Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

O μεσολαβητής ισχύος...

του Αριστειδη Μπαλτα, απο την Αυγη...
Ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ αναπτύσσονται δύο στρατηγικές. Η πρώτη ξετυλίγεται με πάσα καθαρότητα: να συκοφαντηθεί αυτός σε όλα τα επίπεδα, με όλα τα μέσα, χωρίς ενδοιασμούς, με διαρκώς αυξανόμενη ένταση. Στόχος να επιστρέψει ο ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό περιθώριο.

Η δεύτερη είναι λιγότερο εμφανής γιατί υπερπηδά τους σημερινούς πρωταγωνιστές και σκοπεύει μακρύτερα. Στόχος να ενσωματωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό σύστημα ως ακίνδυνος πόλος ενός δικομματισμού παλαιάς κοπής. Αν εμπεδωθεί η πεποίθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαφέρει από τα "κλασικά" κόμματα, ο στόχος θα έχει επιτευχθεί και το πολιτικό σύστημα θα ξαναβρεί μια ικανοποιητική νέα ισορροπία.
Πού θα μπορούσε να στηριχθεί η δεύτερη στρατηγική;
Το υπάρχον πολιτικό σύστημα έχει αναγάγει τη βουλευτική έδρα σε κληρονομιά ή προικώο και τη διαδοχή των βουλευτών σε εδραίωση τοπικών δυναστειών. Τα "νέα τζάκια" που δημιούργησε το ΠΑΣΟΚ απλώς επιβεβαίωσαν την παράδοση. Το σύστημα έχει ονομαστεί "πελατειακό", αλλά μάλλον ανακαλεί την κλασική φεουδαρχία: η εκλογική περιφέρεια συνιστά κάτι σαν πολιτικό φέουδο το οποίο διαφεντεύει (κυριολεκτικά) ο επιστάτης - κομματάρχης με ρόλο που παραμένει κατά κανόνα στο σκοτάδι. Είναι πάντως αυτός που οφείλει να γνωρίζει κάθε ψηφοφόρο προσωπικά, να κατανοεί τις ανάγκες του και να κατανέμει ακριβοδίκαια τα ανταποδοτικά οφέλη της ψήφου. Το σύστημα έχει ήδη αποδείξει ότι εξασφαλίζει την προσήκουσα εναλλαγή στην εξουσία και άρα τη δική του σταθερότητα.
Αλλά τι γίνεται με τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν διαθέτει εκλογικά φέουδα, αλλά λειτουργεί μέσω βουλευομένων οργάνων που δεσμεύονται από αρχές και κριτήρια; Η απάντηση είναι προφανής: Να αποδυναμωθούν τα όργανα μέχρι εξαφανίσεως και να αντικατασταθούν από συνευρέσεις ατόμων που απλώς κατανέμουν περιοχές πολιτικής επιρροής. Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ακόμη κατορθώσει, μέσα στη γενικευμένη παραζάλη, να εκλογικεύσει συνιστώσες, τάσεις, φράξιες, ομάδες, παρέες και αμετροεπείς προσωπικές φιλοδοξίες ήδη ωθεί προς τη δέουσα κατεύθυνση.

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Μεταπελατειακό σύστημα...

Του Τακη Κατσιμαρδου, απο το Εθνος...
Μεταπελατειακό σύστημα...
Παρά τις ουρανομήκεις διακηρύξεις των τελευταίων χρόνων για το τέλος του κομματικού κράτους, ένα καινούργιο πελατειακό σύστημα επιχειρείται να οικοδομηθεί πάνω στα ερείπια του παλιού. Οπως η διαφθορά δεν θεωρείται, πια, μια παρενέργεια, αλλά δομικό στοιχείο του πολιτικοοικονομικού συστήματος που κυριαρχεί, το ίδιο φαίνεται ότι συμβαίνει με τις πελατειακές σχέσεις.
Δεν συνιστούν παρέκβαση στον τρόπο κατάκτησης και άσκησης της εξουσίας. Αλλά μια μορφή ύπαρξής της και σε οριακές καταστάσεις αναγορεύονται σε βασική μονάδα αναπαραγωγής της.
Δεν είναι ούτε λίγα ούτε περιθωριακά αυτά που καταδεικνύουν καθημερινά ότι το μεταπελατειακό κράτος γεννιέται μπροστά στα μάτια μας. Πάμπολλα τα δείγματα. Από την αναλογική κατανομή θέσεων-κλειδιών μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων ως τους διορισμούς και τις τοποθετήσεις «ημετέρων» σε οργανισμούς, διοικήσεις, υπερεθνικούς φορείς, σε όλα τα κέντρα και παράκεντρα. Κι αν μεν αυτό, σ' επίπεδο ατόμων, κομματικής αντιπροσώπευσης και συσχετισμών έχει κάποιες εξηγήσεις, υπάρχουν άλλα που δείχνουν τη διαχρονική αφασία και υποκρισία της πολιτικής ελίτ. Οπως για παράδειγμα τα νεορουσφετολογικά δίκτυα, που απλώνονται παντού. Από τις ρητορικές διαχείρισης της ανεργίας και τη δήθεν αντιμετώπιση της φτώχειας ως τη διανομή επιδομάτων ελεημοσύνης σ΄ «ευπαθείς ομάδες».
Κορυφαία εκδήλωση του νέου μεταπελατειακού καθεστώτος αποτελεί, βεβαίως, το «κοινωνικό μέρισμα» από το περίφημο πλεόνασμα του προϋπολογισμού. Παρακάμ­πτοντας εδώ το μείζον ζήτημα ότι προέκυψε από το έλλειμμα του κοινωνικού κράτους, ας σταθούμε σε μια άλλη πλευρά. Με τις κυβερνητικές εξαγγελίες επανέρχεται πανηγυρικά στο προσκήνιο το κλασικό προεκλο­­γικό εμπόριο ψήφων. Η ψηφοθηρία σε πρωτόγονες εκδηλώσεις της.

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Το κατόρθωμα του κ. Αποστόλου Κ....

Τίποτα δεν αλλάζει στην Ελλάδα παρά μόνον προς το χειρότερο. Ακόμα κι εκείνοι που λένε πως το Μνημόνιο «είναι ευτυχία» (Πάγκαλος) ή ότι είναι το σοβαροτεροσοφότερο κείμενο που γράφτηκε ποτέ (Στουρνάρας), ουδέποτε το χρησιμοποίησαν ως αναγκαίο έστω κακό, που θα μπορούσε να παραγάγει ένα τόσο δα μικρούλικο καλό κάπου, αλλά την παλιά παθολογία σε νέα χειρότερη πλάθουν με τα χεράκια τους.
Η ιστορία του Απόστολου Κ. (σ.σ.: δεν θα επαναλάβω πλήρες το όνομά του, διότι ενίοτε μόνον κακό μπορεί να εισπράξει ο άνθρωπος ακόμα κι απ’ τις καλές προθέσεις) - η ιστορία λοιπόν του Απόστολου Κ. είναι γνωστή και συνεπώς ξεχασμένη. Γνωστή για τις πέντε ημέρες δημοσιότητας που δικαιούνται τα ανθρώπινα (δράματα και κωμωδίες) όταν έρχονται στο φως και ξεχασμένη μέσα στο χάος δεκάδων χιλιάδων τέτοιων ιστοριών - που βασανίζουν τον  βίο των ανθρώπων μια ζωή, απασχολώντας την κοινότητά τους μόνον για κάποιες στιγμές, για κάποιες μέρες, ή και καθόλου.
Καθώς λοιπόν είχε δημοσιευθεί στον «Ναυτίλο» τότε της «Ελευθεροτυπίας», το 2008, ο κ. Α.Κ. είχε προσληφθεί στο «Αμαλία Φλέμινγκ» ως ξυλουργός.
Φιλόπονος άνθρωπος αλλά και φιλομαθής, χωρίς να παραμελεί τη δουλειά του, σπούδαζε. Πήρε πτυχίο στην Ιστορία. Πτυχίο στην Αρχαιολογία και την Ιστορία της Τέχνης. Κι έκανε μεταπτυχιακό (με άριστα) στην Προϊστορική Αρχαιολογία. Ζήτησε λοιπόν ο ξυλουργός που έγινε επιστήμονας από την υπηρεσία του να του αναγνωρίσει την πρόοδο και να τον χρησιμοποιήσει αναλόγως - ας πούμε στη Βιβλιοθήκη του νοσοκομείου ή όπου αλλού η υπηρεσία θα έκρινε σκόπιμο. Τον έγραψαν. Γράψαμε κι εμείς (δυο-τρεις φορές στο διάστημα 2008-2010), μας έγραψαν. Διόλου παράδοξο, εμείς γράφαμε  για το ονόρε, πες για το καλό, πες για την επιβράβευση - τρίχες! ο κ. Απ. Κ. υπέστη την αδιαφορία, την κακία, τα τερτίπια ενός συστήματος που απεχθάνεται το ωραίο, διότι του χαλάει την ασχήμια.

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Γρηγοράκεια...


Θανάσης Καρτερός, απο την Αυγη...
Ο Γρηγοράκος είναι αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών, εκ του ΠΑΣΟΚ εκπορευόμενος. Δήλωσε λοιπόν ότι από το 2004 μέχρι το 2009 η κυβέρνηση Καραμανλή έκανε 850.000 προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων. Με αποτέλεσμα να γίνει ο αναμενόμενος ντόρος και να σπεύσουν να διαψεύσουν την αριθμητική του τόσο ο Κυριάκος όσο και ο Μιχελάκης. Ο τελευταίος μάλιστα, πολιτικός προϊστάμενος του Γρηγοράκου, ως υπουργός Εσωτερικών, έκανε και μια σοφή δήλωση: Τώρα το κυρίαρχο ζήτημα είναι να σωθεί ο τόπος και όχι να καθαρογραφεί η ιστορία.
Άντε να βρεις άκρη πόσους και πώς προσέλαβαν οι κυβερνήσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της Ν.Δ. στα ατελείωτα χρόνια που διόριζαν από πόρτες και παράθυρα τα δικά τους παιδιά. Αλλά, όσο κι αν τα γρηγοράκεια νούμερα φαίνονται φουσκωμένα, το τελευταίο που δικαιούνται να λένε οι επίδοξοι σωτήρες του τόπου είναι να αφήσουμε πίσω την ιστορία. Πρώτον διότι, και να την αφήσουμε εμείς, δεν μας αφήνει αυτή, αφού τώρα πληρώνει ο τόπος και τις δικές τους κατά συρροή αμαρτίες. Και, δεύτερον, γιατί, όποτε αναζητούν δικαιολογίες για να πάρουν κεφάλια, μια χαρά και την καθαρογράφουν και την επικαλούνται τη δική τους εκδοχή της ιστορίας.
Όταν λοιπόν τους χρειάζεται τον φέρνουν στο κεφάλι των δημοσίων υπαλλήλων τον χοντρό τόμο Ιστορίας -λίγο πειραγμένης για τις ανάγκες του Μνημονίου. Γεμίζουν την προπαγανδιστική αγορά με αποκαλύψεις παράνομων προσλήψεων, ατιμωρησίας επίορκων, ρουσφετολογικής διάταξης υπηρεσιών, συντήρησης άχρηστων οργανισμών. Επικαλούνται δηλαδή οι αθεόφοβοι όσα οι ίδιοι δημιούργησαν και ανέχτηκαν στα χρόνια της δικομματικής τους παντοδυναμίας, για να δικαιολογήσουν όσα τώρα κάνουν εις βάρος χιλιάδων ανθρώπων. Παλιά εγκλήματα για να δικαιολογήσουν νέα.
Ε, το ίδιο έκανε κι ο Γρηγοράκος. Άνθρωπος είναι κι αυτός, γιατί να μην κατεβάσει έναν τόμο Ιστορίας στο κεφάλι των θυμάτων; Μα υπερέβαλε, θα πείτε. Γιατί, οι άλλοι δεν υπερβάλλουν; Τα έβαλε με τη Ν.Δ. γιατί αναφέρθηκε μόνο στη δική της διακυβέρνηση. Γιατί, οι άλλοι το ίδιο δεν κάνουν για τα χρόνια του ΠΑΣΟΚ; Ίδια πάστα είναι όλοι τους και δεν είναι τυχαίο ότι κατέληξαν να υπηρετούν ίδια πολιτική, με ίδιες μεθόδους -ένα κόμμα με δυο κεφάλια.
Και περιμένουν ορισμένοι από Μιχελάκηδες, Μητσοτάκηδες και Γρηγοράκους διαφάνεια και σωτηρία της χώρας. Ιστορία στο κεφάλι που τους χρειάζεται όλους...

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Αγχος και κράτος...

του Δημητρη Σεβαστακη, απο το Εθνος...
Αγχος και κράτος
Κάθε σκέψη για αλλαγή γεννάει φοβερό άγχος. Ολοι οι εργαζόμενοι στον δημόσιο χώρο είναι πεπεισμένοι ότι «μεταρρύθμιση» είναι το τέχνασμα ώστε να φύγουν αυτοί και να έρθουν οι «άλλοι, οι δικοί τους». Οχι άδικα. Τροφοδοτείται η πεποίθηση αυτή από τον νοσηρό τρόπο που κτίστηκε το κράτος, από τον τρόπο που εκπαιδεύτηκαν πολιτικά οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ώστε να τρυπώνουν και επιβιώνουν, αλλά και από τον τρόπο που κτίζεται η θεσμική αντιμετώπιση της κρίσης.
Η συμφωνία π.χ. για ποσοστώσεις στους συμβούλους των διοικήσεων οργανισμών και του υψηλού κράτους που έκαναν τα κυβερνητικά κόμματα, οι συγκρούσεις προσωπικών επικρατειών και επιρροών σε οργανισμούς και υπηρεσίες, η μάχη για τον πρώτο λόγο στα ταμεία ανεργίας ή τα προγράμματα απασχόλησης (άρα ρουσφετιού), δείχνουν ότι όλα μπορούν να ανατραπούν εκτός από το κακό χούι του «δικού μας παιδιού». Αλλωστε τα ίδια τα κόμματα, με πραιτωριανούς, ομαδάρχες, εύνοιες και άκρες, είναι γραφειοκρατικοποιημένοι μηχανισμοί αλληλεξαρτήσεων, ανίκανοι για πολιτική παραγωγή και απόδοση, αλλά εξαιρετικά ικανοί στην αναγέννηση του μείγματος κρατισμού και κομματισμού που διοικεί τον τόπο. Η «μεταρρύθμιση» έχει ακυρωθεί και από την ποιότητά της και από τη μέση, εδραία πεποίθηση ότι οι κυβερνητικοί και εξωκυβερνητικοί μηχανισμοί ισχύος επινοούν διάφορα πολιτικά τεχνάσματα, ώστε να κατοχυρώσουν τους όρους της πολιτικής αναπαραγωγής τους, «πετώντας του άλλους απέξω».
Το ίδιο συνέβη με την «Αλλαγή» του Αντρέα, τον «Εκσυγχρονισμό» και την «Ισχυρή Ελλάδα» του Σημίτη, την «Πολιτική Αλλαγή και τη Σεμνότητα» του Καραμανλή, την «Επανίδρυση του Κράτους» τον αριστερό ή κεντρώο ή δεξιό «Μεταρρυθμισμό» και τόσες άλλες πολιτικές, συνθηματολογικές κατασκευές, που εντόπιζαν ένα πρόβλημα και παράχωναν τη λύση του. Ετσι μοιραία, κυλάει (σε συνθήκες πολέμου) το τίποτα, το καθόλου, το μηδέν, το ασχεδίαστο, σε μια μαύρη και αντιδραστική τυχαιότητα.
Και έτσι η πολιτική σκηνή, ανίκανη, δέσμια και μικρή, αναθέτει στον Σόιμπλε να αναμορφώσει το κράτος, την οικονομία, την κοινωνία, την ηγεμονική αφήγηση.
Θα δούμε σε λίγο τι θα συμβεί, όταν δεν θα έχει πλέον καμιά χρησιμότητα το ίδιο το καθεστώς των γραφειοκρατικοποιημένων κομμάτων και όταν τα χρέη τους θα χρησιμοποιηθούν εναντίον τους, όπως συμβαίνει πάντα στη Ιστορία, με τις στημένες λεμονόκουπες και την πολιτική ανεπάρκεια.
dsevastakis@arch.ntua.gr

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Η Σιωπή του Λαού...

Ο πολίτης, μέχρι και τη δεκαετία του '70, πήγαινε στον τοπικό δεξιό βουλευτή για να λύσει το πρόβλημά του. Tο ΠΑΣΟΚ, αποκέντρωσε το «μέσον» με τον γραμματέα της Τοπικής Οργάνωσης, τον κλαδικό αρχισυνδικαλιστή κ.λπ. Για να «γίνει η δουλειά», έπρεπε να βρει κανείς την «άκρη», δηλαδή την αμοιβαία ωφέλεια με κάποιο στέλεχος επιρροής. Αυτή υπήρξε, για πολλές δεκαετίες ελληνικής ανάπτυξης και άνθησης, η μέγιστη εκδήλωση λαϊκής αυτοβουλίας, ευφυΐας και οικογενειακού προγραμματισμού. Η επινοητικότητα στην εύρεση «άκρης». Η επαγγελματική και οικονομική επιβεβαίωση των έξυπνων, των καπάτσων ή των αδίστακτων, δίδασκε και τους υπόλοιπους, «τους απ' έξω». Εμπεδώθηκε μια αγωγή μεσιτείας, αναζήτησης του ενδιάμεσου κόμβου, που λύνει προβλήματα, που ξεμπλοκάρει τα πλείστα νομικά, διοικητικά και λειτουργικά προβλήματα του κράτους. Ή, ακριβέστερα, διαμορφώθηκε από τη μια η αγωγή της φωναχτής διεκδίκησης, της ρητορικής κλαδικότητας (για να υπάρχουν τα αγωνιστικά άλλοθι) κι από την άλλη η επιμελής ύφανση του ιστού με το στέλεχος ή τον «δικό μας» κρατικό παράγοντα, για να «γίνει η δουλειά».
Οικογένειες ολόκληρες μετακινούνταν από τη μια κυβερνητική παράταξη στην επόμενη, πετυχαίνοντας τους ιδιοτελείς στόχους: διορισμούς συγγενών, ανάληψη τοπικών έργων από τους «δικούς μας» μικρoεργολάβους, δάνεια αγύριστα κ.λπ. Να μην παραλείψω ότι από τη νοσηρή λειτουργία επωφελήθηκαν και αρκετοί, που με όχημα την Αριστερά (και την αδίστακτα καιροσκοπική ένταξή τους σ' αυτήν) έπαιρναν «δουλίτσες» από το κράτος ή άρπαζαν κόκκαλο από το πλούσιο ψαχνό. Ο λαός, θεωρούμενος ως αμέτοχος, ως άβουλος και αναμάρτητος «τελευταίος τροχός», αθωωνόταν από την εν γένει Αριστερά και φυσικά κολακευόταν από την ήδη εν εξουσία. Αυτή η αγωγή του πολίτη διαμόρφωσε το διπλό φαινόμενο του προ-αθωωμένου πονηρού.
Νά μια κατηγορία που δε βρίσκει ποτέ θέση στην αριστερή ανάλυση. Η λαϊκή ιδιοτέλεια, η οποία προκύπτει μεν από αδυναμία (ταξική, θεσμική κ.λπ.), αλλά επίσης προκύπτει και από αναξιοπρέπεια. Η ανάγκη οδηγεί συχνά στην ταπείνωση, στην ικεσία, στην αναπαραγωγή της χαμηλής αυτοεκτίμησης, αλλά συχνά και στην επιθετική διαχείρισή τους: θυμόμαστε όλοι τους κανίβαλους των κομμάτων που, στους εκλογικούς καιρούς, τραμπούκιζαν (ιδιοτελώς και καθόλου από ιδεολογικό πάθος) στους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές και την επαρχία.
Πολλοί αναλυτές (φαντάζομαι και κυβερνητικοί) απορούν με την κάμψη του κόσμου, με τη σιωπή του κινήματος, με τον αλλόκοτο σκασμό. Γνωρίζουν βέβαια οι δημοσκόποι ότι σημαντικό μέρος των μαζικών πεποιθήσεων οργανώνονται γύρω από έναν αντίπαλο της κυβέρνησης πόλο, την πολυσύντακτη Αριστερά, αλλά η σιωπή του πλήθους παραμένει κάτι ανατριχιαστικό. Αν ανατρέξει κανείς ψύχραιμα, αυτή την αγωγική σύμπλεξη θα τη βρει σφηνωμένη στο πρόβλημα της σημερινής λαϊκής παράλυσης. Ο κόσμος, με αναπτυγμένη την κουλτούρα της ανάθεσης και της μεσιτείας, περιμένει την έλευση του Σωτήρα, το μαγικό άγγιγμα, κάποιο επιλυτικό χρησμό, κάτι χαριτωμένα κακοσυντεταγμένο, αλλά ελπιδοφόρο στη σαξωνικότητά του, κάτι πιο μπρουτάλ, πιο θεσμικό, πιο εργατικό, πιο κοινοβουλευτικό, πιο μπιτάτο κ.λπ. Ρόλους και ύφη. Αυτό διαμοιράζει ο λαός. Αναθέτει στην Αριστερά την αλλαγή, όπως ένα άλλο μέρος του, αναθέτει στην επίσης πολυσύνθετη Νεοδεξιά τη μη αλλαγή.
Σιγά – σιγά, δηλαδή, φτάσαμε στον αναχρονισμό, σε ένα δίλημμα του 1980. Με τη Δεξιά ή με την Αλλαγή, με τα μονοπώλια ή με τον λαό, με τον ιμπεριαλισμό ή με την εθνική ανεξαρτησία κ.λπ. Μπορεί όμως η σημερινή σύνθετη πολιτική αρχιτεκτονική να συμπυκνωθεί σε ένα μανιχαϊστικό ερώτημα ή μήπως μαζί με την πολιτική αλλοτρίωση, μαζί με την παραγωγική καταστροφή, καταστρέφεται και η ιστορική διερώτηση; Ή μήπως αυτή η ευρύτατη σιωπή εκφράζει και μορφοποιεί και κυρώνει μια μέσα καταστροφή, μια εσωτερική φθίση;
Η έκπτωση που περιγράφω όχι μόνο δεν επιτρέπει τη διαμαρτυρία και τη λαϊκή ενεργητικότητα, όχι μόνο πάει να αιχμαλωτίσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια μεσσιανική αοριστολογία, όχι μόνο καθηλώνει και τη Νεοδεξιά σε έναν ιντερνετικό τραμπουκισμό, σε μια ωραιολογία εκτός πραγματικότητος, σε μια παθητική διαχείριση τροϊκανών εντολών, αλλά αναστρέφει το σύνολο, κόμματα, χώρα και λαό στους όρους που τα συνέτριψαν. Η δομή και της νέας πολιτικής σκηνής και της εξαντλημένης λαϊκής προσδοκίας έχει μέσα της, εκτός από την ελπίδα, και τη δομή της καταστροφής της. Η κάμψη, η σιωπή δεν είναι αποτέλεσμα της δεξιάς πολιτικής, αλλά είναι δεξιά κατάσταση των πραγμάτων, δηλαδή είναι συναίτιο της δεξιάς πολιτικής.
Η βαθύτερη απάντηση και στην οικονομικοπολιτική κρίση και στα αντίπαλα δίκτυα και στην εκλογοθηρική αλλοτρίωση είναι η αυστηρή, συντεταγμένη και με νέους όρους σύνοδος του κόσμου. Σε μια μεγάλη πολιτική, ηθική - καθαρτική - ανασύνταξη. Αυτό, νομίζω, είναι Αριστερά.
* Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, αν. καθηγητής ΕΜΠ
dsevastakis@arch.ntua.gr

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται...

του Θ. Μαρουλιάδη, απο το AlterThess...

star-wars_alltrilogies.jpg
Μέσα στο γενικό πολιτικό χαμό, με τις «δήθεν» αρρυθμίες στο εσωτερικό του Κόμματος της Ενωμένης Δεξιάς, πέρασε κάπως στα ψιλά η υπόθεση με το διοικητή του ΟΑΕΔ, Ηλία Κικίλια, του οποίου την παραίτηση ζήτησε ο υπουργός Εργασίας, Γιάννης Βρούτσης. Δεν ξέρω, καρντάση, τι διάβασες και τι άκουσες για αυτή την ιστορία και τι συμπέρασμα έβγαλες. Τα πράγματα, όπως γράφτηκαν και ακούστηκαν, δίνουν μία κάπως θολή εικόνα και καλό είναι να τη ξεκαθαρίσουμε.
Τα πράγματα έχουν ως εξής: Το Κόμμα της Ενωμένης Δεξιάς αποφάσισε να προχωρήσει στην υλοποίηση ενός μεγάλου προγράμματος, μέσα από τον ΟΑΕΔ και συμπράξεις δήμων και μη κυβερνητικών οργανώσεων, για την πεντάμηνη απασχόληση ανέργων που ανήκουν σε οικογένειες που δεν έχουν κανέναν εργαζόμενο. Το στήσιμο του προγράμματος, δηλαδή η χρηματοδότηση και οι φορείς υλοποίησης του, σε γενικές γραμμές θα έπρεπε να ακολουθήσει το μοτίβο του προγράμματος «κοινωφελούς εργασίας» που ήδη τρέχει, με «εργοδότη» το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, σε πολλούς δήμους της χώρας. Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, σε αντίθεση με την «παράδοση» του να βάζουν τους άνεργους σε προγράμματα βουλευτές και πολιτικά γραφεία, οι άνεργοι που εντάχθηκαν πέρασαν από διαδικασίες ΑΣΕΠ, οπότε, αν και πρόκειται για μία ληγμένη «ασπιρίνη» από κάθε άποψη, δεν είχε κάποια ρουσφετολογική απόδοση για το Κόμμα της Ενωμένης Δεξιάς.
Ο διοικητής του ΟΑΕΔ, που πήρε αυτή τη θέση με βάση τα αντικειμενικά τεχνοκρατικά προσόντα του, σχεδίασε το νέο πρόγραμμα περίπου ίδιο με το παλιό, χωρίς δηλαδή να προσθέσει με κάποιο τρόπο τον παράγοντα της ρουσφετολογικής απόδοσης για το Κόμμα της Ενωμένης Δεξιάς. Η μεγαλύτερη συνιστώσα του Κόμματος της Ενωμένης Δεξιάς, η Ν.Δ, ενοχλήθηκε ιδιαίτερα από την πρόταση του Ηλία Κικίλια για το νέο πρόγραμμα, πράγμα λογικό καθώς βλέπουν, στη Ν.Δ., πως αν δεν κάνουν κινήσεις που θα έχουν ρουσφετολογική απόδοση στις επόμενες εκλογές, όποτε και να γίνουν, θα κινηθούν κάτω από το ποσοστό που πήραν στις εκλογές του Ιουνίου του 2012. Με δεδομένο ότι ο πολιτικός σχεδιασμός της Ν.Δ. έχει ως ταβάνι την οριακή νίκη επί του ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές, ένα ποσοστό μικρότερο από αυτό του Ιουνίου θα σημαίνει, τουλάχιστον, μία οριακή ήττα.
Άρα είναι πολύ κρίσιμο για τη Ν.Δ. το πρόγραμμα, με την πεντάμηνη απασχόληση για τους άνεργους από οικογένειες που δεν έχουν κανέναν εργαζόμενο, να αποκτήσει ρουσφετολογική απόδοση, να μπορέσουν δηλαδή οι βουλευτές της Ν.Δ. να βάλουν στο πρόγραμμα όσους περισσότερους «δικούς» τους μπορέσουν. Το πρόγραμμα αφορά περίπου 400.000 άνεργους, στη λογική ότι στατιστικά υπάρχουν 400.000 οικογένειες χωρίς κανέναν εργαζόμενο. Το πόσοι τελικά – και με ποια ροή ένταξης – θα ενταχθούν στο πρόγραμμα είναι μία εντελώς διαφορετική ιστορία. Νομίζω πως μπορείς να καταλάβεις ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ενταχθούν 400.000 άνεργοι. Όμως ακόμα και 100.000 να ενταχθούν, αν υπάρξει βέβαια ρουσφετολογική απόδοση, είναι αρκετοί για να εξυπηρετήσουν τον πολιτικό σχεδιασμό της Ν.Δ.
Μπορεί η Ν.Δ. να κερδίσει μόνο από αυτό τις επόμενες εκλογές; Προφανώς και όχι, αλλά λίγο από τα πεντάμηνα, λίγο από τα αυθαίρετα, λίγο από εδώ και λίγο από εκεί, το ταβάνι μίας οριακής νίκης επί του ΣΥΡΙΖΑ θα αρχίσει να μοιάζει σαν ένας ρεαλιστικός στόχος. Ο Ηλίας Κικίλιας έγινε διοικητής του ΟΑΕΔ στην πρώτη μνημονιακή κυβέρνηση. Στη δεύτερη μνημονιακή κυβέρνηση κανένας δεν ασχολήθηκε μαζί του. Στην τρίτη μνημονιακή κυβέρνηση παράμεινε στη θέση του «καλύπτοντας» μία από τις κυβερνητικές θέσεις που το Κόμμα της Ενωμένης Δεξιάς παραχώρησε στη μικρότερη συνιστώσα του, τη ΔΗΜΑΡ. Το αίτημα της μεγαλύτερης συνιστώσας του Κόμματος της Ενωμένης Δεξιάς για την παραίτηση του Ηλία Κικίλια, ώστε στη θέση του να μπει κάποιος που θα μπορέσει να εξυπηρετήσει τον «ιερό» σκοπό του να υλοποιηθεί το πρόγραμμα με ρουσφετολογική απόδοση, αρχικά φάνηκε να ενοχλεί στις δύο μικρότερες συνιστώσες. Φαίνεται όμως πως η αρχική ενόχληση έχει ήδη υποχωρήσει και ότι μέσα στις επόμενες μέρες ο Ηλίας Κικίλιας θα μαζέψει τα πράγματα του από το γραφείο του διοικητή του ΟΑΕΔ.
Η ΔΗΜΑΡ αν και έχει τον κατάλληλο άνθρωπο για τη συγκεκριμένη θέση, φαίνεται πως δεν θέλει να τον «κάψει». Αντίθετα το ΠΑΣΟΚ φαίνεται πως θέλει με τα μπούνια να «κάψει» έναν άλλο κατάλληλο άνθρωπο που έχει για τη θέση,. Μάλλον βάσιμες πληροφορίες λένε πως πρόκειται για τον Χρήστο Πρωτόπαπα, πρώην υφυπουργό Εργασίας και πρώην πρόεδρο της ΓΣΕΕ. Φυσικά, καρντάση, μπορεί τελικά να βρεθεί κάποιος άλλος κατάλληλος άνθρωπος, από τη στιγμή μάλιστα που η Ν.Δ. έχει τον καταλληλότερο, τον πρώην διοικητή του ΟΑΕΔ, Γιώργο Βερναδάκη, που μάλιστα είναι ήδη «καμένος» από τα έργα και τις ημέρες του στην κυβέρνηση Καραμανλή.
Με λίγα λόγια, η αυτοκρατορία προετοιμάζει την αντεπίθεση της και σχεδιάζει να χτυπήσει εκεί που θα πονέσει τη δική μας την πλευρά, που επιβάλλεται να αφήσει στην άκρη τις γενικότητες και να παρουσιάσει ένα ρεαλιστικό και κατανοητό, απ’ όλους, σχέδιο για τη μείωση της ανεργίας. Προφανώς, πέρα από τα σχέδια, υπάρχει και η αξιοπρέπεια, υπάρχει η οργή και η αγάπη. Υπάρχουν όμως και οι ανάγκες και η απελπισία των πολλών καλών ανθρώπων και ελπίζω η αντεπίθεση της αυτοκρατορίας να μας βρει στα χαρακώματα και όχι σε μπραντς στο Μεγάλη Βρετανία.   

Ελάχιστοι οι νοσταλγοί της χούντας...

Την παραμονή Χριστουγέννων του 1990 επισκέφθηκα στις Φυλακές Κορυδαλλού τον έγκλειστο δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο. Διττή η περιέργεια, με είχε φάει: να γνωρίσω τον άνδρα (δεν είχα την ευκαιρία, με τον πρώτο χρόνο της επταετίας στην «παρανομία» και μετά σε αναγκαστική υπερορία και ερήμην καταδίκες) που οργάνωσε το πραξικόπημα και κυβέρνησε απολυταρχικά αυτόν το δύσμοιρο τόπο για έξι χρόνια.
Και να μάθω γιατί δεν ακολουθούσε το παράδειγμα των άλλων «πρωταιτίων», που αποφυλακίστηκαν ένας ένας διά της πλαγίας οδού - με δήθεν «ανήκεστο».
Με δέχθηκε και μου μίλησε πρόθυμα (τα πιο ενδιαφέροντα σημεία τα κατέγραψα σ' αυτές τις στήλες) διότι είχα αρθρογραφήσει, επικαλούμενος και τη γνώμη θυμάτων της χουντικής κτηνωδίας, ότι «15 χρόνια στη φυλακή είναι πολλά, ακόμη και για δικτάτορες». Και είχα προτείνει την αποφυλάκισή τους όχι προνομιακά αλλά με θεσμοθέτηση των 20 χρόνων σαν ισόβια - για όλους ανεξαιρέτως τους καταδίκους.
Αλλά και χωρίς αυτό το άρθρο, υποψιάζομαι ότι θα με δεχόταν ευχαρίστως μέσα στην αφόρητη μοναξιά του. Οταν του παρατήρησα πώς γίνεται χρονιάρες μέρες να μην έχει πυκνό επισκεπτήριο ένας άλλοτε κραταιός δικτάτορας, απάντησε μελαγχολικά με μια από τις υποθήκες που του άφησε ο πατέρας του:
«Αχάριστο ον ο άνθρωπος. Τόσο, που αν η αχαριστία σημάδευε τα πρόσωπα με εξανθήματα, όπως η ευλογιά, θα βλέπαμε τους δρόμους γεμάτους βλογιοκομμένους...».
Λαθεμένα διάβασαν τα δημοσκοπικά ευρήματα της «Κυριακάτικης Ε» τα διεθνή πρακτορεία και ο ξένος Τύπος, όταν ισχυρίζονται ότι «τρεις στους δέκα Ελληνες βλέπουν θετικά τη στρατιωτική δικτατορία».
Κι ωστόσο, στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα, για να προλάβει, ακριβώς, τις παρερμηνείες, γράφει ότι «δεν σημαίνει ότι είναι οπαδοί της δικτατορίας» το 30% που απάντησαν ότι τότε «τα πράγματα ήταν καλύτερα απ' ό,τι σήμερα».
Οπως δεν ήταν οπαδοί της χούντας οι δύο χιλιάδες δικαστές, που, ευπειθέστατα, την υπηρέτησαν (μόλις καμιά εικοσαριά διώχθηκαν ή παραιτήθηκαν). Ή οι άλλοι τόσοι δημοσιογράφοι. Ή οι «αθάνατοι» της Ακαδημίας, που χειροκροτούσαν την αρλουμπολογία του Παπαδόπουλου. Ή ακόμη κι όσοι απειλούσαν να μας δείρουν επειδή μοιράζαμε αντιχουντικές προκηρύξεις έξω από το Γουέμπλεϊ: τα μπουλούκια των «βάζελων» με επικεφαλής τη Δέσποινα Παπαδοπούλου, που κουβαλούσε και τη... θαυματουργή εικόνα της Παναγίας!
Η στρατοκρατική δικτατορία ούτε αιμοσταγής υπήρξε, όπως του Πινοτσέτ στη Χιλή και του Βιντέλα στην Αργεντινή, με τους χιλιάδες νεκρούς και αγνοουμένους, ούτε παλλαϊκή αντίσταση αντιμετώπισε, όπως θέλει η βολική μυθοπλασία. Και, ευτυχώς, ούτε πρόλαβε να αποκτήσει ευρύ κοινωνικό έρεισμα και σημαντική πολιτική δύναμη -όπως λ.χ. ο Φράνκο στην Ισπανία και ο Σαλαζάρ στην Πορτογαλία. Γι' αυτό και γελοιοποιήθηκαν όσοι αποπειράθηκαν στη μεταπολίτευση να μετάσχουν σε εκλογικές αναμετρήσεις με φιλοχουντικά σχήματα (το πρόσφατο νεοναζιστικό φαινόμενο της Χρυσής Αυγής, ανατριχιαστικό στη δυναμική του, χρήζει άλλης ερμηνείας, που δεν είναι του παρόντος).
Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, που βούλιαξε στα ανομήματά της, με μέγιστο την προδοσία της Κύπρου, ο αλησμόνητος Τάκης Λαμπρίας, εξαίρετος δημοσιογράφος και κυβερνητικός εκπρόσωπος του μεγάλου Καραμανλή, ελεεινολογούσε τα πλήθη των όψιμων και εκ του ασφαλούς «αντιστασιακών»: «Η Ελλάδα εσχάτως -έλεγε- κατοικείται από είκοσι εκατομμύρια: δέκα που βολεύτηκαν μια χαρά με τη χούντα κι άλλα δέκα που τάχα πολέμησαν την άθλια καρικατούρα δικτατορίας των άξεστων καραβανάδων...».
Για τον συνειδητοποιημένο δημοκρατικό πολίτη (για να επανέλθουμε στα δημοσκοπικά ευρήματα) η «δημοκρατία» και η «δικτατορία» δεν είναι έννοιες ιδεατές και αφηρημένες, με δεδομένο εξ ορισμού περιεχόμενο και τόσο αντιφατικές, που να μην επιδέχονται συγκρίσεις.
Ενα ασφαλές μέτρο σύγκρισης παρέχει, νομίζω, ο κανόνας: Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς δημοκρατία. Και δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς ισονομία, ισηγορία και κοινωνική δικαιοσύνη.
Για τον συνειδητοποιημένο δημοκρατικό πολίτη κοντολογίς δημοκρατία είναι τρόπος διακυβέρνησης και θεσμικής οργάνωσης της αυτονομημένης κοινωνίας και ποιότητα ζωής. Το «σοκαριστικό 30%» της δημοσκόπησης είπε απλώς ότι τότε ήταν καλύτερα τα πράγματα, διότι δεν υπήρχαν μνημόνια υποτέλειας και καταδυνάστευσης των πολλών, δημόσιο χρέος για τρεις γενιές, 30% του πληθυσμού κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενάμισι εκατομμύριο άνεργοι και εκτεταμένη, ατιμώρητη διαφθορά...
Και μόνον ότι ο Ακης Τσοχατζόπουλος είναι ο πρώτος πολιτικός που κάθεται στο σκαμνί ύστερα από 22 ολόκληρα χρόνια άγριας λεηλασίας του δημόσιου χρήματος· και μόνον ότι ο δικομματισμός μεν πέθανε, αλλά ζει και βασιλεύει η αθλιότητα του πελατειακού κράτους, του ρουσφετιού και της κομματικής νομής της εξουσίας, εις βάρος μάλιστα των ανέργων -όπως αποκαλύφθηκε με την υπόθεση του Ηλ. Κικίλια· και μόνον ότι κουκουλώνονται ασύστολα όλα τα σκάνδαλα (Ζίμενς, Βατοπέδι, λίστα Λαγκάρντ) και ψηφίζεται τροπολογία, για να μένουν ατιμώρητες οι διοικήσεις των τραπεζών για τα θαλασσοδάνεια εκατομμυρίων στα αφερέγγυα κόμματα· και μόνον ότι πληθαίνουν τα κρούσματα ρατσιστικής βίας (τρεις νεκροί, 76 βαριά τραυματίες μόνον πέρυσι) με θύματα μετανάστες και πρόσφυγες και οι Μανολάδες της κτηνωδίας επαναλαμβάνονται· και μόνον ότι τέσσερις στους δέκα αστυνομικοί ψηφίζουν Χρυσή Αυγή και προΐσταται του κατ' ευφημισμόν υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ένας Δένδιας...
Και μόνον γι' αυτά, τα ελάχιστα και ενδεικτικά, νομίζω ότι από κανένα δημοσκοπικό εύρημα δεν μπορεί να θίγεται η μεταλλαγμένη δημοκρατία μας...

Οι άνεργοι είναι πολιτικοί πελάτες...

Με 400 χιλιάδες οικογένειες χωρίς ούτε ένα εργαζόμενο μέλος, με 1,5 εκατομμύριο άνεργους, με περίπου 25% ύφεση αθροιστικά έως το τέλος του 2013, θα περίμενε κανείς ότι οι κυβερνώντες θα είχαν χάσει τον ύπνο τους υπό το βάρος της ιστορικής ευθύνης, από την έγνοια τους να περισώσουν ό,τι περισώζεται, από την αγωνία να βοηθήσουν τους άπορους συμπολίτες τους, ακόμη και από την αγωνία για την υσετροφημία τους. Δυστυχώς, δεν συμβαίνει.
Οι αντιδράσεις των κυβερνώντων εκδηλώνονται σε άλλο ιστορικό χρόνο, με ρυθμούς άλλων εποχών, και όχι στον απαιτουμένο χρονισμό μιας εποχής συναγερμού.
Υπενθυμίζουμε ότι από τον νυν διοικητή Ηλία Κικίλια κατόπιν πιέσεων των επαγγελματοβιοτεχνικών ενώσεων, πληροφορηθήκαμε ότι τα 600 εκατομμύρια της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης επί των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων τα κατάπιε το έλλειμμα και το χρέος, ενώ είχαν εισπραχθεί για άμεση ανακούφιση των κατεστραμμένων ελευθέρων επαγγελματιών. Η έκτακτη εισφορά ουδέποτε έφτασε στον ΟΑΕΔ.
Οι τριβές περί τη διοίκηση του ΟΑΕΔ είναι ενδεικτικές του τρόπου με τον οποίο κινείται η τρικομματική κυβέρνηση και, κυρίως, της ολέθριας παλαιοκομματικής νοοτροπίας: να τοποθετήσουμε τον δικό μας άνθρωπο επικεφαλής για να χρησιμοποιούμε τους πόρους του οργανισμού για το κομματικό συμφέρον. Για ποιον άλλο λόγο θυμήθηκε τώρα η Νέα Δημοκρατία να θέσει ζήτημα ηγεσίας στον ΟΑΕΔ; Για να ελέγξει τη ροή κονδυλίων και μικροαπασχολήσεων προς τους αναγκεμένους.
Από την αρχή της κρίσης και την έκρηξη της ανεργίας, ο ΟΑΕΔ έχει απορροφήσει καταργημένους οργανισμούς και έχει ενεργοποιήσει άφθονους κοινοτικούς και εθνικούς πόρους. Υπολογίζεται ότι με τις ενέργειές του ο οργανισμός έχει καταφέρει να ανακόψει τον, ήδη τρομακτικό, ρυθμό ανόδου της ανεργίας κατά περίπου 5-7%. Και φθάνουμε στο σημείο ρήξης: Διάφορα προγράμματα απασχόλησης και κατάρτισης που έχουν ετοιμαστεί από τον Μάρτιο, φιλοδοξούν να ανακουφίσουν άμεσα 65 χιλιάδες άνεργους. Ακολουθούν κι άλλα. Αυτές τις δράσεις ο υπουργός Εργασίας κ. Βρούτσης, καταπώς φαίνεται, επιθυμεί να τις χειριστεί ο ίδιος, για να καρπωθεί άμεσα το πολιτικό όφελος. Γι’ αυτό ροκανίζεται η θέση τού επί τρεις κυβερνήσεις διοικητή Κικίλια. Για να μπει ο άνθρωπος μας, που θα βολέψει δικά μας παιδιά με τα παρηγορητικά πακέτα του ΟΑΕΔ. Ετσι φαίνεται. Την κρίσιμη ώρα, όλες οι διακηρύξεις περί μεταρρυθμίσεων και άξιων τεχνοκρατών στην κατάλληλη θέση αποδεικνύονται κούφια λόγια, ψέμα και υποκρισία· η πρώτη έγνοια του πολιτικού διαχειριστή είναι η δική του διάσωση, με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει: να ξοδεύει το δημόσιο χρήμα για κομματικό και προσωπικό όφελος.
Μα πώς εντοπίζει και επιλέγει κάποιος ηγέτης τα δικά του παιδιά, ανάμεσα στα κοινωνικά ερείπια 1,5 εκατομμυρίου ανέργων; Δεν είναι όλοι δικά του παιδιά άραγε; Δεν είναι ηγέτης όλων των Ελλήνων; Τι βούλα και ποιο χρίσμα φέρουν τα δικά μας παιδιά; Πώς επιλέγεις ανάμεσα σε τόσο πολύ και τόσο ίδιο πόνο; Ο κ. Βρούτσης ίσως ξέρει· έχει άλλωστε και μια εκλογική περιφέρεια να ικανοποιήσει. Ο πρωθυπουργός όμως; Περιμέναμε άλλα

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Για το Δημόσιο...


Αχιλλέας Πληθαράς, απο την Αυγη...
Γεννήθηκα τη δεκαετία του '70, τα παιδικά μου χρόνια συνέπεσαν με την κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του '80, η ενηλικίωση ήρθε στα '90s, εκεί κατά τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη. Σπούδασα όταν το ΠΑΣΟΚ πήρε ρεβάνς και μάλιστα εις διπλούν, τέλειωσα τον στρατό όταν το ίδιο κόμμα κέρδισε εκλογές για τρίτη συνεχόμενη φορά και πια έπνεε τα λοίσθια. Πέρα από περιστασιακές δουλειές σε ό,τι μπορείτε να φανταστείτε, από το 2004, όταν δηλαδή η Ν.Δ. πήρε τα ηνία, εργάζομαι ανελλιπώς πάνω στο αντικείμενο που έχω σπουδάσει. Ένας από τους λίγους τυχερούς!
Αν κάτι θυμάμαι όλα αυτά τα χρόνια, ήταν οι ουρές έξω από εκλογικά κέντρα των δύο "μεγάλων" κομμάτων. Χιλιάδες συμπολίτες ξημεροβραδιάζονταν στα γραφεία πολιτευτών, to see and be seen. Έδιναν τα διαπιστευτήριά τους προσδοκώντας το κατάλληλο αντάλλαγμα. Άλλος μια "εξυπηρέτηση" σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία, άλλος μια "παρέμβαση" για επιδότηση ή δάνειο. Πολλοί ήταν αυτοί που ζήτησαν μια θέση εργασίας στον ιδιωτικό τομέα (π.χ. σε εργοστάσια, βιοτεχνίες, σούπερ μάρκετ κ.λπ.). Το ιερό δισκοπότηρο όμως ήταν μια θέση στο Δημόσιο.
Η καταγωγή μου είναι από τα Τρίκαλα, εκεί μεγάλωσα. Έβλεπα λοιπόν τις ουρές έξω από τα εκλογικά κέντρα Οικονόμου, Χατζηγάκη, Σκρέκα, Μερεντίτη, Λέγκα, Μαγκούφη κ.ο.κ. «Σούλα για μια θεσούλα» ήταν το σύνθημα στις εκλογές του 2000, καθώς όλοι γνώριζαν την "κουμπαριά" της κ. Σούλας Μερεντίτη με τον τότε πρωθυπουργό κ. Κώστα Σημίτη. Το 2004 ο κ. Νίκος Λέγκας εκλέχθηκε με ρεκόρ ψήφων, καθώς όλοι οι ψηφοφόροι του πίστεψαν πως προαλειφόταν για υφυπουργός Δημοσίων Έργων. Επίσης, ό,τι ήταν για τους Μεσσήνιους το μουσείο Ακρόπολης, ήταν για τους Τρικαλινούς η Αγρογή. Ακόμα θυμάμαι με θυμηδία τον Τρικαλινό ιδιοκτήτη μπαρ που διορίστηκε στην Αγρογή κάπου στην Κρήτη και δεν πάτησε εκεί ούτε μια φορά (ή μπορεί μια-δυο φορές για το θεαθήναι). Ήταν, βλέπεις, ιδιοκτήτης μπαρ και οι ιδιοκτήτες μπαρ έρχονταν σε επαφή με πολύ κόσμο, άρα "πολύτιμοι" για τους βουλευτές και ιδίως τον Τρικαλινό υπουργό, που διόρισε δεκάδες στην αμαρτωλή Αγρογή.
Σήμερα βλέπω το μίσος για τους δημοσίους υπαλλήλους και δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ήταν ή δεν ήταν ένα κοινό αίτημα το βόλεμα στο Δημόσιο; Ήταν! Γιατί τότε τόσο μένος;
Υποθέτω γιατί σε μεγάλο βαθμό η κοινωνία αρέσκεται να δρα μανιχαϊστικά και αλλοπρόσαλλα. Πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί ο φταίχτης για την άσχημη κατάσταση της χώρας, για την ανεργία που πλησιάζει το 30%, για το μαύρο και αβέβαιο μέλλον. Κι όπως στον Μεσαίωνα για τις λογής επιδημίες ευθύνονταν οι «μάγισσες», έτσι και εδώ βρήκαμε τους εύκολους αποδιοπομπαίους τράγους (φταίνε όλοι ανεξαιρέτως οι δημόσιοι υπάλληλοι). Τι κι αν προσπαθείς να εξηγήσεις πως η δίψα για αίμα δημοσίων υπαλλήλων παραπέμπει σε προϊστορικές δαρβινιστικές κοινωνίες...
Πραγματικά, το Δημόσιο πάσχει. Πραγματικά, το Δημόσιο χρειάζεται ριζική αναδιοργάνωση, ώστε να επιτελεί ακέραια την αποστολή του. Μειώνοντας όμως τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων με τέτοιο τρόπο, όπως επιδιώκουν κάποιοι αυτοδιαφημιζόμενοι ως "προοδευτικοί", δεν πρόκειται να αποκτήσουμε καλύτερο κράτος. Για την ακρίβεια (σε συνδυασμό με την επιχειρούμενη τρομοκράτηση εντός των γραφείων - «μη μιλάς, θα γίνεις επίορκος»), θα έχουμε το πρώτο μη-κράτος της Ε.Ε. Ένα κράτος, όπου οι δημόσιοι υπάλληλοι θα είναι υποχείρια στη διάθεση κάθε κομματάρχη και "επενδυτή-αλεξιπτωτιστή", όπου το κράτος θα λάμπει διά της απουσίας του και οι κομβικές του λειτουργίες, όπως ο εποπτικός έλεγχος, θα ανατίθενται σε τρίτους.
Η μεταρρύθμιση του κράτους είναι σήμερα αναγκαία. Νέες δομές, νέοι μηχανισμοί, πλήρης αυτοματοποίηση και δικτύωση λειτουργιών, γρήγορη και διαφανής εξυπηρέτηση, σωστός και άμεσος έλεγχος, ορθή κατανομή αρμοδιοτήτων, διαδικασίες λογοδοσίας, τίμια και αποτελεσματική παράδοση κοινωνικών υπηρεσιών, αξιολόγηση των προσφερόμενων υπηρεσιών, εκδίωξη των τρωκτικών και κυρίως των μηχανισμών που εξέθρεψαν τόσα χρόνια τρωκτικά (είτε με τη μορφή υπαλλήλων είτε κυρίως με τη μορφή εθνικών εργολάβων), θεωρούνται απαραίτητα συστατικά για την ανόρθωση της χώρας. Όμως καμιά τέτοια μεταρρύθμιση δεν μπορεί να λάβει χώρα από αυτούς που δημιούργησαν το χάος. Και από την άλλη, καμιά ανόρθωση δεν πρόκειται να συμβεί αν εξακολουθήσουμε να πιστεύουμε πως στο Δημόσιο όλα βαίνουν καλώς...

* Ο Αχιλλέας Πληθάρας είναι περιβαλλοντολόγος

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Στον αστερισμό του αντιλαϊκισμού...

του κ. Νικου Ξυδακη...
Καθώς κοντεύουμε να κλείσουμε τρία χρόνια βύθισης στην κρίση, και ενώ διανύουμε ήδη την δεύτερη μνημονιακή εποχή, με την τρίτη κατά σειρά κυβέρνηση, αντιλαμβανόμαστε ότι, παρ’ όλα τα πάθη και τον πόνο, είμαστε τουλάχιστον λίγο σοφότεροι πολιτικά. Μετά το παρατεταμένο σοκ, αντιλαμβανόμαστε ότι ο πρώτος χωρισμός σε φιλομνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, που προσέλαβε εμφυλιακούς χαρακτήρες, έχει λίγο-πολύ ξεθυμάνει. Σήμερα, μέσα από τα σωρευόμενα ερείπια του παλαιού συστήματος διακρίνονται ήδη άλλοι διαχωρισμοί και άλλες συγκρούσεις, στο πολιτικό και στο κοινωνικό πεδίο.
Στο κοινωνικό πεδίο επανεμφανίζονται οι ταξικοί διαχωρισμοί με πρωτοφανή σφοδρότητα, σχεδόν ξεχασμένη κατά τις πρόσφατες δεκαετίες του ευδαιμονισμού και ενός ιδιότυπα «βολεματικού» κοινωνικού συμβολαίου. Η κρίση ανέστειλε βιαίως τους όποιους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς, τους πελατειακούς έστω, εξοντώνοντας τους αδύναμους και βάζοντας τους μικρομεσαίους σε κατάσταση διαρκούς απειλής. Η τέτοιας έντασης και βάθους υπονόμευση του κοινωνικού συμβολαίου κινητοποιεί αναλόγως σφοδρά τους απειλούμενους: το αμέριμνο πλήθος καταναλωτών/πελατών αναγκάζεται να θυμηθεί την ιδιότητα του πολίτη, να γίνει λαός. Ή να μεταπέσει σε όχλο, έρμαιο της μνησικακίας.
Αυτές οι διαδοχικές μεταπτώσεις μάς φέρνουν ενώπιον νέων διακρίσεων και διαχωρισμών στο πολιτικό πεδίο. Εδώ βλέπουμε, από τις απαρχές ήδη της κρίσης, να φουντώνει η διάκριση σε λαϊκιστές και αντιλαϊκιστές. Πολύ αδρά, οι αντιλαϊκιστές, συνήθως υποστηρικτές ή ανεχόμενοι τα μνημόνια, χαρακτηρίζουν υποτιμητικά λαϊκιστές τους συνήθως πολέμιους των μνημονίων. Υπό τους όρους αυτούς συναθροίζονται γενικευτικά και απλουστευτικά δεξιοί, αριστεροί, ακροαριστεροί, φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι, κομμουνιστές, νεοναζί, εθνικιστές, ακόμη και μετριοπαθείς. Είναι η νέα διαχωριστική γραμμή, μια μαγική, αποτροπαϊκή κορδέλα διαρκώς μετατοπιζόμενη και διαστελλόμενη για να τους χωρίζει όλους σε όλα.
Βεβαίως η συζήτηση περί λαϊκισμού δεν είναι τόσο νέα όσο η εμπειρία ύφεσης και πτώχευσης, όσο η εμπειρία μνημονιακής λιτότητας. Είναι πολύ παλαιότερη. Με μια μεγάλη διαφορά: στο παρελθόν, το φαινόμενο του εγχώριου λαϊκισμού, όπως αυτός εκφράστηκε κυρίως στην πασοκική πρακτική στη δεκαετία ’80, απασχόλησε αριστερούς διανοουμένους και επιστήμονες, μεταξύ άλλων τους Αγγελο Ελεφάντη (Στον αστερισμό του λαϊκισμού, 1991), Αντώνη Λιάκο (1989), Λυριτζή και Σπουρδαλάκη (1990). Σήμερα, αντιθέτως, παλαιοδεξιοί, συντηρητικοί, φιλελεύθεροι, πρώην και νυν πασόκοι, κατηγορούν για λαϊκισμό τους αριστερούς κυρίως, και μια μερίδα της λαϊκής δεξιάς. Παρατηρείται λοιπόν το εξής παράδοξο: οι κυβερνώντες αδιαλλείπτως τις τελευταίες δεκαετίες, θεμελιωτές της λαϊκιστικής διακυβέρνησης και τροφοδότες του πελατειακού κράτους, βγάζουν τους εαυτούς τους έξω από το ιστορικό συνεχές, και κατηγορούν τους αντιπολιτευόμενους επί λαϊκισμώ.
Αλλά ποιον ακριβώς λαϊκισμό; Τον ακροδεξιό, αντιδραστικό, εθνορατσιστικό, εσωστρεφή, μισαλλόδοξο λαϊκισμό του ΛΑΟΣ ή της Χρυσής Αυγής; Ή τον αριστερό λαϊκισμό που ρητορεύει για την απώλεια της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας; O Ετιέν Μπαλιμπάρ ορίζει ακόμη και έναν “θετικό λαϊκισμό”, και ο κάθε άλλο παρά λαϊκιστής Ντανιέλ Κον Μπεντίτ βρίσκει σε αυτόν τον “θετικό λαϊκισμό” μια χρήσιμη λειτουργία υπό τις παρούσες συνθήκερς αποπολιτικοποίησης.
Ο λαϊκισμός δεν είναι ένας, ομοούσιος, στατικός και ουσιοκρατικός· ως έκφραση του πολιτικού είναι δυναμικός και διαρκώς ανασημασιοδοτούμενος. Στη σημερινή συγκυρία ερειπίων επιπλέον, μια πολιτική αφήγηση που βασίζεται σε στατικές εννοιολογήσεις κινδυνεύει να αποβεί περισσότερο αντιδραστική από τον καταγγελόμενο εχθρό: εν προκειμένω, η αντιλαϊκιστική ρητορική αλληθωρίζει έναντι της ποικιλόμορφης ζέουσας πραγματικότητας, πετώντας μαζί με τα βρωμόνερα του λαϊκισμού και τον λαό.
Κι εδώ φτάνουμε στον κρίσιμο πυρήνα της συζήτησης: τι σημαίνει σήμερα λαός, λαϊκή κυριαρχία, νομιμοποίηση πηγάζουσα από τη λαϊκή βούληση; Η κρίση κατέδειξε τις αδυναμίες και τον φενακισμό της μεταδημοκρατίας, όσες εκάλυπτοντο ή ελάνθαναν κάτω από την ευμάρεια των δανεικών· κατέδειξε δραματικά τις ανισότητες, τα δημοκρατικά ελλείμματα στην αντιπροσώπευση, ακόμη και την απειλητική υποκατάσταση της ισοπολιτείας από την κυριαρχία ανεξέλεγκτων ελίτ, κατ’ ευφημισμόν αρίστων. Τη στιγμή της ρήξης, οι ελίτ αναδιπλώθηκαν, αλλά όχι για ανανέωσή τους με νέες δυνάμεις και νέες ιδέες, αλλά για να επιβάλουν μια τεχνοκρατική διακυβέρνηση έναντι μιας πολιτικής κυβέρνησης, δηλαδή για να επιβάλουν ένα κλειστό αυτοαναπαραγόμενο σύστημα εξουσίας, που λογοδοτεί περιορισμένα ή και καθόλου, και να αποκλείσουν ένα ανοιχτό, διαρκώς ανανεούμενο και ανακλητό σύστημα εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με την εγχώρια αργκό, το ανοιχτό ονομάζεται λαϊκιστικό, ανατολικό, βαλκάνιο, κοντολογίς κακό· το κλειστό και ελεγχόμενο από αυτοοριζόμενους «άριστους», ονομάζεται αντιλαϊκιστικό, εκσυγχρονιστικό, φιλοευρωπαϊκό κ.ο.κ.
Ας κινηθούμε προς τα εμπρός, πέραν των διαχωρισμών. Το μέγα πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, δεν είναι το δίπολο λαϊκισμός-αντιλαϊκισμός. Το πρόβλημα είναι η επαναφορά της πολιτικής στο προσκήνιο, δραστικής, και η επαναθεμελίωση της δημοκρατίας.
Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου των Νικόλα Σεβαστάκη και Γιάννη Σταυρακάκη, “Λαίκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση”, εκδ. Νεφέλη.

Ροη αρθρων