Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Τα γενόσημα της «δημοσιογραφίας»...

http://www.corfupress.com/news/images/stories/mitsialis.jpg Δεν το καταλαβαίνω παρότι προσπάθησα να βρω δικαιολογίες και επιχειρήματα να «ντύσω» τον μαζοχισμό που διακατέχει όλους όσους βγαίνουν στις γνωστές τηλεοθόνες και τραβούν τον παθόν τους τον τάραχο από κεντρικούς και απόκεντρους Ντερμπεντέρηδες δημοσιοκάφρους, και τους λοιπούς Χασαποαναγνωστάκηδες που όταν κλείνουν την εικόνα του συνομιλητή τους, του τραβάν και μια ξεγυρισμένη βρισιά με το αναπάντητο περί «συνδικαλιστικής αλητείας…»

Και αυτό δεν συμβαίνει σήμερα, χθες , προχθές, φέτος και πέρσι αλλά απ΄ την αρχή της μνημονιακής περιόδου και που όσο αγριεύουν τα δολοφονικά οικονομικά μέτρα στη χώρα, αυτή η σχολή που οι μαθητές της ξεπέρασαν και τους ορίτζιναλ Megaλοδασκάλους σε θρασύτητα, όχι όμως και σε εξυπνάδα, πρέπει να νοιώθει περήφανη που τα γενόσημα της δημοσιοκαφρίας υπηρετούν με τέτοιο κομπλεξικό πάθος την διαστρέβλωση των γεγονότων με αποτέλεσμα την συνεχή ύπνωση του καναπεδάτου, πυροδοτώντας παράλληλα και τον κοινωνικό κανιβαλισμό…

Και είναι εύκολη γι΄ αυτούς αυτή η αποστολή αφού δεν είχαν ποτέ σχέση στη ζωή τους με την αλήθεια και το ήθος… Οι άλλοι όμως που εκ συστήματος κολλάν σαν βεντούζες στις γεμάτες σάλια οθόνες τους τι δουλειά έχουν σε ένα τέτοιο ανθυγιεινό για το προφίλ τους περιβάλλον ;

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Η βία τοκίζεται και θα συνεχίσει...

Με τη Χ.Α., τη μακρά αφήγηση που πλέκεται γύρω της, τη μιντιακή απεικόνιση και αναπαράσταση προσώπων, λόγου, πράξεων, ιδεολογικών αναφορών κ.λπ. δημιουργείται μια εξοικείωση με την αισθητική τής βίας και του τρόμου.
Δεν είναι μόνο οι φάτσες και οι βίαιες συμπεριφορές που αναπαριστώνται από τα Μέσα, είναι η επιμονή του βραδύνοος κόσμου να μετέχει σε μια τέτοια συμφωνία. Γιατί το πρόβλημα με το νεοφασισμό είναι ότι αισθητικά και συμπεριφορικά είναι «νόμιμος», κοντινός, σχεδόν οικείος με το συνηθισμένο αίσθημα του κόσμου. Για την ακρίβεια, παρασιτεί στις λαϊκές ροπές και τους αυτοματισμούς, διαστρέφοντάς τα φυσικά. Οταν λείπει κάθε εργαλείο για να διαχειριστεί ο κόσμος τις διαψεύσεις του, τότε αναδύεται ο φασισμός ως η πιο δόκιμη και εμπεριστατωμένη μορφή οφθαλμαπάτης.
Προσπαθώντας να στηρίξω την άποψή μου, ας σημειώσω ορισμένες πλευρές του αδιεξόδου πάνω στο οποίο, νομίζω, ότι αγκιστρώνεται ο φασισμός*:
1) Οι απεργίες, ειδικά στο δημόσιο τομέα, είναι στις περισσότερες περιπτώσεις παρωχημένη μορφή πάλης, αφού δεν φαίνεται να προξενούν βλάβη σε κάποιον ταξικό αντίπαλο. Το αντίθετο, ανακουφίζουν εξοικονομώντας πόρους και φθείροντας επικοινωνιακά τον απεργό. Οι οικονομικές επιπτώσεις, δε, στον ίδιο τον απεργό, τις κάνουν θνησιγενείς. Η απεργιακή αφλογιστία θέτει θέμα συνδικαλιστικής τεχνικής και κινηματικής τεχνοτροπίας. Αν δεν μπορείς να διεκδικήσεις, να υπερασπιστείς, τότε τι σου μένει;
2) Η φτώχεια διαμορφώνει δύσκολα ακροατήρια, που στέκονται ανταγωνιστικά προς τη διεκδίκηση, την έγερση, τη συγκρουσιακή επιλογή, αφού δημιουργεί στον πολίτη μια αμυντική και αναχωρητική συμπεριφορά. Η κατακλυσμιαία φτώχεια θέτει δομικά προβλήματα κοινωνικών αρθρώσεων. Δύσκολα ακούει, κατανοεί, εκλογικεύει ο φτωχός στο καβούκι της μιζέριας του.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

τρεις μήνες αυτοδιαχείριση στην Ε.Ρ.Τ.: ένας απολογισμός...

Μαριλένα Κατσίμη, απο το περιοδικο Χρονος...
Τα λάθη των εργαζομένων στην Ε.Ρ.Τ., ο αναπροσδιορισμός των στόχων τους και οι διαφαινόμενες προοπτικές, με τα μάτια μιας δημοσιογράφου και γενικής γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Σ.Η.Ε.Α., που απολύθηκε από την Ε.Ρ.Τ. και συνεχίζει να παρουσιάζει ενημερωτικές εκπομπές και δελτία ειδήσεων από το Ραδιομέγαρο.
Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται τρεις μήνες από το βίαιο και παράνομο κλείσιμο της Ελληνικής Ραδιοτηλεόρασης. Αυτή η επέτειος είναι μια ευκαιρία για τους εργαζόμενους που παραμένουμε στην Ε.Ρ.Τ. να αναλογιστούμε τα λάθη που έχουμε κάνει και να αναπροσδιορίσουμε τους στόχους μας.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ως αντίδραση σε αυτή την άνευ προηγουμένου σε καιρούς δημοκρατίας ή ειρήνης επίθεση που μαύρισε τις οθόνες και προσέβαλε την αξιοπρέπεια πρωτίστως των Ελλήνων πολιτών και δευτερευόντως ημών των εργαζομένων, η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στην Ε.Ρ.Τ. απαντήσαμε μένοντας στο Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής και σε άλλες εγκαταστάσεις στην επαρχία εκπέμποντας ραδιοτηλεοπτικό σήμα.
Οι πρώτες μέρες ήταν πράγματι εντυπωσιακές, ιστορικές θα έλεγα. Μια άσκηση δημοκρατίας από τους εργαζόμενους και μια άνευ προηγουμένου ένδειξη αλληλεγγύης από τον κόσμο που έδειχνε πως «κάτι κινείται» σε μια χώρα που έχει διαλυθεί από τα απανωτά νοκ άουτ που έχουν υποστεί οι δυνάμεις της εργασίας τα τελευταία χρόνια.
Όμως ο ενθουσιασμός σιγά σιγά ατόνησε και από τον κόσμο που μας στήριζε έξω από την Ε.Ρ.Τ., αλλά κυρίως από τους εργαζόμενους μέσα στο Ραδιομέγαρο που θεώρησαν ότι οι διαπραγματεύσεις των εκπροσώπων μας με τον αρμόδιο υφυπουργό κύριο Καψή δεν οδηγούν πουθενά. Ίσως το πρώτο αίτημα των εκπροσώπων των εργαζομένων στην Ε.Ρ.Τ., να γυρίσει ο χρόνος πίσω δηλαδή στην 11η Ιουνίου, το οποίο βγήκε μέσα από τη γενική συνέλευση και στηρίχτηκε και από τα συνδικαλιστικά μας όργανα, να ήταν ουτοπικό.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Ποιος πρέπει να πάει φυλακή κ. Σαμαρά;

Δημήτρης Μητρόπουλος, antapocrisis.gr....
Στο ακροδεξιό του κρεσέντο ο κ. Σαμαράς «απείλησε» ότι θα βγάλει όλα τα άπλυτα της ΕΡΤ και στοιχεία για το «πάρτι» που γινόταν για χρόνια εις βάρος του έλληνα φορολογούμενου. Και ότι θα υπάρχουν και διώξεις!
Έτσι επιχειρεί να φέρει το Παγκάλειο «μαζί τα φάγαμε», ένα βήμα πιο κοντά στην χρυσαυγίτικη ατζέντα.
Να «ξυπνήσει» τα πιο βάρβαρα ανθρωποφαγικά και καθυστερημένα ένστικτα όσων συμπιέζονται από την κρίση, και να τους στρέψει στον διπλανό που με κάποιο τρόπο έχει κάποιο «προνόμιο». Είτε αυτό είναι η μονιμότητα, είτε ένας ανθρώπινος μισθός, είτε ένα ένοχο «επιδοματάκι». Και δεύτερον να ζητήσει την παραδειγματική τιμωρία τους, τη χλεύη, την απόλυση. Απευθύνεται στον Έλληνα που έχει χάσει το μισό εισόδημά του ή και την δουλειά του, αυτόν που χειμάζεται, που θυσιάζεται «για να βγει η Ελλάδα από την κρίση», ενώ κάποιοι «βολεμένοι» ακόμα περνάνε καλά.

Κάποιοι θα πουν: Μα δεν υπάρχει φωτιά όπου υπάρχει και καπνός; Όλα καλά γίνονταν στο ελληνικό δημόσιο και ειδικά στις ΔΕΚΟ; Δεν υπήρξε διαπλοκή κράτους-κομμάτων - συνδικαλιστών; Δεν υπήρξε σπατάλη; Δεν υπήρχαν λαμόγια; Δεν ζημιωνόταν ο έλληνας φορολογούμενος για μη παραγωγικές εταιρείες του δημοσίου; Θα μπορούσαν να γράφονταν τόμοι ολόκληροι για τον κερδοφόρο ΟΛΠ, τον κερδοφόρο ΟΠΑΠ, και το γιατί ξεπουλήθηκαν ενώ έφερναν έσοδα στον προϋπολογισμό. Και για το ποιος καθοδήγησε την διαφθορά και προς όφελος ποιου.
Το δημόσιο θέλει αλλαγές. Να γίνει καταρχήν δημόσιο. Δημόσια παιδεία, δημόσια υγεία, δημόσια ενημέρωση, δημόσια αγαθά. Για όλους! Όχι κάποιοι να μετέχουν και κάποιοι άλλοι να στερούνται. Αυτό σημαίνει ανατροπές και στην δομή του δημοσίου και στους νόμους και στην συνείδηση των εργαζομένων στο δημόσιο και στην διαφθορά. Σίγουρα όμως δεν σημαίνει ιδιωτικοποιήσεις. Το ανάποδο, σημαίνει περιορισμό ή απαγόρευση της «θαυματουργής» ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε ευαίσθητους τομείς όπως η υγεία ή το νερό, η εθνική άμυνα, η παιδεία κοκ.
Όμως όσο και να τα αθροίσει κανείς, όσο και να τα κοσκινίσει, οι περιβόητες σπατάλες του δημοσίου, τα τάδε επιδόματα των τάδε λαμογιών, το δήθεν πλεονάζον προσωπικό «κοστίζει» μερικές πενταροδεκάρες παραπάνω. Δεν έφερε αυτό την κρίση, δεν δημιουργούν αυτά το έλλειμμα.
Υποτίθεται ότι τα μνημόνια σε 5 χρόνια θα «εξοικονομήσουν» 24 δις. Που πριν χάσουμε εντελώς την λογική μας, το συντριπτικό μέρος της «εξοικονόμησης» είναι από περικοπές μισθών και συντάξεων που έγιναν πείνας, από φοροληστεία εργαζομένων και μικρομεσαίων, από κλεισίματα σχολείων και νοσοκομείων, από διάλυση ασφαλιστικών ταμείων, από διάλυση του κράτους πρόνοιας και έλλειψη βασικών υλικών σε νοσοκομεία, σχολεία, δήμους. Το «κόστος» της σπατάλης τελικά είναι πολύ μικρό...
Και ενώ όλοι έχουν γνώμη για την ΕΡΤ, την κακοδιοίκηση και την σπατάλη στο δημόσιο, κανείς δεν κάνει λόγο για τα υπ’ αριθμόν ένα κέντρα της διαφθοράς, της σπατάλης, της κακοδιοίκησης, της συστηματικής καταλήστευσης του έλληνα φορολογούμενου. ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ! Αυτές είναι η μήτρα, η αιτία και το σύμπτωμα της κρίσης και όχι η «δημοσιονομική» κακοδιαχείριση. Ξένες και ελληνικές!
Που αν οι σπατάλες στις ΔΕΚΟ μας στοίχισαν μερικά εκατομμύρια ευρώ, οι τράπεζες κόστισαν την τελευταία πενταετία στο ελληνικό δημόσιο 168 δις ευρώ, σε μετρητά, δάνεια και εγγυήσεις!!! Και για τους δαιμόνιους δημοσιογράφους που τα ψάχνουν να θυμίσουμε τους σχετικούς νόμους, αρχής γενομένης από τον Καραμανλή με συνέχεια από Παπανδρέου, Παπαδήμο, Σαμαρά!
-   Ν. 3723 ΦΕΚ 250-9 ΔΕΚ 2008, Ν.3845 ΦΕΚ65 6ΜΑΙ 2010, Ν. 3864 ΦΕΚ 119 21 ΙΟΥΛ 2010, Ν. 3672 ΦΕΚ 148 3 ΣΕΠΤ 2010, Ν. 3965 ΦΕΚ 113 18 ΜΑΙ 2011, Πρ Νομ Περ. ΦΕΚ 203 14 ΣΕΠΤ 2011, Ν. 4031 ΦΕΚ 256 – 9 ΔΕΚ 2011 και επιπλέον 50 δις από την ανακεφαλαιοποίηση μέσω PSI!
Σύνολο, ο έλληνας φορολογούμενος έχει πληρώσει (είτε ως ρευστό, είτε ως μέτρα, είτε ως επιβάρυνση στο χρέος) ως τώρα 218 δις στις τράπεζες, επειδή οι τράπεζες έκαναν κακή διαχείριση, κακές επενδύσεις (ακίνητα, κάρτες, τοξικά προϊόντα κοκ), σπατάλες! Χωρίς να πιάσουμε τι έχει μεταφερθεί από το Νότο προς τον Βορρά λόγω ευρωζώνης...
Και άντε τον Πάγκαλο και τον Παπανδρέου μαζί με όλο τον κομματικό συρφετό του τον ψηφίσαμε εμείς, τον Σαμαρά και όλο του το Μεσσηνιακό σόι και την συνδικαλιστική αριστοκρατία της ΔΑΚΕ τους ψηφίσαμε εμείς και λουζόμαστε τα σκάνδαλά τους, την διαφθορά τους, τον διεφθαρμένο συνδικαλισμό τους. Τον Σάλλα, τον Λάτση, τον Αγγελόπουλο, τον Βαρδινογιάννη, την Deutche Bank και την Goldman Sachs ποιος τους ψήφισε; Γιατί να τους πληρώνουμε και εμείς και τα παιδιά μας;
Ο Α. Σαμαράς επιχειρώντας να στήσει, μαζί με την ΧΑ, την ακροδεξιά παράταξη μίλησε για την παράταξη των βολεμένων. Επιχειρώντας να βάλει σε αντιπαράθεση τον φτωχό με τον φτωχότερο, τον εργαζόμενο με τον μικρομεσαίο, τον άνεργο με τον δημόσιο υπάλληλο. Αυτός είναι και ιστορικά ο ρόλος του φασισμού και ας το έχουν στο μυαλό τους όσοι αναπαράγουν την κυβερνητική προπαγάνδα.
Και είναι αναγκασμένος να το κάνει αυτό, για να κρυφτεί το μεγάλο σκάνδαλο, η μεγάλη σπατάλη, το μεγάλο καρκίνωμα του έλληνα φορολογούμενου, η αιτία της κρίσης.
Το σκάνδαλο της διάσωσης των τραπεζών και της ένωσής τους, της ευρωζώνης, όπως ομολογεί και το ΔΝΤ. Αυτό το σκάνδαλο είναι η δίδυμη πλευρά του σκανδάλου της εξόντωσης του ελληνικού λαού. Δεν είναι η σπατάλη των ΔΕΚΟ...
Ο Σαμαράς, μαζί με τον Παπαδήμο, τον Παπανδρέου, τον Καραμανλή, αλλά και τον Βενιζέλο και τον Κουβέλη πρέπει να λογοδοτήσουν και θα πρέπει να πάνε στη δικαιοσύνη. Μετά θα δούμε τι θα κάνουμε με την μικρή τους εικόνα, του διεφθαρμένου συνδικαλιστή – όχι της αριστεράς αλλά δικού τους - στην τάδε ΔΕΚΟ. Άλλοι πρέπει να πάνε φυλακή...

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Mε αφορμή τον αγώνα των εκπαιδευτικών ξανά για το ρόλο των συνδικάτων...

του Θαναση Τσιριγωτη, απο την AlfaVita...
Kάθε φορά που μια εργατική κινητοποίηση προκαλεί κοινωνική αναταραχή, κάθε φορά που μια ομάδα εργαζομένων βρίσκεται σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με την κυβέρνηση, προκύπτουν έντονες αντιπαραθέσεις γύρω απ’ το ρόλο των συνδικάτων και την αναγκαιότητα τους.
Oι αντιπαραθέσεις προκύπτουν συνήθως σαν αποτέλεσμα της επιτυχούς ή όχι έκβασης μιας απεργιακής κινητοποίησης. Έτσι συνήθως όταν η απεργία οδηγεί σε νικηφόρο αποτέλεσμα τότε εκθειάζεται ο θετικός ρόλος των συνδικάτων και της συνδικαλιστικής δράσης, αλλά και αντίθετα.
Tο τελευταίο διάστημα η ελληνική κοινωνία διχάστηκε απ’ τη σύγκρουση κυβέρνησης- εκπαιδευτικών συνδικάτων (OΛME), μετά απ’ την απόφαση του Δ.Σ. της OΛME να προχωρήσει σε απεργιακές κινητοποιήσεις μέσα στην περίοδο των πανελλαδικών εξετάσεων. Tα αίτια της σύγκρουσης αναλύονται εκτενώς σε άλλα σημεία της εφημερίδας. Ως γνωστό η κινητοποίηση αυτή δεν ολοκληρώθηκε, μετά την αυταρχική κυβερνητική απόφαση για επιστράτευση και την πραξικοπηματική απόφαση της πλειοψηφίας του Δ.Σ. της OΛME (ΣYNEK-ΔAKE-ΠAΣK) για αναστολή της απεργίας παρά την σχεδόν ομόφωνη απόφαση των εκπαιδευτικών να προχωρήσει η απεργία. 
H κατάσταση αυτή έφερε στην επιφάνεια για μια ακόμα φορά προβλήματα που λιμνάζουν μέσα στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος και τα οποία οξύνονται περιοδικά. Έτσι ακούστηκαν για μια ακόμα φορά οι γνωστές φωνές, που αμφισβητούν την ανάγκη συνδικαλιστικής δράσης, τσουβαλιάζουν συλλήβδην όσους έχουν συνδικαλιστική δράση, αμφισβητούν τις οργανωτικές δομές των συνδικάτων και υπερτονίζουν την αντίθεση ηγεσίας-βάσης, με το άλλοτε πλαστό και άλλοτε πραγματικό δίλημμα της οργάνωσης των αγώνων «από τα κάτω».
Στην αρνητική έως διαλυτική αυτή πορεία, ενώνονται φωνές που ξεκινάνε από ιδιαίτερα συντηρητικές αντιλήψεις (ο κάθε ένας μόνος του) μέχρι δήθεν υπέρ-επαναστατικές κορώνες που αντί να παλεύουν για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στα συνδικάτα καταλήγουν να αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη των συνδικάτων, των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος επειδή κυριαρχούνται από τις φιλοκυβερνητικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις. Tέτοιες λοιπόν απόψεις κυκλοφορούν και σήμερα μετά τις τελευταίες κινητοποιήσεις στο χώρο της εκπαίδευσης.
Aς επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε με πιο ψύχραιμο μάτι την πραγματικότητα. Tο πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το εξής: η απόπειρα της απεργίας είχε μόνο αρνητικές συνέπειες στο κίνημα, όπως υποστηρίζει το ΠAME και ορισμένοι άλλοι; Mια τέτοια «εύκολη» απάντηση βρίσκεται πολύ μακριά απ’ την πραγματικότητα για τους εξής λόγους. Aπ’ τη μια μεριά η απεργία αυτή ανέδειξε τα σοβαρότατα προβλήματα της εκπαίδευσης σε όλη την κοινωνία για περίπου ένα μήνα. Tαυτόχρονα έβαλε σε κίνηση δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικούς μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα απραξίας, οι οποίοι μάλιστα επιχείρησαν να σπάσουν την πολιτική επιστράτευση ερχόμενοι αντιμέτωποι με όλο το φάσμα των κυβερνητικών δυνάμεων και όχι μόνο. Tέλος οδήγησαν την κυβέρνηση σε πολιτικό αδιέξοδο αφού αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει το πιο αντιδημοκρατικό και αυταρχικό μέτρο επιβολής, την πολιτική επιστράτευση, και μάλιστα με προληπτικό χαρακτήρα. Φυσικά δεν είναι σωστό να υποστηρίζει κανείς ότι όταν μία κυβέρνηση καταφέρνει να παίρνει μέτρα τόσο αυταρχικά και να μην καταφέρνει το κίνημα να ανατρέπει τη πολιτική αυτή, δεν μπορεί να θεωρείται πάντα και νίκη επειδή αποκαλύπτεται ο αυταρχισμός της κυβέρνησης. 
Tο δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά το ρόλο της εκάστοτε ηγεσίας ενός συνδικάτου και γενικότερα του κινήματος. Oρισμένοι με μία ιδιαίτερη εμμονή υποστηρίζουν ότι οι απεργίες δεν μπορούν να πετύχουν αν δεν γίνονται «από τα κάτω». Aναμφισβήτητα το κριτήριο για την επιτυχία ενός αγώνα συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με τη μαζική συμμετοχή των ίδιων των εργαζόμενων και δευτερευόντως με τον τρόπο της οργάνωσης της. Έτσι χαρακτηριστικά, μια ηγεσία αδύναμη, φοβισμένη, ανίκανη να προκαλέσει έστω και μικρά γεγονότα εξαναγκάσθηκε εξ’ αιτίας της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά και της πίεσης που ασκήθηκε απ’ τις ταξικές δυνάμεις του κινήματος, σε πρόταση σύγκρουσης, με την απεργία στις εξετάσεις, ανεξάρτητα αν πίστευε σ’ αυτή ή αν μπορούσε να την υλοποιήσει. Nα τονίσουμε φυσικά εδώ ότι ο ρόλος της σ. Φατούρου στη πορεία αυτή ήταν καταλυτικός, όσο και αν σήμερα επιχειρείται να συκοφαντηθεί από διάφορες μεριές. Όμως επανερχόμενοι στο πρόβλημα πρέπει να απαντήσουμε, με ειλικρίνεια και χωρίς υπεκφυγές, ότι η πρόταση για τις κινητοποιήσεις ήταν πρόταση «από τα πάνω» που όμως εξέφρασε στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή τη διάθεση «των κάτω».
Ο Θανάσης Τσιριγώτης είναι μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου/Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

«Μήπως έφτασε η στιγμή να κάψουμε τις εκκλησίες της αριστεράς;»

Κώστας Σπυριδάκης, απο το Αριστερο Blog...
Δεν είναι καινούργια η κριτική στον τρόπο που λειτουργούν τα κόμματα και τα συνδικάτα. Ωστόσο, τα γεγονότα που επακολούθησαν την πρόταση της ΟΛΜΕ για απεργία στις πανελλαδικές, ανέδειξε με εκκωφαντικό τρόπο τα σημάδια μιας χρεοκοπίας: Της χρεοκοπίας του συνδικαλισμού των συνδικάτων του Δημοσίου που ακολούθησε τη χρεοκοπία του ίδιου του Δημοσίου, καθώς η εφαρμογή του μνημονίου προελαύνει μετά τις περικοπές στους μισθούς και στις εργασιακές σχέσεις. Τι βρήκε απέναντι της η επίθεση της κυβέρνησης στον κλάδο των εκπαιδευτικών;
Από τη μια πλευρά, στην ηγεσία της ΟΛΜΕ, μια πλειοψηφία παρατάξεων χτισμένη πάνω στις πελατειακές σχέσεις κόμματων που οδήγησαν το ελληνικό κράτος στη χρεοκοπία. Των κομμάτων που τώρα διαχειρίζονται την ενσωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δανειστών και που διατηρούν το πελατειακό τους δίκτυο με νέου τύπου παροχές (προστασία από απόλυση, μετάταξη, μετάθεση κλπ)
Από την άλλη πλευρά, βρήκε τις συνδικαλιστικές παρατάξεις μιας κατακερματισμένης αριστεράς να απευθύνονται σε ένα πολιτικό ακροατήριο με στόχο να ενισχύσουν τα επιχειρήματα υπέρ του ενός ή του άλλου πολιτικού σχεδίου, αναπαράγοντας στον συνδικαλισμό κομματικές αντιπαραθέσεις, αντί να συμφωνήσουν και να συγκροτήσουν ένα κοινό μέτωπο υπεράσπισης των εργαζομένων.
Ανάμεσα στους δυο παραπάνω, βρέθηκε η μεγάλη μάζα των εκπαιδευτικών της Μέσης Εκπαίδευσης, σε ένα πολυπληθή κλάδο εργαζομένων που παρουσιάζει εσωτερικές ταξικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις, ανισότητες και ιεραρχίες, ανάλογες με εκείνες της ελληνικής κοινωνίας.
Στην ανώτερη βαθμίδα βρίσκονται τα στελέχη της εκπαίδευσης και οι αρχαιότεροι μόνιμοι που έχουν κατακτήσει ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο στην πρό-μνημονίου εποχή, κατά πολύ υψηλότερο από τη γενιά των γονέων τους ενώ σε κατώτερη βαθμίδα βρίσκονται οι νεότεροι μόνιμοι που ξεκινούν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία σε συνθήκες κρίσης και εργασιακής ανασφάλειας και ακόμα πιο χαμηλά οι αναπληρωτές και οι ωρομίσθιοι που ακροβατούν ανάμεσα στην επισφάλεια της δημόσιας και της ιδιωτικής εκπαίδευσης.
Στο πολιτικό επίπεδο υπάρχει μια διαβάθμιση εξουσίας και επιρροής που αντανακλά αλλά δεν επικαλύπτεται πλήρως από την παραπάνω διάρθρωση. Ο μεγάλος αριθμός συμμετοχής στο συνδικαλιστικό σωματείο είναι παραπλανητικός καθώς πρόκειται για μια περίπου υποχρεωτική συμμετοχή. Μια μερίδα καθηγητών απέχει μόνιμα ή συμμετέχει συγκυριακά στις συνδικαλιστικές διαδικασίες, μια άλλη δραστηριοποιείται με όρους συνδιαλλαγής και μια μικρότερη δραστηριοποιείται είτε με όρους πατρωνίας είτε με όρους μειοψηφικής πρωτοπορίας σε σχέση με μια «μη συνειδητοποιημένη» πλειοψηφία. Αυτή η διαβάθμιση έχει σαν αποτέλεσμα, το πιο αμεσοδημοκρατικά οργανωμένο συνδικάτο του δημοσίου όπου οι Γενικές Συνελεύσεις είναι το ανώτατο όργανο, να παρουσιάζει μια εικόνα στρεβλής και ελλειμματική εκπροσώπησης των εργαζομένων. Σε κανονικές συνθήκες, γενικές συνελεύσεις, των είκοσι-τριάντα ατόμων αποφασίζουν ερήμην της πλειοψηφίας, στο όνομα της δημοκρατίας των παρόντων, πράγματα για τα οποία είναι απαραίτητη η εμπλοκή των απόντων με αποτέλεσμα να μην υλοποιούνται ποτέ.
Πρόκειται για συνελεύσεις όπου κυριαρχεί με την παρουσία, τον ρόλο και το λόγο, ένας στενός κύκλος ανθρώπων που αναλαμβάνουν, συνειδητά ή μη, να εκπροσωπήσουν τα συμφέροντα της πλειοψηφίας και απαρτίζουν τις ηγεσίες, τις «πεφωτισμένες πρωτοπορίες» στις κάθε είδους επιτροπές και συντονιστικά όργανα. Συχνά χρησιμοποιούν έναν παραφορτωμένο πολιτικό λόγο και καταθέτουν προς επικύρωση προγράμματα δράσης και αιτιολογήσεις που αξιώνουν, αυτάρεσκα, την υιοθέτηση του δικού τους ευρύτερου ιδεολογικού-πολιτικού πλαισίου, ακόμα και για περιορισμένης εμβέλειας ζητήματα. Τελικά, παρ’ όλο οι ίδιοι συχνά παραπονιούνται για την έλλειψη διάθεσης των υπολοίπων είναι εκείνοι που αναπαράγουν διαδικασίες και μορφές οργάνωσης αποτρέπουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή. Είναι εκείνοι που με τη στάση τους απωθούν όσους αισθάνονται ως ανάγκη και καθήκον την συμμετοχή στα κοινά αλλά δεν ζουν ούτε «από», ούτε «για» την πολιτική και τον συνδικαλισμό και ιεραρχούν διαφορετικά τις προτεραιότητες τους ως προς τη διαχείριση του χρόνου και της ενέργειας τους. Είναι εκείνοι που ελέγχουν τους διαύλους επικοινωνίας μεταξύ του σώματος των εργαζόμενων και των οργάνων λήψης συλλογικών αποφάσεων, και τελικά την έκφραση της βούλησής του.
Παρ’ όλα αυτά, στις σημερινές συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι πολιτικοποιούνται και αντιλαμβάνονται την ανάγκη μαζικοποίησης των οργανώσεων ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των συνθηκών της ατομικής τους ζωής. Όμως αυτή η μαζικοποίηση δεν μπορεί να επιτευχθεί με την προσκόλληση σε παρελθοντικούς όρους κοινωνικής ζωής, σε συλλογικότητες, ταυτότητες και πρότυπα πολιτικοποίησης μια προηγούμενης εποχής. Με τις υπάρχουσες συνδικαλιστικές διαδικασίες έχουν παγιωθεί ανισότητες πρόσβασης στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων τη στιγμή που η εξουσία και η ευθύνη, η πληροφορία και η γνώση, μπορεί και πρέπει να διαχυθεί σε ένα μεγαλύτερο αριθμό ατόμων.
Ίσως έφτασε η στιγμή να ακολουθήσουμε την προτροπή των Χαρντ και Νέγκρι, «να κάψουμε τις εκκλησίες της αριστεράς»*, εκτός από τα κόμματα και τις συνδικαλιστικές παρατάξεις που συνδέονται οργανικά με αυτά, για να τα αντικαταστήσουμε με νέες μορφές οργανώσεις περισσότερο ευέλικτες και οριζόντιες όπου θα αποφασίζουμε όλο και περισσότεροι και θα δεσμευόμαστε να υλοποιήσουμε οι ίδιοι τις αποφάσεις μας, χωρίς να τις αναθέτουμε σε άλλους .
Να χρησιμοποιήσουμε το διαδίκτυο για την ενημέρωση, τη συζήτηση και την λήψη αποφάσεων όχι για να υποκαταστήσουμε αλλά για να συντονίσουμε και να διαχειριστούμε ορθολογικά το χρόνο που απαιτεί τη φυσική μας παρουσία. Είναι παράδοξο η αριστερά που πατάει στον Μαρξ ο οποίος έθεσε ως προϋπόθεση της χειραφέτησης του ανθρώπου την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, να επιδεικνύει τέτοια τεχνοφοβική συμπεριφορά απέναντι στο διαδίκτυο, να το αντιμετωπίζει μόνο ως ένδειξη αλλοτρίωσης.
Χρειάζεται να επανεφέυρουμε τους κώδικες επικοινωνίας για να μπορέσουν να συνεννοηθούν μεταξύ τους όσοι μοιράζονται κοινές ιδέες και αξίες, χωρίς να τίθεται ως προαπαιτούμενο η υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης αφήγησης για το παρελθόν ή μια συγκεκριμένη ερμηνεία για το μέλλον. Να κρίνουμε τις προτάσεις και τις πράξεις όχι με βάση μια ρητορική της ταυτότητας αλλά με βάση τα αποτελέσματά και τις συνέπειες της εφαρμογής τους σε υπαρκτές συνθήκες.
Να καταλήξουμε σε ένα ελάχιστο κοινό παρανομαστή στόχων που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν με τα μέσα που διαθέτουμε τώρα και όχι μετά την κατάκτηση της κεντρικής κρατικής εξουσίας, κοινοβουλευτικά ή κινηματικά. Όποιος ονειρεύεται μια «άλλη κοινωνία», μια «άλλη εκπαίδευση» στο μέλλον θα πρέπει να αρχίσει να τη χτίζει στο παρόν.
Στόχους για ένα τέτοιο συνδικαλιστικό κίνημα θα μπορούσαν να αποτελέσουν:
α) Η υπεράσπιση του εκπαιδευτικού ως μισθωτού υπάλληλου του δημοσίου, με αιτήματα την αξιοπρεπή διαβίωση, τη διαφάνεια και την ισονομία στις υπηρεσιακές μεταβολές (μεταθέσεις, αποσπάσεις, θέσεις στελεχών). το σχολείο ως κοινό αγαθό
β) Η υπεράσπιση του σχολείου ως κοινού αγαθού απέναντι στις κυβερνητικές πολιτικές που ακολουθούν τις λογικές της αγοράς (π.χ. αξιολόγηση εκπαιδευτικών) αλλά και απέναντι σε επιμέρους συμφέροντα εκπαιδευτικών που προωθούνται με λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένο τρόπο εις βάρος της λειτουργίας του σχολείου.
γ) Η υπεράσπιση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα στο σχολείο απέναντι στον αυταρχισμό τις διακρίσεις και το ρατσισμό απέναντι σε κυβερνητικές πολιτικές ή τη δράση πολιτικών κομμάτων.
Τέλος, είναι απαραίτητο να αναζητηθούν νέες μορφές αγώνα και κινητοποιήσεων πέρα από τις καθιερωμένες απεργίες και πορείες που τείνουν να αποκτήσουν τελετουργικό χαρακτήρα με προκαθορισμένα αποτελέσματα που θα έχουν στόχο την μεγαλύτερη δυνατή υποστήριξη εκ μέρους της σχολικής κοινότητας και της ευρύτερης κοινωνίας που θα ασκούσε πίεση στην κυβέρνηση. Μια τέτοια θα ήταν π.χ. Οι καταλήψεις σχολείων από τους εκπαιδευτικούς και η ανάληψη της ευθύνης για την διεξαγωγή της εκπαιδευτικής πράξης με πλήρη ανυπακοή στους νόμους της κυβέρνησης που διέπουν τη διεξαγωγή της αλλά σε συμφωνία με τους μαθητές και τους γονείς (πόσοι γονείς θα είχαν αντίρρηση σε τέτοιες κινητοποιήσεις αν τους προτείνονταν, έστω και επικοινωνιακά, ένα  εναλλακτικό, ολοήμερο ωρολόγιο πρόγραμμα που θα καθιστούσε περιττή την προσφυγή στην φροντιστηριακή εκπαίδευση;)
Η προληπτική αντισυνταγματική επιστράτευση που επέβαλε η κυβέρνηση για την απεργία στις πανελλαδικές εξετάσεις προκάλεσε τη συσπείρωση του πιο δυναμικού τμήματος του κλάδου των εκπαιδευτικών της Μέσης Εκπαίδευσης. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα. Ας κάνουμε το επόμενο.
*Ένας κρατικοδίαιτος κοινωνιολόγος-εκπαιδευτικός

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Το 1% είναι το μισό πρόβλημα...

του Τίμοθι Νόα, απο την Προοδευτικη Πολιτικη...

©New York Times

 

 
Οι πρόσφατες συζητήσεις για τις οικονομικές ανισότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρώθηκαν στο ύψος των εισοδημάτων του 1% των πλουσιότερων Αμερικανών,
που έχει κατά μέσο όρο ετήσια εισοδήματα 1 εκατομμυρίου δολαρίων (με χαμηλότερο όριο τα 367,000 δολάρια). «Είμαστε το 99%», σημείωναν οι διαδηλωτές του κινήματος των καταλήψεων, εκλαϊκεύοντας σε απροσδόκητο βαθμό τα ευρήματα δύο οικονομολόγων, των Τομά Πικετί (Thomas Piketty) και Εμανιέλ Σαέζ (Emmanuel Saez), που ως τότε τα είχαν αντιληφθεί μόνο οι ειδικοί. Αλλά οι εισοδηματικές διαφορές μεταξύ του 1% και του 99% είναι μόνο το μισό πρόβλημα.

Ασφαλώς είναι σημαντικό μισό. Από το 1979, το πλουσιότερο 1% διπλασίασε το μερίδιό του στο εθνικό εισόδημα, από 10% σε 20%. Ακόμα και από το 2009 (όταν τελείωσε η μεγάλη ύφεση) και του 2011, τα μέλη του 1% είδαν το εισόδημά τους να αυξάνει άλλο 11%, ενώ το εισόδημα του 99% μειώθηκε ελαφρά. Ωραία ανάκαμψη!

Από αυτή τη λιτανεία ζοφερών στοιχείων, συμπεραίνει κανείς πως αν ελέγχαμε αρκετά αυστηρά αυτό το 1%, θα λύναμε το πρόβλημα της εισοδηματικής ανισότητας. Φευ όμως, αυτό δεν ισχύει, διότι δεν θα αντιμετώπιζε το άλλο μισό πρόβλημα: τις εισοδηματικές διαφορές που οφείλονται στη μόρφωση.

Από το 1979 αυξήθηκε επίσης η εισοδηματική διαφορά μεταξύ όσων έχουν πτυχίο κολεγίου και εκείνων που οι σπουδές τους ολοκληρώθηκαν στο γυμνάσιο. Σχηματικά, αυτή η διαφορά αποτυπώνεται στα εισοδήματα των εργαζόμενων οικογενειών στο μεσαίο 20% (που κερδίζουν κατά μέσο όρο ετησίως από 39,000 ως 62,000 δολάρια) και της τάξης των «ευπόρων ως πλουσίων» (του 10% των πλουσιότερων Αμερικανών) με εισοδήματα άνω των 111,000 δολαρίων. Αυτή η οφειλόμενη σε δεξιότητες ανισότητα, είναι εκείνη που κυρίως βιώνουν οι Αμερικανοί στην καθημερινή τους ζωή.

Οι συντηρητικοί δεν συνηθίζουν να αναφέρονται στις εισοδηματικές ανισότητες. Αποφεύγουν τις άβολες παρατηρήσεις για την οικονομική αδικία -αυτός είναι ο λόγος που ο υποψήφιος Μιτ Ρόμνεϊ (Mitt Romney) δήλωσε σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του πως προτιμούσε να μιλάει για την ανισότητα σε «κάπου ήσυχα». Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι συντηρητικοί παραβαίνουν αυτόν τον κανόνα, συνήθως αναφέρονται στην ανισότητα που σχετίζεται με την διαφορά στην κατάρτιση, διότι τους παρέχει την ευκαιρία να επιτεθούν στο κρατικό σύστημα εκπαίδευσης και τα εκπαιδευτικά συνδικάτα.

Οι προοδευτικοί πάλι δεν πολυθέλουν να μιλούν για αυτήν την ανισότητα, διότι δεν θέλουν να αναγκαστούν να πουν στην εργατική τάξη πως χάνει έδαφος επειδή δεν διάβαζε αρκετά στο σχολείο Οι προοδευτικοί προτιμούν την εισοδηματική διαφορά μεταξύ του 1% και του 99%. Υπάρχει ακόμα κάτι ευχάριστα απλουστευτικό στους λόγους της διεύρυνσης του εισοδηματικού χάσματος μεταξύ του 1% και του 99%. Είναι δύο μόνο, αμφότεροι από τους αγαπημένους στόχους των προοδευτικών: η αύξηση του απορυθμισμένου χρηματοπιστωτικού τομέα και η διάβρωση της λογοδοσίας των αμοιβών των κορυφαίων επιχειρηματικών στελεχών σε άλλους τομείς της οικονομίας. Ακόμα εντυπωσιακότερο είναι το στοιχείο σύμφωνα με το οποίο το πλουσιότερο 0.1% κερδίζει ετησίως πάνω από 1.6 εκατομμύρια δολάρια, αλλά ας μην μπούμε σε λεπτομέρειες.

Αμφότερα τα «μισά» της αφήγησης περί ανισοτήτων αξίζουν την προσοχή μας: αντανακλούν μια δραματική αντιστροφή της τάσης που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Από τη δεκαετία του '30 ως εκείνη του '70, το 1% είδε το μερίδιό του στον εθνικό πλούτο να μειώνεται, ενώ την ίδια περίοδο το λεγόμενο «κολεγιακό πριμ» είτε μειωνόταν, είτε ανεβοκατέβαινε χωρίς ξεκάθαρη κατεύθυνση.

Τουλάχιστο ως προς ορισμένα από τα μέσα που μπορούν να αποκαταστήσουν αυτές τις πιο εξισωτικές τάσεις της αμερικανικής κοινωνίες, δεν θα έπρεπε να υπάρχουν ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.
  • Προοδευτικοί και συντηρητικοί αναγνωρίζουν την σημασία της προσχολικής εκπαίδευσης, που ο πρόεδρος Ομπάμα (Obama) πρότεινε να επεκταθεί για όλους. Ουδέποτε γνώρισα ένα τετράχρονο γόνο εύπορης οικογένειας που να μην πηγαίνει στο νηπιαγωγείο, αλλά σε εθνικό επίπεδο αυτό συμβαίνει στο 1/3 σχεδόν των παιδιών.
  • 'Αλλη μια μεταρρύθμιση που υποστήριξαν τόσο οι προοδευτικοί, όσο και οι συντηρητικοί -αν και σε διαφορετικές εποχές- είναι να σταματήσει η κρατική επιδότηση εκείνων των κολεγίων και των πανεπιστημίων που αυξάνουν ανεξέλεγκτα τα δίδακτρά τους. Ο κ. Ομπάμα πρότεινε στις τελευταίες δύο ομιλίες του για την «κατάσταση του έθνους», ενώ ο πρόεδρος της βουλής των αντιπροσώπων Τζον Μπένερ (John A. Boehner) συμμετείχε σε μια πρόταση νόμου με ανάλογο περιεχόμενο το 2003.
  • Υπήρξε επίσης πολύ περισσότερη διακομματική συναίνεση από όση φαντάζεστε σε αρκετές προτάσεις που αποσκοπούν στη μείωση των υπερβολών που πλουτίζουν υπέρμετρα το 1%. Αυτό που φοβίζει στην περίπτωση αυτή δεν είναι τόσο η ανισότητα, όσο η ανησυχία πως αν αφεθεί εντελώς ανεξέλεγκτος ξανά ο χρηματοπιστωτικός τομέας, θα προκαλέσει ξανά κρίση και θα απαιτήσει εκ νέου από το κογκρέσο δημόσια χρηματοδότηση για τις μεγάλες τράπεζες. Οι Ρεπουμπλικάνοι του κογκρέσου σταμάτησαν μεν την έγκριση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων Ντοντ-Φρανκ (Dodd-Frank), αλλά στο συντηρητικό στρατόπεδο αυξάνεται ο χορός -στον οποίο συμμετέχουν ο επιφυλλιδογράφος Τζορτζ Ουιλ (George F. Will), ο πρώην κυβερνήτης της Γιούτα Τζον Χάντσμαν ο νεότερος (Jon M. Huntsman Jr.) και ο πρώην πρόεδρος της πολιτειακής τράπεζας του Ντάλας Ρίτσαρντ Φίσερ (Richard W. Fisher)- εκείνων που υποστηρίζουν την υποχρεωτική διάσπαση των μεγάλων τραπεζών. Γερουσιαστές όπως ο Ρεπουμπλικάνος της Λουϊζιάνα Ντέιβιντ Βίτερ (David Vitter) και ο Δημοκρατικός του Οχάιο Σέροντ Μπράουν (Sherrod Brown) ανέλαβαν μια νομοθετική πρωτοβουλία σύμφωνα με την οποία οι μεγαλύτερες τράπεζες θα πρέπει να εξασφαλίσουν μεγαλύτερα αποθέματα ή να διασπαστούν σε μικρότερα ιδρύματα.
Ένας από τους λόγους που η αριστερά νιώθει άβολα με την οφειλόμενη στην κατάρτιση ανισότητα, είναι πως αποδέχεται φόρα παρτίδα την άποψη των συντηρητικών πως αιτία της ανισότητας είναι οι διαφορές στη μόρφωση. Εξίσου σημαντική όμως είναι η παρακμή των συνδικάτων. Κάποτε η συμμετοχή στα συνδικάτα υπήρξε εξαιρετικά αποτελεσματική ως μέσο μείωσης της διαφοράς στα εισοδήματα μεταξύ των αποφοίτων κολεγίου κι εκείνων του γυμνασίου. Σήμερα αυτό ισχύει πολύ λιγότερο: μόλις το 7% των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα καλύπτεται από κάποια κλαδική συλλογική σύμβαση, όσο πάνω-κάτω ήταν πριν το «νιου ντιλ». Πριν εξήντα χρόνια, έφτανε το 40%.

Η εξασθένηση του συνδικαλισμού είναι ο κρίκος που συνδέει το μορφωτικό εισοδηματικό χάσμα με εκείνο του 1 εις βάρος του 99%. Αν και οι συντηρητικοί συχνά ισχυρίζονται πως ο πλούτος του 1% δεν «βγαίνει από τις τσέπες» του 99%, αυτό το επιχείρημα αγνοεί το γεγονός πως το μερίδιο της μισθωτής εργασίας στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν βαίνει μειούμενο, ενώ εκείνο του κεφαλαίου αυξάνει. Από το 1979, εκτός μια σύντομης περιόδου που συνδέθηκε με την άνθηση των επιχειρήσεων πληροφορικής στα τέλη της δεκαετίας του '90, το μερίδιο της εργασίας διαρκώς μειώνεται. Οι γενναιόδωρες συντάξεις συσκότισαν εν μέρει την εμφανέστατη διαφορά μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Μολοταύτα, μόνο το ένα στα έξι νοικοκυριά έχει χαρτοφυλάκιο αξίας άνω των 7,000 δολαρίων. Σύμφωνα με το αριστερίζον «ινστιτούτο οικονομικής πολιτικής» (ΕΡΙ) στην επέκταση του κεφαλαίου επί της εργασίας μπορεί να οφείλεται και το ένα τρίτο της αύξησης των εισοδημάτων του πλουσιότερου 1% ως μερίδιο του ΑΕΠ. Κάτι τέτοιο δεν θα είχε ποτέ συμβεί αν είχε παραμείνει ισχυρός ο συνδικαλισμός του ιδιωτικού τομέα.

Δυστυχώς, η αναβίωση του συνδικαλισμού είναι ανάθεμα για τη δεξιά· ακόμα και πολλοί προοδευτικοί δυσφορούν με αυτή την ιδέα. Αν όμως η οικονομική ανάκαμψη εξαρτάται από την επιβράβευση της προσπάθειας, θα πρέπει όλοι μας να ανησυχούμε που η μεσαία τάξη δεν αμείβεται ανάλογα με τον πλούτο που παράγει για τα αφεντικά. Οι εργοδότες δεν πρόκειται να λύσουν από μόνοι τους αυτό το πρόβλημα. Αυτή είναι η δουλειά των συνδικάτων. Το να βρεθεί πώς θα ανασυγκροτηθεί ο συνδικαλισμός είναι σήμερα ένα από τα πιο επείγοντα καθήκοντα των προοδευτικών.

Είναι εξαιρετικά απίθανο να υπάρξει διακομματική συναίνεση για την αναβίωση του εργατικού κινήματος. Αλλά το σταμάτημα της διεύρυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων σε τελική ανάλυση θα κριθεί από το κατά πόσο συντηρητικοί και προοδευτικοί θα κατανοήσουν καλύτερα πώς βλέπει το πρόβλημα η απέναντι πλευρά.

O Timothy Noah είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Ρεβάνς από τη Μεταπολίτευση...

Το 2014 κλείνουν 40 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας. Στο διάστημα αυτό συχνά πυκνά διαπιστωνόταν το τέλος της Μεταπολίτευσης. Σήμερα όμως ο λόγος περί τέλους της Μεταπολίτευσης δεν είναι απλώς διαπιστωτικός. Είναι κυρίως λόγος πανηγυρικός, φιλοδοξεί να γίνει τελεστικός και συχνά υπονοεί κάποια ρεβάνς. Επιχαίρει ο κ. Βορίδης επειδή «οι ψευδοαξίες της γενιάς του Πολυτεχνείου ενταφιάστηκαν». Απειλεί ο κ. Δένδιας: «Ήρθε η ώρα η χώρα να κλείσει τους λογαριασμούς που μένουν ανοιχτοί από το 1974-1975». Και πιο προωθημένος ο κ. Χρυσοχοϊδης: «ένα κυρίαρχο -αν και αδιαμόρφωτο ακόμη- ρεύμα ζητάει ακριβώς αυτό, Λευτεριά από τη Μεταπολίτευση». Και εάν η πολιτική διαδρομή του κ. Βορίδη εξηγεί τη σπουδή της ρεβάνς, προκαλούν εντύπωση οι υπόλοιπες οιμωγές και κατάρες για τον κύκλο που άνοιξε το 1974. Να λοιπόν το ζήτημα: η συλλήβδην απαξίωση της Μεταπολίτευσης με πρόσχημα υπαρκτές πολιτικές και κοινωνικές στρεβλώσεις. Στρεβλώσεις που δε δικαιολογούν πάντως την εκδικητική μανία των –όψιμων επί το πλείστον- επικριτών τους.
Το πολιτικό σκηνικό της Μεταπολίτευσης είχε δυο πυλώνες: αφενός την ανασύσταση και κυριαρχία μιας νέας εκδοχής του προδικτατορικού δικομματισμού από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ως το 2012, αφετέρου τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και την ανεμπόδιστη συμμετοχή της Αριστεράς στο πολιτικό παίγνιο. Σήμερα, ο πρώτος πυλώνας, ο κυβερνητικός, κατηγορεί τον δεύτερο. «Εσείς επιβάλατε το πνεύμα της Μεταπολίτευσης και δεν μπορούσαμε να κυβερνήσουμε». Και η απάντηση: «εμείς ήμασταν επιβάτες, εσείς ρίξατε το καράβι στα βράχια». Στη μάχη αυτή, γύρω από το σώμα και το πνεύμα της Μεταπολίτευσης, όπλα είναι οι λέξεις: συντεχνίες, λαϊκισμός, προνόμια, πελατειακό κράτος, διαφθορά.
Ποιο είναι όμως αυτό το «πνεύμα» που φταίει για όλα; Σε τι αντιδιαστέλλεται; Οι πολέμιοί του κάνουν πως λησμονούν το προηγούμενο στάδιο, το «πνεύμα της δικτατορίας». Η συγκυρία της πτώχευσης ωθεί το μεταπολιτευτικό οικοδόμημα και την καθημαγμένη κοινωνία στη θέση της αυτομαστίγωσης και της αυτοενοχοποίησης, αλλά δεν αναιρεί τις πρωτοφανείς δημοκρατικές εγγυήσεις αυτής της περιόδου.
Εκεί ακριβώς παρεμβαίνει ο «αντιμεταπολιτευτικός» λόγος με ένα νοητικό σχήμα που συνδυάζει την «ελληνική ιδιαιτερότητα» με την «υπερβολική δημοκρατία». Αυτό το σχήμα γίνεται το όχημα της αποδόμησης των συνταγματικών εγγυήσεων. Μας λένε δηλαδή: «σας δώσαμε δημοκρατία και ευημερία αλλά το παραξηλώσατε. Ώρα να τελειώνουμε και με τα δυο». Πιο συγκεκριμένα: όσοι κραδαίνοντας το χαρτί της επιστράτευσης επιτίθενται στις «συντεχνιακές πρακτικές που αδιαφορούν για το δημόσιο συμφέρον» χρησιμοποιούν ωμά και καταχρηστικά τον όρο «συντεχνίες» ως όπλο κατά του μεταπολιτευτικού θεσμικού πλέγματος και του εργατικού δικαίου. Ακούω τον αντίλογο: δηλαδή δεν επιβιώνει συντεχνιακή λογική σε μείζονα τμήματα του ελληνικού συνδικαλισμού (και όχι μόνο); Φυσικά και υπάρχει συντεχνιακή λογική. Όπως ακριβώς κρύβονται αθέμιτα κεκτημένα των λίγων πίσω από τον μανδύα δικαιωμάτων των πολλών. Όμως, όταν καταγγέλλονται συλλήβδην τα κεκτημένα και τα προνόμια της Μεταπολίτευσης, στόχος είναι η αποδιάρθρωση των βασικών δικαιωμάτων.
Σήμερα λοιδορείται η Μεταπολίτευση των δικαιωμάτων και των δημοκρατικών διεκδικήσεων στο όνομα της καταπολέμησης των προνομίων και των συντεχνιών. Επιχειρείται να παρουσιαστούν ως προνομιούχοι νοσταλγοί ενός αποτυχημένου χτες, όχι το πολιτικό προσωπικό που το έχτισε, αλλά όσοι τολμούν να διανοηθούν μια κινητοποίηση ή απεργία για τα στοιχειώδη. Σε αυτόν τον πόλεμο των λέξεων οι απώλειες γίνονται ενυποθηκεύσεις του μέλλοντος. Σε αυτόν τον αγώνα κατά του «πνεύματος της Μεταπολίτευσης» βασίζεται η οικοδόμηση ενός οιονεί καθεστώτος εξαίρεσης, που ήδη δοκιμάστηκε πειραματικά με την προληπτική απαγόρευση απεργίας. Ας όψονται βέβαια ο διάχυτος κοινωνικός αυτοματισμός και η τύφλωση των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Τα κατέδειξε περίτρανα και τα δυο η περιπέτεια της ΟΛΜΕ.
Κάθε μεταπολίτευση είναι μια στιγμιαία μετάβαση από το προηγούμενο καθεστώς σε ένα νέο. Είναι όμως και μια πολιτική διεργασία εγγενώς ατελής, διαρκώς ανοιχτή και επιτελούμενη, αφού εξ ορισμού δεν νοείται τετελεσμένος αγώνας για πολιτική δημοκρατία. Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο μιλούσε για την αξία της δημοκρατίας, ακόμα και της πιο ξεχαρβαλωμένης, όπως η δική μας. Όσοι σήμερα μιλάνε μόνο για το ξεχαρβάλωμα και όχι για τη δημοκρατία, όσοι εφορμούν με το σύνθημα «να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση» κλείνουν το μάτι στους ηττημένους της Μεταπολίτευσης του 1974. Έτσι εξηγείται μάλλον και η επιδίωξη της ρεβάνς.

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Η Σιωπή του Λαού...

Ο πολίτης, μέχρι και τη δεκαετία του '70, πήγαινε στον τοπικό δεξιό βουλευτή για να λύσει το πρόβλημά του. Tο ΠΑΣΟΚ, αποκέντρωσε το «μέσον» με τον γραμματέα της Τοπικής Οργάνωσης, τον κλαδικό αρχισυνδικαλιστή κ.λπ. Για να «γίνει η δουλειά», έπρεπε να βρει κανείς την «άκρη», δηλαδή την αμοιβαία ωφέλεια με κάποιο στέλεχος επιρροής. Αυτή υπήρξε, για πολλές δεκαετίες ελληνικής ανάπτυξης και άνθησης, η μέγιστη εκδήλωση λαϊκής αυτοβουλίας, ευφυΐας και οικογενειακού προγραμματισμού. Η επινοητικότητα στην εύρεση «άκρης». Η επαγγελματική και οικονομική επιβεβαίωση των έξυπνων, των καπάτσων ή των αδίστακτων, δίδασκε και τους υπόλοιπους, «τους απ' έξω». Εμπεδώθηκε μια αγωγή μεσιτείας, αναζήτησης του ενδιάμεσου κόμβου, που λύνει προβλήματα, που ξεμπλοκάρει τα πλείστα νομικά, διοικητικά και λειτουργικά προβλήματα του κράτους. Ή, ακριβέστερα, διαμορφώθηκε από τη μια η αγωγή της φωναχτής διεκδίκησης, της ρητορικής κλαδικότητας (για να υπάρχουν τα αγωνιστικά άλλοθι) κι από την άλλη η επιμελής ύφανση του ιστού με το στέλεχος ή τον «δικό μας» κρατικό παράγοντα, για να «γίνει η δουλειά».
Οικογένειες ολόκληρες μετακινούνταν από τη μια κυβερνητική παράταξη στην επόμενη, πετυχαίνοντας τους ιδιοτελείς στόχους: διορισμούς συγγενών, ανάληψη τοπικών έργων από τους «δικούς μας» μικρoεργολάβους, δάνεια αγύριστα κ.λπ. Να μην παραλείψω ότι από τη νοσηρή λειτουργία επωφελήθηκαν και αρκετοί, που με όχημα την Αριστερά (και την αδίστακτα καιροσκοπική ένταξή τους σ' αυτήν) έπαιρναν «δουλίτσες» από το κράτος ή άρπαζαν κόκκαλο από το πλούσιο ψαχνό. Ο λαός, θεωρούμενος ως αμέτοχος, ως άβουλος και αναμάρτητος «τελευταίος τροχός», αθωωνόταν από την εν γένει Αριστερά και φυσικά κολακευόταν από την ήδη εν εξουσία. Αυτή η αγωγή του πολίτη διαμόρφωσε το διπλό φαινόμενο του προ-αθωωμένου πονηρού.
Νά μια κατηγορία που δε βρίσκει ποτέ θέση στην αριστερή ανάλυση. Η λαϊκή ιδιοτέλεια, η οποία προκύπτει μεν από αδυναμία (ταξική, θεσμική κ.λπ.), αλλά επίσης προκύπτει και από αναξιοπρέπεια. Η ανάγκη οδηγεί συχνά στην ταπείνωση, στην ικεσία, στην αναπαραγωγή της χαμηλής αυτοεκτίμησης, αλλά συχνά και στην επιθετική διαχείρισή τους: θυμόμαστε όλοι τους κανίβαλους των κομμάτων που, στους εκλογικούς καιρούς, τραμπούκιζαν (ιδιοτελώς και καθόλου από ιδεολογικό πάθος) στους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές και την επαρχία.
Πολλοί αναλυτές (φαντάζομαι και κυβερνητικοί) απορούν με την κάμψη του κόσμου, με τη σιωπή του κινήματος, με τον αλλόκοτο σκασμό. Γνωρίζουν βέβαια οι δημοσκόποι ότι σημαντικό μέρος των μαζικών πεποιθήσεων οργανώνονται γύρω από έναν αντίπαλο της κυβέρνησης πόλο, την πολυσύντακτη Αριστερά, αλλά η σιωπή του πλήθους παραμένει κάτι ανατριχιαστικό. Αν ανατρέξει κανείς ψύχραιμα, αυτή την αγωγική σύμπλεξη θα τη βρει σφηνωμένη στο πρόβλημα της σημερινής λαϊκής παράλυσης. Ο κόσμος, με αναπτυγμένη την κουλτούρα της ανάθεσης και της μεσιτείας, περιμένει την έλευση του Σωτήρα, το μαγικό άγγιγμα, κάποιο επιλυτικό χρησμό, κάτι χαριτωμένα κακοσυντεταγμένο, αλλά ελπιδοφόρο στη σαξωνικότητά του, κάτι πιο μπρουτάλ, πιο θεσμικό, πιο εργατικό, πιο κοινοβουλευτικό, πιο μπιτάτο κ.λπ. Ρόλους και ύφη. Αυτό διαμοιράζει ο λαός. Αναθέτει στην Αριστερά την αλλαγή, όπως ένα άλλο μέρος του, αναθέτει στην επίσης πολυσύνθετη Νεοδεξιά τη μη αλλαγή.
Σιγά – σιγά, δηλαδή, φτάσαμε στον αναχρονισμό, σε ένα δίλημμα του 1980. Με τη Δεξιά ή με την Αλλαγή, με τα μονοπώλια ή με τον λαό, με τον ιμπεριαλισμό ή με την εθνική ανεξαρτησία κ.λπ. Μπορεί όμως η σημερινή σύνθετη πολιτική αρχιτεκτονική να συμπυκνωθεί σε ένα μανιχαϊστικό ερώτημα ή μήπως μαζί με την πολιτική αλλοτρίωση, μαζί με την παραγωγική καταστροφή, καταστρέφεται και η ιστορική διερώτηση; Ή μήπως αυτή η ευρύτατη σιωπή εκφράζει και μορφοποιεί και κυρώνει μια μέσα καταστροφή, μια εσωτερική φθίση;
Η έκπτωση που περιγράφω όχι μόνο δεν επιτρέπει τη διαμαρτυρία και τη λαϊκή ενεργητικότητα, όχι μόνο πάει να αιχμαλωτίσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια μεσσιανική αοριστολογία, όχι μόνο καθηλώνει και τη Νεοδεξιά σε έναν ιντερνετικό τραμπουκισμό, σε μια ωραιολογία εκτός πραγματικότητος, σε μια παθητική διαχείριση τροϊκανών εντολών, αλλά αναστρέφει το σύνολο, κόμματα, χώρα και λαό στους όρους που τα συνέτριψαν. Η δομή και της νέας πολιτικής σκηνής και της εξαντλημένης λαϊκής προσδοκίας έχει μέσα της, εκτός από την ελπίδα, και τη δομή της καταστροφής της. Η κάμψη, η σιωπή δεν είναι αποτέλεσμα της δεξιάς πολιτικής, αλλά είναι δεξιά κατάσταση των πραγμάτων, δηλαδή είναι συναίτιο της δεξιάς πολιτικής.
Η βαθύτερη απάντηση και στην οικονομικοπολιτική κρίση και στα αντίπαλα δίκτυα και στην εκλογοθηρική αλλοτρίωση είναι η αυστηρή, συντεταγμένη και με νέους όρους σύνοδος του κόσμου. Σε μια μεγάλη πολιτική, ηθική - καθαρτική - ανασύνταξη. Αυτό, νομίζω, είναι Αριστερά.
* Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, αν. καθηγητής ΕΜΠ
dsevastakis@arch.ntua.gr

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Κίνημα σημαίνει κίνηση, ζωντάνια, αντιπαράθεση ιδεών…

του Αποστολη Καψαλη απο τα Ενθεματα*...

Πολυτεχνειο 1973
Κίνημα σημαίνει κίνηση, ζωντάνια, διαδικασία, ζυμώσεις, προβληματισμό, κουλτούρα, αντιπαράθεση ιδεών. Αναρωτιέμαι λοιπόν
μήπως, πολλές φορές, κάνουμε το λάθος και ταυτίζουμε το συνδικαλιστικό κίνημα με την εκάστοτε δημόσια έκφραση των πιο αναγνωρίσιμων συνδικάτων.
Ας πάμε, για παράδειγμα, λίγο παλιότερα από τους Αγανακτισμένους: Ποια στάση κράτησε το συνδικαλιστικό κίνημα τον Δεκέμβρη του 2008 ή στην υπόθεση-ορόσημο Κούνεβα; Και στα δύο, δεν υπήρχαν οι διεργασίες, οι ζυμώσεις, οι αντιπαραθέσεις που θα άνοιγαν ζητήματα. Το ζήτημα των εργολαβιών το ανέδειξαν κάποιες πρωτοβουλίες εκτός του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος και το ευρύτερο κίνημα. Αν το είχε αναδείξει συνολικά το συνδικαλιστικό κίνημα, ίσως είχαμε σήμερα μια νομοθεσία όπως της Νορβηγίας (η οποία δεν έχει και καμιά φοβερή εξεγερσιακή παράδοση), όπου σχεδόν απαγορεύονται διά νόμου οι εργολαβίες όταν πρόκειται για υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι.
Όσον αφορά τη σχέση με το κίνημα των πλατειών, πρέπει να διευκρινίσουμε για ποιο συνδικαλιστικό κίνημα μιλάμε. Τα επίσημα συνδικάτα στην αρχή το είδαν πολύ επιφυλακτικά, στη συνέχεια, όπου κυριαρχούσαν οι δυνάμεις της Αριστεράς, απέκτησαν στενή επαφή, ενώ πιο κινηματικές συλλογικότητες το στήριξαν, το αγάπησαν και το αγκάλιασαν.
Προχωράω στο ζήτημα των προοπτικών. Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν. Θα έλεγα, καταρχάς, να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Αν θεωρούμε, λ.χ., ότι η παραταξιοποίηση, τα «πράσινα» ή τα «μπλε» συνδικάτα είναι μια από τις αιτίες της απαξίωσης, ας αναρωτηθούμε: Γιατί τα «κόκκινα» ή τα «κοκκινόμαυρα» συνδικάτα θα είναι καλύτερα; Ας αναζητήσουμε τρόπους τα συνδικάτα να μην είναι υποκατάστατο της πολιτικής οργάνωσης, αλλά τόπος όπου συναντιούνται εργαζόμενοι με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες. Επίσης, αν ο κατακερματισμός είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα, πρέπει να βρούμε τρόπους να τον αντιμετωπίσουμε, να ενώσουμε τις 12 ομοσπονδίες στο φάρμακο, τα 5-6 κλαδικά σωματεία σε έναν κλάδο κ.ο.κ.
Ένα βασικό καθήκον για το συνδικαλιστικό κίνημα είναι να επαναφέρει την αξία των συλλογικών οραμάτων, της αλληλεγγύης, που είναι και η γενεσιουργός αιτία του. Η αλληλεγγύη βεβαίως δεν είναι μια φωτογραφική έννοια που μένει απαράλλακτη και περιφέρεται σαν εικόνα για προσκύνημα. Προσλαμβάνει διαστάσεις και χαρακτηριστικά ανάλογα με το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται. Πιστεύω ότι σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης και της επίθεσης στην εργασία, μπορούμε να κατακτήσουμε μια νέα προσέγγιση της αλληλεγγύης. Το εργατικό κίνημα μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν, όχι μόνο στη διαδικασία της ανασυγκρότησής του, αλλά παλεύοντας για την επιβίωση και την ανασυγκρότηση ολόκληρης της κοινωνίας — και αυτό είναι θέμα και οικονομικό και αξιών και οράματος. Για να το κάνει, το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να έρθει σε επαφή με άλλα κινήματα που παλεύουν, με τη βάση, να κάνει απολογισμό, αυτοκριτική, να αναπτύξει κινηματικές διαδικασίες εντός και εκτός αυτού. Ένα παράδειγμα: σήμερα, η υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους (όχι μόνο της μονιμότητας, των μισθών, των αιτημάτων), αλλά του δημόσιου και καθολικού χαρακτήρα των υπηρεσιών πρόνοιας αποτελεί κομβικό σημείο, που μπορεί να ενώσει και να δώσει περιεχόμενο.
Το συνδικαλιστικό κίνημα, ακόμα, πρέπει να διεκδικήσει ξανά τον θεσμικό του ρόλο. Το συλλογικό εργατικό δίκαιο, όπως το ξέραμε μέχρι το 2009, είναι παρελθόν. Βασιλεύει η ατομική διαπραγμάτευση. Είναι βασικό τα συνδικάτα να υποχρεώσουν τον εργοδότη να διαπραγματευθεί μαζί τους, να επαναφέρουν τον θεσμικό τους ρόλο. Γιατί είναι σίγουρο ότι με συνδικάτα θεσμικά απαξιωμένα και οικονομικά ανίσχυρα δεν μπορούμε να μιλάμε για ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.
Τα ζητήματα είναι πολλά. Ένα τελευταίο παράδειγμα: τον Σεπτέμβρη είχαμε μια αλλαγή στο καταστατικό της Χρυσής Αυγής, η οποία όχι μόνο δεν απαγορεύει πλέον στα μέλη, αλλά τα προτρέπει –και στην ουσία τα διατάσσει, έτσι λειτουργεί αυτή η οργάνωση– να δημιουργούν σωματεία, να ιδρύουν παρατάξεις. Και υπάρχουν, σε μεγάλες επιχειρήσεις, πρόεδροι πρωτοβάθμιων σωματείων που έχουν προσχωρήσει στη Χρυσή Αυγή, υπάρχουν σωματεία στον ιδιωτικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα με ισχυρή παρουσία της ακροδεξιάς. Έχουμε λοιπόν και νέα καθήκοντα, τα οποία πρέπει να αναλάβουμε, και μάλιστα κατεπειγόντως.
O Αποστόλης Καψάλης είναι μελετητής εργασιακών σχέσεων, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ
* ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ 2013

Αποσπάσματα από τις προφορικές τοποθετήσεις στην εκδήλωση που οργάνωσαν «Ενθέματα» και RedNotebook, την Τετάρτη 20 Μαρτίου, με συντονιστή τον Πέτρο Λινάρδο-Ρυλμόν, στο Στέκι Μεταναστών-Κοινωνικό Κέντρο (Τσαμαδού 15).

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Την επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα, ακολουθεί πάντα η επίθεση στα ατομικά...



Γιώργος Σ-Π. Κατρούγκαλος*, απο το Αριστερο Blog...

Οι πρόσφατες διώξεις συνδικαλιστών στη Θεσσαλονίκη επιβεβαιώνουν την διεθνή εμπειρία: μετά την επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα, ακολουθεί πάντα η επίθεση στα ατομικά.
Ο πολιτικός αυταρχισμός είναι ο αναγκαίος συνοδός της οικονομικής λιτότητας.
Για αυτό και δεν είναι παράδοξο ότι το Παρασύνταγμα του Μνημονίου συνοδεύεται πια και από την αναβίωση των δηλώσεων μετάνοιας.
Πρέπει να είναι σαφές για όλους μας: η τύχη των συνδικαλιστών της Θεσσαλονίκης συνδέεται στενά με την τύχη όχι μόνο του κοινωνικού κράτους, αλλά της δημοκρατίας της ίδιας στον τόπο μας.
Η δημοκρατία μας φθίνει και υπονομεύεται εκ των έσω.
Όχι από τους αγώνες των εργαζομένων.
Από την κυβέρνηση, που νομοθετεί με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, καθ’υπαγόρευση των δανειστών και εναντίον των συμφερόντων της χώρας.
Από τη Βουλή που αποφασίζει -χωρίς να συζητά- αντισυνταγματικούς νόμους, υπό το κράτος στυγνών εκβιασμών.
Από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος δεν αναπέμπει νομοσχέδια που ανώτατο δικαστήριο του έχει επισημάνει ότι είναι τυπικά και ουσιαστικά αντισυνταγματικά.
Το άρθρο 120 του Συντάγματος μας επιβάλει όμως όχι μόνον να το σεβόμαστε, αλλά και να το υπερασπίζουμε, όταν απειλείται.
*Συνταγματολόγος, Καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και το Συμβούλιο της Επικρατείας με ειδίκευση στο δημόσιο δίκαιο και τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Το θερμό φθινόπωρο της εργατικής τάξης

Red NoteBook ...
To άλλο «τέλος της Μεταπολίτευσης»

Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Τις μέρες αυτές ζούμε ένα «τέλος της Μεταπολίτευσης» διαφορετικό από εκείνα που μας έχουν αναγγείλει κατ’ επανάληψη οι κάθε λογής μεταπολιτευτολόγοι. Αν η γενιά του Πολυτεχνείου (σωστότερα: το μέρος της εκείνο που αναδείχτηκε σε ηγετικό πολιτικό προσωπικό της μετάβασης) «ενσωματώθηκε στο σύστημα» που πολεμούσε (πρώτο «τέλος»), ώστε να πρωτοστατεί πια στο ξήλωμα του «συμβολαίου» που διατύπωσε και συνδιαμόρφωσε (δεύτερο «τέλος»), τις μέρες αυτές η λήξη του συμβολαίου συνειδητοποιείται στις πραγματικές διαστάσεις της και από τους άλλους «συμβαλλόμενους»· αποτέλεσμα, όχι απλά η διάλυση παραδοσιακών κοινωνικών συμμαχιών και πολιτικών εκπροσωπήσεων, αλλά η μετωπική (και ενσώματη πλέον…) αντιπαράθεση στο δρόμο και στους χώρους δουλειάς, εκεί δηλαδή που δεν πιάνει το επιχείρημα «για όλα φταίνε η Μέρκελ και η τρόικα».

Οι κινητοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων σηματοδοτούν, λοιπόν, την έκρηξη μιας αντίφασης «συγκροτητικής» για την περίοδο της Μεταπολίτευσης – μιας αντίφασης που η ριζοσπαστική αριστερά είχε επισημάνει μεν εγκαίρως, χωρίς ωστόσο να καταφέρει αυτά τα χρόνια και να την επιλύσει. Η αντίφαση αυτή είχε να κάνει με τον κοινωνικό ρόλο των κομμάτων (πρωτίστως) και των συνδικάτων (δευτερευόντως), ως βασικών οχημάτων του εκδημοκρατισμού αλλά, την ίδια στιγμή, και ως βασικών μηχανισμών ανάσχεσης του ριζοσπαστισμού της Μεταπολίτευσης. Όπως συμβαίνει με κάθε αντίφαση, έτσι και σε αυτήν, το ένα από τα δύο σκέλη της πήρε γρήγορα «κεφάλι. Προφανώς, εδώ, το σκέλος αυτό ήταν το δεύτερο.

Η ιστορία πάει πίσω στη δεκαετία του ’80, στα χρόνια που το σύνθημα του ΠΑΣΟΚ για «αυτοοργάνωση παντού» (χάρη στο οποίο δόθηκαν σημαντικοί αγώνες και απλοί άνθρωποι παρακινήθηκαν να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους) είχε γίνει πια ντεμοντέ - το θέμα στη νέα κατάσταση ήταν άλλο. Στη νέα περίοδο, το ΠΑΣΟΚ επιχειρούσε να υπαγάγει το συνδικαλιστικό κίνημα στους (κρατικούς) σχεδιασμούς του «σοσιαλισμού», οι υποτιθέμενοι δε εκπρόσωποι των εργαζομένων στο κράτος ουσιαστικά διεκπεραίωναν την εκπροσώπηση κόμματος και κυβέρνησης στα συνδικάτα. Αποκορύφωμα της πρακτικής αυτής, το «πραξικόπημα Ραυτόπουλου» στη ΓΣΕΕ, στα μέσα της δεκαετίας του ‘80.

Επιλογές σαν αυτές δημιούργησαν τον κανόνα, όχι μόνο στις τριτοβάθμιες ομοσπονδίες αλλά και χαμηλότερα, αναδεικνύοντας τις κατά τόπους συνδικαλιστικές ηγεσίες σε «πυλώνες» αντιεργατικών νομοθετικών πρωτοβουλιών, μετοχοποιήσεων, ιδιωτικοποιήσεων κ.ο.κ, και το κυριότερο, αποκλείοντας τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων από τη λήψη των αποφάσεων, τόσο στους χώρους δουλειάς τους όσο και μέσα στα σωματεία τους. Μεταξύ αρχαιρεσιών, το καρπούζι και το μαχαίρι εκεί κρατούσε πάντα το Διοικητικό Συμβούλιο, δηλαδή ο Πρόεδρός του, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ. Μια σύγκριση με κινήματα όπως το φοιτητικό, κινήματα δηλαδή οργανωμένα στη βάση αμεσοδημοκρατικών κυρίως διαδικασιών (γενικών συνελεύσεων κ.ά) θα ήταν σύγκριση της μέρας με τη νύχτα. Σε ό, τι αφορά τουλάχιστον το εργατικό κίνημα, η «νύχτα» αυτή υπήρξε για χρόνια ο αψευδέστερος μάρτυρας της κρατικοποίησης του συνδικαλισμού - σήμερα δε, θα έπρεπε ν’ αποτελεί το βασικότερο επιχείρημά μας απέναντι στη νεοφιλελεύθερη φλυαρία περί «κομματικοποίησης του κράτους», «εποικισμού του κράτους από την κοινωνία», «σοβιετικοποίησης» και άλλων βλακωδών παρομοίων.

Ευτυχώς, όμως, τα επιχειρήματα δεν είναι κατασκευάσματα αποκλειστικά διανοητικά, αποκομμένα από την «πρακτική» κοινωνική ζωή. Σήμερα, λοιπόν, γινόμαστε μάρτυρες μιας προσπάθειας «πρακτικής» υπέρβασης των γεροντικών ασθενειών του συνδικαλιστικού κινήματος - της ασφυκτικά ιεραρχικής-προεδροκεντρικής δομής του και του κυβερνο-κομματισμού, του συντεχνιασμού και του αφόρητου οικονομισμού του. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν οι καταλήψεις υπουργείων και εργασιακών χώρων, οι επαναλαμβανόμενες απεργίες των δήθεν προνομιούχων αυριανών ανέργων, οι συγκρούσεις, αλλά και οι «γέφυρες» με την κοινωνία που προσπαθούν να απλώσουν οι συνδικαλιστές (π.χ. η απόφαση της ΠΟΕ-ΟΤΑ να μαζεύει τα σκουπίδια έξω από σχολεία και τα νοσοκομεία ή η απόφαση της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ να εμποδίσει συνεργεία που θα επιχειρήσουν να κόψουν το ρεύμα σπιτιών).

Σήμερα, λοιπόν, ναι, μπορούμε να μιλάμε για «τάξη εναντίον τάξης». Σήμερα, που με τα ίδια τα λόγια του πρωθυπουργού βρισκόμαστε σε πόλεμο, επιτέλους πολεμάει και η άλλη τάξη ως «τάξη για τον εαυτό της», κι έτσι ως τάξη καθολική. Πολεμώντας επιτέλους και αυτή, δείχνει σε μια κατακερματισμένη κοινωνία την αλληλεξάρτηση των κομματιών της και τη βοηθά να ξανασυναρμολογηθεί. Ταυτόχρονα δε, θέτει στην αριστερά –εκ νέου, πρακτικά και με επιτακτικό τρόπο– ένα σωρό ερωτήματα: για τη γλώσσα και τις δικές της πρακτικές, τον τρόπο που λειτουργεί στο εσωτερικό και επικοινωνεί με το έξω της, το πώς αντιλαμβάνεται τη δημοκρατία, το βάθος και τα όρια της στρατηγικής της και άλλα ακόμα.

Πρέπει να αναδείξουμε όσο μπορούμε αυτό το «τέλος της Μεταπολίτευσης» - το πιο δικό μας απ’ όσα μάς έχουν κατά καιρούς αναγγείλει τα δελτία των 8. Να βοηθήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις αυτή την επανασυναρμολόγηση – εξηγώντας, φέρ’ ειπείν, ότι όταν η κυβέρνηση καταγγέλλει τους εργαζομένους στους Δήμους ότι καταλαμβάνουν χωματερές αμοιβόμενοι κανονικά, στην πραγματικότητα τους εκβιάζει για λίστες με τα ονόματα των καταληψιών (εκβιάζει, δηλαδή, αυτούς που ήδη έχει καταδικάσει σε πρόωρη ανεργία). Πρέπει να ενισχύσουμε και να οργανώσουμε την αλληλεγγύη, τώρα που ο θρίαμβος του ιδιωτικού και της ιδιώτευσης απειλεί να συντρίψει ό,τι απέμεινε να θυμίζει κοινωνία.

Ζούμε μέρες που μιζέρια και ανάταση συνυπάρχουν. Η επιστροφή της εργατικής τάξης, αυτή η από τα κάτω «νέα Μεταπολίτευση», φαίνεται το πιο ανθεκτικό αντίβαρο στη μιζέρια.

Ροη αρθρων