Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Δύο προγράμματα, δύο κόσμοι...


Γιάννης Μηλιός, απο την Αυγη...
Μόλις εχθές, μετά από τέσσερις ολόκληρους μήνες, θυμήθηκε η κυβέρνηση της πασοκονεοδημοκρατίας να παρουσιάσει το πρόγραμμά της. Ας προσπεράσουμε το γεγονός ότι μέχρι τώρα κυβερνά με μόνο πρόγραμμα το Μνημόνιο και ας δούμε το κείμενο καθεαυτό. Πέρα από τις γενικόλογες ευχές, χαρακτηριστικές του πάλαι ποτέ δικομματισμού, το πρόγραμμα επιβεβαιώνει πολύ συγκεκριμένες πολιτικές: συνέχιση απολύσεων στο Δημόσιο και απελευθέρωση στον ιδιωτικό τομέα (θέση 5), ιδιωτικοποιήσεις παντού (θέση 11), καμία μείωση του χρέους (θέση 8), παγίωση της ανεργίας (θέση 18). Ενώ το πρόγραμμα αυτό φωνάζει τη στήριξή του με κάθε τρόπο στο κεφάλαιο χωρίς κανένα κοινωνικό κριτήριο, η σιωπή του σχετικά με την προστασία των εργαζομένων και των ανέργων που ζουν σ' αυτή τη χώρα είναι εκκωφαντική. Είναι πρόγραμμα γραμμένο από το ενιαίο κόμμα του Μνημονίου για το μεγάλο κεφάλαιο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταθέσει στον ελληνικό λαό την πρότασή του και αν αντιπαραθέσουμε τις δύο προτάσεις, θα δούμε ότι πρόκειται για δύο κόσμους εντελώς διαφορετικούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχεται την πραγματικότητα της ανθρωπιστικής κρίσης και προετοιμάζεται ήδη πυρετωδώς για την υλοποίηση του βραχυπρόθεσμου προγράμματος άμεσης ανακούφισης της κοινωνίας. Πέραν της άμεσης επιστροφής του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, διαθέτει προτάσεις για την πρόσβαση στα βασικά αγαθά για όλους, για τη σίτιση, τη στέγαση. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχεται την αποτυχία των διακηρυγμένων στόχων του Μνημονίου, αποδέχεται τη μη βιωσιμότητα του χρέους και προτείνει την ακύρωση του Μνημονίου και τη διαπραγμάτευση για μια νέα δανειακή σύμβαση1. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη λογική επιλογή απέναντι στους ισοπεδωτές της κοινωνίας που εκφράζουν τον παλιό κόσμο που φεύγει.

1 Δες το άρθρο του Σ. Λαπατσιώρα, "Ακύρωση Μνημονίου και επαναδιαπραγμάτευση της Δανειακής Σύμβασης", http://left.gr/news/akyrosi-mnimonioy-kai-epanadiapragmateysi-tis-daneiakis-symvasis

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Ακύρωση Μνημονίου και επαναδιαπραγμάτευση της Δανειακής Σύμβασης...


Του Σπύρου Λαπατσιώρα, απο την Αυγη...

A) Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για ακύρωση του Μνημονίου και επαναδιαπραγμάτευση της Δανειακής Σύμβασης στηρίζεται στη σχέση που έχουν αυτά τα δύο διαφορετικά κείμενα.
Το ένα κείμενο, η Δανειακή Σύμβαση, αναφέρεται στα χρήματα που θα εκταμιευθούν και πώς/πότε θα γίνουν οι εκταμιεύσεις, πώς θα αποπληρωθούν τα χρήματα που εκταμιεύονται (δανείζονται), με τι επιτόκιο, πώς, πού, πότε θα πληρώνονται οι τόκοι, τους όρους της σύμβασης δανεισμού κ.λπ.
Το άλλο κείμενο, το Μνημόνιο, είναι παράρτημα της δανειακής σύμβασης. Συνδέεται με τη Δανειακή Σύμβαση επειδή αποτελεί όρο σε αυτήν η εφαρμογή του Μνημονίου για την εκταμίευση δόσεων του δανείου. Το Μνημόνιο, ως προς το περιεχόμενό του, αποτελεί ένα χάρτη αλλαγών του ελληνικού θεσμικού πλαισίου, νόμων οι οποίες θα πρέπει να ψηφιστούν. Πρόκειται για αλλαγές οι οποίοι απηχούν, σχεδόν στο σύνολό τους, τις νεοφιλελεύθερες προτάσεις, για το τι πρέπει να αλλάξει στην ελληνική κοινωνία, που διατυπώνονταν από διάφορους εγχώριους θεσμικούς και μη παράγοντες αρκετά πριν από την κρίση του 2008.
Επομένως, πρόκειται για δύο κείμενα διαφορετικά -εν γένει, από το ένα δεν προκύπτει το άλλο. Το ένα περιγράφει τους όρους ενός δανείου, την εκταμίευσή του, την αποπληρωμή του. Το άλλο περιγράφει περιεχόμενα της πολιτικής που θα πρέπει να ασκηθούν από την ελληνική κυβέρνηση. Συνδέονται επειδή το πρώτο έχει ως όρο την υλοποίηση του δεύτερου.
Β) Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι θα ακυρώσει το Μνημόνιο και θα επαναδιαπραγματευθεί τη Δανειακή Σύμβαση, λέει κάτι σχετικά απλό:
1) Ότι θα ψηφίσει ένα σύνολο νόμων που θα ακυρώνουν επί της ουσίας το νομοθετικό πλαίσιο που επιβλήθηκε με τα Μνημόνια. Αυτή τη διαδικασία θα πρέπει να τη δούμε όχι μόνο με την αρνητική, αλλά και με τη θετική σημασία: θα νομοθετηθεί το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο για μία κοινωνία μετά την κρίση, στην κατεύθυνση που υποστηρίζει με το πρόγραμμά του.

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Χρηματοδοτικό κενό και κοινωνικές ανάγκες...

του Σπυρου Λαπατσιωρα, απο την Αυγη...
Διεθνώς κυριαρχεί η συζήτηση για το χρηματοδοτικό κενό που παρουσιάζεται στην ελληνική οικονομία για το επόμενο διάστημα.
Τι σημαίνει χρηματοδοτικό κενό; Γενικά, αν αθροίσουμε από τη μία μεριά τις εκτιμώμενες εισροές χρημάτων (περιλαμβανομένων των λιγοστών δανείων που έχουν απομείνει από την υπάρχουσα δανειακή σύμβαση), από την άλλη μεριά τις εκτιμώμενες χρηματικές ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν (περιλαμβανόμενων χρεωλυσίων και τόκων) και συγκρίνουμε τα δύο ποσά προκύπτει ότι οι εκτιμώμενες ανάγκες είναι μεγαλύτερες των εκτιμώμενων εισροών.
Χρηματοδοτικό κενό παρουσιάζεται και στους δύο λογαριασμούς που αποτελούν βάση για τις μνημονιακές πολιτικές. Των χρηματοδοτικών αναγκών και πηγών της Γενικής Κυβέρνησης και των εξωτερικών συναλλαγών.
Το χρηματοδοτικό κενό και στις δύο περιπτώσεις είναι υποτιμημένο. Επειδή στηρίζεται σε παραδοχές και εκτιμήσεις οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες.
Για παράδειγμα στον υπολογισμό του κενού που αφορά τα δημόσια οικονομικά βασικό χαρακτηριστικό αποτελεί η υποτίμηση των δημοσίων δαπανών για ανάπτυξη και κοινωνικές ανάγκες, εκτός αν θεωρήσουμε, που αποτελεί στόχο του προγράμματος, ότι για όσους δεν έχουν χρήματα δεν αποτελεί ανάγκη η αξιοπρεπής επιβίωση -ή και σκέτο η επιβίωση- και είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν αυτήν την κατάσταση.
Επίσης παραδειγματικά, η καταπολέμηση της ανεργίας προϋποθέτει οικονομική μεγέθυνση, η οποία, με βάση την παραγωγική δομή της ελληνικής οικονομίας, σημαίνει σημαντική αύξηση εισαγωγών κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, πρώτων υλών και ενδιαμέσων προϊόντων, επομένως μεγαλύτερες χρηματοδοτικές ανάγκες στον λογαριασμό των εξωτερικών συναλλαγών, με βάση το υπάρχον πρόγραμμα εξωτερικής χρηματοδότησης.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Ανομία και συλλαβισμός της λέξης «ασφάλεια»...

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ, απο την Αυγη...
Οι πολιτικές των Μνημονίων παίρνουν μορφή μέσω νόμων που τίθενται σε ισχύ. Η κοινωνική μηχανική που υποδηλούν συνιστά μίας ακραίας βίας «επίθεση» στις δυνατότητες και τους όρους αναπαραγωγής ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Η αποτυχία αυτής της βίαιης πολιτικής ως προς τα δημοσιονομικά μεγέθη δικαιολογείται με το επιχείρημα ότι δεν εφαρμόστηκε τόσο σθεναρά όσο απαιτούνταν, επιχείρημα το οποίο αποτελεί ακόμη τον πυρήνα της κυβερνητικής στρατηγικής.
Βάσει αυτών μπορούμε να ξεκινήσουμε να κατανοούμε τη ρήση «η ανομία θα παταχθεί». Ένα παράδειγμα βοηθά στην περαιτέρω ερμηνεία της.
Στη Βολιβία, στην αλλαγή του αιώνα, επιχειρήθηκε, με νόμους φυσικά, η ιδιωτικοποίηση της παροχής ύδρευσης. Οι τιμές αυξήθηκαν κατά 200 έως 300%, σε ένα περιβάλλον φτώχειας για το 70% του πληθυσμού. Πολύ φυσικά, οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς και η ανάγκη λειτούργησαν και ο πληθυσμός, αφού δεν μπορούσε να πληρώνει την εταιρεία, στράφηκε στη συλλογή του βρόχινου νερού με δεξαμενές στις στέγες των σπιτιών. Η κυβέρνηση ψήφισε έναν νόμο που απαγόρευε τη συλλογή βρόχινου νερού. Η κατάληξη ήταν η συνάντηση του πλήθους με τα κινήματα ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις νερού, συγκρούσεις με την αστυνομία, γενικευμένη εξέγερση με καταλήψεις στην Κοχαμπάμπα, απόσυρση των νόμων.
Προφανώς οι νόμοι ιδιωτικοποίησης του νερού που ψηφίστηκαν ήταν άδικοι (το δίκαιο, με την έννοια του νομοθετικού πλαισίου, της ερμηνείας του και της εφαρμογής του και το δίκιο, με τη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης, δεν βρίσκονται πάντα σε αντιστοιχία, ειδικά σε εποχές μνημονίων που επιχειρείται βίαιη αναδιανομή του πλούτου και της ισχύος)· προφανώς, επίσης, οι πολίτες παρανόμησαν όταν συνέλεγαν νερό ερχόμενοι σε σύγκρουση με τις μονάδες καταστολής που κυνηγούσαν δεξαμενές νερού στις στέγες. Δεν συζητάμε για τα υπόλοιπα που ακολούθησαν.
Προφανώς επίσης, στο θεμελιώδες ερώτημα αν «φταίει» ο νόμος ή η «μη-εφαρμογή» του για την παραβίασή του, δόθηκαν δύο απαντήσεις. Στην πρώτη φάση επιχειρήθηκε η επιβολή ενός νόμου -που ήταν κοινωνικά άδικος και παρήγαγε ανομικές καταστάσεις- με καταστολή, νεκρούς και τραυματίες ώστε να υποταχθούν οι υπήκοοι στις επιταγές του νόμου. Σε δεύτερη φάση, με τον Μοράλες πια πρόεδρο, αναγνωρίστηκε ότι το πρόβλημα ήταν ο νόμος και όχι ότι κάποιοι αρνούνται να υποταχθούν σε έναν κανόνα να βάζουν και τα δύο πόδια τους σε ένα παπούτσι αντί να φοράνε δύο παπούτσια.
Επομένως, όταν ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη λέει ότι η ανομία θα παταχθεί, δεν σφάλλει. Δεν λέει η «παρανομία», όπως ορθά θα ανέμενε κανείς αν αναφερόταν στην παραβίαση νόμων, όχι επειδή διαπράττει σύγχυση εννοιών, αλλά επειδή, αναγνωρίζοντας ότι η ασκούμενη πολιτική ούσα βίαιη και ενάντια στις ανάγκες της πλειονότητας της κοινωνίας παράγει ανομία, έχει επιλέξει όχι την αλλαγή των νόμων αλλά την προσαρμογή των υπηκόων με κάθε κόστος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι η έξοδος από μία κρίση, όπως αυτή, απαιτεί την αλλαγή του παραδείγματος κοινωνικής ρύθμισης προς όφελος των πολλών με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες. Είναι φανερό ότι στη βάση αυτού απαιτείται η αλλαγή των νόμων, της διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης ώστε να είναι συμβατοί με τις κοινωνικές ανάγκες και την κοινωνική κίνηση. Αυτό άλλωστε αποτελεί τη μόνη εγγύηση και κοινωνική βάση νομιμοποίησης για την εφαρμογή των νόμων (διαφορετικά θα γίνει ό,τι και με τα όρια ταχύτητας των 50 km: θα υπάρχουν για να κόβονται κλήσεις και θα τα παραβιάζουν μαζικά ακόμη και οι αστυνομικοί).
Εντέλει, ο συλλαβισμός της λέξης ασφάλεια γίνεται με μία σειρά δικαιώματα μεταξύ των οποίων είναι:
«Το δικαίωμα να έχει κανείς εισοδήματα αρκετά ώστε να του εξασφαλίζουν επαρκή τροφή, ένδυση, ψυχαγωγία/αναψυχή. Το δικαίωμα κάθε οικογένειας σε ένα αξιοπρεπές σπίτι…Το δικαίωμα σε επαρκή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη… Το δικαίωμα σε επαρκή προστασία από τους οικονομικούς φόβους που φέρει το γήρας, η ασθένεια, το ατύχημα και η ανεργία…Το δικαίωμα σε μία καλή εκπαίδευση…» (Roosevelt 1944).
Χωρίς αυτά η ανομία και η ανασφάλεια θα αποτελούν ενδημικό φαινόμενο της ελληνικής κοινωνίας, που δεν θεραπεύεται με εφαρμογές νόμων οι οποίοι υλοποιούν μια πολιτική που ευθέως βάλλει κατά των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Η προσπάθεια εφαρμογής τους απλώς θα γενικεύει την ανομία και την ανασφάλεια κατασκευάζοντας βολικούς ενόχους σε ένα οργουελικό σκηνικό.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Η στρατηγική διαχείρισης της κρίσης ανιχνεύει τα σημεία διακλάδωσής της...

TOY ΣΠΥΡΟY ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ απο την Αυγη...
Η μία πλευρά, αυτή του IMF, έχει δίκιο. Το δημόσιο χρέος είναι αρκετά υψηλό. Αυτό το γεγονός έχει δύο συνέπειες. Πρώτον, υψηλό τμήμα του ΑΕΠ δαπανάται για τόκους, ακόμη και με τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια τα οποία διαμορφώνονται. Δεύτερον, μετά το 2016, που τελειώνει το πρόγραμμα χρηματοδότησης, υπάρχουν μεγάλες χρηματοδοτικές ανάγκες. Ενδεικτικά, μεταξύ 2016-2030, τα χρεωλύσια μόνο ανέρχονται σε 252 δισ. και οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους είναι γύρω στα 400 δισ. - αλλά, ταυτόχρονα, και απροσδιόριστες: εφόσον αυτός ο αριθμός αποτελεί εκτίμηση που εξαρτάται από την πορεία των επιτοκίων και ένα μεγάλο μέρος των δανείων πλέον είναι με κυμαινόμενο επιτόκιο. Δηλαδή, μπορεί να υπερβαίνει αρκετά αυτό το ποσό, το οποίο έχει υπολογιστεί στη βάση των ιστορικά χαμηλών επιτοκίων που έχουν διαμορφωθεί με τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ευρωζώνη. Υπάρχουν έτη, ενδεικτικά την περίοδο 2021-2025, που οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους με το υπάρχον δανειακό πρόγραμμα υπερβαίνουν τα 30 δισ. ανά έτος, δηλαδή πάνω από 10% του ΑΕΠ (200 δισ. εκτιμάται για το 2016 με τις αισιόδοξες προβλέψεις της Ε.Ε.). Από αυτά, κατά μέσο όρο κατ’ έτος για την ίδια περίοδο, τα 20 δισ. αφορούν χρεωλύσια κοντά στο 7% του ΑΕΠ (αν η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με τους αισιόδοξους ρυθμούς μεγέθυνσης 4,5% κατ’ έτος από το 2016 μέχρι το 2025).
Αυτή η αριθμητική μάς λέει το εξής απλό: αν η Ελλάδα δεν έχει βγει στις αγορές, ώστε να χρηματοδοτεί τα χρεωλύσια μέσω νέων εκδόσεων ομολόγων, πρέπει είτε τα πρωτογενή πλεονάσματα να είναι πρωτοφανούς ύψους είτε να υπάρξει νέο πρόγραμμα μακρόχρονης χρηματοδότησης. Και αυτή η διαπίστωση δεν παίρνει υπόψη της τί σημαίνει το εκτός αγορών για τη χρηματοδότηση των τραπεζών και του λοιπού ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Με τέτοιο ύψος χρηματοδοτικών αναγκών, η επιστροφή στις αγορές δεν προβλέπεται αυτή τη δεκαετία με όρους βιώσιμους. Επομένως, μία εκ των προϋποθέσεων του προγράμματος εσωτερικής υποτίμησης καθίσταται επιτακτική και ρητή: για την επιστροφή στις αγορές, ως πηγή χρηματοδότησης συνολικά της ελληνικής οικονομίας, απαιτείται είτε «κούρεμα» των διακρατικών δανείων σε πολύ μεγάλο ποσοστό (μιας και το 120%, ως στόχος για το 2020 ή το 2025, είναι επίσης αυθαίρετο και από κάποιες απόψεις υψηλό) είτε εξομάλυνση σε βάθος ενός αιώνα των χρηματοδοτικών αναγκών με μακρόχρονη αναστολή καταβολής τόκων, νέα ιστορικά χαμηλά επιτόκια και ωρίμανση λήξεων ομολόγων και δανείων σε αυτό το ιστορικό βάθος. Γι’ αυτό τον σκοπό ωστόσο, χωρίς «κούρεμα», θα πρέπει να συμμετέχουν σε μια νέα αναδιάρθρωση εν συνόλω τα δάνεια της Ε.Ε., τα δάνεια του EFSF, τα ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ και εν μέρει και τα ομόλογα του PSI και διάφορα άλλα «ψιλά».
Από την άλλη πλευρά, μια τέτοια λύση έχει συνέπειες. Πρώτον, αποτελεί έναν δεύτερο σταθμό στον δρόμο που έχει ανοίξει, των αναδιαρθρώσεων χρέους στον αναπτυγμένο κόσμο, συγκροτεί παράδειγμα και γι' άλλες χώρες, και, δεύτερον, αυξάνει τα χρηματοδοτικά βάρη σε άλλες χώρες. Το τελευταίο είναι σημαντικό. Σημαίνει ότι τις επιβαρύνει δημοσιονομικά και όσο και αν οι ζημίες από την περίπτωση της Ελλάδας θα είναι μικρές, ειδικά για τις «μεγάλες» χώρες, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για λύσεις πέραν των πολιτικών λιτότητας. Το γεγονός ότι μειώνονται οι βαθμοί δημοσιονομικής ελευθερίας τους στη διαχείριση της κρίσης θέτει σε δοκιμασία τα «κοινωνικά συμβόλαια» που έχουν συγκροτήσει και δημιουργεί συνθήκες επιτάχυνσης της κοινωνικής όξυνσης και πολιτικής ρευστότητας - ειδικά στη Γερμανία εν όψει των εκλογών του φθινοπώρου του 2013. Επιπλέον, θα θέσει σε δοκιμασία τις ισορροπίες που έχουν συγκροτηθεί εντός Ε.Ε. και την αναγκαιότητα, χωρίς να υπάρχουν ακόμη οι προϋποθέσεις, να αναδιαταχθεί χρονικά, αλλά και σε ουσιώδεις πλευρές, η στρατηγική διαχείρισης της κρίσης που έχει συγκροτηθεί τα τελευταία έτη.
Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο. Μια επίλυση τώρα του προβλήματος στην Ελλάδα, με δυνατότητα επιστροφής στις αγορές εντός δεκαετίας και αύξηση των δημοσιονομικών βαθμών ελευθερίας στη διαμόρφωση πολιτικής, θα έδινε πολλούς βαθμούς ελευθερίας και στην κυβέρνηση της Αριστεράς που ετοιμάζεται να προκύψει το 2013. Το ΔΝΤ έγινε φίλος του ΣΥΡΙΖΑ; Όχι φυσικά, αλλά η τρέχουσα ευρωπαϊκή πολιτική επιβαρύνει και την παγκόσμια οικονομία και συγχρόνως οξύνει την κοινωνική πόλωση, ενώ δημιουργεί τις συνθήκες δυνητικής ανόδου της Αριστεράς πανευρωπαϊκά, εξωθώντας τις δυνατότητες παγκόσμιας διαχείρισης της κρίσης του 2008 στα οριακά της σημεία.
Σε κάθε περίπτωση, οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί για τη διαχείριση της κρίσης φαίνεται να οδηγούν σε έναν συμβιβασμό αυτής της διαφοράς, με ένα ελαφρώς βελτιωμένο πρόγραμμα χρηματοδότησης, το οποίο δεν θα απαντά στο κεντρικό ζήτημα, ασχέτως του ότι η ελληνική πλευρά μάλλον έχει βάλει το κεφάλι κάτω από την άμμο και πουλάει επικοινωνιακότητα αισιοδοξίας στο εσωτερικό, κάτι σαν πασατέμπο για το έργο: «η ανεργία αυξάνεται και ο κόσμος κρυώνει».

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Για τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής....

Red NoteBook...

 Σπύρος Λαπατσιώρας


 1) Το κοινό πρόβλημα που υπόκειται των αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής δεν είναι η «διάσωση του ευρώ και της ευρωζώνης», αλλά ο πολιτικά εφικτός τρόπος αλλαγής του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου». Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα σηματοδότησαν το τέλος της μορφής που είχε ως τώρα η διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη. Η αδυναμία της κυβέρνησης Μόντι να ακολουθήσει μία παρόμοια τροχιά με την κυβέρνηση της Ελλάδας είχε προεξοφληθεί από τις εκλογές της 6ης Μάη και τις δημοτικές εκλογές της Ιταλίας.

Συγχρόνως, ο κύκλος ύφεση -> αδυνάτισμα τραπεζών -> χρέος οδήγησε σε υψηλά επίπεδα επιτοκίων την Ισπανία και την Ιταλία. Αυτά τα δύο, πολιτικός κίνδυνος διάδοσης του ελληνικού φαινομένου και ο κύκλος ύφεσης-αναγκών χρηματοδότησης (τραπεζών και δημοσίου) απαιτούσε μία άλλη προσέγγιση, η αναγκαιότητα της οποίας είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται από τον Αύγουστο του 2011.

2) Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής αποτελεί άλλη μία απόφαση όπου ο στρατηγικός στόχος (η εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού) υπηρετεί τις ανάγκες που δημιουργεί, ενσωματώνοντας, με κατάλληλη για το στόχο μορφή, «ασύμβατες» μέχρι τώρα αρχές (όπως είναι η από κοινού εγγύηση χρέους των κρατών μελών).

Η απόφαση της Συνόδου σπάζει το δεσμό «εθνικό δημόσιο χρέος και ανάγκες εθνικών τραπεζών» και καθιστά αμοιβαίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο τις ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών κάθε κράτους μέλους. Αυτή η απόφαση συνιστά, αφενός μεν, μία αναγνώριση της ανάγκης της από κοινού ανάληψης και εγγύησης των χρεών (στη συγκεκριμένη περίπτωση των εθνικών τραπεζικών συστημάτων), αφετέρου δε, μία αλλαγή στη μορφή με την οποία θα ασκείται ο μηχανισμός της χρηματοδότησης. Μέχρι τώρα, ο μηχανισμός αυτός απαιτούσε την εκπλήρωση συγκεκριμένων όρων -conditionality- για τη συνέχιση της χρηματοδότησης και υπογραφόταν είτε μεταξύ της εκάστοτε κυβέρνησης και της τρόικα είτε, πιο περιορισμένα, μεταξύ του EFSF/ESM και τη εκάστοτε κυβέρνησης.

Τώρα, αντί να υπάρχει μία τρόικα και ένα μνημόνιο το οποίο θα δεσμεύει με αυστηρό τρόπο κάθε κράτος μέλος για να καλυφθούν εν συνόλω οι ανάγκες χρηματοδότησής του, ο νέος μηχανισμός θα είναι πιο ευέλικτος. Διαχωρίζονται, έτσι, οι ανάγκες χρηματοδότησης του τραπεζικού συστήματος από τις ανάγκες του δημοσίου. Ο μηχανισμός εποπτείας μεταφέρεται στην ΕΚΤ και γίνεται πιο ευέλικτος (τους προηγούμενους δύο μήνες έχουν κυκλοφορήσει πολλά σχέδια για το πώς θα μπορούσε η ΕΚΤ, με κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου, να απαιτεί συμμόρφωση ακόμη και σε εβδομαδιαία βάση, ενώ ακόμη θυμόμαστε την επιστολή στον Μπερλουσκόνι για τα μέτρα που θα έπρεπε να πάρει ώστε να συνδράμει η ΕΚΤ στις ανάγκες της αγοράς ιταλικών ομολόγων).

Με δεδομένη την ύφεση που προκαλούν οι πολιτικές λιτότητας και την επίδραση που έχει αυτή στις ανάγκες χρηματοδότησης τόσο του τραπεζικού όσο και του δημοσίου τομέα, η νέα μορφή ελέγχου και πιστοποίησης των καλών πολιτικών μεταφέρεται σε ένα μηχανισμό ο οποίος είναι πιο αδιαφανής, με θεσμικά κατοχυρωμένο το νεοφιλελευθερισμό (ο στόχος της ΕΚΤ είναι μόνο ο πληθωρισμός), μη-δημοκρατικό (για παράδειγμα, δεν είναι υπόλογη στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, ούτε μπορούν να αντικατασταθούν τα ανώτατα στελέχη της). Όπως τουλάχιστον φαίνεται να προκρίνει η απόφαση της Συνόδου Κορυφής, αντίβαρο στις συμφωνίες που θα τίθενται προς υπογραφή και υλοποίηση (σε πιο συχνή βάση από ό,τι συνέβαινε με αυτές της τρόικα),  θα είναι η δεινή κατάσταση των τραπεζών των ευρωπαϊκών κρατών, η ίδια δε η απόφαση δημιουργεί κοινή ευρωπαϊκή μορφή εγγύησης και ανάληψης χρέους. Με άλλα λόγια, ο ήδη συγκεντρωμένος συστημικός κίνδυνος και η μεγαλύτερη διάχυσή του, μέσω της συγκέντρωσής του σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελεί ένα στοιχείο που καθορίζει το εύρος που μπορεί να πάρει η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των κρατών-μελών και η ίδια η επιχείρηση εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού.

3) Στην Σύνοδο Κορυφής δεν υπάρχει νίκη της Ισπανίας και της Ιταλίας επί της Γερμανίας. Το τραπεζικό σχέδιο που ανακοινώνει η απόφαση είναι σχέδιο που συζητείται αρκετό καιρό. Ας σκεφτούμε απλά: οι πολιτικά αδυνατισμένες νεοσύστατες κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας (σύντομα απονομιμοποιημένες από τις συνέπειες της πολιτικής τους) έπρεπε να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση χωρίς συνθήκες Ελλάδας, για να ενισχύσουν το όποιο πολιτικό κύρος τους - αλλιώς θα απονομιμοποιούνταν ταχύτατα, εντός εβδομάδων. Η σκηνή της «σύγκρουσης» απαιτείται πολιτικά, ώστε να μη φανεί ότι οι κυβερνήσεις αυτές υποκύπτουν σε εξωτερικούς όρους. Η μορφή (εποπτεία της ΕΚΤ) βοηθά σε αυτό, εφόσον οι όροι που θα τίθενται θα είναι πιο «σκοτεινοί». Άλλωστε προβλέπεται από την απόφαση της Συνόδου Κορυφής, ότι οι όροι που θα τίθενται για τη χρηματοδότηση, στο μνημόνιο κατανόησης που θα υπογράφεται, θα εξειδικεύονται είτε σε επίπεδο επιχείρησης είτε κλάδου είτε συνόλου οικονομίας, και θα επιβραβεύονται τα «καλά παιδιά».

4) Η συμφωνία έχει διάφορα αδύνατα ή σκοτεινά σημεία. Πρώτο: προβλέπεται χρόνος για να τεθεί σε εφαρμογή. Δεύτερο: προβλέπεται εξειδίκευση των όρων που δεν είναι δεδομένη (π.χ., με τι πλαίσιο εκκαθαρίζονται οι τράπεζες, ποιες θα είναι οι λεπτομέρειες των μνημονίων και των όρων χρηματοδότησης, πώς ακριβώς θα γίνεται ο έλεγχος, με ποιες κυρώσεις κλπ). Τρίτο: δίνει αρκετές λειτουργίες στο ESM χωρίς να έχει την αντίστοιχη χρηματοδότηση (και να σκεφτούμε ότι σε αυτό θα συνεισφέρουν και χώρες όπως η Ελλάδα). Η εμπλοκή της ΕΚΤ στο μηχανισμό αυτόν δεν είναι σαφής.

5) Ο ρόλος της ΕΚΤ αναβαθμίζεται και η ίδια συγκεντρώνει μεγάλη εξουσία. Αποκτά χαρακτηριστικά δανειστή ύστατη ανάγκης. Ως μη δημοκρατικό όργανο με υπερεξουσίες, μπορεί να θέτει όρους για την ανακεφαλαιοποίηση και την ενίσχυση του εθνικού τραπεζικού συστήματος, αναλαμβάνοντας μέρος της πίεσης που ασκείται στις εθνικές κυβερνήσεις που ως τώρα έθεταν όρους (π.χ. Γερμανία)

6) Η πίεση σε Ισπανία και Ιταλία θα αλλάξει μορφή και θα συνεχιστεί. Η ύφεση, η οποία προκαλείται από τις πολιτικές λιτότητας, θα συνεχίζει να δημιουργεί τα αποτελέσματά της.

Να σημειώσουμε εδώ ότι δεν είναι εντελώς καινούργιο το σημείο της απόφασης για αγορά ομολόγων από το ESM. Οι αγορές ομολόγων στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά έχουν γίνει από το EFSF με μνημόνιο κατανόησης που έχει λιγότερο αυστηρούς όρους από ένα πρόγραμμα α λα τρόικα. Επίσης, η ενίσχυση του ρόλου του EFSF/ESM στην αγορά ομολόγων μπορεί να σημαίνει μείωση της εμπλοκής της ΕΚΤ. Δεν είναι σαφές τι σημαίνει αυτό το σημείο της απόφασης.

7) Η μορφή και ο ακριβής μηχανισμός εποπτείας του τραπεζικού συστήματος είναι αρκετά σημαντικά και δεν εξειδικεύονται.

8) Τα 130 δις. για το «αναπτυξιακό πακέτο» είναι αστεία τόσο λόγω διάρκειας της διαδικασίας εκταμίευσής τους, όσο και ως προς το ύψος του πακέτου για την αντιμετώπιση της ύφεσης. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι η ύφεση που δημιουργεί η λιτότητα θα συνεχίσει να κάνει τον κύκλο της.

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Μετά το PSI...

Η Αυγή online...
ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ*
Η ελληνική κοινωνία δεν βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση που βρίσκεται σήμερα λόγω χαμηλής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της. Αλλά λόγω ακύρωσης του τρόπου με τον οποίο χρηματοδοτούσε τις ανάγκες της μέχρι την κρίση του 2008. Οι αγορές χρήματος ανατιμολόγησαν τον κίνδυνο να δανείζει κανείς στη μέχρι τότε υψηλά μεγεθυνόμενη και με υψηλά επίπεδα κερδοφορίας ελληνική οικονομία συνδυάζοντας τα αποτελέσματα της κρίσης του 2008 (που έπληξε τις δυνατότητες δανεισμού των τραπεζών) με την τότε ευρωπαϊκή πολιτική διαχείρισής της.
Η έξοδος από τις αγορές, καθώς οδηγούμασταν από την κυβέρνηση Παπανδρέου στο ΔΝΤ (με επιτόκια δανεισμού εκείνη την εποχή χαμηλότερα από τα πρόσφατα της Ιταλίας), έβαλε ένα τέλος στο μοντέλο συσσώρευσης που είχε ο ελληνικός καπιταλισμός από τις αρχές της δεκαετίας του '90.
Για τη χρηματοδότηση των αναγκών, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, η ελληνική οικονομία πρέπει να μεταστραφεί σε πιο εξαγωγική οικονομία απ’ ό,τι ήταν. Ωστόσο αυτό το γεγονός δεν σημαίνει ότι η χαμηλή εξωστρέφεια αποτέλεσε αιτία της κρίσης που βιώνουμε. Το να καθίσταται το αποτέλεσμα αιτία -η ταυτολογική αναγνώριση πως πάθαμε ό,τι πάθαμε επειδή «παράγουμε λιγότερα απ’ ό,τι καταναλώνουμε»- αποτελεί προσφιλή μηχανισμό παραγνώρισης και συγκρότησης της ιδεολογικής αστικής ηγεμονίας. Αυτή η παραγνώριση στηρίζει την πολιτική που ακολουθείται και την οποία αναλυτικά επιμερίζουμε σε δύο στρατηγικούς στόχους.
Πρώτος, ελαχιστοποίηση της χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας στα απολύτως αναγκαία. Αυτό δημιουργεί συνθήκες ελαχιστοποίησης των εναλλακτικών επιλογών στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής (εκτός και αν αναληφθεί το «κόστος» ενός άλλου δρόμου). Το «κούρεμα» του ιδιωτικού χρέους, το οποίο μειώνει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας για την επόμενη δεκαετία σε τόκους (μικρότερα επιτόκια) και χρεολύσια (πολύ λιγότερα, εφόσον μετατίθενται μετά το 2020). Προφανώς το «κούρεμα» αποτελεί αναγκαίο αποτέλεσμα των ακολουθούμενων πολιτικών εφόσον δημιουργούν ύφεση και επομένως αδυναμία εξυπηρέτησης χρέους.
Αυτό τον σκοπό επίσης εξυπηρετούν η μείωση των δημοσίων δαπανών, ώστε να προκύψουν πρωτογενή πλεονάσματα και οι ιδιωτικοποιήσεις (πέραν του γεγονότος ότι και τα δύο κατατείνουν στο άνοιγμα νέων πεδίων κερδοφορίας για τους ιδιώτες και υποβοηθούν τον στρατηγικό στόχο της υποτίμησης της εργασίας). Η ιδέα ότι για την κρίση ευθύνεται η χαμηλή ανταγωνιστικότητα συγκαλύπτει το γεγονός ότι το πρόβλημα της συσσώρευσης χρέους στην Ελλάδα έχει ως κύρια αιτία του την πολύ χαμηλή φορολόγηση του κεφαλαίου και του πλούτου (και είσπραξής της φυσικά) και νομιμοποιεί τις λύσεις που εντείνουν την αναδιανομή προς όφελος της μερίδας των κερδών.
Δεν είναι αβλεψία: Όταν ο κ. Ντράγκι ανακοινώνει ότι το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο «τελείωσε», τότε καταλαβαίνουμε ότι η πολιτική που ακολουθείται δεν έχει σχέση με το συγκεκριμένο πρόβλημα αλλά με ευρύτερες στοχεύσεις. Ωστόσο, καθώς εντείνονται οι κινητοποιήσεις στην Ελλάδα, το ποσοστό των δημοσίων δαπανών ως προς το ΑΕΠ, που τίθεται ως στόχος, συνέχεια αυξάνεται: από 30,5% στην τρίτη έκθεση, σε 33,5% στη συνέχεια και σε 35% στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.
Ο δεύτερος στόχος, πιο στρατηγικός, είναι να μεταστραφεί η ελληνική οικονομία σε πιο εξαγωγική οικονομία και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα από μία πολιτική «σοκ». Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας κατανοείται ως πρόβλημα σχετικά υψηλών τιμών και στη συνέχεια ως πρόβλημα υψηλών μισθών, παρά την ανάλυση των στοιχείων, η οποία δείχνει ότι οι σχετικά υψηλές τιμές οφείλονται στα υψηλά περιθώρια κερδοφορίας στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες (βλ. μελέτες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και, φυσικά, τα ίδια τα στοιχεία της Eurostat). Όμως, από αυτήν την ανάλυση απουσιάζει οποιαδήποτε διάσταση που έχει να κάνει με την παραγωγικότητα και τους όρους βελτίωσής της· αντίθετα, μάλιστα, οδηγεί σε μόνιμη καταστροφή παραγωγικών δυνατοτήτων.
Η μείωση των μισθών μπορεί να συμβεί είτε με την κυρίαρχη ακολουθούμενη πολιτική «εσωτερικής» υποτίμησης είτε με την περιθωριακή επιλογή της «εξωτερικής» υποτίμησης (με την υιοθέτηση είτε ενός άλλου νομίσματος είτε -η πιο κυρίαρχη ιδέα- καθεστώτος δύο νομισμάτων: ευρώ για εξωτερικές συναλλαγές και νέα δραχμή για τις εσωτερικές συναλλαγές). Και οι δύο περιπτώσεις αποτελούν υφεσιακές πολιτικές (με διαφορετικές χρονικότητες) που, αν και κατατείνουν στον ίδιο στόχο ως προς την υποτίμηση της εργασίας, αντιμάχονται τις στοχεύσεις για τα ελλείμματα και το χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό.
Επομένως ο πρωτεύων σκοπός αυτών των πολιτικών επιλογών δεν είναι η ανάπτυξη, αλλά μία ιστορικών διαστάσεων αναδιανομή προς όφελος του κόσμου του κεφαλαίου. Αναδιανομή που θα εξυπηρετήσει σε ύστερο χρόνο, ως απορρέοντα στόχο, την οργάνωση μίας μορφής ανταγωνιστικότητας τιμών και οργάνωσης της συσσώρευσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, μετά από πολλά αναγκαία “κουρέματα”. Εφόσον, βεβαίως, υποταχθούν οι εργαζόμενοι σ’ αυτήν.
* Ο Σπ. Λαπατσιώρας διδάσκει Πολιτική Οικονομία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Το PSI θα γίνει και δεν θα λύσει τίποτα ...

Η Αυγή online...
ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ*
Οι διαπραγματεύσεις με τις τράπεζες και τους υπόλοιπους ιδιώτες πιστωτές δεν έχουν ως ενδεχόμενο την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Η όλη σχετική συζήτηση αποτελεί κινδυνολογία με κύριο στόχο την οικοδόμηση συναίνεσης στις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης και συγχρόνως να εμποδίσει τη συζήτηση των εναλλακτικών επιλογών απέναντι σε αυτές.
Ο στόχος αποκατάστασης της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, με βάση τη συμφωνία της 26ης Οκτώβρη, δεν πρόκειται -σύμφωνα με την πορεία που ακολουθείται- να επιτευχθεί ακόμη και με 100% συμμετοχή και χαμηλά επιτόκια, όχι σαν αυτά τα οποία ζητούν οι Έλληνες και ξένοι τραπεζίτες. Όλοι οι εμπλεκόμενοι αναγνωρίζουν ότι οι προϋποθέσεις που βασίστηκε η συμφωνία αυτή ήταν πολύ αισιόδοξες και η πορεία των πραγμάτων τις καθιστά άκυρες, θέτοντας επί τάπητος τον ανασχεδιασμό. Επιπρόσθετα, η διαγραφή δημόσιου χρέους κατά 50% είναι λίγη με όρους βιωσιμότητας και αποφασίστηκε με βάση την προστασία των ειδικών συμφερόντων του τραπεζικού συστήματος, κριτήριο που καθόρισε και καθορίζει και τις επιλογές της κυβέρνησης. Με άλλα λόγια, ακόμη και η επίτευξη των λογιστικών στόχων της διαγραφής του χρέους που αποτυπώθηκαν με τη συμφωνία συνεπάγεται αυξημένα μεγέθη χρηματοδότησης για τα κράτη της Ε.Ε. και το ΔΝΤ και πιθανότατα εξεύρεση νέων πηγών χρηματοδότησης.
Ωστόσο, το πιο λογικό αποτέλεσμα είναι ότι η συμφωνία θα ολοκληρωθεί στο αμέσως επόμενο διάστημα και θα προσεγγίζει τους λογιστικούς στόχους που έχουν τεθεί, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται τη συμπερίληψη, με κάποια μορφή, των ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ. Οι πληρωμές των CDS δεν αφορούν την Ελλάδα, αποτελούν μικρό μέγεθος για να απειλεί τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος· επομένως, η επιβολή ρητρών συλλογικής δράσης αποτελεί αξιόπιστη απειλή υπό τον όρο ότι κάμπτονται οι αντιρρήσεις της ΕΚΤ, οι οποίες υπό τον κίνδυνο αποτυχίας της συμφωνίας θα καμφθούν.
ΔΝΤ και Γερμανία επιθυμούν τη σοβαρή μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους για πολλούς λόγους. Η μη-επίτευξη των στόχων σημαίνει ότι για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα θα πρέπει να αναλάβουν πολύ μεγαλύτερο κόστος οι ίδιοι ή μία νέα διαδικασία PSI, η οποία θα ξανανοίξει τη συζήτηση στην Ευρώπη για την αναδιάρθρωση χρέους με χειρότερους όρους - ειδικά αν σκεφτούμε ότι η υποβάθμιση της πιστωτικής αξιοπιστίας της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών σηματοδοτεί την αναγκαιότητα αναθεώρησης της συνολικής στρατηγικής που έχει αποτυπωθεί στη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου. Σημαίνει επίσης λιγότερες χρηματοδοτικές απαιτήσεις και συγχρόνως ανοίγει τη δυνατότητα αυξημένων περιθωρίων στον ανασχεδιασμό του προγράμματος για την Ελλάδα (δίνει καλύτερους όρους στη μελλοντική συζήτηση για αναδιάρθρωση και των δανείων της Ε.Ε.). Η ακύρωση του PSI, όπως έχει προταθεί, σημαίνει μείζονα αλλαγή της προσέγγισης, που δεν φαίνεται να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις να συντελεστεί. Η υπάρχουσα πολιτική, όπως έχει σχεδιαστεί, προϋποθέτει, αναγκαία, αναδιαρθρώσεις χρέους.
Επομένως, η απειλή ότι αν δεν υπάρξει συμφωνία, τότε θα υπάρξει μονομερές μη-εθελοντικό “κούρεμα”, με μεγαλύτερο ποσοστό “κουρέματος” και χαμηλότερα επιτόκια, είναι αρκετά αξιόπιστη ώστε οι τράπεζες να οδηγηθούν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αποδεχόμενες όρους που να εξυπηρετούν τους στόχους που έχουν τεθεί. Παρ' όλο που στο πλαίσιο της υπάρχουσας πολιτικής η απόφαση ενός μονομερούς μη-εθελοντικού “κουρέματος”, που θα αφορά όλους τους κατόχους ομολόγων (και την ΕΚΤ), θα οδηγούσε σε πιο βιώσιμη εικόνα του δημόσιου χρέους, ωστόσο έχει επιπλοκές για το υπάρχον πλαίσιο διαχείρισης που την καθιστούν τρίτη καλύτερη λύση. Το πότε θα ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις είναι ασαφές. Κυρίαρχη τάση αποτελεί το αμέσως επόμενο διάστημα. Ωστόσο, δεν αποκλείεται ένας χρόνος αρκετών εβδομάδων, με συνέπεια τη σημαντική περιπλοκή της κατάστασης.
Ανεξάρτητα, ωστόσο, από τη διαδικασία με την οποία θα οδηγηθούμε στη διαγραφή ενός τμήματος του δημοσίου χρέους, η υπάρχουσα πολιτική συνεπάγεται πρωτόφαντη ένταση του κοινωνικού πολέμου: η επίθεση σε εργατικά δικαιώματα, κοινωνικό κράτος και η οικοδόμηση νέων μορφών κερδοφορίας για τους κεφαλαιούχους, που θα ακολουθήσει, θα είναι πολύ ισχυρότερη απ’ ό,τι συναντήσαμε μέχρι τώρα.
* Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Για το εκβιαστικό δίλημμα "Μνημόνιο ή επιστροφή στη δραχμή"

Η Αυγή online...
Του ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ



Το δίλημμα που τέθηκε πλέον με επίσημο τρόπο μετά τις Κάννες «Μνημόνια ή επιστροφή στη δραχμή» είναι ένας εκβιασμός που επιδιώκει τη στήριξη του πρώτου σκέλους λόγω του φόβου που προκαλείται στις μάζες από τα αποτελέσματα που θα έχει η υιοθέτηση του δεύτερου σκέλους. Ωστόσο δεν αποτελεί δίλημμα.
Α) Και τα δύο σκέλη, όπως τίθενται, αποτελούν συμπληρωματικές οικονομικές πολιτικές ως προς τους στόχους. Το πρώτο διατείνεται ότι στοχεύει στον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας σε μια οικονομία προσανατολισμένη περισσότερο στις εξαγωγές, μέσω της μείωσης των μισθών και στη συνέχεια των τιμών για τις αγορές του εξωτερικού: Πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης.
Το δεύτερο σκέλος έχει τον ίδιο στόχο μέσω της υποτίμησης του νέου νομίσματος. Η διαφορά μεταξύ τους είναι - εάν αφαιρέσουμε όλες τις επιπλοκές που προκαλούν οι ίδιες οι πορείες προς αυτόν τον στόχο - ότι το μεν πρώτο οδηγεί στον στόχο σταδιακάν το δε δεύτερο με πολύ πιο βίαιο τρόπο βραχυπρόθεσμα, αλλά και με λιγότερες πολιτικές αντιδράσεις λόγω «νομισματικής αυταπάτης» από ένα διάστημα και μετά.
Στο τέλος και οι δύο πολιτικές οδηγούνται σε μία νομισματική πολιτική που σχετίζεται με το ευρώ. Η πρώτη με νόμισμα το ευρώ, η δεύτερη με πρόσδεση, πιθανότατα, στο ευρώ και αφιέρωση της όποιας νομισματικής πολιτικής στην υπεράσπιση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Προφανώς επειδή η κάθε μία από αυτές τις επιλογές έχει και άλλα αποτελέσματα, μεταξύ τους δεν ταυτίζονται, αλλά αυτό αποτελεί άλλη συζήτηση.
Α1) Ακόμη και οι εντός της αριστεράς υποστηρικτές της «παραγωγικής ανασυγκρότησης» μέσω της εξόδου από το ευρώ διατείνονται ότι το κύριο δεν είναι η επιλογή νομίσματος, αλλά οι όποιες άλλες πολιτικές ασκούνται. Επομένως το ουσιώδες είναι οι άλλες πολιτικές.
Κατά συνέπεια το δίλημμα είναι «ή αλλαγή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών για μία κοινωνία που θα στοχεύει στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και όχι την κερδοφορία ή πολιτικές υποτίμησης Μνημονίου / δραχμής ώστε να λυθεί το πρόβλημα της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης της παραγωγής».
Β) Η Ευρωζώνη δεν αντέχει, ακόμη τώρα και πιθανώς και μεσοπρόθεσμα, την έξοδο ενός κράτους - μέλους από αυτήν. Δηλώσεις του τύπου «θα πάρουμε όλα τα μέτρα ώστε να περιορίσουμε τις συνέπειες» είναι υπερ-αισιόδοξες. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν αντέχουν: για παράδειγμα οι απαιτήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών από τις ιταλικές είναι της τάξης των 800 δισ.
Επομένως τις ζημιές που συνεπάγεται όχι μόνο στην αγορά ομολόγων της Ιταλίας, η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, αλλά και στο υψηλά διασυνδεδεμένο και με τεράστιο όγκο διασύνδεσης ευρωπαϊκό και παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, το EFSF ακόμη και προικισμένο με 2 τρισ. είναι απελπιστικά αδύναμο.
Μόνη επιλογή απομένει η αλλαγή των όρων λειτουργίας της ΕΚΤ (με μια λαϊκή έκφραση, να της επιτρέπεται να «τυπώνει χρήμα» ως εγγυητής ύστατης ανάγκης). Αυτή η επιλογή όμως συνεπάγεται ακύρωση βασικών όψεων των πολιτικών που ασκούνται και θα οδηγήσει σε μία νέα πολιτική τάξη πραγμάτων στην Ευρωζώνη.
Ακόμη, όμως, ας μην το θεωρούμε αδύνατο, και να αποκτήσει, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, μία άλλη λειτουργία η ΕΚΤ και να πειστούν οι Ευρωπαίοι να ανακεφαλαιοποιήσουν τις τράπεζες με πολλαπλάσια ποσά ως προς εκείνα της 26ης Οκτωβρίου, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα προηγηθεί μία μαζική αγελαία συμπεριφορά «παικτών» στις αγορές χρήματος που θα αμφισβητεί την ικανότητα άλλων «περιφερειακών» και μη χωρών να παραμείνουν στην Ευρωζώνη και θα θέσει σε κίνηση χρηματοπιστωτικές δυνάμεις που δύσκολα αντιμετωπίζονται από την ΕΚΤ χωρίς υψηλότατα κόστη -όχι μόνο οικονομικά.
Επομένως το υποτιθέμενο δίλημμα αποτελεί μόνο έναν εκβιασμό που στηρίζεται στην προεξόφληση του “Ναι” - σε διαφορετική περίπτωση ή η Ευρώπη και ο κόσμος έρχονται αντιμέτωποι με το φάντασμα του 1929 ή απλά ακυρώνεται η σημασία του όποιου αποτελέσματος ληφθεί - δημοκρατικότατα φυσικά, όπως άλλωστε όλα όσα γίνονται.
Γ) Η βολονταριστική κίνηση Παπανδρέου, χωρίς να το θέλει, αποκαλύπτει τα περιθώρια διαπραγμάτευσης σε μία Ευρώπη που τρίζει. Ωστόσο, από τη στιγμή που διατυπώθηκε επίσημα, η πιθανότητα εξόδου μίας χώρας της Ευρωζώνης από το κοινό νόμισμα, έστω και με τη μορφή διλήμματος - εκβιασμού, σπάει ένα ταμπού: οι συστημικοί κίνδυνοι στην Ευρωζώνη αυξάνονται και αναγκαστικά επιταχύνονται οι διάδοχες συμφωνίες της 26ης Οκτωβρίου. Ταυτόχρονα ενισχύεται η αμφισβήτηση της τρέχουσας ευρωπαϊκής πολιτικής και από τις δύο πλευρές: των υποστηρικτών της εξόδου χωρών και της διάλυσης της Ευρωζώνης, αλλά και των υποστηρικτών της επιτάχυνσης των αναγκαίων αποφάσεων για «ενοποίηση» στη μία ή την άλλη μορφή
Απέναντι στον βολονταρισμό των πολλαπλών πλέον κέντρων εξουσίας που αποκάλυψε αυτή η κίνηση και τα οποία αναπτύσσονται ταχύτατα εντός και εκτός συνόρων υπάρχει μία αδήριτη πραγματικότητα: το μέγεθος, η διασύνδεση των οικονομικών προβλημάτων και ο πολιτικός κίνδυνος που προκύπτει από την ανίχνευση των ορίων του ασυμπίεστου των κοινωνικών αναγκών και των αντοχών των κοινωνιών. Σε όποια κατεύθυνση και να καταλήξουν οι περιπέτειες του αστικού πολιτικού προσωπικού στην προσπάθειά του να αναβαπτίσει την ισχύ των μνημονιακών πολιτικών και να κερδίσει χρόνο, τη δημοκρατική νομιμοποίηση δεν θα τη βρει.
Τα αποτελέσματα που θα ζήσει η κοινωνία από τη συνέχεια αυτών των πολιτικών θα βαθύνουν αναμφίβολα την κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού προσωπικού που έχει αναλάβει να διαχειριστεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, φέρνοντας στην επιφάνεια όλο και πιο καθαρά και με κοινωνικά έγκυρο τρόπο το πραγματικό δίλημμα: ή έξοδος από την κρίση σε βάρος της κερδοφορίας και των προνομίων του κεφαλαίου ή έξοδος σε βάρος των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων του κόσμου της δουλειάς.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Καλό ή κακό το κούρεμα;

Red NoteBook ...
Του Σπύρου Λαπατσιώρα

Το «κούρεμα» του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι αναγκαίο συνεπακόλουθο των οικονομικών πολιτικών του Μνημονίου που κατέστησαν το ελληνικό δημόσιο χρέος μη-βιώσιμο. Πρόκειται για πολιτικές που χρησιμοποιούν την ύφεση και τα ελλείμματα ενάντια στο κοινωνικό κράτος και στον κόσμο της εργασίας, που στηρίζονται στις ιδέες της μη-αλληλεγγύης (διεθνούς και εγχώριας) με αποτέλεσμα την αναγκαία πλέον απόφαση της Συνόδου για μεγάλο «κούρεμα».

Το «κούρεμα», διαγραφή μέρους του χρέους, δεν συνεπάγεται ότι το χρέος θα καταστεί βιώσιμο. Η βιωσιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος χρέους αλλά και από το αν δημιουργούνται εισοδήματα στην οικονομία (ρυθμοί μεγέθυνσης), το ύψος των επιτοκίων και από τη σχέση εσόδων-δαπανών, εφόσον αφήσουμε τις συνθήκες αναχρηματοδότησης του χρέους στην άκρη. Ενα κούρεμα της τάξης του 60% στους ιδιώτες κατόχους ομολόγων, με βάση του υπολογισμούς του ΔΝΤ θα μειώσει το δημόσιο χρέος στο 140% του ΑΕΠ για το 2012. Αν όλα πάνε καλά, με τις σχετικά αισιόδοξες υποθέσεις που υιοθετούνται από το ΔΝΤ, θα έχουμε 110% χρέος το 2020.

Α) Ωστόσο, επειδή το ΔΝΤ ως τώρα μόνιμα υποεκτιμά τις επιπτώσεις των υφεσιακών πολιτικών που ακολουθούνται και επειδή πολύ εύκολα μπορούν να αλλάξουν οι παράμετροι που επηρεάζουν την πορεία του χρέους ακόμη και ένα 60% κούρεμα δεν εγγυάται τη βιωσιμότητα του χρέους. Η αποκατάσταση της βιωσιμότητας όχι μόνο του χρέους αλλά και της ελληνικής κοινωνίας (επειδή τίθεται εν αμφιβόλω η βιωσιμότητα της ελληνικής κοινωνίας με τις μνημονιακές πολιτικές) απαιτεί άλλες πολιτικές, όχι μόνο «κούρεμα»: πολιτική φορολόγησης του πλούτου και όχι των μισθωτών, δημόσιες δαπάνες για να τιθασεύει η ανεργία, προσανατολισμό σε μορφές οργάνωσης της οικονομίας που βάζουν τις κοινωνικές ανάγκες πάνω από τα κέρδη, εν ολίγοις τις προτάσεις της Αριστεράς.

Β) Με δεδομένες τις ακολουθούμενες πολιτικές όσο μεγαλύτερο είναι το κούρεμα τόσο καλύτερη επιλογή θα αποτελεί. Μεγάλο κούρεμα σημαίνει λιγότερες πιέσεις για εξοικονόμηση χρημάτων από μισθούς, συντάξεις και κοινωνικά αγαθά στο νέο Μνημόνιο που θα ψηφιστεί. Το οποίο θα ψηφιστεί όχι επειδή κουρευόμαστε, αλλά επειδή θα ψηφιζόταν έτσι και αλλιώς ως συνέχεια των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης. Το ότι αυτή η μείωση των πιέσεων μπορεί να μη περάσει στη κοινωνία είναι σχεδόν αναμενόμενο.

Γ) Με δεδομένες αυτές τις πολιτικές, το κούρεμα έπρεπε να είχε γίνει εξ’ αρχής. Ας σκεφτούμε: με κούρεμα αντί 50% στο 60% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, το ΔΝΤ υπολογίζει μείωση του χρέους κατά 25δισ.περίπου, περισσότερα από τα χρήματα όλων των μέτρων του Μεσοπρόθεσμου ενώ συγχρόνως μειώνονται οι πληρωμές τόκων κατά 1,5 δις. κάθε χρόνο που είναι οι απαιτήσεις μείωσης των μισθών και των συντάξεων στο Μεσοπρόθεσμο.

Δ) Οι επιπτώσεις που θα έχει ένα κούρεμα δεν αφορούν τις καταθέσεις ή την χρηματοδότηση των αναγκών της ελληνικής οικονομίας. Αφορούν το αν οι τραπεζίτες θα βάλουν το χέρι στην τσέπη για να στηρίξουν τις τράπεζές τους από τις απώλειες που θα έχουν (συνολικά 15δισ υπολογίζονται οι απώλειες στις ελληνικές τράπεζες σε ένα κούρεμα της τάξης του 50%) ή αν θα οδηγηθούν οι τράπεζες στην κρατικοποίηση. Ας θυμόμαστε ότι για τη Dexia διαγράφηκαν 90δις εν μία νυχτί χωρίς να σπαταληθεί το μελάνι που σπαταλιέται για το 1,5 δις που πρέπει να κοπεί από μισθούς για «να σωθεί η Ελλάδα».

Αφορούν τα ασφαλιστικά ταμεία, για τα οποία δεν υπάρχει καμία επίσημη συζήτηση, που πλήττονται από την εισφοροδιαφυγή, την ύφεση, τη χρήση των αποθεματικών τους στο χρηματιστηριακό παιχνίδι και την διαχείριση με γνώμονα το κριτήριο ότι «αφού θα ιδιωτικοποιηθεί που θα ιδιωτικοποιηθεί το σύστημα ασφάλισης τι τα θέλουμε τα υγιή ταμεία»; Αφορά μικροαποταμιευτές επίσης.

Ε) Τέλος, ειδικά για την Ελλάδα, οι όροι βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους περνάνε μέσα από την επιλογή της σχέσης εσόδων και δαπανών που θα μηδενίσει τα ελλείμματα: θα πληρώσουν οι πλούσιοι ώστε να έχουμε κοινωνικό κράτος ή δε θα πληρώσουν και θα οδηγηθούμε σε αποδόμησή του και κοινωνική ερημοποίηση;

Επιλογές που οδηγούν στην κοινωνική πόλωση και σύγκρουση δε παραπέμπουν σε τίποτα βιώσιμο. Η ιδέα της κοινωνικής και διεθνούς αλληλεγγύης είναι μία ιδέα που αντιστέκεται στον εξορκισμό της και επιστρέφει με όλες τις μορφές ενάντια στις απόπειρες διαγραφής της. Αυτό βιώνει και το πολιτικό προσωπικό της Ευρώπης συνολικά που βλέπει την αντίστασή της, μαζί με τους τραπεζίτες, ως εφιάλτη.

Το άρθρο δημοσιεύεται ταυτόχρονα στις Συναντήσεις της Αυγής

Ροη αρθρων