Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Γιατί ο πατριωτισμός δεν χαρακτηρίζει πολιτικές παρατάξεις...

Tου Θόδωρου Παρασκευόπουλου, απο την Εποχη...
Ενα κρίσιμο ερώτημα για φιλοσόφους είναι: ποια ήταν πατριωτική στάση στη Μικρασιατική Εκστρατεία; Ήταν οι κομμουνιστές, αλλά και ο Ιωάννης Μεταξάς, που την απέρριπταν απάτριδες ή έστω λιγότερο πατριώτες από τον Βενιζέλο και από τον βασιλιά; Ή, για να δούμε ένα διεθνές παράδειγμα, ήταν πιο πατριώτες οι Αμερικανοί που πολέμησαν στο Βιετνάμ
από εκείνους που λιποτάκτησαν ή συνεργάστηκαν κιόλας με τους Βιετναμέζους; Ήταν πιο πατριώτες οι Γερμανοί που πολεμούσαν στην Ελλάδα τον ΕΛΑΣ από εκείνους τους 800 περίπου που προσχώρησαν στους εχθρούς της Βέρμαχτ;
Στην πρόσφατη ελληνική ιστορία, τώρα, ποιος ήταν πατριώτης: Ο Σαμαράς και ο Παπανδρέου που παρουσιάστηκαν αδιάλλακτοι στο Μακεδονικό και έριξαν τον Μητσοτάκη, ο ένας για να κάνει κόμμα και ο άλλος για να πάρει τη ρεβάνς, ή ο Θεωνάς που μαχαιρώθηκε σε αντιεθνικιστική εκδήλωση του ΚΚΕ; Ήταν, υπό το φως μάλιστα των κατοπινών εξελίξεων, πιο πατριωτική στάση η απόρριψη του σχεδίου Ανάν για την Κύπρο ή η αποδοχή του; Είναι, πάλι στην Κύπρο, πατριωτική στάση η επιδίωξη ενός κοινού κυπριακού φρονήματος ή η περιχαράκωση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων στη μητέρα-πατρίδα και το λεγόμενο εθνικό κέντρο τής κάθε εθνοτικής ομάδας των Κυπρίων; Στην πραγματικότητα κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί να απαντηθεί με το επιχείρημα του πατριωτισμού.

Άγονη συζήτηση

Στην περίπτωση της Ελλάδας, εάν, όπως πιστεύω εγώ, το κεντρικό ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην επόμενη δεκαετία είναι η ελληνοτουρκική φιλία και όχι, όπως πιστεύουν άλλοι, η υπερίσχυση της Ελλάδας στην ελληνοτουρκική αντιπαλότητα, αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να κριθεί με όρους «πατριωτισμού»!
Εξίσου δεν μπορεί να κριθεί με όρους «πατριωτισμού» η μεταναστευτική πολιτική. Για ποιον λόγο είναι πατριωτικότερη η θέση ότι στην Ελλάδα, χώρα με εμφανές και έντονο δημογραφικό πρόβλημα, πρέπει να περιοριστεί ο αριθμός των ανθρώπων που έρχονται από άλλες χώρες και θέλουν να εγκατασταθούν εδώ, από τη θέση ότι χρειαζόμαστε μια πολιτική υποδοχής και κοινωνικής ένταξης των προσφύγων και των μεταναστών, οι οποίοι στο κάτω κάτω έρχονται για να δουλέψουν και να δημιουργήσουν;

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Ανέτρεψε ο Τσίπρας την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ;


Θό­δω­ρος Πα­ρα­σκευό­που­λος, απο την Εποχη...

«Η Ελλά­δα δεν θα ε­ξέλ­θει ε­θε­λο­ντι­κά α­πό την Ευ­ρω­ζώ­νη», εί­πε ο Τσί­πρας στο Ώστιν του Τέ­ξας μι­λώ­ντας στο πα­νε­πι­στή­μιο με τον Τζέ­η­μς Γκαλ­μπρέιθ και τον Γιάν­νη Βα­ρου­φά­κη, κι αυ­τό προ­κά­λε­σε α­ντι­δρά­σεις. Οι α­ντι­δρά­σεις του τύ­που: «Έδω­σε ε­ξε­τά­σεις υ­πο­τα­γής» (ΚΚΕ) ή «Στο Τέ­ξας, την πα­τρί­δα του Μπους» (Αλέ­κος Αλα­βά­νος) ή «Ο Γκαλ­μπρέιθ» υ­πήρ­ξε «ά­τυ­πος σύμ­βου­λος του Γιώρ­γου Πα­παν­δρέ­ου» κι αυ­τό έ­χει «με­γα­λύ­τε­ρη πο­λι­τι­κή βα­ρύ­τη­τα και ι­διαί­τε­ρο συμ­βο­λι­σμό» (Γ. Δε­λα­στίκ στο «Έθνος») εί­ναι χα­μη­λού ε­πι­πέ­δου και ά­νευ ση­μα­σίας. Αλί­μο­νο, αν ο ε­πι­κε­φα­λής ε­νός κόμ­μα­τος που διεκ­δι­κεί την κυ­βερ­νη­τι­κή ευ­θύ­νη και την η­γε­σία της κοι­νω­νίας, πε­ριό­ρι­ζε τις συ­ζη­τή­σεις του στους ε­πα­να­στά­τες συ­ντρό­φους του ό­που γης, «στις κοι­τί­δες του ε­πα­να­στα­τι­κού κι­νή­μα­τος», ό­πως ζή­τη­σε α­πό τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ στη Βου­λή η Αλέ­κα Πα­πα­ρή­γα, ή ε­ξέ­τα­ζε τους τό­πους που ε­πι­σκέ­πτε­ται με κρι­τή­ριο, αν εί­ναι τό­ποι κα­τα­γω­γής συ­μπα­θών ή α­πεχ­θών πο­λι­τι­κών.

Ολό­κλη­ρο το σύν­θη­μα δεν βο­λεύει

Κα­τά τη γνώ­μη μου, θα ή­ταν λά­θος αν ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ α­πέ­φευ­γε να ε­ξη­γή­σει την πο­λι­τι­κή του σε α­κρο­α­τή­ρια των διε­θνών α­στι­κών ε­λί­τ^ δεν θα τα πεί­σει, αλ­λά θα ξέ­ρουν με ποιους θα έ­χουν να κά­νουν. Βλέ­πεις, σε έ­ναν α­στι­κό κό­σμο και οι α­ρι­στε­ρές κυ­βερ­νή­σεις θα έ­χουν να κά­νουν κυ­ρίως με τέ­τοιους συ­νο­μι­λη­τές. Αν ο Τσί­πρας αρ­νιό­ταν να μι­λή­σει με α­στούς συ­νο­μι­λη­τές, θα ή­ταν α­κα­τάλ­λη­λος για τη δου­λειά που έ­χει α­να­λά­βει. Πό­σο μάλ­λον που οι συ­νο­μι­λη­τές του στο Ώστιν α­νή­κουν στο προο­δευ­τι­κό φά­σμα της δια­νό­η­σης των Η­ΠΑ.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Τρόποι «αυτοδίκαιης παύσης» του Συντάγματος...

Πωλ Σεζάν, «Πέντε λουόμενες», 1878
Η άμεση απειλή επιβολής αυτοδίκαιης αργίας στον αντιπρύτανη του ΑΠΘ Γ. Παντή αντιμετωπίστηκε από πολλούς σαν ακρότητα: αυτοδίκαιη αργία για μια υπερβολική δίωξη, ένα κινητό (που υποτίθεται ότι έδωσε), αντιπροσφορά σε μια συμφέρουσα τηλεοπτική προβολή του Πανεπιστημίου; Όχι δα! Καθώς όμως πολλές ανάλογες περιπτώσεις έχουν γίνει γνωστές, είναι πια σαφές ότι το «ακραίο» αποτελεί προϊόν μιας γενικευμένης πολιτικής, που θέτει στο στόχαστρο της απειλής κάθε εργαζόμενο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Ασαφή πειθαρχικά παραπτώματα («ανάρμοστη συμπεριφορά»), καθώς και διώξεις εξαρτώμενες από ενδείξεις και την ανέλεγκτη εκτίμηση εισαγγελικών λειτουργών μπορούν να οδηγήσουν αυτόματα μεγάλο αριθμό εργαζόμενων στο δημόσιο σε αργία μεγάλης διάρκειας (μέχρι την αμετάκλητη δικαστική απόφαση, μετά από έτη), σε φτώχεια και ταπεινωτικό στιγματισμό.
Η γενικευμένη αυτή πολιτική απειλής μπορεί να ενταχθεί στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική κατά του δημόσιου τομέα. Όμως, αυτή η αναγωγή δεν είναι η μόνη δυνατή, ούτε αρκετή για να συνειδητοποιήσουμε το εύρος της εξελισσόμενης πολιτικής. Πρόκειται για πολιτικοκοινωνική εξέλιξη ευδιάκριτη από τις απαρχές της νέας χιλιετίας: σταθεροποιείται ένα σύστημα που στοχεύει από πολλές γωνίες τους πολλούς. Το υποκείμενό του, λογικά, θα είναι ολιγαρχικό. Αντίστοιχα, το σύστημα-στόχος δεν μπορεί παρά να εκφράζεται με σχέσεις και θεσμούς δημοκρατίας.
Από το 2001 έως την έναρξη της διεθνούς οικονομικής κρίσης (2006) ξεδιπλώθηκε η επίθεση κατά του κράτους δικαίου. Στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος, της εμπορίας ανθρώπων, υπαρκτών δηλαδή απειλών, καταρρίπτονται διαδοχικά οι φραγμοί των ατομικών δικαιωμάτων. Η έννοια του υπόπτου διευρύνεται, η αστυνομία κερδίζει έδαφος έναντι του δικαστικού μηχανισμού, η μηδενική ανοχή έναντι της αναλογικότητας, ο κύκλος του εγκλεισμού ανοίγει και γίνεται ποικιλώνυμος (κέντρα φιλοξενίας, ασφαλιστική κράτηση), η ηλεκτρονική παρακολούθηση γενικεύεται κ.λπ. Η βία εντωμεταξύ δεν μειώνεται, ίσα-ίσα πολλαπλασιάζεται, επιβεβαιώνοντας ότι τα πλήγματα στους πολλούς δεν είναι μέσο καταπολέμησης του εγκλήματος αλλά αυτοσκοπός.
Με την οικονομική κρίση και το κράτος δικαίου ήδη επαρκώς εξασθενημένο, ξεδιπλώνεται η δεύτερη φάση. Τώρα πλήττεται το κράτος πρόνοιας: παιδεία, περίθαλψη, πολιτισμός για τους πολλούς. Αν κρίνουμε από τον συντονισμό αυτής της φάσης, η ικανή να φοβίζει τον μέσο υπάλληλο αυτοδίκαιη αργία ίσως άργησε να εμφανιστεί.
Φυσικά, απέναντι στην επίθεση αυτή κατά των πολλών, τα δημοκρατικά Συντάγματα αποτελούν ενοχλητικό ανάχωμα. Παράδειγμα, ακριβώς, η περίπτωση της αυτοδίκαιης αργίας: ολοφάνερα θίγεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, όταν με θολές αφορμές (ανάρμοστη συμπεριφορά, δίωξη για κάποιο πλημμέλημα) ο υπάλληλος χάνει τη δουλειά του, φτωχαίνει και στιγματίζεται. Μπορεί να πρόκειται για υπάλληλο που τη θέση του την έχει αποκτήσει με αλλεπάλληλες αξιοκρατικές κρίσεις. Αδιάφορο· τη χάνει μονομιάς. Εξίσου ολοφάνερα θίγεται το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα ακροάσεως του πολίτη.
Τι απαντά η εξουσία; Τι αποφαίνεται ο αρμόδιος υπουργός; Πώς εξηγείται αυτός ο παραγκωνισμός του Συντάγματος και των διεθνών συνθηκών που κατοχυρώνουν τα ατομικά δικαιώματα;
1. Πρώτη, άνωθεν, απάντηση: Το Σύνταγμα δεν έχει την εμβέλεια και τη δεσμευτικότητα την οποία του αποδίδει μια λαϊκιστική εκδοχή και πρακτική. Σχηματοποιώ: «Το παρακάναμε με τις αντισυνταγματικότητες. Τα πάντα αλλάζουν, ας αναδιαρθρώσουμε, ας μεταρρυθμίσουμε. Συνταγματικά κατοχυρωμένη η μέριμνα για το γήρας, η περίθαλψη των φτωχών, η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ; Ας μην τα παίρνουμε τοις μετρητοίς».
Με επιχειρήματα πλέον του υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης: τόσο αυτοί που αναθεματίζουν το Μνημόνιο όσο και εκείνοι που το βλέπουν ως σανίδα σωτηρίας, στο ίδιο Σύνταγμα καταφεύγουν. Η αποκατάσταση του κύρους των θεσμών (σημ.: και του Συντάγματος) προϋποθέτει τη λειτουργικά αποτελεσματική συμπεριφορά των φορέων της πολιτικής εξουσίας, καθώς και θεαματικές αναδιαρθρώσεις.[1] Πρώτα λοιπόν οι αναδιαρθρώσεις, μετά ασχολούμεθα με τον σεβασμό στο Σύνταγμα. Έχει γίνει επίκαιρο άθλημα να ανακαλύπτονται ανακολουθίες στα παλαιά γραφόμενα και τα νυν έργα του Α. Μανιτάκη. Εδώ όμως δεν υπάρχει καμιά αντίφαση προς ανακάλυψη. Τώρα και πριν, η υποτίμηση της δεσμευτικότητας του Συντάγματος, ουσιαστικά δηλαδή η απαξίωσή του, αν θυμηθούμε όσα έλεγε ο Αριστόβουλος Μάνεσης, είναι παρούσα. Ήδη μάλιστα ένα περιβάλλον σκεπτικιστών συνταγματολόγων, αισθητό σε αμφιθέατρα, πολιτικούς χώρους και επιστημονικούς συλλόγους, έχει πειστεί ότι το συνταγματικό ανάχωμα είναι αμμώδες και ισχνό.
2. Δεύτερη απάντηση του συστήματος: ναι, Συντάγματα υπάρχουν, αλλά σε έκτακτες περιστάσεις αναγκαστικά παραμερίζονται. Κατάσταση κρίσης, emergency situation.[2] Η σχετική θεωρία διαμορφώθηκε κυρίως για να διαχειριστεί τον κίνδυνο της τρομοκρατίας και ήδη χρησιμεύει για τη διευκόλυνση της θεσμικής προσαρμογής στην οικονομική κρίση και τα Μνημόνια.
3. Η τρίτη απάντηση φάνηκε να προβάλλεται ιδίως στην περίπτωση της αυτοδίκαιης αργίας. Το επιχείρημα: το δικαίωμα ακρόασης, το τεκμήριο αθωότητας, η αναλογικότητα, όλα αυτά έχουν σημασία ενόψει της επιβολής μιας κύρωσης. Η αυτοδίκαιη αργία όμως δεν είναι κύρωση, αλλά μέτρο που αποσκοπεί στην εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης. Αυτό έχει αναγνωριστεί και νομολογιακά. Δεν χρειάζεται λοιπόν προφυλάξεις ο θιγόμενος.
Ωστόσο, νομολογιακά έχει αναγνωριστεί και το αντίθετο, ιδίως στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ήδη από το 1976[3] το δικαστήριο δέχθηκε ένα αυτονόητο της κοινωνικής ζωής και της επιστήμης: «κύρωση» ή «μέτρο» δεν είναι απλώς ό,τι η εξουσία ονοματίζει έτσι κατά το δοκούν ούτε μόνο ό,τι προκύπτει από τους άνωθεν οριζόμενους –συνήθως ωραίους– στόχους. Αναγκαίο είναι να εξετάζονται και τα εμπειρικά χαρακτηριστικά των αντίστοιχων επεμβάσεων, καθώς και το αν ενέχουν αποδοκιμασία.
Με δυο λόγια, αν το μέτρο έχει επώδυνα χαρακτηριστικά, αν ενέχει μομφή («επίορκοι»), τότε διαθέτει κυρωτικά χαρακτηριστικά, όποιο όνομα κι αν του χαρίζει η οργουελική γλώσσα. Απέναντι στο βαρύ μέτρο χρειάζονται εγγυήσεις ελευθεριών και υπεράσπιση· ο αυτοματισμός (το αυτοδίκαιο), το πρόωρο και το άμετρο δεν έχουν θέση.
Η ίδια αυτονόητη παρατήρηση άλλωστε έγινε από καιρό στους κόλπους της ποινικής επιστήμης: όταν κάποιες έννομες συνέπειες ονομάζονταν από τον νομοθέτη μέτρα (ασφαλείας) και ξέφευγαν έτσι από τις εγγυήσεις (έφεση, έλεγχος δυσαναλογίας ή διάρκειας κ.λπ.), γινόταν λόγος για «απάτη της ετικέτας»: το όνομα άλλαζε, αλλά η σκληρή πραγματικότητα έμενε ίδια. Σήμερα, επίσης, η εξουσία μανιωδώς βαφτίζει και μετονομάζει. Αποκαλεί «μέτρο» την κύρωση, το «κέντρο φιλοξενίας» κέντρο κράτησης κ.ο.κ.
Άβυσσος οι επινοήσεις της εξουσίας για τον παραμερισμό του Συντάγματος. Επείγει επομένως η διαμόρφωση της θεσμικής και πολιτικής υπεράσπισής του.[4]

[1] Α. Μανιτάκης, «Το άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολεμικής περιόδου», constitutionalism.gr (Μάρτιος 2011-Φεβρουάριος 2012).
[2] Βλ. ενδεικτικά: D. Cole, J.X. Dempsey, Terrrorism and the Constitution, The New Press, 2006· Br. Ackerman, Before the Next Attack Yale University Press, 2006.
[3] E.C.H.R. (Plenary) Engel and Others v. The Netherlands, 8.6.1976.
[4] Από τα πολλά κείμενα που συμβουλεύθηκα, θα ήθελα να μνημονεύσω δύο αδημοσίευτα έργα νέων νομικών: τη διατριβή της διδάκτορος ΑΠΘ Μ. Παπαϊωάννου και το αναρτημένο άρθρο της δικηγόρου-μέλους της Ελ.Ε.Δ.Α. Ε. Θάνου.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Ένα σωσίβιο από μολύβι...

ΧείριστοΆριστο 
του Θόδωρου Παρασκευόπουλου απο τα Ενθεματα...

Aντρέ Ντεραίν, «Σπουδή στο γυμνό», 1906
Όλη η συζήτηση που γίνεται για την «επιμήκυνση» του ελληνικού προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής επιβεβαιώνει πλήρως όσα υποστήριζε όχι μόνο η ελληνική αλλά και η ευρωπαϊκή Αριστερά: Ότι αυτό το πρόγραμμα βοήθειας, υποτίθεται, προς την Ελλάδα ήταν, πρώτον, όπως το είχε αποκαλέσει ένας γερμανός βουλευτής της Αριστεράς, ένα «σωσίβιο από μολύβι», το οποίο τραβάει τη χώρα προς τα κάτω. Και, δεύτερον, ότι τα λεφτά τα οποία δόθηκαν για την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους είναι πεταμένα. Οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι επιβαρύνθηκαν χωρίς λόγο ή, ακριβέστερα, για έναν και μοναδικό λόγο: να βοηθηθούν οι τράπεζες. Αυτά έλεγε και ο ΣΥΡΙΖΑ και αυτά ήταν μέρος της επιχειρηματολογίας του όταν καταψήφισε στη Βουλή μνημόνια και εφαρμοστικούς νόμους· τα ίδια είπαν οι βουλευτές του Μετώπου της Αριστεράς στη Γαλλία και του Die Linke στη Γερμανία. Αυτή ήταν επίσης η επιχειρηματολογία της ολλανδικής Αριστεράς, του Σοσιαλιστικού Κόμματος, στις πρόσφατες εκλογές. Επιμήκυνση του προγράμματος σημαίνει άλλα δύο χρόνια θυσίες προς όφελος των τραπεζιτών.
Ας δούμε ποια είναι σήμερα η κατάσταση. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της τρικομματικής κυβέρνησης για την ψήφιση των μέτρων των 13 δισεκατομμυρίων με τα οποία θέλουν να επιβαρύνουν τα φτωχότερα στρώματα είναι πως αυτό αποτελεί προϋπόθεση για την «επιμήκυνση». Μόνο που με κάθε νέο μέτρο αυξάνονται τα προβλήματα. Πρώτον, έχουμε την κατάρρευση των δημόσιων εσόδων λόγω της ύφεσης, αλλά και της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής που την επιδεινώνει. Ισχυρίζονται ότι ένα μέρος της αποτυχίας οφείλεται στο ότι δεν έγιναν εγκαίρως ιδιωτικοποιήσεις. Αυτό είναι ψευδές: πουλώντας μια δημόσια επιχείρηση εισπράττεις μία φορά, και αυτό δεν αποτελεί εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, άσε που μειώνεται η περιουσία του Δημοσίου και το κράτος χάνει εργαλεία για την άσκηση πολιτικής. Επίσης, ισχυρίζονται ότι φταίει που δεν απολύονται δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτό είναι ακόμα ψευδέστερο, γιατί η κατάρρευση των εσόδων του Δημοσίου οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στη δραματική μείωση του προσωπικού στις εφορίες. Δεύτερον, αν και δεν λέγεται, φαίνεται ότι η ανακεφαλοποίηση των τραπεζών θα χρειαστεί πολύ περισσότερα χρήματα από τα 50 δισ. που είχαν υπολογιστεί αρχικά. Ακόμα, εάν συμφωνηθεί η επιμήκυνση, θα χρειαστούν άλλα 13-15 δισ. (σύμφωνα με τους υπολογισμούς του κ. Στουρνάρα που ίσαμε σήμερα αποδεικνύονται πάντα λάθος) για τη εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Όλα αυτά δημιουργούν μια τρύπα ύψους 20-30 δισ., μέχρι το 2014-2015, όπως εκτιμούν ξένοι αναλυτές. Βέβαια, ούτε αυτοί οι υπολογισμοί είναι αξιόπιστοι, γιατί επηρεάζονται από συμφέροντα, επιδιώξεις, σκοπιμότητες. Εν πάση περιπτώσει, η τρύπα είναι δεδομένη και αυτό συνεπάγεται ότι το ΔΝΤ, βάσει του κανονισμού του, δεν επιτρέπεται να συμμετάσχει πλέον στη χρηματοδότηση της Ελλάδας, δεν μπορεί να δώσει τη συμβολή του για την επόμενη δόση. Ακόμα και αν η διεύθυνση του ΔΝΤ είναι διατεθειμένη να κάνει τα στραβά μάτια, είναι βέβαιο ότι θα αντιδράσουν φτωχά κράτη-μέλη του που βλέπουν τους πόρους του Ταμείου να κατευθύνονται σε προγράμματα για αναπτυγμένες χώρες σαν την Ελλάδα. Γι’ αυτό πιέζει η Λαγκάρντ την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναλάβει αυτή τη χρηματοδότηση (το βούλωμα της τρύπας) και να δεχτεί νέο κούρεμα που θα περιλάβει και τις απαιτήσεις κρατών προς την Ελλάδα. Αυτά είναι δύσκολο να γίνουν χωρίς αλλαγή των Ευρωπαϊκών Συνθηκών που απαγορεύουν απευθείας διακρατική βοήθεια. Επιπλέον, ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη που –δικαίως, κατά τη γνώμη μου– έχουν προβλέψει ότι τέτοιες εξαιρετικές ενέργειες πρέπει να εγκρίνονται από τα κοινοβούλιά τους, βρίσκονται σε δύσκολη θέση: τα κοινοβούλια, π.χ. το γερμανικό ή το φιλανδικό, αναμένεται να απορρίψουν τέτοιες προτάσεις.
Πρόκειται για αδιέξοδο, και η μόνη λύση είναι η στροφή 180 μοιρών. Και αυτό σημαίνει ευρωπαϊκή συμφωνία, όχι για μόνο την Ελλάδα, αλλά για όλη την Ευρώπη: να κουρευτούν τα χρέη των ευρωπαϊκών κρατών. Το ελληνικό χρέος, βέβαια, έχει μια ιδιαιτερότητα, που κάνει πιο δύσκολο το κούρεμα. Τα χρέη των άλλων χωρών (το 86% της Γερμανίας, το 120% της Ιταλίας, το 100% του Βελγίου κ.ο.κ.) είναι κυρίως σε ιδιώτες. Το δικό μας, που ανήκει σε κράτη-μέλη της Ε.Ε., δεν μπορείς να το κουρέψεις: το απαγορεύουν οι συνθήκες, θεωρείται άμεση χρηματοδότηση. Επομένως, απαιτείται ευρωπαϊκή διάσκεψη και απόφαση ότι έτσι θα γίνεται από εδώ και πέρα. Δεύτερον, χρειάζεται ανάληψη της χρηματοδότησης των κρατών, αν όχι από την ΕΚΤ (κάτι εξαιρετικά δύσκολο, επειδή η απαγόρευση να χρηματοδοτεί η ΕΚΤ κράτη, μια από τις ιερές αγελάδες του νεοφιλελευθερισμού, χρειάζεται ομοφωνία για να αλλάξει), αλλά από μια άλλη δημόσια ευρωπαϊκή τράπεζα, η οποία θα δανείζεται από την ΕΚΤ, και θα δανείζει τα κράτη-μέλη με χαμηλό επιτόκιο, ανάλογο με αυτό που δανείζει η ΕΚΤ τις τράπεζες — ίσως λίγο μεγαλύτερο, για τα έξοδά της.
Υπάρχει, βέβαια, και άλλο ένα μέσον: τα κράτη να μη δημιουργούν χρέη. Η φορολόγηση των πλουσίων να επαρκεί για να καλύπτουν τις ανάγκες τους, και να παίρνουν δάνεια μόνο σε περιπτώσεις ταμειακής δυσκολίας, σε εξαιρετικές περιστάσεις ή για μεγάλες δημόσιες επενδύσεις. Αλλά μια τέτοιας έκταση φορολόγηση των πλουσίων προϋποθέτει τόσο ριζική αλλαγή συσχετισμών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες που θα επέφερε ανατροπή της κρατούσας τάξης πραγμάτων.
Τι θα γίνει τώρα, εφόσον καθυστερήσει η απόφαση για την εκταμίευση της δόσης, παρόλο που ήταν, υποτίθεται, προσυμφωνημένη; Ας μην ξεχνάμε ότι εδώ βασίστηκε και όλη η προεκλογική καμπάνια, τον Μάιο και, κυρίως, τον Ιούνιο: «Μη βγάλετε τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί δεν θα πάρουμε την επόμενη δόση», η οποία υποτίθεται θα δινόταν τον Αύγουστο κλπ. κλπ. Μα δεν υπάρχει άλλο μέσο από αυτό που εφαρμόζεται ήδη: μια άτυπη εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία με τη σειρά της επιδεινώνει την οικονομική κρίση, μειώνει τα έσοδα του Δημοσίου και πάει λέγοντας.
Το κείμενο είναι εμπλουτισμένη μορφή συνέντευξης που έδωσε ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος στον Μπάμπη Αγρολάμπο, στο ραδιοσταθμό «Στο Κόκκινο», την Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου.

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο, φάση δεύτερη....

ΕΝΘΕΜΑΤΑ...
του Νίκου Παρασκευόπουλου
Έργο του Φρανς Μασερεέλ

Στην αρχή, η παρακάτω θέση έμοιαζε με θεωρία συνωμοσίας και επιπλέον με προφητεία. Πριν τη ξαναδούμε αναδρομικά, θυμίζουμε την αρχική της εμφάνιση.
Όσο η οικονομία παγκοσμιοποιείται τόσο οι κοινωνικές ανισότητες –αντί να αμβλύνονται– εντείνονται. Όλο και λιγότεροι πλούσιοι άνθρωποι βρίσκονται να κατέχουν ίσο πλούτο με όλο και περισσότερους φτωχούς. Έτσι, η φτώχεια θα πλήξει τους πολλούς μεσοαστούς, κι όχι μόνο ολιγάριθμες μειονότητες. Τότε οι πληθυσμοί που συγκροτούν τις πλειοψηφίες θα διαμαρτύρονται και θα έχουν λόγους να εξεγείρονται ή να παραβαίνουν τον νόμο, που δεν τους αφήνει περιθώρια αξιοπρεπούς επιβίωσης ή έστω κοινωνικής ανόδου με νόμιμα μέσα. Για να προληφθούν η αταξία και οι τριβές, πρέπει πλέον να διευρυνθεί η εμβέλεια της επιτήρησης. Χρειάζεται να εισέλθουν στο στόχαστρο της αστυνόμευσης και του ποινικού ελέγχου όχι μόνο οι λίγοι ένοχοι, αλλά οι πολλοί ύποπτοι, ή μάλλον οι πάντες. Αυτό οδηγεί σε μια σειρά αναδιατάξεων: πρέπει να περάσει το κέντρο βάρους του ελέγχου από τα δικαστήρια στην αστυνομία, που κατά συνθήκη ασχολείται με περισσότερους, να συγκροτηθούν ειδικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση μαζικών εκδηλώσεων που εκτρέπονται σε πράξεις βίας, να αναπτυχθούν στους δημόσιους χώρους κάμερες ώστε να επισκοπούνται κατά το δυνατό οι πάντες, να σχεδιαστούν και να εφαρμόζονται πολιτικές Νόμου και Τάξης, ή μηδενικής ανοχής, οι οποίοι εμπλέκουν στα δόκανα το μέσο πολίτη. Όταν ο ελεγκτικός αυτός μηχανισμός θα είναι εξοπλισμένος και στελεχωμένος, όταν παράλληλα το κράτους δικαίου με τα ατομικά δικαιώματα θα έχει γίνει ασπίδα διάτρητη, τότε τα πλήγματα στο κράτος πρόνοιας και στους θεσμούς κοινωνικής συνοχής των πολλών θα ακολουθήσουν άνετα και ακίνδυνα. Για τους πλήττοντες, εννοείται.
Τι θα εκτιμήσει άραγε τώρα ο οίκος αξιολόγησης «Αναγνώστες» για τη θεωρία; Ελπίζω ότι αυτή δεν μοιάζει πια με θεωρία συνωμοσίας. Πρώτον, επειδή είναι ένα παραμύθι χωρίς δράκο, χωρίς υπαινιγμούς για σκοτεινά κέντρα εξουσίας. Δεύτερο και κυριότερο, επειδή μετά μια δεκαετία η εικόνα έχει ξεθολώσει και έχει γίνει πλέον ανάγλυφη: όντως οι πολλοί πλήττονται, αναμφίβολα η αστυνόμευση θέτει στο στόχαστρό της πολύ περισσότερους πολίτες, η διεθνής πολιτική πιέζει τις πλειοψηφίες, ενώ στο προπύργιο της δικαιοσύνης οι δικαστές με έκπληξη διαπιστώνουν ότι ο μέσος πολίτης δεν είναι πια ένας συνετός νοικοκύρης.
Ωστόσο, η θεωρία δεν επαληθεύθηκε ακόμη. Συνεχίζει να δοκιμάζεται, αφού τώρα έχει εισέλθει στη δεύτερη φάση της: μετά το κράτος δικαίου, δέχονται επίθεση και απορρυθμίζονται πλέον οι θεσμοί του κράτους πρόνοιας: τα νοσοκομεία λιγοστεύουν, τα σχολεία επίσης, τα πανεπιστήμια πιέζονται να μοιάζουν με επιχειρήσεις προκειμένου να επιβιώσουν, τα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων καταρρέουν.
Ειδικά στη χώρα μας, το εγχείρημα του νεοφιλελευθερισμού ήταν συγκριτικά ευκολότερο. Όχι βέβαια επειδή είμαστε έθνος-ειδικός στόχος, αλλά εξαιτίας ειδικών αδυναμιών. Φαινόμενα πελατειακών σχέσεων και οικονομικής διαφθοράς, η δυσανάλογη ανάπτυξη των κρατικών υπηρεσιών, ακόμη και η μεγαλομανία κατά την εποχή Κ. Σημίτη, επέτρεψαν την αποκλειστική ενοχοποίηση του θύματος για τα τραύματά του. «Ευθύνονται οι κακοί πολιτικοί, οι άθλιοι συνδικαλιστές, οι φοροδιαφεύγοντες πολίτες, οι αραχτοί νεολαίοι και κανείς άλλος», και πάει λέγοντας.
Η μανιχαϊστική ρητορεία περνά από το «φταίνε οι κακοί ξένοι ή η κυρία Μέρκελ» στον αντίποδα της αυτομαστίγωσης και στο «κανείς δεν μας φταίει, παρά μόνο ο κακός εαυτός μας», αδυνατώντας να τέμνει και να πείθει. Εντωμεταξύ, μεγάλα μέσα μαζικής επικοινωνίας βάζουν ή μάλλον παίρνουν τον οβολό τους για τη διάδοση των ιδεολογημάτων, που κάποιους ενοχοποιούν απλοϊκά και αναποτελεσματικά και άλλους αφήνουν στο απυρόβλητο.
Τώρα καταγράφουμε με άγχος τις πολλές αρνητικές εξελίξεις, έχοντας φθάσει στο σημείο να βιώνουμε τους χθεσινούς κινδύνους ως πραγματωμένες πια ζημιές.
Πολυάριθμες και άμεσα γνωστές οι εξελίξεις — ζημιές, μπορούν να σημειώνονται με συντομία τίτλου. Πέρα από τα νοσοκομεία και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κατεδαφίζονται η εργατική και η φοιτητική μέριμνα (εργατικές ή φοιτητικές εστίες), τα ταμεία παρέχουν συντάξεις πείνας, τα κρατικά ή επιχορηγούμενα θέατρα κλείνουν, ενώ ακόμη και η δικαιοσύνη, στη διάστασή της ως θεσμού προστασίας του πολίτη, εξασθενεί. Πώς άραγε να γίνει λόγος για ατομικό δικαίωμα του πολίτη σε βασικές παροχές περίθαλψης, όταν το γενικό επίπεδο λειτουργίας των νοσοκομείων είναι ανεπαρκές; Ο κατάλογος των αρνητικών εξελίξεων είναι τόσο μακρύς, ώστε ακόμη και η τηλεγραφική απαρίθμηση να κινείται μεταξύ του υποτυπώδους και του ενδεικτικού.
Σημαντικές, αν και πολύ πιο αργόσυρτες στη δυναμική τους, δεν λείπουν ωστόσο και κάποιες θετικές παρενέργειες. Κινήσεις και κινήματα κοινωνικής αλληλεγγύης εμφανίζονται και πασχίζουν να προσφέρουν στήριξη εκεί όπου προηγουμένως οι δημόσιες δομές αλληλεγγύης ήταν αυτονόητες. Η δημοκρατία, ως πολιτική οργάνωση των πολλών, από τυπικό πλαίσιο και κάποτε πρόφαση γίνεται και πάλι ουσιαστικό αίτημα. Τα αριστερά κόμματα δεν εκφράζουν μόνο κατατρεγμένους και αποκλίνοντες, αλλά τους πολλούς. Ενισχύονται. Το σύστημα, βέβαια, οσμίζεται την ουσιαστική επανάκαμψη των δημοκρατικών αξιών, και αναδιπλώνεται. Για παράδειγμα, τα Συντάγματα με τις ενσωματωμένες εγγυήσεις των πολιτικών ελευθεριών όλο και περισσότερο υπονομεύονται έσωθεν και συμπιέζονται έξωθεν. Έσωθεν, καθώς η εφαρμογή του νόμου ηχεί ως ύψιστη επιταγή, ακόμη κι εκεί όπου η αντίθεση προς το Σύνταγμα είναι πρόδηλη. Έξωθεν, καθώς διεθνείς οικονομικοί παράγοντες υπαγορεύουν γνώμη και πολιτική σε υπουργούς και βουλευτές περιορίζοντας την εθνική κυριαρχία. Ωστόσο, οι πολιτικές τριβές της τρέχουσας μετανεωτερικής δεκαετίας είναι προτιμότερες από τον εφησυχασμό της δεκαετίας του ενενήντα, που διευκόλυνε σαν στρωμένο χαλί τα άρματα του νεοφιλελευθερισμού.
Χρειάζεται να επανέλθουμε, ή μάλλον να επανερχόμαστε ενεργά στο κοινωνικό υπέδαφος και στο θεσμικό εποικοδόμημα της δημοκρατίας. Παραείναι καταθλιπτική ως κατακλείδα η πρόβλεψη ότι το μέλλον θα έχει πολλή ξηρασία. Η δύσκολη αισιοδοξία των τραγουδιών στις μαζικές συναυλίες του ογδόντα μοιάζει προτιμότερη. Με στίχους των Pogues: «Μυρίζω την άνοιξη στον καπνισμένο αέρα».

Ο Νίκος Παρασκευόπουλος διδάσκει στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

Ροη αρθρων