Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Αλήτες, ρουφιάνοι, ΜΚΟ...

Μεγάλος ο σάλος από τις καταγγελλόμενες απάτες της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) «Διεθνές Κέντρο Αποναρκοθέτησης». Ευλόγως, γιατί «είναι πολλά τα λεφτά» και η επικερδής, όπως φαίνεται, δράση της συνδέεται με μια συγκεκριμένη περίοδο και μια λογική διακυβέρνησης. Καλώς γίνεται ο έλεγχος, έστω και τώρα. Καλώς να γίνει, επιτέλους, έλεγχος και στα υπόλοιπα αντίστοιχα κρατικοδίαιτα μορφώματα. Δικαιούμαι όμως κι εγώ, καχύποπτος ων μετά από 30 χρόνια δράσης σε οργανώσεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου, να κάνω μερικές σκέψεις για τον τρόπο δημοσιογραφικής παρουσίασης και πολιτικής εκμετάλλευσης του θέματος.
Εξηγούμαι: ήταν τοις πάσι γνωστό πως η διοίκηση καλλιεργούσε προνομιακή σχέση με ορισμένες ΜΚΟ υλοποίησης προγραμμάτων. Θυμίζω δήλωση παλαιότερου υφυπουργού Εξωτερικών: «τα προγράμματα διεθνούς αναπτυξιακής συνεργασίας που υλοποιούνται από τις ΜΚΟ αποτελούν μέρος της διπλωματίας και ουσιαστικό εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής». Ήταν επίσης τοις πάσι γνωστό ότι κάποια «Μη Κυβερνητικά» γραφεία διαχείρισης προγραμμάτων σιτίζονταν στη δεκαετία του 1990 στα υπόγεια του Υπουργείου Εξωτερικών και, τα ίδια ή καινούρια, μετακόμισαν στη δεκαετία του 2000 αλλού, όπως στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Το Μνημονιακό κράτος χέρι - χέρι με το μνημονιακό παρακράτος...

απο τον Δρομο της Αριστερας...
Η άγρια δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι αλλάζει την κατάσταση και βάζει τις εξελίξεις σε μια νέα φάση. Ρίχνουν πιο αποφασιστικά τη φασιστική συμμορία στο στίβο της αντιπαράθεσης με τον αγωνιζόμενο κόσμο. Η δράση της Χ.Α. κλιμακώνεται και χρησιμοποιείται σαν μια σιδερογροθιά απέναντι στους αγώνες, το μαζικό λαϊκό κίνημα, την Αριστερά.Προσπαθούν να καλλιεργήσουν εντατικά τον φόβο.
Να μην μπορούν οι άνθρωποι να μιλήσουν, να εμφανιστούν σε μια κινητοποίηση, να δράσουν στο χώρο τους, να δηλώσουν πολιτική τοποθέτηση. Επιχειρούν, έτσι, να κάμψουν το φρόνημα του λαού και τους αγώνες που ήδη αναπτύσσονται ή που είναι μπροστά μας.Μέσα σε λίγες μέρες, είχαμε την επίθεση σε μέλη του ΚΚΕ στο Πέραμα, τις προκλήσεις στο Μελιγαλά και τώρα τη δολοφονία στο Κερατσίνι. Ο ρόλος της φασιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής είναι φανερός. Το «αντισυστημικό» ή «αντιμνημονιακό» προφίλ είναι η μάσκα κάτω από την οποία προσπαθούν να κρύψουν το ρόλο του πιστού υπηρέτη του συστήματος.
Πάντα οι φασίστες ήταν στη χώρα μας το δολοφονικό χέρι των ξένων επικυρίαρχων και όσων τους υπηρετούν. Έτσι και σήμερα, οι αποκλειστικοί στόχοι των επιθέσεών τους είναι εργαζόμενοι, νέοι, μετανάστες, συνδικαλιστές, αριστεροί, αντιφασίστες και όχι φυσικά οι μνημονιακοί ή η τρόικα. Για να μη μιλήσουμε για τα πιο σάπια κομμάτια της επιχειρηματικής διαφθοράς που τους προσλαμβάνουν σαν μαντρόσκυλα και μπράβους.
Κατ’ αναλογία, όπως στη δεκαετία του 60 είχαμε τα ξενόδουλα ανάκτορα με το παρακράτος τους, έτσι και σήμερα έχουμε: Μνημονιακό κράτος – μνημονιακό παρακράτος. Σε αγαστή συνεργασία και αλληλοϋποστήριξη.
Η Ν.Δ. κυνικά συνεχίζει και επιμένει στη θεωρία των «δύο άκρων» δίνοντας έτσι ουσιαστικά άλλοθι στη χρυσαυγίτικη συμμορία. Φανερώνεται ξεκάθαρα σαν υποκινητής και αυτουργός της φασιστικής εκτράχυνσης, ασυδοσίας και ατιμωρησίας.

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Μια εκπαιδευτική τερατογένεση...

Των Κωστή Παπαϊωάννου* – Δημήτρη Χριστόπουλου**, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Οι συνθήκες υπό τις οποίες ξεκινά η νέα σχολική χρονιά δημιουργούν έντονη ανησυχία σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο στην Ελλάδα. Οι συνθήκες αυτές δεν θέτουν απλώς σε αμφισβήτηση τις ελάχιστες εναπομείνασες καταπονημένες λειτουργικές σταθερές του εκπαιδευτικού συστήματος.
Κάνουν κάτι πολύ σοβαρότερο. Θέτουν σε σοβαρή αμφισβήτηση την ίδια την πρόσβαση στην εκπαίδευση για έναν πολύ μεγάλο αριθμό μαθητών και αποδομούν με ριζικό τρόπο το εκπαιδευτικό περιβάλλον για τους υπόλοιπους.

Αργά ή γρήγορα, θα ερχόταν και η σειρά της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης να «μεταρρυθμιστεί» κατά το γνωστό μοντέλο που επιτάσσει η πολιτική ρητορική του νεοφιλελεύθερου μεταρρυθμιστικού λαϊκισμού της Ελλάδας των Μνημονίων. Η ρητορική αυτή δεν διαλύει απλώς αυτό που κάποτε λογιζόταν ως ο χώρος της κοινωνικής ευθύνης του κράτους, αλλά και απομακρύνει κάθε προοπτική ανάδειξης και βελτίωσης των υπαρκτών κακώς κειμένων και παθογενειών στον χώρο της δημόσιας διοίκησης. Και φυσικά στη θέση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης μπορεί να μπει ο οποιοσδήποτε τομέας άσκησης δημόσιας πολιτικής. Με απλά λόγια: τα ελληνικά σχολεία απείχαν πολύ από το να είναι αυτό που θα θέλαμε. Ωστόσο, αυτό στο οποίο μετατρέπονται τώρα δεν απέχει καθόλου από ό,τι σίγουρα αποστρεφόμαστε: μια εκπαιδευτική τερατογένεση.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Οι νόμοι και οι εξαιρέσεις....

Η ΕΡΤ, ο Σακκάς, ο Αντετοκούνμπο και η νομιμότητα
Πράξη πρώτη: η κυβέρνηση έκλεισε την ΕΡΤ με κοινή υπουργική απόφαση. Στη συνέχεια, δεν τηρήθηκε για τέσσερις σχεδόν εβδομάδες η σαφής απόφαση του ΣτΕ που ζήτησε να ανασταλεί η εκτέλεση της υπουργικής απόφασης ως προς το μέρος κατά το οποίο διεκόπη η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση ακολουθεί την παλιά δοκιμασμένη τακτική: παραβιάζει τη νομιμότητα στο όνομα της εξυπηρέτησης ενός υπέρτερου σκοπού (εν προκειμένω, η «καταπολέμηση της αδιαφάνειας») ο οποίος υποτίθεται πως δικαιολογεί μια εξαίρεση από την άμεση συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις. Ακόμα και η χτεσινή εξέλιξη με την εκπομπή σήματος υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν αλλάζει την ουσία των πραγμάτων. Δεν αναιρεί τις πρακτικές εκείνες που εντέλει θολώνουν τα όρια μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Δεν αναιρεί τον εθισμό σε μια «θεσμική ανωμαλία» (ακόμα και κατά τον κ. Πρ. Παυλόπουλο) που τείνει να αποκτήσει γνωρίσματα κανονικότητας. Δεν αναιρεί δηλαδή την «κανονικοποίηση της εξαίρεσης».
Πράξη δεύτερη: η δικαστική εξουσία κρατάει τον κατηγορούμενο Γ. Σακκά προφυλακισμένο, παρά τη συμπλήρωση του ανώτατου χρονικού ορίου προφυλάκισης, κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Γνωστές οι λεπτομέρειες της υπόθεσης: δύο μήνες πριν τη συμπλήρωση του 18μηνου η δίκη δεν είχε ξεκινήσει. Ασκήθηκε νέα ποινική δίωξη, κατ’ εξαίρεση επιβλήθηκε νέα προσωρινή κράτηση, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να διαρκέσει πάνω από ένα έτος και σε καμιά περίπτωση δεν παρατείνεται. Κι όμως, το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε την παράταση της κράτησης για 6 ακόμα μήνες! Έγραψε ο καθ. Στ. Τσακυράκης (Τα Νέα, 8/7): «Το αίτημα για άμεση αποφυλάκιση του κ. Κώστα Σακκά δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αποκατάσταση της νομιμότητας». Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Οι δικαστές, δυόμισι χρόνια μετά, ομολογούν πως δεν πρόλαβαν να δικάσουν μια μείζονα υπόθεση δημόσιας ασφάλειας (κατά τις ίδιες τις διωκτικές και δικαστικές αρχές). Ως εκ τούτου παραβιάζουν τους κανόνες στο όνομα κάποιας υπέρτερης ανάγκης. Κατ’ εξαίρεση και πάλι.
Πράξη τρίτη: ο 18χρονος Γιάννης Αντετοκούνμπο ξεκινά διεθνή σταδιοδρομία στο μπάσκετ και όσοι αγαπούν το άθλημα και τον ίδιο πανηγυρίζουν. Μαζί τους σπεύδει πρώτος και καλύτερος ο πρωθυπουργός που τον κάλεσε στο Μαξίμου. Μόνο που προηγουμένως είχε κλείσει σε παιδιά σαν τον Γιάννη τον δρόμο προς την πολιτική μας κοινότητα. Ποιον κάλεσε στο Μαξίμου ο πρωθυπουργός; Τον Γιάννη που γεννήθηκε εδώ, θεωρεί την Ελλάδα μοναδική πατρίδα και θα έπαιρνε κανονικά την ιθαγένεια με βάση τον Ν. 3838/2010 (που ο κ. Σαμαράς πολέμησε λυσσαλέα). Κι αφού ο μισητός νόμος κατέπεσε, οι πρωθυπουργικοί σύμβουλοι αναζητούσαν παράθυρο για να πετύχουν για τον Γιάννη αυτό που ο νόμος κατοχύρωνε. Το βρήκαν στις διατάξεις περί ανιθαγένειας.
Τι κάνει δηλαδή η Πολιτεία; Διαλύει την κανονικότητα και λειτουργεί με εξαιρέσεις. Απορρίπτει τα ελέγξιμα προαπαιτούμενα για την κτήση ιθαγένειας (καθεστώς και χρόνος παραμονής γονέων, παιδεία, γλώσσα). Αντ’ αυτών προκρίνει κατ’ εξαίρεση το ύψος, το άνοιγμα χεριών και το θαυμαστό πράγματι ταλέντο του Γιάννη. Σήμερα δίπλα του φωτογραφίζονται όσοι έβγαζαν κραυγές ιερής αγανάκτησης για το αίμα το ελληνικό και το έθνος που «δεν είναι οργανισμός ασπόνδυλος» και άλλα τέτοια ηρωικά και πένθιμα. Προφανώς η ιερή τους αγανάκτηση υποχώρησε μπροστά στη μιντιακή εκμετάλλευση της εικόνας του πρωθυπουργού δίπλα στο πρώτο ελληνικό draft στο NBA.
Οι παραπάνω ανόμοιες περιπτώσεις συμπίπτουν σε ένα σημείο: στην κατ΄ εξαίρεση εφαρμογή της νομιμότητας ή ακόμα και στην καταστρατήγησή της. Και είναι τέτοιες και τόσες οι περιπτώσεις που τείνουν να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο, ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που απειλεί να γίνει κυρίαρχο, άρα διεκδικεί εχέγγυα κανονικότητας. Ο πειρασμός της εξαίρεσης γίνεται όλο και μεγαλύτερος. Και μάλιστα, όπως βλέπουμε, δεν υποκύπτει μόνο η εκτελεστική αλλά και η δικαστική εξουσία. Έχει μάλιστα ενδιαφέρον ότι τον τόνο στην κατ’ εξαίρεση λειτουργία δίνουν εκείνοι ακριβώς που εγκαλούν την κοινωνία πως βυθίζεται στην ανομία, εκείνοι που διαρκώς καταγγέλλουν την επιλεκτικότητα στην τήρηση των νόμων. Και καθώς είναι πλέον βέβαιο πως θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να επανέλθουμε σε ήρεμα νερά, καλούμαστε να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα θεμελιακό: στο όνομα της αντιμετώπισης των σημερινών «έκτακτων αναγκών», πόσες «κατ’ εξαίρεση» πράξεις δικαιολογούνται; Πότε ακριβώς η εξαίρεση γίνεται κανόνας;

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Μιλώντας για την Ελλάδα στους ξένους...

απο το blog του Κωστή Παπαϊωάννου...
«Λιτότητα και ανθρώπινα δικαιώματα» ήταν ο τίτλος των εκδηλώσεων σε Βερολίνο και Βρυξέλες. Μιλήσαμε (Ισπανός, Ιρλανδός, Έλληνας) σε κοινό στοχευμένο και υποψιασμένο: στελέχη ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, βουλευτές, κρατικοί αξιωματούχοι, εκπρόσωποι πρεσβειών, διεθνείς θεσμοί προστασίας δικαιωμάτων, ομοσπονδίες συνδικάτων. Όλοι ήθελαν να μάθουν για τις χώρες της λιτότητας και κυρίως το ακραίο ελληνικό παράδειγμα.
Είναι περίεργο να μιλάς στο εξωτερικό για την Ελλάδα σήμερα. Να μιλάς για την εργασιακή κατάρρευση, με τον ανενεργό πληθυσμό να υπερβαίνει τον ενεργό πρώτη φορά μεταπολεμικά. Την ιλιγγιώδη ανεργία των νέων, την καταβαράθρωση μισθών και συντάξεων, την αποδιάρθρωση της εργασίας, τα μεσοστρώματα που συμπιέζονται έως ασφυξίας, την εξάρθρωση των δομών υγείας, την καθοδική κινητικότητα, σχεδόν ελεύθερη πτώση πια. Είναι παράξενο να σε ακούν σαν εκπρόσωπο μιας χώρας «καρέτα – καρέτα».
Είναι ακόμα πιο παράξενο να εξηγείς ότι η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή κλονίζει τη δημοκρατία, θίγει ατομικές και πολιτικές ελευθερίες. Η λιτότητα δεν είναι ουδέτερη στεγανοποιημένη διεργασία. Προκαλεί καθολικό σοκ στους θεσμούς αντιπροσώπευσης. Καθιστά τη Βουλή διαδικαστική λεπτομέρεια. Φέρνει ραγδαία όξυνση καταστολής και προληπτικές απαγορεύσεις απεργιών. Φέρνει, ειδικά στην Ελλάδα, εγκληματικά τάγματα εφόδου στους δρόμους και νεοναζί στη Βουλή. Με άλλα λόγια, η βίαιη λιτότητα δεν είναι επώδυνο αλλά λυτρωτικό πουργκατόριο για χώρες αμαρτωλές, όπως πολλοί στην Ευρώπη –και κάποιοι δυστυχώς εδώ- θέλουν να πιστεύουν. Η ακραία λιτότητα κάνει τη χώρα «τρελό φορτηγό».
Όλα αυτά το κοινό σε Βερολίνο και Βρυξέλες έδειχνε να τα καταλαβαίνει. Ώσπου, στο μέσο της συζήτησης, «έσκασε» η είδηση της κυβερνητικής απόφασης για κλείσιμο της ΕΡΤ. Τίποτε δεν τους είχε εκπλήξει τόσο. Χρειάστηκε πολύ για να αφομοιωθεί το ανήκουστο και ακατανόητο, απαιτήθηκαν πολλές ερωτήσεις για την ουσία και τη διαδικασία. Μα έχετε μαύρη οθόνη; Με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου; Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς πρόγραμμα και χρονοδιάγραμμα;
Και όσο προχωρούσε η συζήτηση, ακόμα και μετά το πέρας της εκδήλωσης, ένα πράγμα γινόταν σαφές: δε συνδέονται όλα με την κρίση, την προσφυγή της χώρας στον τριμερή μηχανισμό και την δέσμευσή της στα Μνημόνια στήριξης. Υπάρχουν και εκείνα που σχετίζονται με πολιτικές ταυτότητες, προσωπικές διαδρομές, ιδιοσυγκρασίες και ψυχοσυνθέσεις, υπόγειες στοχεύσεις ατόμων και ομάδων.
Το κλείσιμο της ΕΡΤ είναι ένα τέτοιο γεγονός. Το στίγμα που αφήνει υπερβαίνει κατά πολύ τη συγκυρία. Εμπεριέχει εμμονική εκδικητικότητα απέναντι στο διαρκές αίτημα εκδημοκρατισμού που οι φωτεινές στιγμές της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης έκαναν πράξη. Εμπεριέχει και μια θηριώδη μετάλλαξη: από την γενικόλογη διάχυση της ευθύνης σε όλους επιχειρείται η επιθετική επίρριψη της ευθύνης στους από κάτω. Από το «μαζί τα φάγαμε» στο «εσείς φταίτε» με μια βροντερή διαστροφή της λογικής: εκείνοι που διοικούν την ΕΡΤ την κλείνουν καταγγέλλοντας πως είναι «άντρο διαφθοράς»! Στο Κολοσσαίο του κοινωνικού αυτοματισμού, οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ αποτελούν ιδανικά θύματα. Και μαζί τους βέβαια θυσιάζεται και η ίδια η τεράστια ανάγκη μεταρρύθμισης. Διότι η συσπείρωση των πάντων στην αυτονόητη υπεράσπιση της δημόσιας ενημέρωσης νομοτελειακά φέρνει σε δεύτερη μοίρα την ανάγκη πάταξης της αδιαφάνειας, της φαυλότητας και του ασφυκτικού κυβερνητικού ελέγχου.
Η κατάργηση της ΕΡΤ δεν εξηγείται λοιπόν μόνο με βάση τα Μνημόνια. Χρειάζεται και η πρακτική μιας κλειστής ομάδας που δρα εν κρυπτώ και παραβύστω. Αυτή η ομάδα μεταφέρει στο μικροεπίπεδο της καθημερινής διαχείρισης τη λογική της θεραπείας σοκ. Στην περίπτωση της ΕΡΤ επιχείρησε μια μεγάλου βεληνεκούς διαχείριση συλλογικών συμβόλων, ερήμην μάλιστα των περιορισμών που επιβάλλουν οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί και οι θεσμικές εγγυήσεις ενός κράτους δικαίου.
Η επιχείρηση προϋπέθετε κυρίως θηριώδη άγνοια. Οι εμπνευστές της αγνοούν πλήρως τις δυναμικές στο εσωτερικό της χώρας. Αγνοούν πλήρως τις διεθνείς υποχρεώσεις, τον ξένο περίγυρο και το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, τις αντιδράσεις των οποίων έσπευσαν να λοιδορήσουν αποκαλύπτοντας επαρχιωτισμό και άγνοια κινδύνου. Με απλά λόγια, η υπόθεση της ΕΡΤ κατέδειξε το αυτονόητο: όποια και αν είναι η συγκεκριμένη ομάδα που κινείται στη γκρίζα ζώνη μεταξύ θεσμικού και εξωθεσμικού, η λειτουργία τέτοιων παράκεντρων εξουσίας αποτελεί κίνδυνο για τη δημοκρατική ομαλότητα.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Ρεβάνς από τη Μεταπολίτευση...

Το 2014 κλείνουν 40 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας. Στο διάστημα αυτό συχνά πυκνά διαπιστωνόταν το τέλος της Μεταπολίτευσης. Σήμερα όμως ο λόγος περί τέλους της Μεταπολίτευσης δεν είναι απλώς διαπιστωτικός. Είναι κυρίως λόγος πανηγυρικός, φιλοδοξεί να γίνει τελεστικός και συχνά υπονοεί κάποια ρεβάνς. Επιχαίρει ο κ. Βορίδης επειδή «οι ψευδοαξίες της γενιάς του Πολυτεχνείου ενταφιάστηκαν». Απειλεί ο κ. Δένδιας: «Ήρθε η ώρα η χώρα να κλείσει τους λογαριασμούς που μένουν ανοιχτοί από το 1974-1975». Και πιο προωθημένος ο κ. Χρυσοχοϊδης: «ένα κυρίαρχο -αν και αδιαμόρφωτο ακόμη- ρεύμα ζητάει ακριβώς αυτό, Λευτεριά από τη Μεταπολίτευση». Και εάν η πολιτική διαδρομή του κ. Βορίδη εξηγεί τη σπουδή της ρεβάνς, προκαλούν εντύπωση οι υπόλοιπες οιμωγές και κατάρες για τον κύκλο που άνοιξε το 1974. Να λοιπόν το ζήτημα: η συλλήβδην απαξίωση της Μεταπολίτευσης με πρόσχημα υπαρκτές πολιτικές και κοινωνικές στρεβλώσεις. Στρεβλώσεις που δε δικαιολογούν πάντως την εκδικητική μανία των –όψιμων επί το πλείστον- επικριτών τους.
Το πολιτικό σκηνικό της Μεταπολίτευσης είχε δυο πυλώνες: αφενός την ανασύσταση και κυριαρχία μιας νέας εκδοχής του προδικτατορικού δικομματισμού από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ως το 2012, αφετέρου τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και την ανεμπόδιστη συμμετοχή της Αριστεράς στο πολιτικό παίγνιο. Σήμερα, ο πρώτος πυλώνας, ο κυβερνητικός, κατηγορεί τον δεύτερο. «Εσείς επιβάλατε το πνεύμα της Μεταπολίτευσης και δεν μπορούσαμε να κυβερνήσουμε». Και η απάντηση: «εμείς ήμασταν επιβάτες, εσείς ρίξατε το καράβι στα βράχια». Στη μάχη αυτή, γύρω από το σώμα και το πνεύμα της Μεταπολίτευσης, όπλα είναι οι λέξεις: συντεχνίες, λαϊκισμός, προνόμια, πελατειακό κράτος, διαφθορά.
Ποιο είναι όμως αυτό το «πνεύμα» που φταίει για όλα; Σε τι αντιδιαστέλλεται; Οι πολέμιοί του κάνουν πως λησμονούν το προηγούμενο στάδιο, το «πνεύμα της δικτατορίας». Η συγκυρία της πτώχευσης ωθεί το μεταπολιτευτικό οικοδόμημα και την καθημαγμένη κοινωνία στη θέση της αυτομαστίγωσης και της αυτοενοχοποίησης, αλλά δεν αναιρεί τις πρωτοφανείς δημοκρατικές εγγυήσεις αυτής της περιόδου.
Εκεί ακριβώς παρεμβαίνει ο «αντιμεταπολιτευτικός» λόγος με ένα νοητικό σχήμα που συνδυάζει την «ελληνική ιδιαιτερότητα» με την «υπερβολική δημοκρατία». Αυτό το σχήμα γίνεται το όχημα της αποδόμησης των συνταγματικών εγγυήσεων. Μας λένε δηλαδή: «σας δώσαμε δημοκρατία και ευημερία αλλά το παραξηλώσατε. Ώρα να τελειώνουμε και με τα δυο». Πιο συγκεκριμένα: όσοι κραδαίνοντας το χαρτί της επιστράτευσης επιτίθενται στις «συντεχνιακές πρακτικές που αδιαφορούν για το δημόσιο συμφέρον» χρησιμοποιούν ωμά και καταχρηστικά τον όρο «συντεχνίες» ως όπλο κατά του μεταπολιτευτικού θεσμικού πλέγματος και του εργατικού δικαίου. Ακούω τον αντίλογο: δηλαδή δεν επιβιώνει συντεχνιακή λογική σε μείζονα τμήματα του ελληνικού συνδικαλισμού (και όχι μόνο); Φυσικά και υπάρχει συντεχνιακή λογική. Όπως ακριβώς κρύβονται αθέμιτα κεκτημένα των λίγων πίσω από τον μανδύα δικαιωμάτων των πολλών. Όμως, όταν καταγγέλλονται συλλήβδην τα κεκτημένα και τα προνόμια της Μεταπολίτευσης, στόχος είναι η αποδιάρθρωση των βασικών δικαιωμάτων.
Σήμερα λοιδορείται η Μεταπολίτευση των δικαιωμάτων και των δημοκρατικών διεκδικήσεων στο όνομα της καταπολέμησης των προνομίων και των συντεχνιών. Επιχειρείται να παρουσιαστούν ως προνομιούχοι νοσταλγοί ενός αποτυχημένου χτες, όχι το πολιτικό προσωπικό που το έχτισε, αλλά όσοι τολμούν να διανοηθούν μια κινητοποίηση ή απεργία για τα στοιχειώδη. Σε αυτόν τον πόλεμο των λέξεων οι απώλειες γίνονται ενυποθηκεύσεις του μέλλοντος. Σε αυτόν τον αγώνα κατά του «πνεύματος της Μεταπολίτευσης» βασίζεται η οικοδόμηση ενός οιονεί καθεστώτος εξαίρεσης, που ήδη δοκιμάστηκε πειραματικά με την προληπτική απαγόρευση απεργίας. Ας όψονται βέβαια ο διάχυτος κοινωνικός αυτοματισμός και η τύφλωση των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Τα κατέδειξε περίτρανα και τα δυο η περιπέτεια της ΟΛΜΕ.
Κάθε μεταπολίτευση είναι μια στιγμιαία μετάβαση από το προηγούμενο καθεστώς σε ένα νέο. Είναι όμως και μια πολιτική διεργασία εγγενώς ατελής, διαρκώς ανοιχτή και επιτελούμενη, αφού εξ ορισμού δεν νοείται τετελεσμένος αγώνας για πολιτική δημοκρατία. Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο μιλούσε για την αξία της δημοκρατίας, ακόμα και της πιο ξεχαρβαλωμένης, όπως η δική μας. Όσοι σήμερα μιλάνε μόνο για το ξεχαρβάλωμα και όχι για τη δημοκρατία, όσοι εφορμούν με το σύνθημα «να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση» κλείνουν το μάτι στους ηττημένους της Μεταπολίτευσης του 1974. Έτσι εξηγείται μάλλον και η επιδίωξη της ρεβάνς.

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Επικίνδυνα παιχνίδια στη Θράκη...

Η οργανωμένη εξτρεμιστική βία και η εθνική μας ασφάλεια
Στη Θράκη σημειώνονται το τελευταίο διάστημα, μετά τον Αύγουστο του 2012, επανειλημμένα φαινόμενα βίας και τρομοκρατίας. Με αφετηρία και όχημα την αντίδραση της τοπικής κοινωνίας στη δημιουργία κέντρων κράτησης μεταναστών, το γνωστό νεοναζιστικό μόρφωμα αναπτύσσει ένα ευρύ φάσμα επιθετικών ενεργειών. Στόχο έχει κυρίως τους μουσουλμάνους κατοίκους της περιοχής: επιθέσεις στα στέκια τους, «περιδιάβαση» στα τζαμιά κατά τη γιορτή του μπαϊραμιού, νυχτερινές μηχανοκίνητες πορείες και τρομοκράτηση των μειονοτικών χωριών, ξυλοδαρμοί πολιτών. Η κλιμάκωση της βίας οδήγησε στα γνωστά γεγονότα της Ξάνθης με τον τραυματισμό μειονοτικού και τον εκφοβισμό νεαρών μαθητών. Τα φαινόμενα τρομοκράτησης επεκτείνονται σε βάρος των Ρομά της περιοχής αλλά και πολιτών με αντιρατσιστική δραστηριότητα. Στη Θράκη βρίσκεται λοιπόν σε εξέλιξη μια επιχείρηση βίας, από ντόπιους πυρήνες αλλά και από μετακινούμενους λάτρεις ενός νέου, ιδιότυπου, ακροδεξιού προσκυνηματικού τουρισμού.
Είναι ευτύχημα πως οι θιασώτες αυτής της τρομοκρατίας είναι απομονωμένοι στην κοινωνία. Το απέδειξε η παλλαϊκή συγκέντρωση της 6ης Απριλίου στην Ξάνθη, η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί στην πόλη σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Αστυνομίας. Χιλιάδες κόσμου, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, όλων των πολιτικών και επαγγελματικών χώρων, πορεύτηκαν μαζί. Το μήνυμα σαφές, διατυπωνόταν στην ανοιχτή επιστολή την οποία συνέταξαν οι πολιτικοί, συνδικαλιστικοί, επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς που οργάνωσαν τη συγκέντρωση: «Επαναλαμβάνουμε και σήμερα ότι η πολυπολιτισμική Θράκη ήταν και θα παραμείνει μια ανεκτική κοινωνία σε πείσμα όσων επενδύουν στη μισαλλοδοξία και το διχασμό και δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν ωμή πολιτική βία για να το πετύχουν(…) Καμία συμμορία δεν θα εκτρέψει τους δημοκρατικούς μας θεσμούς σε επικίνδυνα μονοπάτια, κανείς δεν θα απειλήσει τις ανθρωπιστικές αρχές και τις αξίες που καθοδήγησαν τον αγώνα για την κοινωνία ειρήνης και σεβασμού στο διαφορετικό, κανείς δεν θα μεταβάλει την Ξάνθη σε κοινωνία φόβου και απειλής».
Οι φορείς, απευθυνόμενοι στην Πολιτεία, ζήτησαν «να επιδεικνύει τα απαιτούμενα αντανακλαστικά για να αντιμετωπίσει και να αποτρέψει τα φαινόμενα βίας». Εδώ είναι η ουσία: η θεσμική ανοχή σε πράξεις που ευθέως απειλούν την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή και υποδαυλίζουν μια σπειροειδή ανατροφοδοτούμενης έντασης κι σύγκρουσης αντίθετων εθνικισμών. Οι πράξεις βίας και τρομοκράτησης σε βάρος της μειονότητας δε δημιουργούν απλώς κλίμα φόβου. Απειλούν ευθέως τα εθνικά μας συμφέροντα γιατί μπορούν να ενεργοποιήσουν μια σειρά από επικίνδυνες διεργασίες: τροφοδοτούν τον Τουρκικό εθνικισμό, ωθούν τους πιστούς μουσουλμάνους σε φονταμενταλιστικές ατραπούς και τους καθιστούν πιο δεκτικούς σε ακραία ισλαμικά κινήματα, ωθούν τη μειονότητα στην επιρροή του Προξενείου της Κομοτηνής. Τέτοιες ενδομειονοτικές δυναμικές θέτουν σε διακινδύνευση τις σχέσεις της χώρας μας με τη γείτονα. Οτιδήποτε τις προκαλεί πρέπει να αποτρέπεται δια ροπάλου. Εξωτερική πολιτική ασκούν συντεταγμένα όσοι έχουν την ευθύνη και όχι αυτόκλητοι περιφερόμενοι θίασοι. Θυμίζουμε πώς πριν από 20 χρόνια πολίτες διώχτηκαν και καταδικάστηκαν (για διατάραξη των διεθνών σχέσεων της χώρας) επειδή κόλλησαν αφίσες με «αποκλίνουσες» θέσεις για το όνομα της ΠΓΔΜ. Πού να ήξεραν πως εάν έδερναν και τρομοκρατούσαν μειονοτικούς θα έπεφταν πιο μαλακά…
Η Πολιτεία οφείλει λοιπόν να διασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη και την ομαλή συνύπαρξη στη Θράκη. Έχει αποδείξει πως μπορεί να το κάνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων που κινείται στην κατεύθυνση της ομαλής συνύπαρξης των δυο κοινοτήτων με όχημα την εκπαίδευση και την ενσωμάτωση. Τα αποτελέσματα του Προγράμματος εντυπωσιάζουν: η αύξηση των μειονοτικών μαθητών της Θράκης στα δημόσια σχολεία από το 1997 φτάνει το 400%, στο Λύκειο 440%. Η μαθητική διαρροή στην υποχρεωτική εκπαίδευση έπεσε από το 65 στο 30%! Εξίσου σημαντικό επίσης ότι τα κορίτσια της μειονότητας που φοιτούν στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση πλησιάζουν πλέον τον εθνικό μέσο όρο. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να κινηθούμε και στο μέλλον. Απομονώνοντας τους ακραίους και των δυο πλευρών, τιμωρώντας τα εγκλήματα μίσους, περιορίζοντας τις διακρίσεις σε βάρος της μειονότητας, διασφαλίζοντας ισοπολιτεία και ισονομία σε ένα κοσμικό (και όχι θεοκρατικό) κράτος δικαίου, στήνοντας νέες γέφυρες συνεννόησης.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

«Ξένιος Ζευς», θεός του βασανισμού...

Τον περασμένο Αύγουστο τέθηκε σε εφαρμογή η επιχείρηση «Ξένιος Ζευς» με διακηρυγμένους στόχους «την απώθηση των παράνομων μεταναστών από τον Έβρο και την επιστροφή όσων βρίσκονται εδώ στις χώρες προέλευσης». Η κριτική στην επιχείρηση απορρίφθηκε τότε ως εθελοτυφλούσα ρητορεία που παραγνώριζε την ανάγκη να ληφθούν τολμηρές αποφάσεις.
Σήμερα, με τα κέντρα κράτησης «στα κάγκελα» (απεργία πείνας εκατοντάδων κρατουμένων, απόπειρες αυτοκτονίας, καταγγελίες για υπέρμετρη αστυνομική βία) εκείνη η κριτική επανέρχεται στο προσκήνιο με τρόπο οδυνηρό. Δυο κυρίως ζητήματα έθεταν όσοι φορείς, εντός και εκτός συνόρων, εξέφραζαν αντιρρήσεις. Έλεγαν ότι οι προδιαγραφές της επιχείρησης νομοτελειακά θα μετέτρεπαν τους χώρους κράτησης σε αποθήκες ανθρώπων. Οι σημερινές συνθήκες στα στρατόπεδα, τις παλιές αστυνομικές σχολές και τα κρατητήρια όπου κρατούνται χιλιάδες ξεπερνούν εκείνους τους φόβους. Έλεγαν επίσης ότι μια πολιτική μαζικών εγκλεισμών θα ήταν ατελέσφορη χωρίς να είναι εκ των προτέρων διασφαλισμένο το επόμενο βήμα της, το πού θα πάνε μετά αυτοί οι άνθρωποι. Τα ερωτήματα δηλαδή που ετίθεντο ήταν: πόσους ανθρώπους μπορούμε να έχουμε υπό κράτηση, σε ποιες συνθήκες και για πόσο; Στα ερωτήματα αυτά δεν απάντησε η πολιτική ηγεσία και απαντά η πραγματικότητα.
Ας δούμε την ουσία του εύηχου σχεδίου «Ξένιος Ζευς», ανεξαρτήτως της πίεσης, πολιτικής και ανθρωπιστικής, που ασκεί η διαμαρτυρία των κρατουμένων. «Από την έναρξη της επιχείρησης έχουν συλληφθεί 5.175 αλλοδαποί, γιατί δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις παραμονής στη χώρα, καθώς και για άλλες παραβάσεις του Νόμου περί Αλλοδαπών» (ΕΛΑΣ, 8/4/13). Ως εδώ καλά. Είναι ευθύνη της Πολιτείας η απομάκρυνση των μεταναστών οι οποίοι εισήλθαν παράτυπα στη χώρα. Όμως η άσκηση αυτής της ευθύνης πρέπει να υπόκειται σε κανόνες. Η απομάκρυνση των παράτυπων μεταναστών δεν αποτελεί υπέρτατη και απόλυτη αξία. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μέρος του οποίου είναι επίσης το θεσμοθετημένο δικαίωμα στο πολιτικό άσυλο, οι συνθήκες κράτησης και η ίδια η νομιμότητα της κράτησης.
Στη δημόσια συζήτηση τα αυτονόητα αποσιωπούνται. Ας δούμε μερικά. Πρώτον, η κράτηση αυτή είναι διοικητικού και όχι ποινικού χαρακτήρα. Οι κρατούμενοι μετανάστες δεν είναι εγκληματίες. Δεύτερον, ειδικά όσοι δικαιούνται πολιτικό άσυλο δεν εισέρχονται παράνομα στη χώρα. Παράνομη είναι η βίαιη απώθηση ή απομάκρυνσή τους. Οι πρόσφυγες αποτελούν μικρό αλλά όχι αμελητέο μέρος των χωρίς χαρτιά. Τρίτον, εάν η απομάκρυνση από το έδαφος της χώρας δεν επιτυγχάνεται ή είναι εκ των πραγμάτων ανέφικτη, η επί μακρόν κράτηση καθίσταται όχι μόνο άνευ αντικειμένου αλλά και παράνομη. Ειδικότερα μάλιστα η κράτηση των αιτούντων άσυλο παραβιάζει διεθνείς κανόνες, ιδίως σε μια χώρα με τόσο αργή διαδικασία εξέτασης και χορήγησης ασύλου.
Το σημερινό αδιέξοδο προκύπτει επειδή δεν είναι, ποτέ δεν ήταν, διασφαλισμένο το επόμενο βήμα της επιχείρησης αυτής. Πανηγυρική ομολογία του αδιεξόδου αποτελεί η παράταση του μέγιστου χρόνου κράτησης ακόμα και στους 18 μήνες. Οι εμπνευστές του σχεδίου παρέβλεψαν πως η απομάκρυνση των περισσότερων παράτυπα εισελθόντων αλλοδαπών είναι ανέφικτη για πρακτικούς λόγους (απουσία ταξιδιωτικών εγγράφων, αδυναμία προσδιορισμού χώρας καταγωγής ή απουσία διακρατικών συμφωνιών, κόστος επαναπροώθησης). Επιπλέον, λόγω της οικονομικής συγκυρίας νόμιμα διαμένοντες εκπίπτουν της νομιμότητας και καθίστανται δυνάμει αντικείμενο φιλοξενίας του «Ξένιου Δία». Όταν λήξει η περίοδος της κράτησής τους αφήνονται ελεύθεροι, πάλι σε καθεστώς παρανομίας. Αργότερα ενδεχομένως κρατηθούν εκ νέου στο όνομα της ανέφικτης απομάκρυνσής τους. Φαύλος κύκλος. Ακριβώς επειδή η αποτελεσματική αντιμετώπιση του θέματος δεν είναι εύκολη. Προϋποθέτει άλλα: λειτουργία των Κέντρων Πρώτης Υποδοχής, έλεγχο της δυνατότητας απομάκρυνσης στη χώρα καταγωγής πριν από τη διοικητική κράτηση, επιτάχυνση του εθελοντικού επαναπατρισμού που επιθυμούν πολλοί μετανάστες, ταχεία -χωρίς εκπτώσεις στην εγγύηση δικαιωμάτων- υποβολή και εξέταση των αιτημάτων ασύλου.
Όπως εύστοχα έγραψε ο Κ. Τσιτσελίκης «η εξέγερση στα κέντρα κράτησης αλλοδαπών αποτελεί την ελάχιστα ορατή κορυφή ενός γιγαντιαίου μαύρου παγόβουνου το οποίο απλώς κάνουμε ότι δεν γνωρίζουμε» (Protagon, 9/4). Με τη βοήθεια των ΜΜΕ οικοδομείται κοινωνική ανοχή και συναίνεση στην ψευδώνυμη «απομάκρυνση των παράνομων μεταναστών από τη χώρα». Στην πραγματικότητα. η απομάκρυνση είναι επίφαση. Η μακροχρόνια κράτηση σε τέτοιες συνθήκες γίνεται αυτοσκοπός, ακραία μορφή βασανιστηρίου. Μέρα με τη μέρα παγιώνεται η λειτουργία χώρων εγκλεισμού σε καθεστώς απόλυτης νομικής, υγειονομικής και ανθρωπιστικής εξαίρεσης.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ανάπτυξη και ΜΑΤ: Σκουριές και δημοκρατία...

του Κωστη Παπαϊωαννου...
Δεχόμαστε καλόπιστα ότι η πολυπόθητη ανάπτυξη και η ανάκαμψη θα ξεκινήσουν από τα ορυχεία χρυσού και χαλκού στις Σκουριές της Χαλκιδικής. Δεχόμαστε ότι το τίμημα που κατέβαλε η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός για τη γη που της παραχωρήθηκε ήταν εύλογο (11.000.000 ευρώ για 317.000 στρέμματα, ήτοι 34 ευρώ ανά στρέμμα). Δεχόμαστε ότι θα δημιουργηθούν πολλές θέσεις εργασίας. Δεχόμαστε ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις: η εταιρεία βεβαιώνει εξάλλου ότι η Χαλκιδική θα μείνει πράσινη, η σκόνη στην ατμόσφαιρα λίγη και ασφαλής, τα υπόγεια ύδατα αναλλοίωτα. Δεχόμαστε ότι καλώς το Δημόσιο δε θα εισπράττει έσοδα από δικαιώματα εξόρυξης, αφού ο μεταλλευτικός κώδικας δεν το προβλέπει.
Ας πούμε πως τα δεχόμαστε όλα αυτά. Μόνο που δεν τα δέχονται οι κάτοικοι ή ένα πολύ μεγάλο μέρος τους. Με αυτό το παράδοξο καλείται να τα βγάλει πέρα η κυβέρνηση: μεγάλο μέρος του πληθυσμού της περιοχής δεν αντιλαμβάνεται το θείο δώρο από τον ουρανό (ή από τον κάτω κόσμο) και αντιδρά. Θύμα παραπληροφόρησης για τα περιβαλλοντικά; Μπορεί. Θύμα ιδεοληψιών για τους οικονομικούς όρους της επένδυσης; Ίσως. Αυτοκαταστροφικά και αντιαναπτυξιακά προσκολλημένο σε μια τυφλή νοσταλγία του χτες; Ενδεχομένως. Ενεργούμενο αντιπολιτευτικών δυνάμεων; Μπορεί. Όμως αντιδρά. Και απέναντι στην αντίδραση η κυβέρνηση αποδεικνύεται αξιοθαύμαστα και αποφασιστικά αδέξια, όπως και οι προκάτοχοί της. Παραγνωρίζει ότι η οργανωμένη διαβούλευση και η δημιουργία κλίματος ελάχιστης συναίνεσης σε τοπικό επίπεδο αποτελούν προαπαιτούμενα για κάθε μεγάλης κλίμακας οικονομική δραστηριότητα που αλλάζει τον χάρτη και τη ζωή μιας περιοχής. Η δια της βίας επιβολή μιας αμφιλεγόμενης πολιτικής έχει κοντά πόδια.
Οι καταγγελίες για τις αστυνομικές πρακτικές στις Σκουριές είναι πολλές και σοβαρές. Αν αληθεύουν, αγγίζουν τη θεσμική εκτροπή: κλήσεις παιδιών στο Αστυνομικό Τμήμα, βίαιη απόσπαση δηλώσεων κατά των γονέων τους, ανακρίσεις με απειλές. Χρήση χημικών στους δρόμους του χωριού, ακόμα και στις αυλές των σχολείων. Συστηματική λήψη DNA διά της βίας. Η άσκηση πολιτικής από τα ΜΑΤ και την αντιτρομοκρατική μετατρέπει το σύνολο του πληθυσμού σε οιονεί υπόπτους. Και για να εξηγούμαστε, άλλο πράγμα η αναζήτηση όσων προέβησαν σε έκνομες ενέργειες στο εργοτάξιο κι άλλο πράγμα η παγίωση καθεστώτος έκτακτης ανάγκης.
Στις Σκουριές έχουν αναδειχθεί δυο θέματα. Το ένα είναι η αμφιλεγόμενη σκοπιμότητα του έργου. Το άλλο είναι πιο σύνθετο. Πώς δηλαδή πυροδοτήθηκε και σήμερα αντιμετωπίζεται η πρωτοφανής ένταση στο τοπικό επίπεδο. Πώς διαχειρίζεται η κεντρική εξουσία τον βίαιο διχασμό της τοπικής κοινότητας. Πώς ο κυρίαρχος λόγος παρουσιάζει ως τρομοκράτες όσους αντιδρούν. Πώς μια περιοχή της χώρας μεταπίπτει σε καθεστώς εξαίρεσης, σε γκρίζα ζώνη όπου αναστέλλονται βασικές αρχές του κράτους δικαίου. Πώς η κυβερνητική θέση απολυτοποιεί την έννοια της «ανάπτυξης» και την αποκόπτει από όλα τα περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά της συμφραζόμενα. Πώς μεγάλα ΜΜΕ υιοθετούν άκριτα αυτή τη θέση και αποσιωπούν τις σοβαρές ενστάσεις επιστημονικών φορέων, τη διαπλοκή μετόχων του έργου με τα ίδια τα ΜΜΕ (Όμιλος Μπόμπολα) και το γκρίζο πολιτικό παρελθόν τοπικών αρχόντων κομβικών στην υπόθεση.
Ακόμα κι αν οι ωφέλειες της εξόρυξης ήταν ηλίου φαεινότερες, και πάλι θα ήταν καίριο ζήτημα δημοκρατικής νομιμότητας ο τρόπος αντιμετώπισης των αντιδράσεων. Ακόμα κι αν οι κάτοικοι είχαν τρελαθεί και προτιμούσαν σε καιρούς πρωτοφανούς ύφεσης και ανεργίας να πολεμήσουν κατά της σωτηρίας τους, και πάλι θα έπρεπε να γίνουν αντικείμενο πειθούς και όχι ακραίας βίας. Πόσω μάλλον, όταν βοούν οι υποψίες πως το περιβαλλοντικό, οικονομικό και υγειονομικό κόστος του έργου ενδέχεται να αποβεί πολύ υψηλότερο από τα ισχνά οφέλη. Σε αυτές τις υποψίες δεν αρθρώνεται αντίλογος άλλος από την μονόδρομη αυταξία της επένδυσης. Ανεξαρτήτως συνεπειών, λέγεται, η επένδυση –ακόμα και η λάθος επένδυση- είναι εγγενώς καλή. Όσοι δεν πείθονται επιχειρείται να εξοριστούν στη σφαίρα των «αντεθνικώς δρώντων», των εχθρών της ανάπτυξης. Όλα αυτά όμως δεν αρμόζουν σε μια πραγματική δημοκρατία, αλλά σε μια δημοκρατία Ελντοράντο.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

5 και 1 σκέψεις για την τρέλα της γενικευμένης βίας...

απο το Αντιφωνο του Κωστη Παπαϊωάννου...
Οι συλλήψεις της περασμένης εβδομάδας προκάλεσαν πολλές συζητήσεις. Συζητήθηκε η κυνική «φωτογραφική ομολογία» πως οι συλληφθέντες κακοποιήθηκαν από χέρια της ΕΛΑΣ. Όσοι είδαν τις φωτογραφίες το αντελήφθησαν αμέσως, με μόνες θεσμικές εξαιρέσεις την ελληνική δικαιοσύνη και την ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που άργησαν χαρακτηριστικά και εύγλωττα. Συζητήθηκε πολύ και η δημιουργία ένοπλων οργανώσεων από τόσο νέους ανθρώπους. Η προσπάθεια να εξετάσουμε τα δυο θέματα μαζί ενέχει τον κίνδυνο ιδιότυπων συμψηφισμών. Εδώ λοιπόν θα επιχειρήσουμε μερικές σκέψεις για το δεύτερο θέμα, αυτό που αποκαλείται «νέα γενιά τρομοκρατίας», αν και ο όρος αυτός ενέχει στοιχεία γενικευτικού εντυπωσιασμού.
Σκέψη πρώτη. Προκαλεί βαθιά οδύνη η προσχώρηση ανθρώπων μετεφηβικής ηλικίας στη μιλιταριστικού τύπου βία. Η καθολίκευση της βίας και η υιοθέτηση της θεωρίας της συλλογικής ευθύνης αποτελούν συλλογική ήττα. Όχι μόνο ήττα της πολιτικής, όπως γράφτηκε, αλλά και ήττα κάθε συλλογικής αξίας και κοινής αναφοράς. Η φωτιά του ένοπλου μηδενισμού θέλγει νέους που πλησιάζουν και καίγονται, σχεδόν κατά δεκάδες. Οι δηλώσεις τους μετά τη σύλληψη ή αργότερα στη φυλακή φανερώνουν έντονη λατρεία της αυτοκαταστροφής, ηδονή του πρόωρου τέλους, έναν περίεργο «σωφρονιστικό αναχωρητισμό», μια μαγεία της φυλακής. Και πάντως, από τα λόγια τους απουσιάζει η απουσία οποιασδήποτε επίγνωσης του μεγέθους της βίας που άσκησαν, των παράπλευρων μηχανισμών που κινεί η ένοπλη ύπαρξή τους. Φαντάζουν σαν ήρωες καρτούν, κραυγαλέοι και δισδιάστατοι.
Σκέψη δεύτερη. Πολλές οι απορίες για τη φύση αυτών των ομάδων. Διάχυτη η οσμή της ώσμωσης με τον χώρο του ποινικού εγκλήματος. Δεν φώτισαν οι συλλήψεις των προηγούμενων αντίστοιχων ομάδων (άγνωστο εάν επιχειρήθηκε καν να ερευνηθεί) την πορεία του χρήματος. Μοιάζει να θεωρείται αυτονόητο ότι μπορούν εικοσάχρονοι να προμηθεύονται «καθαρά όπλα» και πλαστά χαρτιά. Μοιάζει να θεωρείται ανάξια λόγου η εντός φυλακής συμπόρευση με τον αμιγώς ποινικό χώρο και μάλιστα με το βαρύ οργανωμένο έγκλημα, όπως πληροφορούμαστε.
Σκέψη τρίτη. Μπορεί κανείς να αναζητήσει τις ρίζες κάποιων από τις ομάδες αυτές στα γεγονότα των τελευταίων ετών και ιδίως όσα ακολούθησαν τον Δεκέμβριο του ’08. Τότε συνέβη μια τρομερή πύκνωση του χρόνου με τη βίαιη είσοδο πολλών νέων στο πολιτικό προσκήνιο. Η ένταση, η αίσθηση δύναμης, η εικόνα μιας «αλωμένης πόλης-γυναίκας» που παραδόθηκε αμαχητί στην εκμαυλιστική, ακόμα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις της, χαρά της καταστροφής. Ταυτόχρονα η απουσία συλλογικού υποκειμένου απελευθέρωσε δυνάμεις που θα έμεναν αδρανείς αλλά έθεσε σε δοκιμασία την εφηβική ένταξη. Τον τόνο τελικά δεν έδωσαν οι συλλογικές δράσεις αλλά οι ατομικές πορείες βίαιης εκτόνωσης. Παράλληλα κυριάρχησε η κολακεία της «αιώνιας λιακάδας του εφηβικού μυαλού» που συνοψίστηκε στο κούφιο «ας ακούσουμε τους νέους». Φράση-επιτομή αμήχανης νεολαγνείας, συνεπήρε από ανώτατους πολιτειακούς παράγοντες έως εθνικούς διασκεδαστές.
Σκέψη τέταρτη. Όσα ακολούθησαν τον Δεκέμβριο ήταν ευλόγως αντιφατικά. Έμπρακτη κατάφαση στα δημόσια αγαθά (χώροι πρασίνου, δημιουργική αξιοποίηση χώρων) αλλά και απαξίωσή τους με την καταστροφή ή αναστολή της λειτουργίας άλλων χώρων. Ενώ αναζητήθηκαν και βρέθηκαν νέα μέσα διαμαρτυρίας και παρέμβασης, κυριάρχησαν ο μεταδεκεμβριανός αντιεξουσιαστικός φονταμενταλισμός και η αυτοεκπληρούμενη προφητεία της βίας.
Σκέψη πέμπτη. Είμαι κατά της θεωρίας των δύο άκρων. Όμως άλλο αυτό και άλλο η προφανής παραδοχή πως η πρόσφατη βίαιη ριζοσπαστικοποίηση κινήθηκε προς διάφορες κατευθύνσεις. Τη μερίδα του λέοντος εισέπραξε η γνωστή ναζιστική συμμορία, αυτή «έκανε ταμείο» από την εκρηκτική απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος. Σημαντική ενίσχυση όμως είχε και μια ένοπλη εκδοχή της Αριστεράς ή του αναρχικού χώρου. Εκεί, ενώ οι πολλοί συνέχισαν να κινούνται στις παρυφές της μητροπολιτικής βίας, κάποιοι περνούν με μεγαλύτερη ευκολία στη βαριά βία και παραβατικότητα και μάλιστα την τυφλή βία. Είναι αρκετοί και περνούν με ευκολία στην τυφλότητα. Αυτό θεωρώ το μείζον, πως αυξάνονται οι ζηλωτές μιας φαντασιακής επαναστατικής πρωτοπορίας.
Τελευταία σκέψη, μερικές απλές διαπιστώσεις. Η βία της τρομοκρατίας δεν αντιμετωπίζεται με βία αλλά με νομιμότητα. Ακόμα, η τρομοκρατία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της ένοπλης Αριστεράς. Ίσα ίσα, κυριαρχεί στο αντίπερα στρατόπεδο με πολύ περισσότερους θύτες και θύματα. Όσο το κράτος δεν αναγνωρίζει αυτή την προφανή πραγματικότητα, καθίσταται επιλεκτικό και ανυπόληπτο. Τέλος, όντως υπάρχουν πολλές μορφές καθημερινής βίας. Χρήσιμη η διαρκής αναγνώρισή τους. Όμως η επίκλησή τους δεν αποτελεί εσαεί δικαιολογητικό για την καταφυγή στην ακραία βία που πλήττει την ίδια τη ζωή.
Από το ένθετο FORUM του Έθνους

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Οι βόμβες και η κριτική...

του Κωστη Παπαϊωαννου...

Το μεγαλύτερο μέρος των πρόσφατων επικρίσεων κατά του κυβερνητικού εκπροσώπου εστιάστηκε στην από μέρους του παρουσίαση συρραμμένων και αλλοιωμένων δηλώσεων βουλευτή της αντιπολίτευσης. Πέρασε έτσι στα ψιλά η ταυτόχρονη προσπάθειά του να συνδέσει την έκρηξη στο εμπορικό κέντρο The Mall με τις δηλώσεις του ίδιου βουλευτή που αναφέρθηκε στον αυθαίρετο χαρακτήρα του κτιρίου.
Θεωρώ το δεύτερο αντίστοιχης βαρύτητας ατόπημα με την αλλοίωση οπτικοακουστικού υλικού. Για δυο πολύ απλούς λόγους.
Πρώτον, στοχοποιείται η άσκηση κριτικής με το επιχείρημα ότι η ίδια στοχοποιεί τα αντικείμενά της. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι δεν πρέπει να χαρακτηρίζει κανείς το «The Mall» ως το μεγαλύτερο αυθαίρετο της Ευρώπης για να μην πάει κάποιος τρομοκράτης και το ανατινάξει. Όμως πολλοί έχουν επισημάνει τις αμφισβητούμενες διαδικασίες που επέτρεψαν την ανέγερση του αμφισβητούμενου κτιρίου με ευθύνη πρωτίστως Σημίτη και Βενιζέλου, μεσούσης της προολυμπιακής παραζάλης. Μπορούν να θεωρηθούν συλλήβδην εμπνευστές των βομβιστών; Ανάμεσά τους κι ο πρώην πρωθυπουργός κ. Καραμανλής, που κατακεραύνωνε παλιότερα, σε καιρούς προεκλογικής μεγαλοστομίας, τις διαδικασίες αυτές ως δείγμα συναλλαγής με τον Όμιλο Λάτση (δυστυχώς ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι ως πρωθυπουργός). Μπορεί να θεωρηθεί κι αυτός συνοδοιπόρος τρομοκρατών;
Διότι, αν ακολουθήσουμε το νήμα της σκέψης του κυβερνητικού εκπροσώπου, οφείλουμε όλοι εκ των προτέρων να αυτολογοκρινόμαστε όταν μας κυριεύει η ανίερη διάθεση στιγματισμού της διαπλοκής. Ειδάλλως κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε πως η κριτική μας αποτελεί ένα ιδιότυπο νεύμα παρότρυνσης των τρομοκρατών. Και πηγαίνοντας τη σκέψη πιο πέρα, μια βόμβα, ένα γκαζάκι ή μια στρακαστρούκα στα σκαλιά ενός διαπλεκόμενου ή διεφθαρμένου παράγοντα της δημόσιας ζωής πρέπει να σταματά την σε βάρος του κριτική; Κάτι τέτοιο ξυπνά κακές και συνωμοσιολογικές σκέψεις. Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου…
Η λογική του κυβερνητικού εκπροσώπου φέρνει στον νου μιαν άλλη αντίστοιχη περίπτωση. Προ ετών, ο κ. Βουλγαράκης υποστήριξε πως η στοχοποίησή του από πολιτικούς αντιπάλους προκάλεσε την έκρηξη βόμβας κοντά στο σπίτι του. Θυμίζουμε πως επί των ημερών του έλαβαν χώρα η σκοτεινή απαγωγή των Πακιστανών και το σκάνδαλο των υποκλοπών (οι καταγγελίες για εμπλοκή του σε οικονομικά σκάνδαλα ήρθαν αργότερα). Όσοι είχαν ασκήσει οξεία κριτική στον κ. Βουλγαράκη, επειδή εντός του πεδίου της πολιτικής του ευθύνης διαπράχτηκαν παράνομες πράξεις και ευθείες παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου, βρέθηκαν έτσι να κατηγορούνται ότι έφεραν τις βόμβες στην αυλή του. Το ίδιο κάνει σήμερα ο κ. Κεδίκογλου. Παραβλέπει όμως πως έτσι φτάνει η δημοκρατία μας να αναγορεύει τους ένοπλους εχθρούς της σε ρυθμιστές της έντασης και του εύρους της επιτρεπόμενης κριτικής.
Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που καθιστά την τοποθέτηση Κεδίκογλου ατόπημα ολκής. Είναι αδιανόητο αξιωματούχος της κυβέρνησης να συνδέει το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελεύθερη γνώμη, ιδίως στο πλαίσιο της λειτουργίας οποιουδήποτε βουλευτή, με τις βόμβες. Παραβλέπει έτσι ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης πως η γενικευμένη υιοθέτηση μιας τέτοιας άποψης θα αποτελούσε περιφανή νίκη της σκοτεινής βίας. Η λογική ακροβασία που συνδέει ευθέως την κριτική με τη βόμβα είναι θείο δώρο για τους θιασώτες της τυφλής βίας. Στην προέκτασή της σημαίνει πως η δημοσιοποίηση μιας αποδεδειγμένης ή ενδεχόμενης παρανομίας, η δημόσια καταγγελία από μια κίνηση πολιτών, η κοινοβουλευτική παρέμβαση ενός βουλευτή ή ενός κόμματος, ακόμα και το πόρισμα ενός εισαγγελέα ελέγχονται γιατί ενδέχεται να οπλίσουν έναν τρομοκράτη.
Τίθεται λοιπόν ευθέως το ερώτημα: όταν σε καιρό δημοκρατίας ο αυτόκλητος τιμωρός τοποθετεί μια βόμβα για να εκφράσει την υποτιθέμενη (στο μυαλό του) λαϊκή βούληση, όσοι είχαν ασκήσει κριτική στο θύμα της τυφλής βίας γίνονται συνένοχοι; Όσοι συνεχίζουμε να μιλάμε για το φαραωνικό αυθαίρετο στο Μαρούσι -ακόμα και οι δικαστές του ΣτΕ που εξετάζουν τη νομιμότητά του- γινόμαστε λάτρεις της βίας; Επικίνδυνη ατραπός κ. Κεδίκογλου αυτή που ανοίγετε. Φυσικά η ανυπόκριτη καταδίκη της βίας πρέπει να αποτελεί κοινό τόπο για όλες τις δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου. Όμως η πυρετική εμμονή στην απόσπαση πιστοποιητικών καταδίκης της βίας δηλητηριάζει τη δημοκρατία και δεν πείθει για την αγνότητα των προθέσεων όσων επιδίδονται σε αυτή.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Η νέα αριστοκρατία...

Αντιφωνο..
«Δεν χρειάζεται κάθοδος στον στίβο της πολιτικής, δεν εννοώ με τον τρόπο αυτό την στράτευσή μου. Στο μέλλον, όμως, μπορεί να αναλάβω ευθύνες», δήλωσε ο πρωθυπουργός Μάριο Μόντι. Δήλωσε δηλαδή διαθέσιμος για μια πρωθυπουργία χωρίς τη βάσανο των εκλογών. Συμβατή η δήλωσή του με τις δημοσκοπικές καταγραφές στην Ελλάδα. Οι Έλληνες, ερωτώμενοι για τα πρόσωπα που θα ήθελαν στην κυβέρνηση απαντούν πως το 32% θέλει νέα πολιτικά πρόσωπα, το 23% τεχνοκράτες και το 24% ακαδημαϊκούς καθηγητές. Θα ανέθεταν θέσεις-κλειδιά της κρατικής μηχανής σε καταξιωμένους επαγγελματίες (23,8%), τεχνοκράτες (20,1%), ακαδημαϊκούς δασκάλους και πνευματικούς ανθρώπους (20,5%), και νέους πολιτικούς (13,9%). (Πηγή: έρευνα της Marc για το Έθνος).
Ευλόγως ο κ. Στουρνάρας φαίνεται προτιμότερος για τη θέση του υπουργού από επαγγελματίες πολιτικούς, εξαρτημένους από τις πατρωνίες που οι ίδιοι καλλιέργησαν. Λογικό ο κ. Πικραμένος ή ο κ. Παπαδήμος να φαίνονται προτιμότεροι από πρωθυπουργούς που βούλιαξαν σε θάλασσες πολιτικής δειλίας, απύθμενης αδράνειας και προκλητικής ανικανότητας.
Όμως παραβλέπουμε, απηυδισμένοι και φοβισμένοι, πως οι δημοφιλείς τεχνοκράτες είναι δημοφιλείς, μεταξύ άλλων, επειδή ποτέ δεν αντιμετώπισαν όσα τσάκισαν τους προκατόχους τους. Δεν μπήκαν στη διαδικασία να πείσουν προεκλογικά. Δεν αντιπαρέβαλε κανείς τις παλιές εξαγγελίες τους με την μετεκλογική πρακτική τους. Δε χρειάστηκε να συνθέσουν αντικρουόμενα συμφέροντα, να συγκροτήσουν κοινωνικές συμμαχίες, να δουν τις μυλόπετρες της κοινωνικής σύγκρουσης να αλέθουν το πολιτικό τους κεφάλαιο. Άδικη λοιπόν η σύγκριση τεχνοκρατών και πολιτικών. Διπλά άδικη όταν παραβλέπεται πως και η τεχνοκρατική αριστεία έχει τα όριά της. Για παράδειγμα, πολλές προηγούμενες προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας κάποιων τεχνοκρατών, σημερινών υπουργών, προκαλούν πικρό γέλιο με την αστοχία τους.
Ο κυρίαρχος λόγος απορρίπτει όποιον επικαλείται το πολιτικό κόστος. Ως φόβος του πολιτικού κόστους βαφτίζονται συλλήβδην τα πάντα. Ευτελής φυσικά ο φόβος του πολιτικού κόστους όταν αφορά στην ομηρία από συντεχνιακά συμφέροντα. Αδικαιολόγητα ονομάζεται όμως πολιτικό κόστος ο παραμικρός δισταγμός μπροστά στην ολοσχερή κοινωνική αποδιάρθρωση.
Εντέλει, ποιος μπορεί να αγνοεί το πολιτικό κόστος; Μα μόνο όποιος δε λογοδοτεί στο πολιτικό σώμα ως πολίτης και πολιτικός. Μόνο όποιος δε λογοδοτεί ούτε στο κοινωνικό σώμα, ως κομμάτι κι ο ίδιος μιας καθημαγμένης κοινωνίας. Άρα, μόνο όποιος δε χρειάζεται δημοκρατική νομιμοποίηση. Αποτελεσματικός τεχνοκράτης υπουργός στα μάτια της κοινής γνώμης είναι ο μιντιακά παντοδύναμος. Εκείνος που παρακάμπτει τα κόμματα, τους άλλους υπουργούς, ακόμα και τον εντολοδόχο πρωθυπουργό. Από πού όμως αντλεί την εξουσία του; Από την εμπιστοσύνη του λαού; Μα δεν εκτέθηκε στη δοκιμασία της λαϊκής ψήφου. Μήπως από την επιστημοσύνη του; Μα αυτή αποτελεί εχέγγυο λαϊκής εμπιστοσύνης μόνο αν ο φορέας της την έθετε πάντα στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος. Μόνο αν υπήρξε σταθερά και αδιάλειπτα πνευματικός άνθρωπος και ταυτόχρονα ενεργός πολίτης. Μόνο αν δεν απέφυγε ποτέ τη λογοδοσία και τα φώτα του δημόσιου στίβου.
Ακούω τον αντίλογο: Μας λες λοιπόν, την ώρα που βουλιάζουμε, πως δε χρειάζονται τεχνοκράτες; Φυσικά και χρειάζονται. Φυσικά και η αντιπρόταση αυτού του άρθρου δεν είναι ο αιώνιος Μαυρογυαλούρος. Όμως είναι ένα πράγμα η ελεγχόμενη συντεταγμένη ανάθεση της εποπτείας σημαντικών τομέων της εκτελεστικής εξουσίας και της διοίκησης σε ειδικούς και άλλο πράγμα η υποχώρηση της πολιτικά υπεύθυνης, εκλεγμένης και λογοδοτούσας εξουσίας. Ειδάλλως, αποδεχόμαστε τη δυσοίωνη προοπτική ενός μέλλοντος με Σύνταγμα, Βουλή και κυβέρνηση όπου όμως μετά τις εκλογές πρόσωπα και πολιτικές μπορούν να αλλάζουν, αρκεί να τοποθετούνται στις κατάλληλες θέσεις κατάλληλοι τεχνοκράτες με κατάλληλες διεθνείς διασυνδέσεις.
Επιστρέφουμε στην Ιταλία: περιττό να ειπωθεί πως ο Μόντι είναι σοβαρότερος και καταλληλότερος από τον θλιβερά μπουφόνικο Μπερλουσκόνι. Φτάνει αυτό; Διαβάζουμε πως στην ατζέντα του Μόντι περιλαμβάνεται η «μείωση του συνολικού κόστους της πολιτικής και η δυνατότητα να λαμβάνονται αποφάσεις που να μπορούν να εξυπηρετούν μακρόπνοα την χώρα». Η μαγεία αυτών των λέξεων απαιτεί διπλή εγρήγορση. Γιατί η μείωση του κόστους της πολιτικής είναι επικίνδυνα κοντά στη μείωση του πεδίου επιρροής της. Και η υπέρβαση του πολιτικού κόστους είναι πολύ κοντά στην υπέρβαση της ίδιας της πολιτικής νομιμοποίησης.

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

«Αγνοήστε τον νόμο!»...

Αντιφωνο...
Everytown Postwar 2
Ο Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών κ. Αθανασίου απέστειλε έγγραφο που καλεί τις περιφερειακές διοικήσεις και τους δήμους σε αναστολή των διαδικασιών για την κτήση ιθαγένειας (υποβολή νέων αιτημάτων, εξέταση φακέλου, δημοσίευση απόφασης, ορκωμοσία, εγγραφή στα δημοτολόγια). Ποια η αιτιολόγηση; «Ενόψει προσεχούς δημοσιεύσεως της αποφάσεως του ΣτΕ που αφορά στον έλεγχο της συνταγματικότητας των άρθρων 1α και 24 του ν. 3838/2010».
Ήδη δήμαρχοι που κλήθηκαν από τον κ. Υπουργό να αγνοήσουν τον ισχύοντα νόμο επισήμαναν πως η αιτιολογία παραβιάζει καταφανώς και πρωτοφανώς την αρχή της νομιμότητας. Απάντησαν δηλαδή το προφανές, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της Δημοκρατίας είναι ο σεβασμός όλων στις αποφάσεις των δικαστηρίων, οι οποίες αναπτύσσουν τα έννομα αποτελέσματά τους από τη δημοσίευσή τους. Πιο απλά, δεν νοείται μη τήρηση του νόμου από κάποιον δημοτικό υπάλληλο ή τη δημοτική αρχή με την επίκληση επικείμενης δημοσίευσης δικαστικής απόφασης. Κάτι τέτοιο επισύρει απειλή πειθαρχικής ή και ποινικής δίωξης.
Δε χρειάζονται ιδιαίτερες νομικές γνώσεις για να αντιληφθούμε πως οι διαρροές για την απόφαση του ΣτΕ δεν αρκούν για να παύσει η εφαρμογή του ισχύοντος νόμου. Ακόμη και η ίδια η φημολογούμενη απόφαση του ΣτΕ, όταν εκδοθεί και δημοσιευτεί νομίμως, δεν θα επιφέρει αυτομάτως αναστολή ισχύος ή εφαρμογής του νόμου. Δεν μπορούμε με βάση φήμες και διαρροές να αγνοήσουμε όσους καλόπιστα κίνησαν τις διαδικασίες υπαγωγής τους στον ισχύοντα τρόπο κτήσης ιθαγένειας. Εφαρμογή του υπουργικού εγγράφου σημαίνει ότι η διοίκηση θα απαντά σε αυτούς τους ανθρώπους: «Έχουμε ατύπως (και παρατύπως) πληροφορηθεί ότι το ΣτΕ στο μέλλον θα εκδώσει μια απόφαση και μέχρι τότε δεν μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε όπως ορίζει ο σημερινός νόμος».
Το αναπόφευκτο ερώτημα είναι πώς ακριβώς εννοούμε, και κυρίως πώς εννοεί η κυβέρνηση, την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας. Τι σηματοδοτεί ένα τέτοιο έγγραφο που εκδόθηκε μάλιστα μόλις μια μέρα μετά την εντολή Σαμαρά για νομοθετική πρωτοβουλία «εντός μιας εβδομάδος» από την διαρροή στοιχείων της απόφασης του ΣτΕ που ακόμα δεν έχει εκδοθεί; Τι μήνυμα στέλνει αυτή η σπουδή;
Όλοι γνωρίζουν την εκπεφρασμένη βούληση του μεγαλύτερου από τα τρία κυβερνητικά κόμματα να καταργήσει τον ισχύοντα νόμο. Όλοι γνωρίζουν πως αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του πρωθυπουργού να το κάνει, εάν και όταν εξασφαλίσει την απαραίτητη προς τούτο κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τι προσφέρουν λοιπόν τέτοιοι θεσμικά άστοχοι χειρισμοί; Ο σεβασμός προς τις δικαστικές αποφάσεις προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα να προλαβαίνουν αυτές να εκδοθούν. Έτσι θα είμαστε όλοι σε θέση να πληροφορηθούμε και να αξιολογήσουμε το περιεχόμενο και το σκεπτικό τους. Κάθε απόπειρα νομοθέτησης στο όνομα δικαστικών αποφάσεων αλλά ερήμην τους δεν προσφέρει καλές υπηρεσίες στο ήδη κλονισμένο κύρος των θεσμών.
Γενικότερα σε ό,τι αφορά την υπόθεση της ιθαγένειας, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, ειδικά στις σημερινές συνθήκες, την πολιτική υπεραξία ενός τόσο φορτισμένου ζητήματος. Όμως θα είναι εγκληματικό να θυσιαστούν στον βωμό πολιτικών σκοπιμοτήτων βασικοί όροι διασφάλισης της στοιχειώδους κοινωνικής συνοχής και πολιτικής λειτουργίας. Δεν δικαιούται κανείς να ξεχνά πως η δεύτερη μεταναστευτική γενιά στέκει μετέωρη απέναντι στο ενδεχόμενο ανατροπής του κώδικα ιθαγένειας.
Μετέωρη στέκει και η στοιχειώδης κοινή λογική. Δεν νοείται σοβαρή συζήτηση για αναθεώρηση του νόμου για την ιθαγένεια με ρητορική του τύπου «οι Πακιστανοί μαθαίνουν για τον νόμο Ραγκούση κι έρχονται εδώ να πάρουν ιθαγένεια». Τέτοιες εξάρσεις ανεύθυνης κινδυνολογίας, που δυστυχώς έχουμε ακούσει από υπεύθυνα χείλη, παραβιάζουν την κοινή λογική και την αξιοπρέπεια του δημόσιου διαλόγου. Η εκφορά λόγου επιπέδου και ύφους Παναγιώταρου μόνο τον τελευταίο μπορεί να ωφελεί.
Εν ολίγοις, το έγγραφο του κ. Αθανασίου φέρει βαρύ φορτίο συμβολικής και ουσιαστικής αμφισβήτησης της αρχής της νομιμότητας. Η ανάκλησή του αποτελεί μονόδρομο μέχρι την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ. Στη συνέχεια, συντεταγμένα οι πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να αξιολογήσουν το σκεπτικό της και να τοποθετηθούν δημόσια και υπεύθυνα. Τα παιχνίδια με φήμες και διαρροές ευνοούν μόνο τους θιασώτες του αντικοινοβουλευτισμού.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Αστυνομική αυθαιρεσία: θεσμική αντιμετώπιση ή εκτονωτικός ακτιβισμός;

του Κωστή Παπαϊωάννου απο τα ενθεματα...
Πώς αντιμετωπίζεται η αστυνομική βία και αυθαιρεσία θεσμικά, και μάλιστα από την αξιωματική αντιπολίτευση; Το ερώτημα αποτελεί μια υπαρκτή, ανοιχτή και πιεστική πρόκληση, όπως φάνηκε από τα γεγονότα που προηγήθηκαν της συγκέντρωσης στις 7/11, με βουλευτές και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να επιθεωρούν προληπτικά την αστυνομική παρουσία στους δρόμους της Αθήνας.
Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε εδώ και δεκαετίες δομικού τύπου αστυνομική αυθαιρεσία. Η λειτουργία της ΕΛΑΣ φανερώνει διάχυτη κουλτούρα βίας. Παρακρατικές ομάδες δρουν στις παρυφές της αστυνομίας όποτε γίνονται βίαια επεισόδια. Επικρατεί ατιμωρησία, νόμος της σιωπής. Τα περιστατικά απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης κρατουμένων είναι τόσα και τέτοια που συνθέτουν ένα είδος παράλληλης εξαχρειωτικής κανονικότητας. Στρεβλή είναι και η στάση πολλών συνδικαλιστών του κλάδου που, σε απευθείας επαφή και συνδιαλλαγή με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και των κομμάτων, έχουν μετατρέψει την ιεραρχία σε μαριονέτα, ευνοώντας πελατειακά δίκτυα και παράκεντρα εξουσίας.
Έργο του Πάμπλο Πικάσο
Στο δίλημμα «ασφάλεια ή δικαιώματα», η ΕΛΑΣ απέρριψε και τα δύο, όντας ταυτόχρονα αναποτελεσματική και αυταρχική. Μια πολυάριθμη κοινωνική ομάδα, με την κοινωνία εχθρική απέναντί τους, δουλεύουν σε άθλιες συνθήκες και κακοπληρωμένοι. Στο πλαίσιο αυτό, απαξιώνεται κάθε έννοια επάρκειας, αξιολόγησης και λογοδοσίας. Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα εμφανή στη διαχείριση πλήθους κατά τις διαδηλώσεις. Είναι εμφανή στη χρήση χημικών που δεν αποτελούν πλέον μέσο αντιμετώπισης όσων εκτρέπονται σε πράξεις βίας. Στην πράξη, αποδέκτης τους είναι ο γενικός πληθυσμός, οι ειρηνικοί διαδηλωτές και όποιος άλλος βρεθεί στην ακτίνα δράσης τους. Τα αποτελέσματα είναι εμφανή στις προληπτικές προσαγωγές που διενεργούνται σε νομικό κενό και χωρίς εγγυήσεις, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση και εξατομίκευση. Τα αποτελέσματα είναι εμφανή και στην αυξανόμενη ώσμωση κράτους και παρακράτους στην γκρίζα ζώνη γύρω από τις συγκεντρώσεις, στη στάση της αστυνομίας προς τη νεοναζιστική συμμορία.
Όλα αυτά γνωστά, σκοτεινά, διαρκώς εντεινόμενα. Εξ ου, πιεστικό το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή: Πώς αντιμετωπίζονται θεσμικά από την αντιπολίτευση; Πιστεύω πως η αντιμετώπιση πρέπει να είναι αποκλειστικά θεσμική. Αυτό σημαίνει συστηματική κι επίμονη πίεση προς τους θεσμούς, αλλά και συνεργασία μαζί τους. Σημαίνει πως οι βουλευτές στρέφονται πρώτα στη Βουλή και σφυροκοπούν την κυβέρνηση στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Σημαίνει πως απευθύνονται στη δικαιοσύνη και ζητούν να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι. Σημαίνει πως αξιοποιούν στο πλαίσιο αυτό αποδεικτικά στοιχεία για να τεκμηριώσουν το μέγεθος και τις πτυχές της όποιας εκτροπής. Σημαίνει πως συνομιλούν θεσμικά με την ηγεσία της ΕΛΑΣ και με τους εκπροσώπους των αστυνομικών. Όχι για να υποσχεθούν ότι θα ικανοποιήσουν όλα τα κλαδικά τους αιτήματα, όπως συνήθως κάνουν. Αλλά για να τους καταστήσουν σαφές ότι η έλλειψη λογοδοσίας δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή. Εάν οι συνδικαλιστική ηγεσία συμφωνεί, να καθίσουν μαζί να επεξεργαστούν προτάσεις. Εάν όχι, να αποδοκιμαστεί. Σημαίνει, επιπλέον, πως αξιοποιούνται καλές πρακτικές από το εξωτερικό. Σημαίνει συνεργασία με εθνικούς και διεθνείς θεσμούς προστασίας των δικαιωμάτων για να καταδειχτεί ότι οι σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση της χώρας.
Προσοχή όμως. Θεσμική αντιμετώπιση δε σημαίνει ότι οι βουλευτές μετατρέπονται σε αυτόκλητο ελεγκτικό μηχανισμό. Οι βουλευτές δεν ζητάνε ταυτότητες. Οι βουλευτές δεν εμπλέκονται σε ένα λεκτικό ή άλλο bras de fer στον δρόμο με τα όργανα των κρατικών μηχανισμών. Οι βουλευτές δεν είναι εισαγγελείς. Οι βουλευτές δεν νοείται να παραγνωρίζουν τις λεπτές διαχωριστικές γραμμές. Ένα εξωκοινοβουλευτικό σχήμα μπορεί να φωτογραφίζει αστυνομικούς που αυθαιρετούν και να αναρτά τις φωτογραφίες στο διαδίκτυο. Το ίδιο μπορεί να κάνει κι ένας δημοσιογράφος. Η τεκμηρίωση και δημοσιοποίηση της αυθαιρεσίας, στην περίπτωση αυτή, δικαιολογούνται ακόμα και αν κατηγορούνται πως ανοίγουν βεντέτα με τους αστυνομικούς. Η δημοσιοποίηση και τεκμηρίωση στην περίπτωση αυτή μπορούν να είναι δηλαδή αυτοσκοπός. Δεν ισχύει το ίδιο για το κοινοβουλευτικό κόμμα που διεκδικεί την εξουσία. Αυτό μπορεί και οφείλει να τεκμηριώνει ενδεικτικά την αυθαιρεσία και να τη θέτει αποκλειστικά υπόψη των υπευθύνων φέρνοντάς τους ενώπιον των ευθυνών τους. Μπορεί δηλαδή να κάνει μια παράσταση προληπτική ή καταγγελτική προς τα θεσμικά όργανα. Όχι στα εκτελεστικά. Όταν ένα κοινοβουλευτικό κόμμα της Αριστεράς ξεχνάει αυτές τις γραμμές, σύντομα δυστυχώς αναγκάζεται να δηλώνει «Ναι, αλλά εμείς δεν αναποδογυρίζαμε πάγκους μικροπωλητών».
Είναι πολύ ελκυστικός ο ακτιβισμός του δρόμου. Συχνά είναι και αποτελεσματικός. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι είναι και θεσμικά ασφαλής. Τα θεσμικά κενά στη λειτουργία της αντιπολίτευσης, ιδίως υπό τις παρούσες συνθήκες και ιδίως σε ζητήματα προστασίας των δημοκρατικών δικαιωμάτων, τροφοδοτούν την ανιστόρητη και ολέθρια θεωρία των όμοιων άκρων και βγάζουν την αξιωματική αντιπολίτευση στη σέντρα αυτής της θεωρίας.
Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη (www.antiphono.wordpress.com)

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Ο φασισμός δεν συμψηφίζεται με τίποτα...

του Κωστη Παπαϊωαννου απο το Εθνος...


Η πολιτική απομόνωση της Χρυσής Αυγής δεν αρκεί, αν δεν συνοδευτεί από την ποινική της αντιμετώπιση. Το κράτος δικαίου βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση της σύγχρονης ιστορίας του.

Η συλλήβδην σχεδόν απόρριψη του πολιτικού προσωπικού έχει γίνει αυτόνομη δύναμη, κινούν αίτιο άλλων εξελίξεων. Να γιατί αποδεικνύεται λάθος
η «μη μου άπτου» αντιμετώπιση του νεοναζιστικού φαινομένου, ως δήθεν προσωρινού συμπτώματος της κρίσης. Οι συνθήκες είναι ιδανικές για την εκκόλαψη του αβγού του φιδιού: αμφισβήτηση εθνικής συνείδησης της πολιτικής τάξης με κατηγορίες για εθνική μειοδοσία και εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας. Διαρκής συνωμοσιολογία. Απονομιμοποίηση κάθε θεσμού εκπροσώπησης. Ηθικολογική αντιμετώπιση της πολιτικής. Ανορθολογισμός, μεταφυσικές ερμηνείες. Παραληρηματικός, τυφλός αντιευρωπαϊσμός. Διαρκής επίκληση ξένης επιβουλής. Καθαγιασμός της τοπικής ανομικής ιδιομορφίας. Στροφή σε ένα συλλογικό φαντασιακό, όπου όλα τα δεινά θα αρθούν διά της «εθνικής Παιδείας», των Ενόπλων Δυνάμεων και της Εκκλησίας. Με λίγα λόγια, μεσσιανικές προσμονές και μιλιταριστικές επιβουλές.

Η Χρυσή Αυγή με τζάμπα «αντισυστημισμό» εξαργυρώνει την πολυεπίπεδη κρίση, την εκτεταμένη ανεργία, τη διαφθορά, την ανασφάλεια, την τεράστια ταξική ανισότητα, τη φτωχοποίηση. Το πολιτικό παίγνιο διεξάγεται στα μέτρα της αντικοινοβουλευτικής ακροδεξιάς. Συνέβαλαν σε αυτό τα δύο ιστορικά μεγάλα κόμματα που ενσωμάτωσαν μέρος του ξενοφοβικού οπλοστασίου στον λόγο και στα έργα τους. Αντιμετώπισαν τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής ως ζήτημα αστυνομικής και όχι κοινωνικής ασφάλειας.
Αυτή η κατάληψη του ζωτικού χώρου της κοινωνικής πολιτικής από μια μυωπική μικροδιαχείριση των συλλογικών φοβιών αποτέλεσε δείγμα μετατόπισης του κυρίαρχου πολιτικού λόγου πολύ δεξιότερα της ευρωπαϊκής Χριστιανοδημοκρατίας. Αποδεικνύεται πλάνη, όμως, πως όποιος οικειοποιείται επιχειρήματα της ξενοφοβικής ακροδεξιάς θα κλέψει την πολιτική της δυναμική και θα περιορίσει τις εκλογικές του απώλειες. Στην πραγματικότητα, όσο αναπαράγεται αυτός ο λόγος, τόσο δικαιώνονται οι αυθεντικοί εκφραστές του. Δεν το έχουν ακόμα καταλάβει ο κ. Σαμαράς με τη μάχη κατά της ιθαγένειας των μεταναστών και ο κ. Λοβέρδος με το κυνήγι των οροθετικών γυναικών;
Σήμερα, παρά τα σημάδια της νεοναζιστικής απειλής, ο κυρίαρχος λόγος συνεχίζει να κρατάει ίσες αποστάσεις από τις «πρακτικές των άκρων». Συμψηφίζει, δηλαδή, τη νεοναζιστική συντεταγμένη, προγραμματική, μιλιταριστικού τύπου βία με τις ρίψεις γιαουρτιών και με διαδηλωτές βίαιους ή στις παρυφές της βίας. Στην ουσία εξισώνει τη μαφία και τους μπράβους της νύχτας με τους μικροκακοποιούς πορτοφολάδες.
Ο φασισμός απλούστατα δεν συμψηφίζεται με τίποτα. Οσοι εξαντλούν την αντιφασιστική τους ρητορεία στο να χρεώνουν τη Χρυσή Αυγή στο απέναντι στρατόπεδο, βαυκαλίζονται πως έτσι απονομιμοποιούν τον αντίπαλο. Στην πράξη, νομιμοποιούν τον επελαύνοντα φασισμό. Οι ίδιοι πριν από έναν χρόνο υπουργοποιούσαν τους εκπροσώπους της εθνικιστικής, αντισημιτικής, ρατσιστικής ακροδεξιάς, που άφησαν το τσεκούρι και φόρεσαν το κοστούμι της συναινετικής υπευθυνότητας χωρίς να ανακαλέσουν τις ιδεολογικές τους αναφορές.
Σε αυτήν, λοιπόν, την πολιτική συγκυρία, διόλου τυχαία η Χρυσή Αυγή αντιποιείται δημόσιες αρχές και επιβάλλει ιδιότυπα άβατα. Η ελευθερία μετακίνησης και συνάθροισης, ακόμα και απλές καθημερινές δραστηριότητες, όπως η παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης, υπόκεινται στον έλεγχο ενός στρατού κατοχής με εμφανή τη συνέργεια μέρους της ΕΛ.ΑΣ. Ανδρες των ΜΑΤ βρίσκονται σε ανοιχτή συνεννόηση με μέλη της Χρυσής Αυγής και δικυκλιστές της Αστυνομίας βασανίζουν αριστερούς διαδηλωτές διατυμπανίζοντας τη νεοναζιστική τους ταυτότητα. Δεν πρόκειται πια για υπόγειες διαδρομές, αλλά για εμφανείς θυλάκους του φασιστικού περιθωρίου εντός της ΕΛ.ΑΣ. Η συνήθης διατύπωση πως η Χρυσή Αυγή έχει κατά καιρούς λειτουργήσει ως μακρύς βραχίονας των διωκτικών μηχανισμών τείνει να αντιστραφεί: μέρη της ΕΛ.ΑΣ. αποτελούν βραχίονα των νεοναζιστών.
Η πολιτική απομόνωση της Χρυσής Αυγής δεν αρκεί, αν δεν συνοδευτεί από την ποινική της αντιμετώπιση. Το κράτος δικαίου βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση της σύγχρονης Ιστορίας του: μια δημοφιλής εγκληματική οργάνωση, μια καλά δομημένη συλλογικότητα, με στρατιωτικού τύπου ιεραρχία και με διάρκεια, συστηματικότατα εκτελεί δεκάδες κακουργηματικές πράξεις. Πρέπει να εξαρθρωθεί.
Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι μέλος του ΔΣ της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Ο Θεός δεν έχει ανάγκη εισαγγελέα Ελλάδα – Ιράν, ένα Χυτήριο (κι ένα παστίτσιο) δρόμος...


“Ερωτώνται οι κ. Υπουργοί: Θα προβούν άμεσα στις απαραίτητες ενέργειες μέσω της υπηρεσίας δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος για την άμεση αφαίρεση του συγκεκριμένου προφίλ από το διαδίκτυο; Ή μήπως θα συνεχίσουν να κωφεύουν και να ανέχονται τον επονείδιστο εμπαιγμό του Γέροντα Παΐσιου;» Αυτή η ερώτηση βουλευτή της Χρυσής Αυγής επέφερε τη δίωξη του δημιουργού της σατιρικής ιστοσελίδας. Απαίτησε δηλαδή ο βουλευτής από την πολιτεία να παρέμβει ώστε η Δικαιοσύνη να διώξει ένα πρόσωπο, επειδή ο ερωτών θεωρούσε πως η πίστη ορισμένων (βεβαίως όχι του ίδιου του βουλευτή που εικάζουμε πως έχει ακλόνητη πίστη) κλονίζεται και θίγεται από μια ιστοσελίδα που θα δουν μόνο αν πεισμόνως την αναζητήσουν. Στο θέατρο «Χυτήριο», οι υπερασπιστές της πίστης πέρασαν στο επόμενο στάδιο. Ζήτησαν από την πολιτεία να τους αφήσει να «καθαρίσουν» μόνοι τους.
Περί βλασφημίας ο λόγος. Θα ήταν καταρχήν εύκολο να θυμίσει κανείς στους αντιδρώντες πιστούς πως ο ιδρυτής της θρησκείας που υπερασπίζονται καταδικάστηκε για βλασφημία από την πολιτική εξουσία. Έπαθε δηλαδή ό,τι ζητούν οι πιστοί για τους εχθρούς τους. Παρακάμπτουμε την παρατήρηση για να μη χαρακτηριστούμε είρωνες ή βλάσφημοι. Είναι προτιμότερο να θυμίσουμε πως οι ίδιοι οι πιστοί δεν εκτίθενται στο «βλάσφημο» έργο παρά μόνο αν το επιδιώξουν: αν επισκεφτούν το θέατρο ή την έκθεση ζωγραφικής, αγοράσουν το βιβλίο ή αναζητήσουν την ιστοσελίδα. Εάν δεν το πράξουν, δεν κινδυνεύουν να προσβληθεί η πίστη τους. Εδώ είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο: η ποινικοποίηση της βλασφημίας δεν προστατεύει τους πιστούς από ένα έργο που προσβάλλει τη θρησκεία τους. Στην πραγματικότητα, τους επιτρέπει να παρεμποδίσουν όσους θέλουν να εκτεθούν στο έργο. Ενώ λοιπόν η κίνησή τους ενδύεται τον μανδύα της άμυνας, είναι στην ουσία εξόχως επιθετική κατά του καλλιτέχνη και του κοινού του. Και είναι για τούτο λειψή όποια αντίδραση εστιάζει μόνο στην ελευθερία έκφρασης του καλλιτέχνη και παραγνωρίζει τη σημαντική βλάβη που υφίσταται όποιος θέλει να εκτεθεί στο έργο τέχνης και παρεμποδίζεται.
Η ποινικοποίηση της βλασφημίας παίρνει ένα ηθικό παράπτωμα (που εντέλει αφορά μόνο όποιον δέχεται τον ηθικό κώδικα της εκάστοτε θρησκείας) και το μετατρέπει σε ποινικό αδίκημα που αφορά όλους. Έτσι αλλάζει η φύση του έννομου κράτους: πλέον δεν παρατηρεί ουδέτερα τη θρησκευτικότητα και την πίστη στο Θεό. Δεν προστατεύει απλώς το συνταγματικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Επιλέγει να προστατεύσει προνομιακά τα θρησκευτικά συναισθήματα και τα ανάγει σε έννομα αγαθά. Ποινικοποιεί λοιπόν ό,τι υποτίθεται πως θίγει τα συναισθήματα αυτά. Δρα συμπληρωματικά προς την εκκλησιαστική εξουσία, τιμωρεί την αμαρτία. Το κράτος καθίσταται θρησκευόμενο, θυσιάζει το δικαίωμα του δημιουργού στην ελευθερία της έκφρασης και των υπολοίπων στην ελεύθερη πληροφόρηση και επαφή με τα προϊόντα της τέχνης. Το αδίκημα της βλασφημίας επιτρέπει στους ζηλωτές να διεκδικούν για τον εαυτό τους ρόλο γενικού επιθεωρητή ιδεών και τεχνών.
Η ποινικοποίηση της βλασφημίας εντέλει επιχειρεί να φιμώσει την τέχνη ή τον σατιρικό λόγο που δεν αρέσει σε κάποιους. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να αναζητήσει κανείς σε όλες τις πρόσφατες περιπτώσεις εάν όντως κλονίστηκε η πίστη των πιστών ή απλώς επικαλέστηκαν αυτή την απειλή για να περιορίσουν τα δικαιώματα των υπολοίπων. Οι ίδιοι πιστοί προ ετών κατέστρεφαν κινηματογράφους για να μην προβάλουν τον «Τελευταίο πειρασμό» του Σκορτσέζε. Δεν προσβάλλονται σήμερα που η απαγορευμένη ταινία κυκλοφορεί παντού; Απλούστατα η ποινικοποίηση της βλασφημίας είναι ανόητη. Και πάντως, αφορά πράξεις που, ακόμα και αν κινούνται σε οριακά σημεία, στη συνείδηση του κόσμου δεν αποτελούν έγκλημα. Να γιατί η καταδίκη ή η αθώωση του βλάσφημου σε τίποτα τελικά δεν επηρεάζει την πρόσληψη του έργου του από το κοινό. Σφάλλει όποιος παραγνωρίζει πως η βέβηλη τέχνη και η σάτιρα έχουν ρίζες πολύ βαθιές. Το ίδιο και το θρησκευτικό αίσθημα. Είναι τόσο αστείο να πιστεύει κανείς πως μπορεί ένας εισαγγελέας να φιμώσει την πρώτη όσο ότι μπορεί ένας βλάσφημος να ξεριζώσει το δεύτερο.
Υγ. Ο τίτλος του άρθρου είναι δανεισμένος από την πολύ επιτυχημένη εκδήλωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου...

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Φαιές νεοναζί αντανακλάσεις στο γυαλί των ΜΜΕ...


Δημοσιεύεται στα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής
Οι δυνάμεις του φαιού αντικοινοβουλευτισμού βρίσκουν φιλόξενο χώρο σε αρκετά ΜΜΕ που με το μαγικό τους ραβδί μεταμορφώνουν τους νεοεκλεγέντες νεοναζί σε αστέρες του lifestyle. Πολλά τα παραδείγματα.
Τη γνωστή επίθεση στις δυο βουλευτίνες της Αριστεράς σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση ακολούθησαν επανειλημμένες εμβριθείς μεσημεριανές συζητήσεις στον STAR για τις καλλιτεχνικές ευαισθησίες του ευέξαπτου νέου που προκλήθηκε κι αντέδρασε, το αρρενωπό του προφίλ, την ενδιαφέρουσα συναισθηματική του ζωή, τις φίλες του στο Facebook και άλλες αθέατες πλευρές αυτής της πολυσχιδούς προσωπικότητας. Η «μεσημεριανή Μελέτη» του φιλικού κι ανθρώπινου νεοναζί δεν είχε τέλος. Στη συνέχεια ήρθαν λεπτομερή ρεπορτάζ για τον γάμο άλλου εκλεκτού τέκνου της ίδιας οργάνωσης, γνωστού για τη σταθερή παρουσία του σε επεισόδια και βίαιες διακοπές εκδηλώσεων των οποίων το περιεχόμενο δεν τύγχανε του γούστου του. Αποσιωπώντας όσα συγκροτούν ένα βίαιο προφίλ και αναδεικνύοντας «το ανθρώπινο πρόσωπο», ο σταθμός αναβαπτίζει τους νεοναζί στα νάματα του lifestyle, διενεργεί ένα πλήρες ξέπλυμα πολιτικού προφίλ. Συνειδητή προσπάθεια ή αυτόματη εφαρμογή μιας εμπορικής μανιέρας; Αδιάφορο. Το αποτέλεσμα μετράει.
«Φέτος η εκπομπή σας θα προσπαθήσει να έχει και ένα πιο δυνατό κι ανθρώπινο πρόσωπο. Εκτός από την ψυχαγωγία, τη χαρά, την ξεγνοιασιά και το lifestyle δε μπορούμε να κλείσουμε τ’ αυτιά και τα μάτια σε μια κοινωνία που υποφέρει». Με τα λόγια αυτά ο κ. Στ. Μαλέλης περιέγραφε το προφίλ του τηλεοπτικού του σταθμού. Ενδεχομένως τελικά η διευθυντική στόχευση σε «ένα πιο δυνατό κι ανθρώπινο πρόσωπο» να μην αφορούσε τον σταθμό αλλά τους lifestyle βίαιους βουλευτές. Καλοδεχούμενη φυσικά αλλά αργοπορημένη η μεταγενέστερη δήλωση του κ. Μαλέλη: «Δε θέλω να ξαναδώ lifestyle την Χρυσή Αυγή. Παίρνω εγώ την ευθύνη, κάναμε λάθος, δε θα ξαναγίνει». Ελπίζουμε η αλλαγή πορείας να τηρηθεί με συνέπεια. Δεν τρέφουμε αυταπάτες όμως.
Άλλα ΜΜΕ φροντίζουν να φιλοτεχνούν το «κοινωνικό πορτρέτο» της ίδιας οργάνωσης. Κραυγαλέο παράδειγμα η εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» που έχει ξεπεράσει και τον ίδιο της τον εαυτό ως πλυντήριο του νεοναζιστικού μορφώματος. Μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο με τις λέξεις «Χρυσή Αυγή – Πρώτο Θέμα» οδηγεί σε τέτοια πληθώρα δημοσιευμάτων που θα αντιστοιχούσαν μόνο στο επίσημο έντυπο ή στο γραφείο τύπου της οργάνωσης. Συνεχή τα κραυγαλέα φωτορεπορτάζ με τις φυλασσόμενες γριούλες στα ΑΤΜ (καταγγέλθηκε τεκμηριωμένα πως είναι στημένα), τις γειτονιές που υποφέρουν και καταφεύγουν στα παλικάρια της Χρυσής Αυγής, τα συσσίτια μόνο για Έλληνες.
Ο εκδότης της εφημερίδας άφησε πολύ γρήγορα πίσω του τα πρωτόλεια αστεία με τους εβραίους ως «γυμνά φούρνου» και τις ξανθιές, έκανε τις γνωστές ενδιάμεσες στάσεις στα dvd Ζαχόπουλου-Τσέκου και στα «διασυνοριακά» 5 εκατομμύρια ευρώ και σήμερα επιδίδεται με συστηματικότητα εργολάβου στο λίφτινγκ του νεοναζισμού.
Η lifestyle και η κίτρινη δημοσιογραφία επικαλούνται μια δήθεν απολίτικη προσέγγιση. «Εμείς δεν ασχολούμαστε με την πολιτική, εμείς δείχνουμε αυτά που θέλει να δει ο κόσμος», λένε οι μεν. «Εμείς καθρεφτίζουμε την κοινωνία» λένε οι δε. Καμώνονται πως αγνοούν ότι τίποτε δεν κείται εκτός πολιτικής, ιδίως όταν πρόκειται για τον επικοινωνιακό εξωραϊσμό του ρατσιστικού τέρατος.
Όλα αυτά αποκτούν επικίνδυνες διαστάσεις εν μέσω της απαξίωσης των παραδοσιακών ΜΜΕ, ηλεκτρονικών και έντυπων, και ενόψει της απονομιμοποίησης της πολιτικής. Τη στιγμή που προβεβλημένοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι δε μπορούν να κυκλοφορήσουν στον δρόμο από τον φόβο αποδοκιμασιών ή επιθέσεων, ο μιντιακός αντικοινοβουλευτισμός –έστω και με τον μανδύα κάποιου απολιτίκ lifestyle- ασκεί δυσανάλογα μεγάλη επιρροή.
Με αυτά ως δεδομένα, όλο και συχνότερα στρέφει κανείς το βλέμμα στη δημόσια τηλεόραση. Συνήθως οι προσδοκίες του δικαιώνονται από την ποιότητα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης. Κι όμως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ο ρόλος της δημόσιας ενημέρωσης γίνεται πιο σημαντικός, επιλέγεται ο κ. Αιμίλιος Λιάτσος για τη θέση του γενικού διευθυντή Ενημέρωσης της ΕΡΤ. Δεν είναι κακόγουστο ανέκδοτο. Η κυβέρνηση, δια του ΔΣ της ΕΡΤ, αναθέτει την δημόσια τηλεοπτική ενημέρωση στο κατεξοχήν σύμβολο του ανόητου lifestyle. Σε πρόσωπο δηλαδή που αντανακλά απολύτως εκείνα τα στοιχεία χαμηλότατης πολιτισμικής υποστάθμης που υποτίθεται ότι αντιπαλεύει η δημόσια τηλεόραση.
Την ίδια ώρα, η δημοφιλής και σοβαρή πρωινή ενημερωτική εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης συρρικνώνεται και υποβαθμίζεται στον βωμό της μικροκομματικής μικρόνοιας. Σημείο των καιρών κι αυτό.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Από την Δημοτική Αγορά της Κυψέλης στην παιδική χαρά του Αγίου Παντελεήμονα...

του Κωστη Παπαϊωαννου απο το Αντιφωνο... Οι καταλήψεις και ο δημόσιος χώρος

Ο Δήμαρχος Αθηναίων ήταν σαφής: «Νοείται άραγε σε μία δημοκρατία δικαίωμα κατάληψης δημόσιου χώρου; Η απάντηση είναι αρνητική. Αφού ο δημόσιος χώρος εξ ορισμού ανήκει στο σύνολο των πολιτών, τις επιμέρους ειδικότερες χρήσεις του τις αποφασίζει η εκάστοτε αρμόδια, άρα και δημοκρατικά υπεύθυνη, εκλεγμένη, Αρχή.
Ο κατειλημμένος από μια ομάδα χώρος αποβάλλει αυτομάτως τον δημόσιο χαρακτήρα του, καθώς περιέρχεται στη φυσική εξουσίαση μιας μειοψηφίας που δεν έχει καμιά δημοκρατική νομιμοποίηση και δεν εγγυάται καμιά ελευθερία για κανέναν, προπάντων για τους διαφωνούντες» (Τα Νέα, 4/9).
Ευπρόσδεκτη -και αναμενόμενη- η τοποθέτηση. Αλίμονο αν ο Δήμαρχος, όπως και κάθε τοπικός άρχοντας, δεν ήταν υπέρ του δημόσιου χώρου.
Θα επιχειρήσω ωστόσο να συμπληρώσω την τοποθέτηση με ορισμένες επισημάνσεις, ώστε η καταδίκη των καταλήψεων να μην αδικεί ανθρώπους και καταστάσεις. Πρέπει να αξιολογείται αυστηρά η διακοπή, συχνά βίαιη, της λειτουργίας ενός χώρου και η ολοσχερής ανατροπή της ελάχιστης πια κοινωνικής κανονικότητας. Ακόμα περισσότερο, όταν δεν υπάρχει αναλογικότητα μέσων-σκοπού και η συχνότητα τέτοιων κινήσεων υπερβαίνει τη δυνατότητα της δημόσιας σκηνής να αφομοιώσει τον όποιο συμβολισμό μιας κατάληψης. Επιπλέον, όταν κυρίως τα αδύνατα κοινωνικά στρώματα εμποδίζονται να απολαύσουν δημόσια αγαθά. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν κλείνει το Πανεπιστήμιο ή η εθνική οδός και μάλιστα όταν το παραγόμενο συμβολικό αποτέλεσμα ωχριά μπροστά σε θεμελιακές κοινωνικές λειτουργίες που εξαρθρώνονται και αντοχές που εξαντλούνται.
Παρόλα αυτά, η επιδίωξη να «καθαρθεί» ο δημόσιος χώρος από τις κοινωνικές διεκδικήσεις σε καιρό κρίσης είναι αποκομμένη από τη πραγματικότητα. Η επιδίωξη αυτή επικαλείται κάποια «ουδετερότητα της ευρυθμίας» αλλά η ίδια δεν είναι διόλου ουδέτερη. Επιπλέον, ακόμα και η απόλυτη αντίθεση στις καταλήψεις μπορεί να υποχωρεί όταν πρόκειται για ανενεργούς χώρους που αξιοποιούνται προς όφελος των πολλών. Εάν οι γιατροί καταλάβουν ένα κέντρο υγείας που έκλεισε για δημοσιονομικούς λόγους και παρέχουν βασικές υπηρεσίες σε απόρους, θα καταδικάσουμε κατηγορηματικά την πράξη τους; Εάν οι συνταξιούχοι διεκδικήσουν τα φάρμακά τους φτάνοντας στην κατάληψη του ταμείου, ακραίο μέσο διαμαρτυρίας για μια ακρότατη αδικία, θα τους αποδοκιμάσουμε; Εξάλλου, δεν πρόκειται για ελληνική πρωτοτυπία, η κατάληψη έχει εύρος και ιστορικό βάθος σε διεθνές επίπεδο. Σε ορισμένες χώρες είναι επί της ουσίας θεσμοθετημένη από δεκαετίες. Ελληνική ιδιοτυπία είναι η στρέβλωσή της με την κατάχρηση και την μη ανάληψη ευθύνης απέναντι στον νόμο.
Αφορμή για τον προβληματισμό έδωσε η ανάκτηση της κατειλημμένης Αγοράς στην Κυψέλη από τον Δήμο Αθηναίων. Γράφτηκαν δυστυχώς αρκετές απίθανες ακρότητες, μέχρι πως η Αγορά ήταν περίπου… άντρο της Χαμάς, του ΕΛΑ και της 17 Νοέμβρη, ακρότητες που κατέληγαν στη σχετικοποίηση της απαξίας της δολοφονικής ρατσιστικής βίας διά της προσφιλούς θεωρίας των δύο άκρων (Δ. Γουσέτης, Η Καθημερινή, 5/9).
Έλλειψη νηφαλιότητας και ευθυκρισίας και συνωμοσιολογική διάθεση όμως διακρίνει και όσους θεωρούν την απόφαση του Δήμου «ενορχηστρωμένη από τη συγκυβέρνηση και τον δήμαρχο Καμίνη, σε αγαστή συνεργασία με τις υπόλοιπες δημοτικές παρατάξεις της κυβερνητικής συμμαχίας και τους φασίστες της Χρυσής Αυγής, ενάντια σε κάθε ελεύθερο χώρο διακίνησης ιδεών…» (ανακοίνωση της Συνέλευσης Ανοικτής Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης, 22/8).
Οι δημιουργικές πρωτοβουλίες πολιτών είναι ευχής έργο να στηρίζονται από την αυτοδιοίκηση. Ο δήμαρχος δείχνει να το εννοεί πως θα επαναλειτουργήσει η Αγορά ως αγορά αγαθών και ιδεών και θα διατηρηθεί κάθε επωφελής δραστηριότητα. Ελπίζουμε πως θα ξεκινήσει από εκεί που βρισκόμαστε σήμερα. Ο πήχης είναι ήδη ψηλά: στα 6 έτη της κατάληψης πραγματοποιήθηκαν 600 πολιτιστικές εκδηλώσεις, συζητήσεις, εβδομαδιαίες παρουσιάσεις βιβλίων και προβολές, καθημερινά μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες. Η Αγορά, ένας χώρος παρατημένος επί χρόνια, κατελήφθη από ομάδα πολιτών και αξιοποιήθηκε. Όπως και αν αξιολογείται το αποτέλεσμα, πάντως δεν πρόκειται για αναίρεση αλλά τόνωση του δημόσιου χαρακτήρα του χώρου.
Αντίθετα, λίγα τετράγωνα παρακάτω, μια παιδική χαρά λειτουργούσε κανονικά μέχρι που μια άλλη ομάδα πολιτών την έκλεισε βίαια για να μην κάνουν κούνια τα μεταναστόπουλα. Έκτοτε πολιτεία και δήμος παρακολουθούν ενδεώς την ακύρωση του δημόσιου χαρακτήρα του χώρου. Όσο λοιπόν παραμένει το λουκέτο στην παιδική χαρά του Αγίου Παντελεήμονα, ένα ύπουλο ερωτηματικό εμφιλοχωρεί σε κάθε απόλυτη τοποθέτηση υπέρ των δημόσιων χώρων και κατά των καταλήψεων.

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Η διεθνής εικόνα της χώρας ως φετίχ...

αντίφωνο...


Στον όμορφο καλοκαιρινό γάμο στη Σίφνο, η νύφη ήταν Ελληνίδα, Γάλλος ο γαμπρός, μικτή και η σύνθεση των καλεσμένων. Κάποιοι Γάλλοι ήταν αφρικανικής καταγωγής και η συζήτηση στράφηκε σε προειδοποιήσεις για την επικείμενη επίσκεψή τους στην Αθήνα. Ήταν ήδη ενήμεροι πως οι ναζιστικές συμμορίες χτυπούν οτιδήποτε παρεκκλίνει από τον κανόνα του ελληνικού αίματος κι αυτό μας γέννησε σκέψεις για την «νέα εικόνα» της χώρας μας στο εξωτερικό.
Η διεθνής εικόνα της χώρας αποτελεί εθνικό φετίχ. Το ελληνικό κράτος έμαθε να ζει από τα πρώτα του βήματα με προστάτιδες δυνάμεις, στον αστερισμό των δανείων και της εθνικής εξάρτησης. Γιγαντώθηκε το σύνδρομο της ψωροκώσταινας και τα συμπλέγματα κατωτερότητας συνάντησαν τις κρίσεις εθνικού μεγαλείου. Στο πλαίσιο αυτό, καλλιεργήθηκε και η εργαλειακή χρήση της διεθνούς μας εικόνας στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Ο συχνός ψόγος για πράξεις ή πρακτικές που «τραυματίζουν το διεθνές κύρος της χώρας» έχει προσδώσει ιδεολογικό φορτίο σε αυτό το κύρος (θυμηθείτε πώς αντιμετωπίζονταν σαν μειοδότες όσοι αμφισβητούσαν την αναγκαιότητα των Ολυμπιακών του 2004).
Λογικό είναι, δεν υπάρχουν πια στεγανά στην πληροφορία, τα συμβαίνοντα εδώ επιχρωματίζουν την έξωθεν πρόσληψη της Ελλάδας. Είναι λοιπόν αλήθεια πως τα επεισόδια, οι βίαιες συγκρούσεις της αστυνομίας με διαδηλωτές, η καταστροφή κτιρίων ή δημόσιων χώρων εκπέμπουν την εικόνα μιας χώρας σε βαθιά κοινωνική κρίση. Είναι αλήθεια πως ο συνδικαλιστικός αυτισμός στις μπουκαπόρτες των πλοίων δεν προωθεί την Ελλάδα ως τουριστικό προορισμό. Οι παραπάνω ρηγματώσεις της οικονομικοκοινωνικής «κανονικότητας» και η «διατάραξη της ευταξίας» τροφοδοτούν το στερεότυπο μιας χώρας δέσμιας καταστροφικών πρακτικών κα εντέλει άξιας της σημερινής της κατάστασης.
Η διεθνής εικόνα μιας χώρας όμως δεν είναι ποτέ μονοσήμαντη. Η πρόσληψη της Ελλάδας ως χώρας όπου ανθεί η βία δε σχετίζεται μόνο με τη βία των «μπαχαλάκηδων», όπως επιφανειακά υποστηρίζουν πολλά ελληνικά ΜΜΕ. Σχετίζεται και με την άμετρη βία της αστυνομίας, με τη χαμηλής και μεσαίας έντασης παραβατικότητα και με τη βία της γνωστής ρατσιστικής συμμορίας. Όλα έχουν τη θέση τους στη διεθνή μιντιακή αποτύπωση της σημερινής Ελλάδας. Η εικόνα της ταξιδιωτικής αφερεγγυότητας δεν αφορά μόνο σε οριακές συνδικαλιστικές πρακτικές. Απηχεί και το βογκητό μιας χώρας με οριακές αντοχές, τη λειτουργική αρρυθμία μιας κοινωνίας που λυγίζει υπό το βάρος της ύφεσης και της διάρρηξης του ιστού της. Εντέλει, πιστεύω (με επίγνωση του κινδύνου να κατηγορηθώ για λαϊκισμό) πως διεθνής εικόνα της χώρας είναι κυρίως οι πολίτες της που ψάχνουν στα σκουπίδια…
Όποιος λοιπόν επικαλείται τη διεθνή εικόνα της χώρας οφείλει να το κάνει με τρόπο κατά το δυνατόν πλήρη. Οφείλει να αναφέρει πως πολλές ξένες πρεσβείες στην Αθήνα απευθύνουν οδηγίες στους πολίτες τους να αποφεύγουν τις περιοχές όπου ενεδρεύει η ρατσιστική βία. Ξένα πρακτορεία κάνουν συνεχώς ρεπορτάζ για τη σκοτεινή εμφάνιση των νεοναζί στην κεντρική πολιτική σκηνή και στους δρόμους των πόλεων και των χωριών. Η δεύτερη σε συχνότητα δημοσιογραφική αναφορά στα ελληνικά πράγματα (μετά την οικονομία και τη συμμετοχή μας στην ευρωζώνη) σχετίζεται με τις διαρκείς επιθέσεις σε μετανάστες και τις πρόσφατες απειλές σε έλληνες μουσουλμάνους, ομοφυλόφιλους και λοιπούς αποδέκτες του φυλετικού μίσους.
Καλό είναι να θυμόμαστε πως η διεθνής εικόνα της χώρας καθρεφτίζεται και στις επανειλημμένες καταδίκες μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση κρατουμένων. Καθρεφτίζεται στις υπερβολικές καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης (οι καταδίκες σε βάρος μας αφορούν 360 υποθέσεις από το 1997 και τα πρόστιμα υπερβαίνουν τα 8 εκατομμύρια ευρώ!)
Η διεθνής εικόνα της χώρας σκιάζεται και από την ιδιότυπη αντίληψή μας για τα βαλκανικά πράγματα, από το γεγονός ότι σε κάθε κρίση στη γειτονιά μας η Ελλάδα προτιμούσε να αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης. Αυτή η λατρεία των αδιεξόδων (βοά η αυτοκτονική πολιτική μας στο Μακεδονικό) και η υποστήριξη προς τους βίαιους αποσυνάγωγους (πολιτικοί αρχηγοί Δεξιάς και Αριστεράς, πολιτειακοί παράγοντες, εκκλησιαστικοί ηγέτες και λαός -πολύς λαός- λάτρεψαν τους Μιλόσεβιτς, Κάραζιτς και τα λοιπά άνθη του βαλκανικού κακού) επιβάρυναν κι άλλο τη διεθνή πρόσληψη της εθνικής μας ιδιοτυπίας.
Η διεθνής εικόνα της χώρας είναι όλα αυτά. Ειδικά μάλιστα την περίοδο της κρίσης τελούμε υπό στενότερη παρακολούθηση. Ακόμα και θέματα όπως η σχέση κράτους και εκκλησίας, «παίζουν» στα ξένα ΜΜΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: δεόντως σχολιάστηκε διεθνώς πως την ίδια ημέρα που ανακοινωνόταν η πρόθεση περικοπής συντάξεων και αναπηρικών επιδομάτων ο Πρωθυπουργός διαβεβαίωνε τον Αρχιεπίσκοπο ότι δεν θα θιγούν οι μισθοί των ιερέων. Διεθνής εικόνα της χώρας είναι κι αυτό.

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Βολικοί μύθοι για την Αθήνα...

του Κωστη Παπαϊωαννου απο το αντίφωνο...
 Athens voice 5/4/12
Μακάρι τα προβλήματα της Αθήνας να χωρούσαν σε ένα στρατόπεδο στην Κοζάνη. Ας δεχτούμε, όμως, για χάρη της συζήτησης ότι η λύση όντως ξεκινάει από τη Νεάπολη Κοζάνης. Ας δεχτούμε, δηλαδή, ότι μπορεί η καταβαράθρωση του αστικού χώρου να ανακοπεί με τον εγκλεισμό κάποιων εκατοντάδων μεταναστών σε ένα στρατόπεδο. Για χάρη της συζήτησης, ας ξεχάσουμε ότι η έννοια «στρατόπεδο κράτησης» θα έπρεπε να προκαλεί σύγκρυο στην Ευρώπη. Για χάρη της συζήτησης, μπορεί και η συνείδησή μας ακόμα να γίνει λίγο ελαστικότερη απέναντι στις συνθήκες κράτησης στο στρατόπεδο. Κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι, βρε αδερφέ.
Εξάλλου ούτε σήμερα ζουν σαν βασιλιάδες, οι περισσότεροι φυτοζωούν στις πλατείες στο μεταίχμιο μεταξύ παραβατικότητας και εγκλήματος. Ας προσπεράσουμε και το νομικό κενό στο οποίο μετεωρίζεται η κράτησή τους. Γιατί, μεταξύ μας, για ποιο αδίκημα θα τεθούν υπό κράτηση και με ποια διαδικασία; Για παράνομη είσοδο στη χώρα; Μα αυτό είναι πλημμέλημα, δεν δικαιολογεί κράτηση. Πόσο καιρό θα κρατούνται; Εν πάσει περιπτώσει, όμως, αφού αναζητείται αδίκημα και διαδικασία, όλο και κάτι θα βρεθεί.
Πολλοί είναι διατεθειμένοι να τα παραβλέψουν όλα αυτά. Ιδίως όσοι βιώνουν μια κατάσταση στο κέντρο της πόλης που έχει φτάσει στο απροχώρητο. Το μεταναστευτικό φορτίο είναι πολύ μεγάλο. Η επίκληση των αδικιών και των ανισοτήτων σε πλανητικό επίπεδο μπορεί να εξηγεί ακαδημαϊκά το φαινόμενο της μετανάστευσης, αλλά ουδόλως παρηγορεί όσους είναι –ή νιώθουν– θύματα των άμεσων συνεπειών της σε επίπεδο γειτονιάς. Από την άποψη αυτή, εθελοτυφλεί όποιος στο όνομα της ιδεολογικής καθαρότητας ή του ασυμβίβαστου ανθρωπισμού αρνείται να δει το μείζον ζήτημα ασφάλειας που τίθεται καθημερινά με τρόπο αμείλικτο στην Αθήνα.
Ποια είναι σήμερα η κατάσταση; Στα πεζοδρόμια της πόλης συνωθούνται μετανάστες με και χωρίς χαρτιά, πρόσφυγες ή αιτούντες άσυλο που αναμένουν να εξεταστεί το αίτημά τους, θύματα σωματεμπορίας (trafficking), άστεγοι, τοξικοεξαρτημένοι, ψυχικά νοσούντες και πολλοί άλλοι. Έχουν όλοι τα ίδια προβλήματα και την ίδια εμπλοκή με την παραβατικότητα και το έγκλημα; Όχι. Υπάρχει κάποια εξειδίκευση των υπουργικών εξαγγελιών ανά κατηγορία; Όχι. Ο κ. υπουργός περιορίστηκε στους μετανάστες χωρίς χαρτιά.
Είπε, λοιπόν: «Όλοι οι άνθρωποι από το κέντρο της Αθήνας, που ασκόπως γυρνούν εγκληματώντας, θα πάνε εκεί (στα στρατόπεδα), θα μπούνε μέσα, θα φιλοξενούνται με ανθρώπινες συνθήκες, ευρωπαϊκών προδιαγραφών, αλλά δεν θα ξαναφύγει κανείς από κει μέσα αν δεν γυρίσει στον τόπο του, στην πατρίδα του». Είμαστε, ως καλοπροαίρετοι άνθρωποι, διατεθειμένοι να πειστούμε για την αποτελεσματικότητα του σχεδίου. Να παραβλέψουμε ακόμα και την ασύγγνωστη ευκολία με την οποία ο υπουργικός λόγος ταυτίζει την παράτυπη μετανάστευση με την εγκληματικότητα. Θα μας βοηθούσε, όμως, ο κ. υπουργός εάν φώτιζε ορισμένα εύλογα ερωτήματα.
Γιατί, ας πούμε, οι συνθήκες κράτησης στο στρατόπεδο θα είναι ευρωπαϊκών προδιαγραφών, ενώ στους υπόλοιπους χώρους κράτησης αλλοδαπών είναι απαράδεκτες; Και αφού επικαλείται την Ευρώπη, ποιο αντίστοιχο στρατόπεδο στην Ευρώπη είναι τέτοιων προδιαγραφών που μπορεί να αποτελέσει πρότυπο; Επιπλέον, ποιος μηχανισμός θα κάνει τους μετανάστες που κατά τον υπουργό «ασκόπως γυρνούν εγκληματώντας» να επιστρέψουν στον τόπο τους; Αν υπάρχει τέτοιος μηχανισμός, γιατί δεν ενεργοποιείται αμέσως και πρέπει να περάσουν από το στρατόπεδο; Αν δεν υπάρχει, ποιος είναι ακριβώς ο ρόλος του στρατοπέδου; Πώς θα διακρίνει τους πρόσφυγες από τους παράτυπους μετανάστες; Πώς θα προστατεύσει τα θύματα σωματεμπορίας; Ποιες αναδιαρθρώσεις θα καταστήσουν εφικτή επιτέλους την αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων για τα ζητήματα υποδοχής και ασύλου;
Και για χάρη της ίδιας συζήτησης, ας δούμε και τις άλλες πλευρές της αθηναϊκής καταβύθισης. Έχει σκοπό να αντιμετωπίσει η ΕΛΑΣ τα οργανωμένα κυκλώματα, γηγενών και αλλοδαπών, που εκμεταλλεύονται και εμπορεύονται τους μετανάστες; Σκοπεύει να κάνει κάτι για να αντιμετωπίσει το οργανωμένο ρατσιστικό περιθώριο, τις συμμορίες τυφλής βίας που τρομοκρατούν την πόλη στο όνομα της ασφάλειας; Θα διερευνήσει τις ισχυρότατες καταγγελίες για υπόγειες διαδρομές που συνδέουν ένστολους με το νεοναζιστικό περιθώριο;
Μια πειστική απάντηση στις ερωτήσεις αυτές θα δημιουργούσε ελπίδες ότι έχει καταστρωθεί συνολικό σχέδιο ενίσχυσης της ασφάλειας στο κέντρο. Θα διέλυε επίσης τις υπόνοιες πως οι εξαγγελίες αποτελούν προεκλογική πρωτοβουλία επικοινωνιακού τύπου, μια δήλωση κρότου-λάμψης. Προς το παρόν, ακούμε μύθους που χαϊδεύουν φοβισμένα αυτιά.

Ροη αρθρων