα αλισβερίσια των τραπεζιτών, τα θαλασσοδάνεια προς χρεωκοπημένα ΜΜΕ, την μόνιμη αναβολή εισφοράς από τα διαφημιστικά έσοδα, την κάλυψη φοροφυγάδων, την διάλυση της υγειονομικής περίθαλψης από τον διανοητικά καθυστερημένο νευρασθενή, το λαθρεμπόριο καυσίμων, την πώληση κοινωφελών δικτύων, τα όργια των ΜΚΟ κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ.
Αλλά αυτό που δεν αναμένεται με τίποτε -και πρέπει να αποτραπεί οπωσδήποτε- είναι η αποκάλυψη της κρυψώνας όλων αυτών, όταν στον αέρα της κατεχόμενης χώρας ακουστεί το "ως εδώ και μη παρέκει!". Σας εκλιπαρούμε να μας αφήσετε να γευτούμε όλη την άγρια χαρά του κυνηγιού. Μέχρι τότε, υγιαίνετε· σας θέλουμε ροδαλούς και καλοζωισμένους.
Στο μεταξύ, οι συστημικοί ηλίθιοι νομίζουν ότι, οι μελλοντικοί κυνηγοί εντάσσονται στον ΣΥΡΙΖΑ: κοντόφθαλμοι και ευρισκόμενοι σε πλήρη πανικό, διαβάζουν τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ και όχι τα ποσοστά όσων "δεν ξέρουν", "δεν απαντούν". Ξεχνούν δε εντελώς, τα ποσοστά όσων κλείνουν το τηλέφωνο (αν δεν τους το έχουν κόψει ακόμη), τα οποία δεν εμφανίζονται πουθενά. Ακόμη.

κώστας

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Και ο εκφασισμός, κύριε;

του Νικου Σκοπλακη, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Το παιδί μίλησε! Μετά από χρόνια, ο Κουβέλης θυμήθηκε ότι δεν υπάρχει "βία" γενικώς και αορίστως, αλλά "εκφασισμός", με ό,τι ο όρος αυτός συνεπάγεται κοινωνικά και πολιτικά. Φυσικά, δεν είπε κουβέντα για την θεσμοποιημένη και επίσημη ακροδεξιά, μέσα στην οποία διαμορφώθηκαν η ανοχή και η συνέργεια υπέρ της ναζιστικής συμμορίας. Φυσικά, όπως και πάρα πολλοί άλλοι που ανακάλυψαν σήμερα το πρωί τον εκφασισμό, δεν αναφέρθηκε καθόλου στις πολύτροπες διασυνδέσεις των ναζιστών με μηχανισμούς του κράτους και τους στεγανούς λαβυρίνθους που επέτρεπαν τη διάδοση, τη χρηματοδότηση και την ατιμωρησία του ναζιστικού μορφώματος. Είναι πολύ δυσάρεστο για την πολιτική και επικοινωνιακή τακτική εκείνων που προέβαιναν σε απαράδεκτες, ανιστόρητες εξισώσεις και συγκαλυπτικούς συσχετισμούς, να μιλήσουν επί της ουσίας ΠΩΣ η ναζιστική συμμορία (που επισήμως ανάγεται στα 1987) απολάμβανε άνεση κινήσεων και εγκληματικών ενεργειών.

Η Αριστερά, διότι είναι η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να το κάνει, οφείλει να επιμείνει στην αποκάλυψη όλων των πτυχών της κρατικής και παρακρατικής διασύνδεσης, στην επιφάνεια της οποίας διογκώθηκε η ναζιστική σπείρα. Η Αριστερά οφείλει να αποτρέψει την επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης με όρους "συγκλονιστικής" συγκάλυψης και αναδιάταξής της σε καινούργιες λεωφόρους εκτροπών, για να οδηγήσουν στην κυβερνητική επιβίωση του μνημονιακού νεφελώματος και στην προεκλογική διαφήμιση του κράτους έκτακτης ανάγκης (με τον Βορίδη, τον Πλεύρη και τους λοιπούς συγγενείς πλήρως αφομοιωμένους στο εσωτερικό του).

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Homo Neoliberalis: Έργα και Ημέρες...

του Νικου Σκοπλακη, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Aνώτατος βαθμός του αλλοτριωμένου ανθρώπου στις μέρες μας πρέπει να θεωρείται ο homo neoliberalis. Στις άσπιλα συστημικές δοξασίες του, οι οποίες επιχειρούν να αναχθούν από προπαγανδιστική διδασκαλία σε έγκυρη γνωσιοθεωρία, η δημοκρατική πρωτοβουλία, η ενεργή πολιτική συμμετοχή, τα συνδικάτα, η υπεράσπιση του δημόσιου χώρου διαβάλλονται ως εγγενής αποσταθεροποίηση, αν όχι ως θεομηνία. Για τον homo neoliberalis, η νομιμοποιητική συναίνεση μπορεί να συγκροτηθεί μονάχα μέσα σε διαδικασίες και συσχετισμούς πολιτικού αποκλεισμού, κοινωνικού παροπλισμού, ετερόφωτου αυτοαποκλεισμού. Οι κληρονομιές της αντιδιαφωτιστικής ακροδεξιάς ανακαλούνται στο ιδεολογικό συντακτικό του, τώρα που έπαψαν να θάλλουν η αμέριμνη εξιδανίκευση και ο παρορμητικός εμπειρισμός των «αλάθητων αγορών», για να αναδιαμορφώσουν αυταρχικά την κοινωνία μέσα σε ένα παραθεσμικό κέλυφος δίχως το παραμικρό δημοκρατικό περιεχόμενο. Μια συνθήκη στην οποία οι «ελίτ», δηλαδή οι πολιτικοί και ιδεολογικοί λειτουργοί του άρχοντος συνασπισμού, θα μπορούν να αναπαράγουν την νεοφιλελεύθερη κυριαρχία σε όλο το φάσμα των κρατικών βαθμίδων, των μηχανισμών και παραμηχανισμών.

Σε μοναδική αποδεκτή σχέση ή «ανάδραση» των κυριαρχούμενων τάξεων με τον άρχοντα συνασπισμό αναδεικνύεται για τον homo neoliberalis η αποδοχή των προϋποθέσεων της παθητικότητας, η δεσμευτική για την αντίληψη αντιδημοκρατική δοξασία ως «φυσική κατάσταση», ως ένα συμβολικό κεφάλαιο που κατέχεται, εκταμιεύεται, επενδύεται και εξαπλώνεται κοινωνικά, ορίζοντας τις πρακτικές του στην κλίμακα της καθημερινότητας. Κι αυτό που διακυβεύεται στην κλίμακα της καθημερινότητας είναι το να σκεφτόμαστε την «αλήθεια» με όλους τους όρους της νεοφιλελεύθερης πεποίθησης, έτσι ώστε να κατοχυρώνεται ακόμα και η πιο σκοταδιστική δοξασία ως αυτονόητο διάβημα. Με όχημα τη διαβόητη «άμεση» θέαση των πραγμάτων, ο homo neoliberalis ανακαλεί τη βιαιότητα του ακροδεξιού ανορθολογισμού και του ολιγαρχικού υποδείγματος για να μην χειραφετηθεί η ορθολογική πολιτική και κοινωνική διαβούλευση από ό, τι ο εκείνος θεωρεί μη παραιτήσιμο υλικό του στην κλίμακα της καθημερινότητας, στον εμπειρικό κόσμο.

Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό γιατί λ.χ. κάποιος κύριος ονόματι Ηλίας Κανέλλης αποκάλεσε «βλακώδη φανατισμό» την «αίσθηση ότι όλοι είναι δυνάμει παράγοντες της δημόσιας ζωής». Η αφοσίωση του εν λόγω στους βασιλικούς άνδρες, τους μνημονιακούς επαΐοντες και τους κυβερνητικούς τεχνοκράτες τον οδήγησε στο όρος Σινά της συστημικής ιδεολογικοποίησης, όπου κάθε άλλο παρά μόνος είναι, κι από όπου κατέρχεται ιερατικά, κρατώντας τους κώδικες με την ολιγαρχική ψευδοθεωρία του μερικού και καθολικού ελέγχου της κοινωνίας για την επέκταση των ευκαιριών κατίσχυσης. Σίγουρα σε αυτή τη διαδρομή ουδείς homo neoliberalis συναντήθηκε με τον Πρωταγόρα, ο οποίος διακήρυττε ότι η πολιτική αρετή είναι υπόθεση όλων και κανείς δεν επιτρέπεται να θεωρηθεί αναρμόδιος σε αυτήν. Καθώς, όμως, η σκοπιμότητα που τους επιτρέπει να παραμένουν σταθεροί είναι η σκοπιμότητα που διέπει το τυφλό δόγμα της ανάθεσης, ακόμα κι αν τον συναντούσαν, θα τον αντιπαρέρχονταν συνοπτικά ως ψηφοφόρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Τέτοια και άλλα παραδείγματα καταδεικνύουν πώς ο homo neoliberalis μετατοπίστηκε προς πρακτικές και συμπεριφορές που προσιδιάζουν στην ακροδεξιά. Ο τρομοκρατικός ετεροφωτισμός της κοινωνίας, για να παραμένει σε θέσεις αδράνειας και παραίτησης ή για να προσχωρεί σε αντιλήψεις υποταγής, πηγάζει από ένα είδος αυτοσκηνοθετημένης αθανασίας. Είναι θρασυδειλία και ταυτοχρόνως ύβρη. Φαντασιώνεται ότι η πολιτοφροσύνη θα ρευστοποιείται εις το διηνεκές σε άμορφη ύλη, προσαρμοζόμενη στο υπαγορευμένο, περιοριστικό, αντιδημοκρατικό τυπικό για να προστατεύεται η νεοφιλελεύθερη κυριαρχία από την αποσύνθεση. Η προγραμματική και μεταρρυθμιστική αγόρευση του homo neoliberalis αδυνατεί να αποκρύψει την κατεύθυνση μιας συσχετιστικής αντίληψης, που αντιλαμβανόμενη τη νομιμότητα με ακροδεξιές διαμεσολαβήσεις θεωρεί τις ολιγαρχικές αναβιώσεις ως νομιμότητα.

Γι’ αυτό, η συστημική θεωρία του homo neoliberalis πασχίζει να καταργήσει και  να εξοβελίσει τους ιστορικούς χρόνους, συντηρώντας στην κλίμακα της καθημερινότητας την αδυναμία να κατανοηθεί η Ιστορία ως κοινωνική κίνηση. Η τεχνοκρατική κυρίαρχη γνώση του homo neoliberalis αποπειράται να αποσμικρύνει όσες επιστημονικές προσεγγίσεις αναδεικνύουν τις δυναμικές διαδικασίες που κρατιούνται παγωμένες μέσα στις στατικές συνθέσεις της νεοφιλελεύθερης μεταφυσικής. Η ενδογενής αλλαγή δια της εκδίπλωσης των κοινωνικών αντιθέσεων και των ταξικών συγκρούσεων αποσιωπάται, διαστρέφεται, εξαφανίζεται ως δια μαγείας. Η εξιστορικευμένη μαγεία στηρίζεται δομικά στη μοναδολογική ερμητικότητα, καταναγκάζει στην αντίληψη της μεταβολής με όρους εξωγενούς επακόλουθου: Οι «εσωτερικοί εχθροί», οι «κουκουλοφόροι» με τα χαϊδεμένα αυτιά, οι εξωγήινοι αναρχικοί, οι κακομαθημένοι «προνομιούχοι» σε διατεταγμένη υπηρεσία κατασκευάζονται για να περισταλεί η ιστορική-κριτική ερμηνεία σε υστερικό και υστερόβουλο αφορισμό. Καμιά τεχνική δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο συσχετιστική: Η εξωτερικότητα αυτής της τεχνοκρατικής, ψευδο-ιστορικής γνώσης ως προς την κοινωνία μεταφέρεται σ’ αυτή με τις ιδιότητες εύπλαστου λαϊκιστικού δόγματος, εξασφαλίζοντας ότι η σύνθεση του γεγονότος με το εξηγητέο δεν θα αποστεί ούτε στιγμή από τον συστημικό τρόπο οργάνωσης της δημόσιας συζήτησης για το κοινωνικό ζήτημα. Άλλωστε, ο homo neoliberalis απεχθάνεται ό, τι πολυπρισματικά φωτίζει το πλέγμα συμφερόντων και εξουσίας και μεθοδολογικά ορίζει πως αυτό μπορεί με συγκεκριμένο τρόπο να αναλυθεί.

Επομένως, δεν είναι τυχαίο ότι ο homo neoliberalis, με τις ποικίλες επικοινωνιακές εκδοχές του, προσλαμβάνει το παρελθόν υπό τη γενική κατηγορία μιας εξυπηρετικής ανορθολογικότητας. Κομματιάζει τις ιστορικές διεργασίες, ονομάζοντας αυτόν τον ακρωτηριασμό «κατανόηση του παρελθόντος» και φορτίζοντάς τον έτσι, ώστε η συγκεκριμένη «κατανόηση» να υποκλίνεται ασμένως στο κοινωνικό και πολιτικό status quo και την κανονιστική ισχύ του. Η πολύπλοκη πραγματικότητα που εξετάζεται στο ημίφως της αυτονομιμοποιούμενης ψευδοθεωρίας καθιστά ιδιαιτέρως επίκαιρο αυτό που είχε πει ο W. Dilthey: «Ο στόχος που θέτουμε για το μέλλον, καθορίζει τη σημασία που έχει για μας το παρελθόν». Σύμφωνα με τους στόχους κυριαρχίας που έχει θέσει ο  homo neoliberalis, το παρελθόν πετσοκόβεται σε διαφορετικού εύρους μέρη, τα οποία αλληλοεπικαλύπτονται σαν μανδύας, περιβάλλοντας την παραμορφωμένη συνείδηση στο παρόν.

Δεν είναι, πάλι, τυχαίο ότι ο  homo neoliberalis μόχθησε να προσδώσει ιστορικό κύρος στις ολιγαρχικές αναβιώσεις και τις ακροδεξιές διαμεσολαβήσεις της αντιδημοκρατικής του εμβάθυνσης. Λ.χ., στην Γερμανία, η περί τον Rainer Zittelmann ομάδα βρήκε στον Χίτλερ έναν «εκσυγχρονιστή», του οποίου ο εκσυγχρονισμός εγκαθίδρυσε μια «μεταπολιτική κοινωνία». Ήταν περίπου την ίδια εποχή που ο Alain Minc δήλωνε: «Ο καπιταλισμός δεν μπορεί  να καταρρεύσει, είναι η φυσική κατάσταση της κοινωνίας. Η δημοκρατία δεν είναι φυσική κατάσταση της κοινωνίας. Η αγορά είναι». Στα καθ’ ημάς, ο Στάμος Ζούλας θα το διατύπωνε ως εξής: «Το Σύνταγμα αναγνωρίζει τη “λαϊκή κυριαρχία”. Αυτή, όμως, είναι παντελώς ασύμβατη, αλλά και ιδιαίτερα επικίνδυνη, όταν ταυτίζεται με τη λαϊκή ανευθυνότητα». Ή όπως θα το έθετε επιγραμματικότερα ο Στ. Κασιμάτης, «οφείλουμε ένα μεγάλο “ευχαριστώ” στην Χρυσή Αυγή».

Η χειραγώγηση σημείων και συμβόλων όπως και η εξουθένωση των εννοιών από τον homo neoliberalis επιβεβαιώνουν πλήρως αυτό που είχε γράψει ο Αντόρνο: «Ταίριαζε πάντα στα σχέδια των κρατούντων όταν η κατάντια των μαζών λόγω του ρόλου που επιφυλάσσουν οι ίδιοι σε αυτές χρεωνόταν στον λογαριασμό των ίδιων των μαζών». Διότι τα ασφυκτικά προτάγματα του homo neoliberalis είναι πολύ χειρότερα από ένα «preaching to the saved».

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Η χτεσινή κασιματιά για τον Γιάννη Ρίτσο...

του Νικου Σαραντακου...
Τη λέξη κασιματιά δεν την έχουν τα λεξικά, και δικαίως, αφού την έχουμε φτιάξει εδώ στο ιστολόγιο, αν και βλέπω με καμάρι ότι και άλλοι την έχουν υιοθετήσει. Κασιματιά είναι το ψέμα, και ειδικότερα το ψέμα που σερβίρεται με το μανδύα ιστορικού ανεκδότου και που έχει στόχο έναν πολιτικό αντίπαλο και επαναλαμβάνεται συχνά (ώστε να μείνει). Φυσικά, πήρε το όνομά του από τον δημοσιογράφο κ. Στέφανο Κασιμάτη, που του αρέσει να διανθίζει τη στήλη του με ιστορικά ανέκδοτα (μερικά υπαρκτά) και που ειδικεύεται στις κασιματιές εναντίον των αριστερών. Για παράδειγμα, κασιματιά είναι ότι ο Λένιν είχε κάνει λόγο για “χρήσιμους ηλίθιους” (μια άλλη κασιματιά, πάλι για τον Λένιν, εδώ).
Η κασιματιά που δημοσιεύτηκε στη χτεσινή Καθημερινή δεν είχε στόχο τον Λένιν, αλλά τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Αντιγράφω ολόκληρο το σχόλιο ώστε να μη χάσετε σταγόνα απ’ τη χολή: Από την ιστοσελίδα του King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου πληροφορούμαι ότι ο Τζον Κίτμερ διαδέχεται τον ιδιαιτέρως αγαπητό Ντέιβιντ Λάντσμαν ως πρεσβευτής της Βρετανίας στην Αθήνα. Ελληνιστής, όπως και ο προκάτοχός του, ο Ντ. Κίτμερ θα τολμούσα να επισημάνω ότι διαφέρει ως προς την εκκεντρικότητα των γούστων του – των φιλολογικών, για να μην παρεξηγηθώ. Λάτρης της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, έχει δημοσιεύσει τη μελέτη «Χρήσεις της Ελληνικής Ορθοδοξίας στην πρώιμη ποίηση του Γιάννη Ρίτσου» και επί του παρόντος εργάζεται για την ολοκλήρωση της διδακτορικής διατριβής του για τον ποιητή, ο οποίος εκτός των άλλων ύμνησε τον δικτάτορα Στάλιν («Σώπα γιαγιά και σκούπισε με το τσεμπέρι σου τα μάτια σου. / Οταν σβύνει η φωτιά σου κάτω από το τσουκάλι σου / Είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν’ ανάψει» κ.λπ.), καθώς και την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Αντιλαμβάνομαι, ωστόσο, ότι τα ενδιαφέροντα του Τζ. Κίτμερ επικεντρώνονται μάλλον στην ανίχνευση των τρόπων με τους οποίους ο Ρίτσος αφομοίωσε στην ποίησή του την επιρροή άλλων ποιητικών φωνών της νεοελληνικής γραμματείας. Εν πάση περιπτώσει, παραδέχομαι ότι μου είναι δύσκολο να καταλάβω πώς μπορεί να γοητεύεται κάποιος με τον Ρίτσο, όταν υπάρχουν ο Σολωμός και ο Καβάφης· από την άλλη πλευρά όμως, όταν θυμάμαι ότι έχω περάσει μία εποχή κατά την οποία λάτρευα την ποίηση του Τέννυσον, τότε τα αποθέματά μου ανεκτικότητας και κατανόησης ξαφνικά ανανεώνονται ως διά μαγείας..
Δεν θα σταθώ στις ποιητικές προτιμήσεις, είτε του Βρετανού πρεσβευτή είτε του κ. Κασιμάτη, αλλά στο απόσπασμα που έχω σημειώσει με έντονους χαρακτήρες, δηλαδή την κασιματιά, εννοώ το ψέμα, ότι ο Ρίτσος ύμνησε την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Κατά σύμπτωση το ιστολόγιό μας έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα πριν από πεντέξι μήνες και γι’ αυτό η πρώτη μου σκέψη, όταν με ειδοποίησε ένας φίλος με ηλεμήνυμα για την τελευταία κασιματιά, ήταν να αφιερώσω μόνο ένα σαββατιάτικο μεζεδάκι. Ύστερα όμως συνειδητοποίησα ότι το παλιό άρθρο του ιστολογίου είχε δημοσιευτεί κατακαλόκαιρο, Κυριακή 12 Αυγούστου, επομένως πολλοί φίλοι δεν θα το έχουν διαβάσει (αν και είχε γίνει αρκετά μεγάλη συζήτηση), οπότε ίσως θα είναι συγγνωστή η ανακύκλωση. Τώρα, αν έχετε διαβάσει το παλιό άρθρο, συγνώμη, ελπίζω το αυριανό (που θα είναι καινούργιο) να σας αποζημιώσει.

Επειδή το παλιό μου άρθρο είναι πολύ μεγάλο, δημοσιεύω πρώτα μια περίληψη, χωρίς τεκμηρίωση. Όποιος ενδιαφέρεται για περισσότερα, διαβάζει παρακάτω. Λοιπόν, αυτό που γράφει ο κ. Κασιμάτης είναι ψέμα. Ο Γιάννης Ρίτσος ποτέ δεν έγραψε ποίημα υπέρ της σοβιετικής επέμβασης στην Πράγα το 1968. Για να είμαι δίκαιος, δεν είναι μόνο ο κ. Κασιμάτης που διαδίδει το ψέμα αυτό. Άλλοι λένε ότι ο Ρίτσος το 1956 ή το 1968 έγραψε ποίημα (ή δήλωσε σε συνέντευξη) πως τα σοβιετικά τανκς χόρευαν ταγκό (ή βαλς) στους δρόμους ή τις πλατείες της Πράγας ή της Βουδαπέστης: κοινός τόπος όλων των παραλλαγών είναι ότι ο Ρίτσος ύμνησε τη σοβιετική εισβολή. Όπως είπα, είναι ψέμα. Τα Τα Άπαντα του Ρίτσου έχουν εκδοθεί, τα αρχεία του υπάρχουν στο μουσείο Μπενάκη, όποιος ισχυρίζεται ότι υπάρχει τέτοιος στίχος του Ρίτσου δεν έχει παρά να το αποδείξει σκανάροντας τη σχετική σελίδα ή έστω αναφέροντας τόμο και αριθμό σελίδας. Δεν θα βρεθεί τίποτα, γιατί τίποτα δεν υπάρχει.
Ο κόκκος αλήθειας στον οποίο στηρίζεται ο μύθος με όλες τις παραλλαγές του, είναι ότι σε μια συνέντευξή του στα Νέα το 1977, ο Ρίτσος, που μόλις είχε γυρίσει από τη Μόσχα όπου τιμήθηκε με το Βραβείο Λένιν, δήλωσε, μεταξύ άλλων: “Τα τανκς πέρασαν κι αυτά μ’ ένα ρυθμό χορευτικό. Ίσως ήταν το δικό μου αίσθημα που τους έβλεπα με αγάπη και φιλία. Καθώς οι στρατιώτες ήταν λευκοί και με το κρύο είχαν κοκκινίσει έμοιαζαν παιδιά που είχαν βγει μόλις απόνα σχολείο κάνοντας παρέλαση χαμογελαστοί μπροστά στους δασκάλους τους”. Αυτή είναι η μόνη αναφορά σε τανκς και σε χορευτικές κινήσεις. Αλλά πώς έγινε τάχα και αυτή η ομολογουμένως υπερβολικά ευμενής έως γλυκερή αναφορά (τον είχαν βέβαια βραβεύσει και αυτό, όσο και να πεις, σε κάνει να λες καλά λόγια) μετατράπηκε σε ποίημα που “υμνεί τα τανκς της εισβολής στην Πράγα”;
Η συνέντευξη Ρίτσου προκάλεσε αντιδράσεις, ιδίως στο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς. Έτσι, λίγο αργότερα στα Νέα, τρεις επιφανείς αριστεροί διανοούμενοι, οι Ν. Πουλαντζάς, Κ. Βεργόπουλος και Κ. Τσουκαλάς, δημοσίευσαν στα Νέα μια επιστολή προς τον Γιάννη Ρίτσο, αρκετά επιθετική, στην οποία περιλαμβανόταν και το εξής ερώτημα: “Γιάννη Ρίτσο, η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα το 1968 έγινε μήπως με τον ίδιο αξιαγάπητο και χορευτικό ρυθμό;”
Νομίζω ότι αυτός είναι ο σπόρος πάνω στον οποίο βλάστησε ο μύθος, ότι τάχα ο Γιάννης Ρίτσος ύμνησε την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968 (ή στην Ουγγαρία το 1956). Αν η αρχική γέννηση του μύθου έγινε με σπασμένο τηλέφωνο ή αν ήταν συνειδητή κατασκευή δεν το έχω εξακριβώσει και δεν έχει μεγάλη σημασία. Σήμερα όμως είναι λάθος να επαναλαμβάνεται το ψέμα αυτό.
Βέβαια, ο Ρίτσος είχε γράψει στρατευμένα ποιήματα (και δεν ντρεπόταν γι’ αυτό) και είναι αλήθεια ότι έγραψε και ποίημα για τον Στάλιν όπως και για τον Ζαχαριάδη -που πάντως πρέπει να κριθούν με τα μέτρα της εποχής του. Αλήθεια επίσης είναι ότι έγραφε ποιήματα επικαιρικά, για να τιμήσει κάποιο γεγονός ή κάποιον νεκρό του αγώνα, που πολλά από αυτά δεν στέκονται στο ύψος των άλλων έργων του -άλλωστε δεν ήταν ολιγογράφος, το εκτενέστατο έργο του ήταν άνισο και είναι ζήτημα πόσο θα μείνει (κάτι που ισχύει και για άλλους ποιητές που έγραψαν πολύ, π.χ. τον Παλαμά). Όλα αυτά όμως δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου μου, το άρθρο μου θέλει απλώς να ανασκευάσει τον επίμονο μύθο ότι τάχα ο Ρίτσος έγραψε ποίημα για τα σοβιετικά τανκς που χόρευαν όπως έμπαιναν στην Πράγα το 1968.
Τέτοιο ποίημα δεν έγραψε, και τον αδικεί ο μύθος τον Ρίτσο, όχι μόνο επειδή δεν έγραψε τίποτα τέτοιο, αλλά και επειδή, όπως μας θύμισε προ καιρού ο Γ. Ρούσης, ένα χρόνο μετά την εισβολή στην Πράγα έγραψε την Χαμένη υπερβόρειο: «Το μάθαμε καλά πως Υπερβόρειος διόλου δεν υπάρχει/ […..] Σήμερα βεβαιώθηκε:/ μια σκέτη φαντασία η χώρα απ’ όπου μας ερχότανε/ οι κύκνοι και τα ορτύκια, όπου οι σεμνόπρεπες κόρες / Λαοδίκη και Υπερόχη ετοίμαζαν για τους θεούς/τα πρώτα φρούτα της σοδειάς , προσεχτικά τυλίγοντάς τα/ σ’ άχυρο σίτου και λεπτό χαρτί[……] Και πάντα αισιόδοξος συνεχίζει : «Ωστόσο ακόμη συνεχίζουμε τον μισοτελειωμένο παιάνα /αφήνοντας ένα κενό στου ονόματος το μέρος, μήπως /βρεθεί κανένα νέο, και το προσθέσουμε την ύστατη ώρα,/πάντοτε με το φόβο μήπως ο αριθμός των συλλαβών του,/μικρότερος ή μεγαλύτερος, μας χαλάσει το μέτρο.» Υπαινικτικό, αλλά εύγλωττο θαρρώ.
Αυτή ήταν η περίληψη του παλιού μου άρθρου, αλλά αν θέλετε την τεκμηρίωση (έχει πιστεύω ενδιαφέρον, αν βέβαια έχετε χρόνο) αναδημοσιεύω ολόκληρο το παλιό μου άρθρο:
Ίσως δεν είναι και πολύ κατάλληλη η συγκυρία για το σημερινό άρθρο, κατακαλόκαιρο παραμονές δεκαπενταύγουστου, αλλά δεν το είχα έτοιμο το θέμα, εκείνο ήρθε και με βρήκε. Κι έπειτα, είναι θέμα που με ενδιαφέρει διπλά, μια και το ιστολόγιο αρέσκεται να σκαλίζει μικροφιλολογικά μυστήρια, ιδίως τις Κυριακές, αλλά και έχει ειδικευτεί στην ανασκευή μύθων, και το σημερινό θέμα μας έχει και από τα δύο. Ο λόγος είναι για τον Γιάννη Ρίτσο, ο οποίος, αν πιστέψουμε όσα γράφονται κατά καιρούς, έχει πει ή έχει γράψει κάτι για σοβιετικά τανκς που χορεύουν. Ως εκεί υπάρχει ομοφωνία στις διάφορες εκδοχές, αλλά ως προς τις υπόλοιπες λεπτομέρειες οι διάφορες εκδοχές διίστανται.
Για παράδειγμα, σε χρονογράφημά του στην εφημ. Μακεδονία, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης γράφει: Πώς να ξεχάσεις τον πράγματι σπουδαίο μας ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που έγραφε ότι τα σοβιετικά άρματα χόρευαν ταγκό κατά την εισβολή στην πλατεία της Πράγας; Πώς να το ξεχάσεις ή πώς να το θυμηθείς, θα το δούμε παρακάτω. Αλλά αν η εκδοχή του Σκαμπαρδώνη είναι απλώς μία από τις πολλές, έχει ωστόσο ένα μοναδικό στοιχείο.
Εννοώ ότι, απ’ όσο ξέρω, ο Σκαμπαρδώνης είναι ο μοναδικός που θέλει τον Ρίτσο να γράφει για τα τανκς που χορεύουν ταγκό. Η Κωνσταντίνα Ζάνου, σε άρθρο της που δημοσιεύτηκε και στην κυπριακή Καθημερινή, δίνει την επικρατούσα εκδοχή: “Τα τανκς χορεύουν βαλς στις πλατείες της Πράγας”, που υποτίθεται ότι το έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος για την εισβολή των σοβιετικών στην Πράγα το 1968. Και πράγματι, οι περισσότερες εκδοχές θέλουν τον Γιάννη Ρίτσο να έγραψε ένα ποίημα για να υμνήσει τη σοβιετική εισβολή στην Πράγα, στο οποίο έβλεπε τα τανκς να χορεύουν βαλς. Εδώ που τα λέμε, το βαλς, σαν χορός, ταιριάζει στα τανκς περισσότερο από το ταγκό, δεν βρίσκετε; Με τα βαλς συμφωνεί και το sansimera.gr, που βρίσκει ότι ο Ρίτσος ήταν σπουδαίος ποιητής  “όταν δεν υπονόμευε ο ίδιος την αξία του με τη στρατευμένη ποίησή του για τα «σοβιετικά τανκς που χορεύουν βαλς στην Πράγα» και άλλα τέτοια”. Σε άλλες πάλι πηγές, δεν προσδιορίζεται ο χορός. Έτσι, σε άρθρο του Δ. Παλαιολογόπουλου, αρχικά στην Αυγή, τα τανκς απλώς χορεύουν στους δρόμους της Πράγας, αλλά δεν ξέρουμε τι είδους χορό.
Πάντως, αν και οι περισσότερες πηγές συγκλίνουν στην Πράγα, ούτε εδώ υπάρχει ομοφωνία. Σε σχόλιο στην Καλύβα του Πάνου Ζέρβα, ο φίλος Αριστεροπόντιος (γνωστός και ως Μ-π), παραθέτει τον στίχο: “τα τανκς να χορεύουν βαλς στους δρόμους της Βουδαπέστης”, Γιάννης Ρίτσος, 1956. Ενώ ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στα Νέα έγραψε: Ας θυμηθούμε την ωδή του Ρίτσου στα σοβιετικά τανκς που χορεύουν στην Κόκκινη Πλατεία. Επομένως, τρεις πόλεις ερίζουν για το θέατρο του χορού, Μόσχα, Βουδαπέστη και Πράγα, με την Πράγα να παίρνει περισσότερες ψήφους.
Και τι ακριβώς έγραψε ή είπε ο Γιάννης Ρίτσος για τα τανκς που χορεύουν; Κατά τον Κούρτοβικ ήταν ωδή, για άλλους πολλούς ήταν στίχος ποιήματος, ο Παλαιολογόπουλος όμως μιλάει για συνέντευξη, ενώ κάποιος αρθρογράφος του ακροδεξιού Ελεύθερου Κόσμου λέει ότι ο Ρίτσος, όταν τα σοβιετικά άρματα εισέβαλαν στην πρωτεύουσα της τότε Τσεχοσλοβακίας, δήλωσε ότι “τα τάνκς χορεύουν βάλς, στις πλατείες της Πράγας”! Δήλωση, συνέντευξη, ποίημα ή ωδή; (Εντάξει, η ωδή θεωρείται είδος ποιήματος, οπότε στην πραγματικότητα έχουμε τρεις κατηγορίες).
Και πότε το είπε ή το έγραψε; Κατά τον Αριστεροπόντιο το 1956, κατ’ άλλους το 1968, ενώ σύμφωνα με την Μαργαρίτα Γιαραλή στην Εποχή, “Σε κάποια επέτειο της εισβολής στην Πράγα του ΄68, ο ποιητής Ρίτσος διάβασε θριαμβευτικά προς την ΚΝΕ το ποίημα που εμπνεύστηκε στις 21 Αυγούστου ΄68, όντας ο ίδιος εξόριστος, ο στίχος που επαναλαμβανόταν έλεγε: “τα τανκς μπαίνανε χορεύοντας στην Πράγα”.
Λοιπόν; Τι έγινε με τα σοβιετικα τανκς; Χόρευαν βαλς, ταγκό ή κάτι απροσδιόριστο; Στη Βουδαπέστη, στη Μόσχα ή στην Πράγα; Ο Ρίτσος τα ύμνησε σε ποίημα ή σε δηλώσεις ή σε συνέντευξη; Το 1956, το 1968 ή μετά τη μεταπολίτευση; Στην πραγματικότητα, όλες οι παραπάνω πηγές κάνουν λάθος (ή λένε ψέματα) στον ένα ή στον άλλο βαθμό.
Ο Γιάννης Ρίτσος δεν έχει γράψει κανένα ποίημα όπου να υμνεί ή έστω να περιγράφει τις χορευτικές κινήσεις των τανκς, σοβιετικών ή άλλων. Όσο κι αν ψάξετε το έργο του δεν θα βρείτε κανένα τέτοιο ποίημα, και αυτό δεν το λέω μόνο εγώ, το διασταύρωσα και με την παλιά φίλη Αγγελική Κώττη, βιογράφο του Ρίτσου, η οποία είναι απολύτως κατηγορηματική ότι τέτοιος στίχος δεν υπάρχει (και η οποία βοήθησε πολύ να βρεθούν τα στοιχεία του παρόντος). Ο Ρίτσος όμως έχει πει κάτι σε συνέντευξη για σοβιετικά τανκς. Όχι στην Πράγα ή στη Βουδαπέστη, αλλά στη Μόσχα, όχι σε εισβολή αλλά σε παρέλαση. Αυτό έγινε το 1977.
Τον Νοέμβριο του 1977, ο Γιάννης Ρίτσος κλήθηκε στη Μόσχα για να τιμηθεί με το βραβείο Λένιν για την ειρήνη (με το ίδιο βραβείο είχαν τιμηθεί ο Βάρναλης το 1959 και ο Γλέζος το 1962, ενώ αργότερα βραβεύτηκαν ο Θεοδωράκης και ο Χαρ. Φλωράκης -ευχαριστώ τον φίλο που έκανε την επισήμανση). Η βράβευση συνέπεσε με τους εορτασμούς των εξήντα χρόνων της Οκτωβριανής επανάστασης (η οποία, όπως ξέρουμε, με το νέο ημερολόγιο πέφτει Νοέμβριο). Σαν ένας από τους τιμώμενους, ο Ρίτσος παρακολούθησε και τους εορτασμούς και ιδίως τη μεγάλη παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, έδωσε μια μεγάλη συνέντευξη στον Γιώργο Λιάνη, στα Νέα, σε δυο συνέχειες (είπαμε, ήταν μεγάλη), όπου μίλησε πολύ επαινετικά για την Σοβιετική Ένωση και περιέγραψε τις εντυπώσεις του. Μπορείτε να δείτε τη συνέντευξη εδώ, καταρχάς το πρώτο μέρος (6.12.1977) και στη συνέχεια το δεύτερο μέρος (7.12.1977) εδώ. Πάντως είναι μεγάλα αρχεία και ίσως αργήσουν να εμφανιστούν. Το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει υπάρχει στο β’ μέρος της συνέντευξης.
Συγκεκριμένα, ο Ρίτσος σε ένα σημείο αναφέρεται στην παρέλαση που έγινε στην Κόκκινη Πλατεία, και λέει: “Ακόμα και η παρέλαση είχε κάτι το χορευτικό. Ήταν μια πάνδημη συμμετοχή”. Και μετά, όταν ο Λιάνης τον ρωτάει αν όντως γέμισε η πλατεία με τεράστιες φωτογραφίες του Μπρέζνιεφ, ο Ρίτσος απαντάει πως όχι και συνεχίζει: “Τα τανκς πέρασαν κι αυτά μ’ ένα ρυθμό χορευτικό. Ίσως ήταν το δικό μου αίσθημα που τους έβλεπα με αγάπη και φιλία. Καθώς οι στρατιώτες ήταν λευκοί και με το κρύο είχαν κοκκινίσει έμοιαζαν παιδιά που είχαν βγει μόλις απόνα σχολείο κάνοντας παρέλαση χαμογελαστοί μπροστά στους δασκάλους τους”.
Αυτή είναι η μόνη αναφορά σε τανκς και σε χορευτικές κινήσεις. Αλλά αυτή η ομολογουμένως υπερβολικά ευμενής έως γλυκερή αναφορά (τον είχαν βέβαια βραβεύσει και αυτό, όσο και να πεις, σε κάνει να λες καλά λόγια) πώς έγινε τάχα και μετατράπηκε σε ποίημα που υμνεί τα τανκς της εισβολής στην Πράγα;
Νομίζω ότι έχω την απάντηση. Η συνέντευξη του Ρίτσου σε μια εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας έκανε αίσθηση και σχολιάστηκε πολύ, ιδίως επειδή ήταν η πρώτη φορά (αν θυμάμαι καλά) μετά τη μεταπολίτευση που ο Ρίτσος είχε μιλήσει με τόσο θερμά λόγια για τη Σοβιετική Ένωση. Στους κύκλους της ανανεωτικής αριστεράς, του τότε ΚΚΕ εσ. και της Αυγής, που ακολουθούσαν περισσότερο κριτική στάση προς το σοβιετικό μοντέλο, η συνέντευξη έγινε δεκτή με αμηχανία, και λίγο με ενόχληση.
Λίγες μέρες μετά, τρεις επιφανείς καθηγητές που ανήκαν στην ανανεωτική αριστερά, ο Νίκος Πουλαντζάς, ο Κώστας Βεργόπουλος και ο Κων. Τσουκαλάς, έστειλαν επιστολή στα Νέα, στην οποία διαφωνούσαν σε οξύ ύφος με τις εντυπώσεις και τις διαπιστώσεις του Ρίτσου. Το κείμενό τους, με τίτλο “Απάντηση στον Γιάννη Ρίτσο”, δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 17.12.1977.
Την απάντηση των τριών καθηγητών την έχω επίσης ανεβάσει και μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ (και πάλι, το αρχείο είναι μεγαλούτσικο). Όπως θα δείτε, οι τρεις καθηγητές δίνουν απάντηση στον Ρίτσο εφόλης της ύλης, αλλά το σημείο που μας ενδιαφέρει είναι ο σχολιασμός που κάνουν στον χορευτικό ρυθμό των τανκς.
Αφού τον κατηγορούν για δουλοπρεπή στάση απέναντι στους ισχυρούς, του απευθύνουν (με έναν ελαφρό γαλλισμό) το ερώτημα: “Γιάννη Ρίτσο, η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα το 1968 έγινε μήπως με τον ίδιο αξιαγάπητο και χορευτικό ρυθμό;”
Νομίζω  ή πιο σωστά είμαι πεπεισμένος ότι εδώ βρίσκεται ο σπόρος από τον οποίο φύτρωσε ο μύθος για το ποίημα ή την ωδή ή τις δηλώσεις του Ρίτσου που τάχα ύμνησαν την εισβολή στην Πράγα ή στη Βουδαπέστη. Από μια ρητορική, ας πούμε, ερώτηση του κειμένου των Πουλαντζά-Βεργόπουλου και Τσουκαλά! Αν κάποιος αναδιφήσει τις εφημερίδες της εποχής (και ιδίως την Αυγή) ίσως βρει τους καναδυό ελλείποντες κρίκους, αλλά για μένα δεν χωράει αμφιβολία ότι από εδώ γεννήθηκε ο μύθος, είτε από σπασμένο τηλέφωνο είτε με συνειδητή κατασκευή.
Βέβαια, ο Ρίτσος είχε γράψει στρατευμένα ποιήματα (και δεν ντρεπόταν γι’ αυτό) και είναι αλήθεια ότι έγραψε και ποίημα για τον Στάλιν όπως και για τον Ζαχαριάδη -που πάντως πρέπει να κριθούν με τα μέτρα της εποχής του. Αλήθεια επίσης είναι ότι έγραφε ποιήματα επικαιρικά, για να τιμήσει κάποιο γεγονός ή κάποιον νεκρό του αγώνα, που πολλά από αυτά δεν στέκονται στο ύψος των άλλων έργων του -άλλωστε δεν ήταν ολιγογράφος, το εκτενέστατο έργο του ήταν άνισο και είναι ζήτημα πόσο θα μείνει (αυτό βέβαια ισχύει και για άλλους ποιητές που έγραψαν πολύ, π.χ. τον Παλαμά). Όλα αυτά όμως δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου μου, το άρθρο μου θέλει απλώς να ανασκευάσει τον επίμονο μύθο ότι τάχα ο Ρίτσος έγραψε ποίημα για τα σοβιετικά τανκς που χόρευαν όπως έμπαιναν στην Πράγα το 1968. Τέτοιο ποίημα δεν έγραψε, και τον αδικεί ο μύθος τον Ρίτσο, όχι μόνο επειδή δεν έγραψε τίποτα τέτοιο, αλλά και επειδή, όπως μας θύμισε προ καιρού ο Γ. Ρούσης, ένα χρόνο μετά την εισβολή στην Πράγα έγραψε την Χαμένη υπερβόρειο: «Το μάθαμε καλά πως Υπερβόρειος διόλου δεν υπάρχει/ […..] Σήμερα βεβαιώθηκε:/ μια σκέτη φαντασία η χώρα απ’ όπου μας ερχότανε/ οι κύκνοι και τα ορτύκια, όπου οι σεμνόπρεπες κόρες / Λαοδίκη και Υπερόχη ετοίμαζαν για τους θεούς/τα πρώτα φρούτα της σοδειάς , προσεχτικά τυλίγοντάς τα/ σ’ άχυρο σίτου και λεπτό χαρτί[……] Και πάντα αισιόδοξος συνεχίζει : «Ωστόσο ακόμη συνεχίζουμε τον μισοτελειωμένο παιάνα /αφήνοντας ένα κενό στου ονόματος το μέρος, μήπως /βρεθεί κανένα νέο, και το προσθέσουμε την ύστατη ώρα,/πάντοτε με το φόβο μήπως ο αριθμός των συλλαβών του,/μικρότερος ή μεγαλύτερος, μας χαλάσει το μέτρο.» Υπαινικτικό, αλλά εύγλωττο θαρρώ.

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Γιατί ξαφνιαστήκαμε με τον Κασιμάτη;

Της Έλενας Πατρικίου, απο τον Δρομο της Αριστερας...
Το πρόβλημα, προφανώς, δεν είναι ο κύριος Κασιμάτης. Διότι ο κύριος Κασιμάτης ήταν πάντα του ο ίδιος πληκτικός και απωθητικός κος Κασιμάτης.
Αυτά που έγραψε προ ημερών, και ήγειραν την ιερή μας αγανάκτηση, τα επαναλαμβάνει εδώ και χρόνια, ανιαρός και (για να κολάσει, υποθέτω, αυτά τα βασικά εγγενή ελαττώματα της σκέψης και της γραφής του) χυδαία «αστείος»: μία αρσενική κοσμικογράφος, που σέρνει στις σελίδες της Καθημερινής έναν ξεπουπουλιασμένο σαλονίστικο σνομπισμό επιπέδου Μαντάμ Σουσού, πασπαλισμένο με πολιτικές κοινοτοπίες συμμοριτοπολεμικής τσιριχτής υστερίας και μαυραγορίτικης ψωροευρωπαϊκής κακουγουστιάς.
Το βασικό του πρόβλημα είναι πως δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τα όζοντα βαλκανικού επαρχιωτισμού και μακαρθικής κομμουνιστικοφαγικής υπεραπλούστευσης «αστειάκια», που δεν προκαλούν παρά την αηδία. Η πασιφανής απελπισία του έγκειται στο ότι ποτέ δεν θα καταφέρει να γίνει αρθρογράφος (ελληνιστί: opinion maker) στον Economist ή στην Figaro, πώς ποτέ δεν θα καταφέρει δηλαδή να γίνει «εφάμιλλος των καλυτέρων ευρωπαϊκών» οπότε εξαπολύει άσφαιρα πυρά (κοινώς: στρακαστρούκες), ώστε, κάνοντας ντόρο, να γίνει τουλάχιστον πρόσωπο.
Το πρόβλημα είναι, δυστυχώς, γιατί εμείς δώσαμε αίφνης τόσο χώρο και τόσο χρόνο από την ζωή μας σε έναν διανοητικά και πολιτικά ανύπαρκτο συνοδοιπόρο του Στάθη Καλύβα. Το πρόβλημα είναι δηλαδή γιατί όλα αυτά τα ανιστόρητα παραληρήματα περί «οιονεί νομιμοποιημένης βίας της Αριστεράς» μας πείραξαν τώρα, ενώ όχι απλώς κυκλοφορούν επί δεκαετίες, αλλά έχουν από το ’90 και μετά, αναζωπυρωθεί, και μάλιστα επενδυμένα με το καρναβαλίστικο κοστούμι μίας ιστορικά δικαιωμένης κοινόχρηστης αλήθειας. Με τι ποτά από αυτά που πίνουν οι ανδρείοι (της ηδονής;) μεθύσαμε και λησμονήσαμε ότι, για ένα ικανό μέρος του πολιτικού πληθυσμού, ήμασταν και θα παραμείνουμε ες αεί κατσαπλιάδες; Πώς τυφλωθήκαμε τόσο ολοκληρωτικά από την ευφορία της Μεταπολίτευσης ώστε να πιστέψουμε πως, στο ηθικό και το ιστορικό τουλάχιστον επίπεδο, «νικήσαμε», πως το δίκιο μας είναι πλέον κατοχυρωμένο, πως η θυσία μας είναι «πατενταρισμένη», πως οι απέναντι και οι πλησίον διπλανοί εχθροί μας διαβιούν πλέον συντετριμμένοι και κατατεθλιμμένοι από το πασιφανές του αδίκου τους; Και πώς αποβλακωθήκαμε τόσο πολιτικά ώστε να πιστεύουμε με την ακράδαντη βεβαιότητα του αίματός μας πως τα παλιά, πρόστυχα, αλλά ω! πόσον αποτελεσματικά, επιχειρήματα των θεωρητικών της αστικής ευτέλειας δεν θα αναδυθούν την ώρα της κρίσεως;
Αφήσαμε τους αγώνες του αντιδικτατορικού αγώνα έρμαιο στην υποβολιμαία μπουρδολογία των συνεργατών της χούντας· εγκαταλείψαμε το Πολυτεχνείο βορά στην συστηματική υπόσκαψη της πολιτικής του γενναιότητας· παρατήσαμε τον Γιωτόπουλο, ως νομιζόμενο «εκπρόσωπο» των δυτικοευρωπαϊκών αντιδικτατορικών ομάδων, και μαζί του όλη την (παρτσακλή, έστω, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο πολύτιμη) ονείρωξη των ένοπλων αγώνων στην ύποπτα ασύντακτη εξίσωσή τους με την τρομοκρατία, και, αθεράπευτα νωθροί, δεν μπήκαμε καν στον κόπο να ορίσουμε, έστω για μας, την έννοια της πολιτικής τρομοκρατίας.
Κι ακόμα περισσότερο, προσπαθήσαμε να εκσυγχρονιστούμε, εκχωρώντας τα άγια τοις κυσί, εκχωρώντας τους κατ’ εξοχήν τίτλους ευγενείας που διαθέταμε, δηλαδή την ιστορία της Αντίστασης, στην σφαίρα της γραφικότητας. Τι μας φταίει τώρα ο αξιοδάκρυτος κος Κασιμάτης αν, σε κατάσταση μνημονιακού παραληρήματος, πιστεύει πως μπορεί να χλευάσει τον Γλέζο;
Ηττηθήκαμε. Ηττηθήκαμε ήδη από το ’45, ήδη από το ’49, ήδη από το ’67. Κι η μεταπολιτευτική ευωχία δεν ήταν νίκη, ήταν απλώς η στοχαστική προσαρμογή των εχθρών μας. Τώρα που αυτοί εξοπλίζουν την φαιοφορούσα αιχμή του δόρατος, τώρα που η Χρυσή Αυγή τους δίνει την ευκαιρία να επανεγκαθιδρύσουν σε νέες βάσεις την αστική τους δημοκρατία εξευτελίζοντας οριστικά τις λέξεις και τα πράγματα, τώρα είναι ίσως η τελευταία μας ευκαιρία να ξανασκεφτούμε την ταυτότητά μας (και τα βίαια ή μη πρόσημά της) που, από το ’74 τουλάχιστον, απεμπολίσαμε χαλαρά, θεωρώντας την δικαιωμένη.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα μικρό κείμενο για σένα, ένα μεγάλο “ευχαριστώ” για τη Χρυσή Αυγή...

Μεσα στη νυχτα...

Πρώτα-πρώτα, κύριε Κασιμάτη, το να ευχαριστεί κανείς άτομα ή ομάδες για τη βία που ασκούν δεν μπορεί να σταθεί ούτε ως ρητορικό σχήμα -κι εσείς στην προκειμένη περίπτωση γράφετε αυτολεξεί “σοβαρολογώ απολύτως.” Και δεν μπορεί να σταθεί όχι γιατί είναι υπερβολικό ή άκομψο, αλλά γιατί είναι βαθιά προσβλητικό απέναντι στα θύματα αυτής της βίας, την οποία εσείς απ’ ό,τι φαίνεται αντιλαμβάνεστε μόνο συμβολικά, ως ευκαιρία δηλαδή για διόρθωση λαθών δεκαετιών, ενώ τα ίδια την ένιωσαν στο πετσί τους. Φανταστείτε π.χ. τον Τζορτζ Μπους Τζούνιορ να βγαίνει και να λέει μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους: “Οσοι πιστεύουμε στην δημοκρατία οφείλουμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στην Αλ Κάιντα – και σοβαρολογώ απολύτως. Της το οφείλουμε για την ευκαιρία που μας προσφέρει -και μάλιστα την ώρα που την έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη- ώστε να διορθώσουμε λάθη δεκαετιών και να κάνουμε μια νέα αρχή στην πολιτική ζωή. Είναι η ευκαιρία που δίνεται στη νομιμότητα να αναμετρηθεί, επιτέλους, με την οιονεί νομιμοποιημένη βία των τρομοκρατών…” Θα τον είχαν πάρει με τις πέτρες. Εκτός κι αν χρησιμοποιήσατε αυτό το ρητορικό τέχνασμα για να μπορείτε έπειτα να το πάρετε πίσω ζητώντας συγγνώμη για την υπερβολική και κακή διατύπωση, αλλά εμμένοντας στην ουσία του κειμένου σας που είναι το φιλόδοξο ξαναγράψιμο της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης.
Τι μαθαίνουμε λοιπόν από το πόνημά σας;
  • Ότι στην Ελλάδα έχουμε “οιονεί νομιμοποιημένη βία της Αριστεράς” από τη Μεταπολίτευση και μετά. Βέβαια δεν μας δίνετε συγκεκριμένα παραδείγματα ούτε αυτής της βίας (εκτός αν εννοείτε βία την υποστήριξη της κατάληψης του κτιρίου της Νομικής από μετανάστες-απεργούς πείνας ή τη διαμαρτυρία ενάντια σε εταιρείες που ξεσηκώνουν πλήθος τοπικών αντιδράσεων -σας χαρίζω την υποτιθέμενη βία εναντίον απεργοσπαστών, αλλά με ένα παράδειγμα στα τρία δεν πάτε πουθενά) ούτε της οιονεί νομιμοποίησής της (από ποιους και με ποιον τρόπο;) ούτε φυσικά ποιας Αριστεράς -κι εδώ η λαθροχειρία της αναφοράς στην δεύτερη παράγραφο των “αναρχικών κουκουλοφόρων” (“Αριστερά” κι αυτοί;) που σπάνε μάρμαρα σε κάθε συλλαλητήριο βγάζει μάτια. Πόσο βολικό όμως, ε; Γενικά και αόριστα πράξεις βίας της Αριστεράς εδώ και 38 χρόνια από τη μια, ειδικά και συγκεκριμένα οι τωρινές πράξεις βίας της Χρυσής Αυγής από την άλλη, αλλά η ζυγαριά ισορροπεί.
  • Ότι στην Ελλάδα είχαμε σοβιέτ με αστακομακαρονάδα. Για την αστακομακαρονάδα δεν θα διαφωνήσω, αλλά σοβιέτ, σοβιέτ… Το βρήκα! Για να δω τι λέει η wikipedia της σύγχρονης πραγματικότητας… για στάσου, είχαμε εμείς “συμβούλια αντιπροσώπων της κάθε διοικητικής περιφέρειας που εκλέγονταν είτε απ’ ευθείας από τον λαό, είτε από αντιπροσώπους σοβιέτ μικρότερων περιοχών”, έστω με αστακομακαρονάδα;;;
  • Ότι παράλογο σε σχέση με τις “αναπτυγμένες χώρες” είναι η θραύση των μαρμάρων και όχι π.χ. το να δουλεύεις σήμερα και το αφεντικό σου να σε πληρώνει μετά από πέντε μήνες.
  • Ότι αυτό που “έχει  πάει πολύ στραβά σε τούτη τη χώρα όλα αυτά τα χρόνια της Μεταπολίτευσης” είναι η υποτιθέμενη ασύδοτη βία της Αριστεράς και όχι η ασυδοσία του κεφαλαίου, όπως αυτό του εργοδότη σας, των αστικών κομμάτων που τα θεωρείτε θεματοφύλακες της δημοκρατίας σας και του κράτους  με τη νομιμοποιημένη βία του.
  • Ότι ο Παπουτσής εξαφανίστηκε από την πολιτική όχι επειδή έπνιξε εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών στα δακρυγόνα, αλλά επειδή έκανε την κότα απέναντι στη βία της Αριστεράς.
  • Ότι τα γεγονότα με τους Χρυσαυγίτες βουλευτές στο πανηγύρι της Ραφήνας και τη λαϊκή αγορά του Μεσολογγίου (και όχι στο “πανηγύρι του Μεσολογγίου” όπως γράφετε -αλλά σιγά μην το ελέγχατε κιόλας) που ζητούσαν άδειες και αναποδογύριζαν πάγκους μεταναστών εξισώνονται με… -αλήθεια, με ποιες πράξεις αριστερών βουλευτών εξισώνονται, ώστε να είναι εύστοχος ο συσχετισμός ακροδεξιάς και ακροαριστερής βίας;
  • Ότι σε ένα κείμενο για τη βία και τη δημοκρατία χωράει παραπολιτικό και κακεντρεχές σχόλιο για τη φωνή μιας βουλευτίνας -παρεμπιπτόντως οι Ερινύες ήταν η προσωποποίηση των τύψεων, οπότε καλύτερα Ερινύα, παρά Εφιάλτης.
  • Ότι “κουκουέδες, συριζαίοι, χρυσαυγίτες – όλοι τους βλάπτουν τη δημοκρατία εξίσου.”
  • Ότι η Λιάνα Κανέλλη, μια γυναίκα άνω των 60, “έφαγε προεκλογική μπούφλα” από τον Κασιδιάρη και όχι τέσσερις σφαλιάρες δημοσίως και ότι στις παρέες σας υπάρχουν πολλοί που το ευχαριστήθηκαν -ή μήπως θα έπρεπε να γράψω “ευχαριστηθήκατε”;
  • Ότι στη Γερμανία της Βαϊμάρης τα Τάγματα Εφόδου ήταν το φυσικό επακόλουθο της Ρόζας Λούξεμπουργκ και οι Ταγματασφαλίτες (οι δοσίλογοι ντε, οι συνεργάτες των Γερμανών) στην Κατοχή το φυσικό επακόλουθο του ΕΛΑΣ, της αντίστασης δηλαδή ενάντια στους Ναζί.
  • Ότι η κυβέρνηση μπροστά στη βία της Χρυσής Αυγής αυτό που πρέπει να κάνει πάνω απ’ όλα είναι να επιβάλει τη νομιμότητα προς κάθε πλευρά -άσχετα αν η άλλη πλευρά δεν κάνει τίποτα από όσα κάνει η ΧΑ.
  • Ότι σε ένα κείμενο που μιλά για τη βία των νεοναζί χώρεσε στην τελευταία του σειρά ένα κακεντρεχές σχόλιο ακόμη και για τον Μανόλη Γλέζο.

    Όταν ξεκίνησα το hashtag #do_it_like_kasimatis στο twitter νωρίτερα σήμερα, ο φίλος μου ο Θωμάς σχολίασε επί λέξει: “φαγώθηκες με τον μαλάκα. Μη διαβάζεις την φυλλάδα τους, μην κάνεις κλικ στο site τους και μη βλέπεις τον σταθμό τους.” Τα έχω κάνει και τα τρία εδώ και καιρό. Αλλά μερικά πράγματα δεν πρέπει να τα αφήνουμε αναπάντητα. Δυστυχώς, σας διαβάζει -ακόμη- κόσμος.

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Ας καταδικάσουμε την ουρολαγνική βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται...

Η ΧΕΛΩΝΑ...


Ο Στέφανος Κασιμάτης, με την αιχμηρή πένα του σε ρόλο νυστεριού, ανατέμνει σήμερα το ουροποιητικό σύστημα ενός εβδομηντάχρονου Αθηναίου που ξαλάφρωσε μια μέρα του Ιουλίου στον τοίχο της γαλλικής πρεσβείας, στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Κατά τη διαδικασία εντοπίζει με χειρουργική ακρίβεια το σπέρμα της βίας των Δεκεμβριανών του 2008. Αξίζει να παρακολουθήσουμε τον συλλογισμό του:
Όταν μηχανάκια κινούνται ελεύθερα στα πεζοδρόμια, μπροστά στα μάτια αδιάφορων αστυνομικών, όταν αλήτες καταστρέφουν συστηματικά τη δημόσια περιουσία, καλυπτόμενοι πίσω από το ισχνό πρόσχημα κάποιας αντιεξουσιαστικής μανιέρας, όταν η επιθετική επαιτεία των ναρκομανών ασκείται ανεμπόδιστα στα σημεία της πόλης που υποτίθεται ότι είναι η βιτρίνα της, γιατί να μην κάνει και [ο εβδομηντάχρονος Αθηναίος] χρήση του φυσικού δικαιώματός του να τα αμολήσει όπου του αρέσει;
Και συνεχίζει, αφού διεκτραγωδήσει για λίγο την κατάσταση του αθηναϊκού κέντρου:
Η παρακμή της Αθήνας ξεκίνησε αμέσως μετά τον ψευδοθρίαμβό της: τους Ολυμπιακούς. Ξεκίνησε με τη συσσώρευση λαθρομεταναστών, που επέφερε τη σταδιακή γκετοποίηση τμημάτων της. «Επισημοποιήθηκε», δε, με τα Δεκεμβριανά του 2008. Τα γεγονότα εκείνων των ημερών ήταν η κρίσιμη καμπή, διότι μία δεξιά κυβέρνηση ήταν αυτή που με τη στάση της νομιμοποίησε το δικαίωμα του όχλου να «το κάψει» για να ξεδώσει. Ακόμη χειρότερα, με τη στάση της τότε, αναγνώρισε ηλιθίως το ιδεολογικό υπόβαθρο της «εξέγερσης»· δηλαδή, την ευκολία μιας ψευδώνυμης ευαισθησίας που πασάρεται ως ιδεολογία και ντύνεται με τα αφελή επιχειρήματα ενός ανθρωπισμού για χαζούς, που απορρίπτει την τιμωρία και διαχέει τις ευθύνες ώσπου δεν ανήκουν πια σε κανέναν – διότι όταν φταίμε όλοι, τότε δεν φταίει κανείς.
Τέλος, αφού εκθέτει κατ’ αντιπαράσταση το παράδειγμα της αντίδρασης των αρχών στο Λονδίνο στις περσινές καλοκαιρινές ταραχές, όπως και την προετοιμασία του βρετανικού αστυνομικού και δικαστικού μηχανισμού κατά τους πρόσφατους ολυμπιακούς αγώνες, εκθειάζει τις λύσεις που βρήκε ο βρετανικός νομικός πολιτισμός για να αντιμετωπίσει όλη αυτή την υπέρμετρη βία που ξεκινά από τους ανεξέλεγκτους εμπρησμούς και καταλήγει μέχρι και στις ανεξέλεγκτες ουρήσεις έξω από πρεσβείες στρατηγικών μας συμμάχων.
Η Χελώνα θέλει καταρχάς να επισημάνει στον Στέφανο Κασιμάτη ότι, σύμφωνα με τον ουρολόγο Βασίλη Πουλάκη, μετά την ηλικία των 70, εννιά στους δέκα άνδρες υποφέρουν από καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (ΚΥΠ), η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του γιατρού, “δημιουργεί δυσκολίες στην καθημερινότητα τόσο του άνδρα που υποφέρει όσο και της συντρόφου που βιώνει το πρόβλημα μαζί του”.
Μ’ αυτό σαν δεδομένο, η Χελώνα θα συμφωνήσει με τον Στέφανο Κασιμάτη ότι η Αθήνα είναι μια τριτοκοσμική πρωτεύουσα, αφού δεν διαθέτει δημόσιες τουαλέτες για τους πολίτες και τους επισκέπτες της. Ωστόσο επειδή η κάπως μπρουτάλ λύση που έδωσε ο γέροντας στο πρόβλημά του λαμβάνει ρεαλιστικά υπόψη αυτή την κρίσιμη λεπτομέρεια του θεσμικού περιβάλλοντος και επιδεικνύει αξιοθαύμαστη πρωτοβουλία, η Χελώνα κρίνει πως ο καλός δημοσιογράφος μ’ αφορμή τον εβδομηντάχρονο ουρητή πέφτει στην παγίδα της αποκήρυξης των αρχών του φιλελευθερισμού και θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να μάθουμε τι θα έκανε ο ίδιος αν βρισκόταν στη θέση του εβδομηντάχρονου Αθηναίου.
***
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε στο 2042, είσαι ο Στέφανος Κασιμάτης, ανήκεις στο 90% των εβδομηντάχρονων που υποφέρουν από ΚΥΠ, περπατάς στο πεζοδρόμιο της Βασιλίσσης Σοφίας μπροστά από τη γαλλική πρεσβεία σκεπτόμενος τη σύντροφό σου που βιώνει το πρόβλημα μαζί σου και, ξαφνικά, σου έρχεται να ουρήσεις. Τι επιλογές διαθέτεις;
Αρχικά σκέφτεσαι να διασχίσεις την Βασιλίσσης Σοφίας και, υπενθυμίζοντας τη δημοσιογραφική σου ιδιότητα, να ζητήσεις ευγενικά από τους φρουρούς της Βουλής των Ελλήνων να χρησιμοποιήσεις τις υποδομές του κοινοβουλίου. Το ξανασκέφτεσαι, όμως, γιατί απ’ το σημείο που βρίσκεσαι θα χρειαστεί να περάσεις τον δρόμο παρανόμως, όχι από την διάβαση των πεζών, κι επειδή η τήρηση της νομιμότητας είναι ζήτημα αρχής για σένα, προσπαθείς να βρεις άλλη λύση.
Κοιτάς για λίγο προς τα ανατολικά και σκέφτεσαι αν προλαβαίνεις να φτάσεις ως την Σέκερη κι από εκεί στο φιλόξενο Κολωνάκι όπου σίγουρα θα βρεις μια τουαλέτα για να ανακουφιστείς. Υπάρχει χρόνος όμως;
Περνάει για μια στιγμή απ’ το μυαλό σου να χτυπήσεις το κουδούνι της γαλλικής πρεσβείας και να ζητήσεις σε άψογη γαλλική από τον φρουρό να σε αφήσει να χρησιμοποιήσεις τις σχετικές υποδομές σε γαλλικό έδαφος, όμως δεν έχεις μαζί σου διαβατήριο κι από τότε που η Ελλάς δεν ανήκει πια στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Γαλλία έχει επανεισαγάγει διαδικασία βίζας για τους Έλληνες πολίτες.
Η κατάσταση είναι αδιέξοδη. Υπάρχει μόνο μια ριψοκίνδυνη αλλά και τόσο ταιριαστή στην περίπτωσή σου λύση: Κάνεις στροφή 180 μοιρών, σφίγγεις τα δόντια δαγκώνοντας τη γλώσσα (με προφανή τον κίνδυνο δηλητηρίασης), διασχίζεις πρώτα την Ακαδημίας και μετά την Πανεπιστημίου και ανεβαίνεις τρέχοντας τα σκαλιά της “Μεγάλης Βρεταννίας”, που ήταν το στρατηγείο των εθνικών δυνάμεων και των Βρετανών συμμάχων μας στη διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944. Το “GB Corner” είναι ο πλέον κατάλληλος τόπος για την ανακούφιση ενός εβδομηντάχρονου διαβάτη, αν προλάβει βέβαια να φτάσει ως εκεί χωρίς να τον προδώσει το ουροποιητικό του σύστημα κι ο υπερτροφικός του προστάτης.
Αυτή η λύση έχει κι άλλα πλεονεκτήματα για έναν εβδομηντάχρονο, αν σε λένε Στέφανο Κασιμάτη: Το “GB Corner” είναι γεμάτο αναμνήσεις. Θα θυμηθείς εκείνη τη φορά που βρέθηκες εκεί για ένα γεύμα με τον Μάκη Βορίδη. Θ’ αρχίσεις να αφηγείσαι στον θυρωρό με τις επωμίδες: “Θυμάμαι πως παραγγείλαμε δύο ντράι μαρτίνι με τζιν, δύο Angus burgers (το μπιφτέκι ήταν εξαιρετικό, άνετα τρωγόταν ακόμη και τελείως άψητο, αλλά οι πατάτες παρατηγανισμένες), επίσης ένα αναψυκτικό και δύο καφέδες. Το σύνολο ήταν 101 ευρώ (δεν είχαμε ακόμη επιστρέψει στη δραχμή) και το σέρβις τού συνήθους υψηλού επιπέδου”. Όλες αυτές οι υπέροχες στιγμές θα έρθουν στη μνήμη σου και θα χαμογελάσεις νοσταλγικά ατενίζοντας την όμορφη Αθήνα.
Όμορφη; Πώς όμορφη; Πότε έγινε αυτό; Ανέλαβαν τη διαχείριση της πόλης οι ικανοί σύμμαχοί μας;
***
Ας γυρίσουμε, όμως, στο παρόν και στο ζήτημα της κλιμακούμενης βίας των κουκουλοφόρων και των ξεκουκούλωτων ουρητών. Ο Στέφανος Κασιμάτης πρέπει καταρχάς να παραδεχτεί ότι αν ο εν λόγω εβδομηντάχρονος Αθηναίος προέβη σε μια πράξη πολιτικής ανυπακοής, όπως πιθανολογεί στο άρθρο του, είχε το θάρρος να το κάνει χωρίς κουκούλα και κάτω από τις κάμερες. Αυτό κάτι μας λέει για τον χαρακτήρα του γέροντα, για τα τιμημένα ελληνικά γηρατειά, για το ρόλο που μπορούν αυτά να παίξουν στη διαπαιδαγώγηση των νεότερων.
Η Χελώνα προτείνει στον Στέφανο Κασιμάτη να κουβεντιάσει το ζήτημα και με τον συνάδελφό του Πάσχο Μανδραβέλη. Ο Μανδραβέλης, στο σημερινό του τακτικό άρθρο στην ίδια εφημερίδα, σχολιάζει τις υψηλές βάσεις των αστυνομικών σχολών, αναρωτιέται πώς γίνεται ορισμένοι από τους βίαιους δεκαπεντάχρονους του Δεκέμβρη του 2008 να επιδιώκουν να γίνουν αστυνομικοί και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “αυτή η γενιά, παρά την επίφαση επαναστατικότητας, αναπαράγει το σύνολο των πεποιθήσεων της προηγούμενης” περί εξασφάλισης και βολέματος.
Έτσι, τα Δεκεμβριανά που γέννησαν τη βία της ούρησης της τρίτης ηλικίας δεν κατόρθωσαν να επηρεάσουν ένα τμήμα τουλάχιστον των νεαρών πρωταγωνιστών τους, οι οποίοι ενσωματώνονται στο σύστημα όταν μπει η παράμετρος της επαγγελματικής εξασφάλισης. Η Χελώνα δεν ξέρει αν απ’ αυτό θα έπρεπε να βγάζουμε κάποιο συμπέρασμα για τη βία, καθώς, Πάσχο (ελπίζω να μη σε πειράζει ο ενικός), αν οι βίαιοι δεκαπεντάχρονοι του 2008 γίνουν αστυνομικοί, δεν θα συμβεί επειδή έπαψαν να είναι βίαιοι, αλλά επειδή δεν είναι πλέον δεκαπεντάχρονοι.
Κάπου εδώ, που οι διαχωριστικές κόκκινες γραμμές μεταξύ σοβαρότητας και σοβαροφάνειας έχουν θολώσει απελπιστικά, έρχεται σαν από μηχανής θεός ένας νεκρός για να σώσει την κατάσταση. Πρόκειται για τον Μάριο Χάκκα. Ο Χάκκας έχει γράψει ένα μικρό διήγημα με τον τίτλο “Ο Μπιντές” που ασχολείται με την ευπρέπεια και το οποίο η Χελώνα πιθανολογεί ότι δεν το έχει διαβάσει ο Στέφανος Κασιμάτης. Επειδή σ’ αυτό το διήγημα μπαίνουν μια σειρά κρίσιμα ερωτήματα και δίνονται μια σειρά κρίσιμες απαντήσεις, ας του δώσουμε αυτή την ευκαιρία:
Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνη η λουξ τουαλέτα με τον ιππόκαμπο στα πλακάκια οικόσημο, μια πάπια και γύρω παπάκια, κύκνους και παραδείσια ψάρια, νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα, μπιντές, παραμπιντές, όλα απαστράπτοντα, είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα, σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι. 
Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία για πρώτη φορά στην Αθήνα και νοίκιασα ένα δωμάτιο χωρίς καμπινέ. Υπήρχε βέβαια ένας πρόχειρος καμπινές στην αυλή, αλλά έπρεπε να κατέβεις μια κατασκότεινη ξύλινη σκάλα που έτριζε και σήκωνε τον κόσμο στο πόδι. Ένα βράδυ που έβρεχε και μ’ έπιασε κόψιμο, τα ‘κανα σε μια εφημερίδα, κι αφού τα πακετάρισα ωραία, ως και κορδελάκι με φιόγκο τους έβαλα, πηγαίνοντας πρωί πρωί στη δουλειά, τ’ άφησα στη μέση του δρόμου. Θα θυμόσαστε βέβαια πόσα τέτοια πακέτα συναντούσατε τότε στους δρόμους. Μερικοί τα κλοτσούσαν για να μαντέψουν το περιεχόμενο. Λέγεται πως κάποιος το πήγε στην αστυνομία χωρίς να τ’ ανοίξει και ζήταγε εύρετρα. Ε, ένα τέτοιο πακέτο έφτιαξα κάποτε κι εγώ, κι ακόμη τώρα που το θυμάμαι μετά τόσα χρόνια μου έρχονται γέλια. 
Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. Όλο σκαστή ήταν κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σισιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ. Τι να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. Άλλωστε, αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται. Πάντως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βρέθηκα μ’ όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τι σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τι καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε. 
Είχε και δικό της σπιτάκι, ένα μόνο δωμάτιο, αλλά μεγάλη αυλή, και σιγά σιγά με τις οικονομίες μας, χτίσαμε κουζίνα κι άλλα δωμάτια. Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη. 
Μόνο στον καμπινέ καθυστερήσαμε. Στο βάθος της αυλής μέσα σε μια παραγκούλα ήταν μια τούρκικη λεκάνη που με ανάγκαζε κάθε πρωί να κάθομαι στο κότσι, αν κι αυτό ήταν μια καλή άσκηση όπως δε συνήθιζα να κάνω γυμναστική. Στην παραγκούλα υπήρχε κι ένα τενεκεδένιο βρυσάκι που το γέμιζα κάθε πρωί και πλενόμουν. Μπάνιο στη σκάφη. Το Σαββατόβραδο άρχιζε η περιπέτεια. Μ’ έχωνε η γυναίκα στη σκάφη κι έτριβε μέχρι γδάρσιμο. Ας είναι. 
Συνέχιζα να προοδεύω. Βοηθός λογιστού ακόμα ξεχρέωνα την κρεβατοκάμαρα, βαρύ έπιπλο με κομοδινάκια κι απάνω αμπαζούρ, σιέλ στο δικό μου, ροζ στης κυράς. Έπειτα έγινα κανονικός λογιστής, τότε που πήραμε κι εκείνο το οικοπεδάκι με δόσεις. Φυτέψαμε μάλιστα και δυο τρία δέντρα που πήγαινα στις αρχές, μετά από επιμονή της γυναίκας μου, κάθε Κυριακή και τα πότιζα. Κατόπιν ξεράθηκαν κι αυτά, πολλές οι δουλειές, αρχιλογιστής πια, γερός ο μιστός και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι κομπλέ, πλην τουαλέτας. Έμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι χρόνων. 
“Κάποτε θα ‘ρθει και της τουαλέτας η ώρα”, έλεγα στη γυναίκα μου που με γκρίνιαζε πάντα, παραπονιόταν πως έρχεται κανένας επισκέπτης, θέλει να πάει προς νερού του και πέφτουν τα μούτρα της. Κι άλλωστε, τι ήταν πια ο καμπινές εδώ που φτάσαμε; Η ουρά του γαϊδάρου. Κι όπως όλα τα πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στην τουαλέτα πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ’ απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά και μπιντέ. 
Τ’ άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ’ άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το ‘να μάτι μπλε τ’ άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τι λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή – ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα; 
Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π’ ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στιμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ. 
Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν’ αναπνεύσω λιγάκι, ν’ ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ’ τ’ αυτοκίνητα. Άλλου είδους αυτός: Ένα επίμονο πλατς-πλατς σκέπαζε κάθε άλλη βοή. Έστησα το αυτί και κατάλαβα. Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ’ ένα απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.
ΥΓ. Για όποιον δε θέλει να διαβάζει σεντόνια και είναι πιο ακουστικός τύπος, υπάρχει και μια άλλη πιο συνοπτική απάντηση στο άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη. Disclaimer: η Χελώνα δεν τη συμμερίζεται διότι δεν ταιριάζει με την αγωγή της.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

ΜΑΚΑΡΙ

Καρτεσιος...

Την κίνηση Ε.ΛΑ.Δ.Α. παρουσίασαν το απόγευμα της Τετάρτης στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς Μανώλης Γλέζος και ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γιώργος Κασιμάτης. Ο Μίκης Θεοδωράκης έκλεισε την ομιλία του λέγοντας: «Βοηθήστε μας. Δεν έχουμε πολύ χρόνο ο Μανώλης κι εγώ. Εβδομήντα χρόνια πολεμάμε».
Και τι θέλετε να κάνουμε εμείς κ. Θεοδωράκη μας; Εμείς ούτε μια μέρα πολεμήσαμε. Κι ας έγιναν τόσοι πόλεμοι. Ένα όπλο δεν πήραμε. Κι ας μας βίαζαν τη συνείδηση κι ας μας βιάζουν σήμερα την αξιοπρέπεια.
Μάθαμε να μη ντρεπόμαστε ούτε τον εαυτό μας, σιγά μη ντραπούμε εσάς και τον κ. Γλέζο. Εδώ δε ντρεπόμαστε να σας βρίζουμε, να σας γελοιοποιούμε, να επιτρέπουμε στον κάθε φλώρο να σας αποκαλεί «ξεμωραμένο», να αφήνουμε τον Μπουτάρη να σας φέρεται σαν πλανόδιο σουβλατζή.
Τι κι αν τραγουδήσαμε τα τραγούδια σας κ. Θεοδωράκη; Αρνηθήκαμε να πονέσουμε. Φυλάξαμε το τροφαντό μας σώμα και θυσιάσαμε την ψυχή. Φτιάξαμε καινούρια όνειρα εμείς, πιο λαμπερά.
Τι κι αν εσείς ονειρευόσασταν την ελευθερία και τη δημοκρατία; Εμείς ονειρευόμαστε ένα καλύτερο αυτοκίνητο, ένα μεγαλύτερο σπίτι, έχουμε άλλες ανάγκες και όνειρα.
Εμείς κάναμε τον Τσε ακριβό ρολόι, αφίσα, μπλουζάκι, αναπτήρα, ταινία και ξεμπερδέψαμε με την επαναστατικότητά μας. Τη δημοσιοποιήσαμε όσο πιο ακίνδυνα μπορούσαμε, άραγε δεν αρκεί αυτό;
Εσείς κ. Θεοδωράκη συνεργαστήκατε και με το διάολο για να σταθείτε απέναντι σε μεγαλύτερους διαόλους. Και σας βάφτισαν και προδότη και ξεπουλημένο. Πού πάτε να μας μπλέξετε σε αυτά;
Καμία ευθύνη δεν αποποιούμαι. Κι εγώ σας έβρισα όταν υπερβήκατε τα «εσκαμμένα» που καθορίζουν οι «άμεμπτοι» και ζήσατε την «κορύφωση των παθών σας» συμμετέχοντας στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ήμουν τότε κι εγώ ένας γνήσιος Αριστερός, πρότυπο ιδεολογικής πειθαρχίας.
Τελικά, έπρεπε να μεγαλώσω αρκετά για να καταλάβω ότι υπάρχουν προδοσίες που γίνονται και δε λέγονται και προδοσίες που λέγονται, αλλά δε γίνονται. Κατάλαβα, λοιπόν, ότι η δική σας «προδοσία» ειπώθηκε αλλά δεν έγινε. Δεν την αντέξατε. Φύγατε.
Υπάρχουν όμως προδοσίες που γίνονται καθημερινά στην πολιτική και στη ζωή μας, αλλά δε λέγονται επειδή είναι ταμπού και τα τοτέμ της αριστεροσύνης προστατεύονται από αγκυλωμένες πεποιθήσεις περί του ορθού.
Τους τρέμω τους «αρχάγγελους της κάθαρσης και της καθαρότητας». Ειδικά της ιδεολογικής. Δε συγχωρούν ποτέ το παραμικρό λάθος στους άλλους, παρά χτίζουν όλη μέρα επιχειρήματα για να υπερασπιστούν τα δικά τους συνειδητά λάθη. Δεν είμαι εναντίον των λαθών, θέλω να παραμείνω άνθρωπος και να μην αναβαθμιστώ σε πνεύμα αλάνθαστο.
Το όνομα «Ε.ΛΑ.Δ.Α.» που δώσατε στο κίνημά σας δε μου αρέσει. Περισσότερο επειδή πάλι παραπέμπει σε συμβολισμό κι έχω βαρεθεί τους συμβολισμούς και τα συμβολικά. Κοντεύω να πάω από υπερβολική δόση συμβολισμού και πλήρη έλλειψη ουσιαστικού.
Μου άρεσε, όμως, που είπατε ότι «όλοι αυτοί, τρόικα, Μνημόνιο, δωσίλογοι, υποτακτικοί, πουλημένοι, όλοι θα πάνε στη θάλασσα». Μου άρεσε που το πιστεύατε όταν το λέγατε και δεν αφήνατε περιθώρια για ουτοπιστικές ή μεσοβέζικες εναλλακτικές.
Εύχομαι να γίνει έτσι όπως το είπατε. Να τους πετάξουμε στη θάλασσα και να είναι τα δικά σας χέρια και του Μανώλη Γλέζου εκείνα που θα τους σπρώξουν πρώτα. Το δικαιούστε. Μακάρι να γίνει, όμως δυστυχώς δε μπορεί να γίνει από μόνο του. Κάποιοι πρέπει να το κάνουμε. Κι αυτοί οι «κάποιοι» είμαστε εμείς. Με κάθε τρόπο.
Μακάρι, λίγο ν’ αλλάξουμε. Να αρχίσουμε να ντρεπόμαστε εμάς και τα παιδιά μας. Αλλά, κυρίως, να καταλάβουμε ότι δεν είστε μόνο εσείς και ο κ. Γλέζος που δεν έχετε πολύ χρόνο. Ούτε εμείς έχουμε πολύ χρόνο. Κανείς μας δεν έχει πολύ χρόνο. Τελειώνει. Και μαζί με το χρόνο, τελειώνουμε κι εμείς σα λαός, σαν πολίτες, σαν ελεύθεροι άνθρωποι.

Ροη αρθρων