Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΗΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΗΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

ΣΥΡΙΖΑ όπως Σολάρις;

της Αννας Χατζησοφια, απο το Red NoteBook...
Σκοπός του ταξιδιού, να αποφανθεί αν πρέπει να σταματήσει το διαστημικό πρόγραμμα που έχει εξελιχτεί σε ολόκληρη επιστήμη με την ονομασία Σολαριστική – κι αυτό γιατί κάτι περίεργο συμβαίνει εκεί επάνω και οι κοσμοναύτες τρελαίνονται ο ένας μετά τον άλλο, με πιο πρόσφατο περιστατικό την αυτοκτονία ενός, που τυγχάνει και φίλος του.

Ο ήρωας μέσα από το ωραιότερο, στην ιστορία του κινηματογράφου φιλμάρισμα διαστημικού ταξιδιού –όλο κι όλο ένα κοντινό περιστρεφόμενο πλάνο– πλησιάζει στον υγρό πλανήτη και βρίσκει τον διαστημικό σταθμό ερειπωμένο και άδειο. Οι δύο εναπομείναντες επιστήμονες είναι κλειδωμένοι στους θαλάμους τους και στους ατέλειωτους φιδοειδείς διαδρόμους μισοφαίνονται να κινούνται κάποια περίεργα όντα. Δεν τον αφήνουν να μπει στα διαμερίσματά τους και τον προειδοποιούν να μην θεωρήσει τρελό τον εαυτό του ό,τι και να δει. Κουρασμένος από το ταξίδι και το μυστήριο, πέφτει για ύπνο στο λευκό φουτουριστικής αισθητικής θάλαμο, και όταν ανοίγει τα μάτια του, απέναντί του κάθεται η από δεκαετίας νεκρή γυναίκα του.
Φοράει ένα φόρεμα σε ινδιάνικο στυλ και πλεκτή με βελονάκι εσάρπα, τελείως Γούντστοκ λουκ, παρ΄ ότι σοβιετική η ταινία. Του ζητάει να την βοηθήσει να γδυθεί, αλλά το φόρεμα δεν έχει άνοιγμα, γιατί βλέπετε το ον δεν είναι η ίδια η γυναίκα, αλλά η ενσάρκωση της εικόνας που έχει ο ήρωας για την γυναίκα: η εικόνα δεν προβλέπει πρακτικές λεπτομέρειες κι έτσι το φόρεμα κόβεται με ψαλίδι.
Ο Σολάρις, που καλύπτεται ολόκληρος από έναν ωκεανό, είναι μία ζωντανή νόηση που απαντά στην παραβίασή του από τους ανθρώπους, εισχωρώντας στο ασυνείδητό τους, την ώρα που κοιμούνται, όπως ο θεός στους προφήτες, και υλοποιεί επιθυμίες, φόβους, ενοχές, και πόθους.
Τον κόσμο του Σολάρις μου θυμίζει συχνά μία κατηγορία μελών, φίλων ή απλών ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Και εξηγούμαι. Ο τρόπος που θυμώνουν όταν διαφωνούν με μία συλλογική απόφαση ή και προσωπική τοποθέτηση κάποιου στελέχους, η αντίδραση ακόμα και σε μία απλά διαφορετικής απόχρωσης από την δική τους προσέγγιση, κάποιου μείζονος ή ελάσσονος θέματος, η αίσθηση «προδοσίας» που αποκομίζουν, σχετίζεται κυρίως με την εικόνα αυτού που θεωρούν ότι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, και όχι με το ίδιο το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Το καπέλο του Νίκολα Σάκο βρέθηκε στην Πάρο...

Της Άννας Χατζησοφιά, Red NoteBook...

«Να θυμάσαι την ευτυχία του παιχνιδιού», ήταν τα τελευταία λόγια του Νίκολα Σάκο στο γιο του, λίγο πριν εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα στις 23 Αυγούστου 1927, έντεκα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα.
Εννέα μόλις λεπτά αργότερα, όσο χρειάζεται για να απομακρυνθεί το νεκρό του σώμα και να πάρουν μια ανάσα οι θεατές-μάρτυρες πριν το επόμενο σώου, ίσως και να ανταλλάξουν ένα χωρατό για να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα, εκτελείται ο συγκατηγορούμενος, φίλος, ομοϊδεάτης αναρχικός, και συμπατριώτης του, Μπαρτολομέο Βαντσέτι.
Η εκτέλεσή τους  ήταν το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, καθώς, ανεβαίνοντας για πρώτη φορά τα σκαλιά του δικαστηρίου, τον Ιούνιο του 1921, αγανακτισμένοι πολίτες υψώνουν πλακάτ που γράφουν «η Αμερική ανήκει στους Αμερικάνους» και «Ψήστε τα κόκκινα κτήνη».
Στις 15 του προηγούμενου Απριλίου, ένα αυτοκίνητο με πέντε άντρες στήνει ενέδρα σε δύο ταμίες μιας παπουτσοβιομηχανίας, στο προαύλιο του εργοστασίου. Τα θύματα μεταφέρουν δύο μικρά χρηματοκιβώτια με 15000 δολάρια. Τους εκτελούν και απομακρύνονται με την λεία. Ο Σάκο και Βαντσέτι, συλλαμβάνονται ένα μήνα μετά, στο φόντο της άγριας άνοιξης του 1920. Τον προηγούμενο Απρίλιο είχε συληφθεί ο αναρχικός Αντρέα Σαλσέντο, που πέθανε από  ένα τυχαίο ατύχημα, όταν «έπεσε» από το παράθυρο του 14ου ορόφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης στη Νέα Υόρκη.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Σταματήστε τον πλανήτη να κατέβω...

της Αννας Χατζησοφια, απο το Red NoteBook...

Χθες, μετά από πολύ καιρό, κάθισα να δω ειδήσεις σ΄ αυτό που λέμε prime
time. Μάλιστα βιάστηκα να ανοίξω παρά τρία το κουτί, γιατί δεν ήθελα να
χάσω την πρώτη είδηση, που δεν ξέρω γιατί, η μωρά, νόμιζα ότι θα ήταν το
Φαρμακονήσι. Ίσως γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Ποια ελπίδα, θα μου πείτε. Η ελπίδα ότι έχουμε ακόμα ψηλά τις ανθρωπιστικές
αξίες; Η ελπίδα ότι θα έχει υποβάλει την παραίτησή του ο υπουργός
Ναυτιλίας (τουλάχιστον); Η ελπίδα ότι ο πρωθυπουργός της χώρας που
συνομιλεί με την Παναγία θα  κήρυττε την χώρα σε εθνικό πένθος;

Φυσικά,  ως ήταν επόμενο, διαψεύστηκα παταγωδώς, γιατί δεν ξέρω ποιας χώρας ήταν
η ασυνείδητη προβολή που μου γέννησε αυτή την ελπίδα. Ίσως της χώρας
του Neverland, πάντως όχι της χώρας του Ελλάντ.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Παρότι προσπάθησα, δεν τα κατάφερα φέτος να είμαι καλό παιδάκι, ελπίζω του χρόνου!

Της Άννας Χατζησοφιά, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Βασικά φταίω γιατί είμαι ζηλιάρης. Η μαμά γέννησε αδελφάκι το Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα που μας πέρασε, και ευτυχώς ήταν Μεγάλο Σάββατο και είχαμε μια δικαιολογία στη γειτονιά που δεν σουβλίσαμε τον παραδοσιακό οβελία στο φούρνο, κι όχι γιατί είμαστε νεόφτωχοι, αλλά γιατί γεννήσαμε κυρά μου.

Η κυρά μου, είναι η αποπάνω του δεύτερου που έχει λίπος, λέει ο μπαμπάς, και αγόρασε σόμπα πέλετ, γιατί πετρέλαιο κι αυτόν τον χειμώνα δεν βάλαν στην πολυκατοικία μας. Τώρα γιατί ο μπαμπάς λέει ότι έχει λίπος δεν ξέρω, βασικά είναι κοκαλιάρα, αν και κάθε μέρα ψωνίζει από αυτόν τον καινούργιο φούρνο απέναντι, τον ένα από τους πέντε που άνοιξαν φέτος.

Εγώ, αυτό που ξεφυτρώνουν παντού φούρνοι δεν το καταλαβαίνω, γιατί ο θείος μου λέει ότι πολλοί στερούνται ακόμα και το ψωμί. Μάλλον θα τα αγοράζουν όλα τα ψωμιά αυτοί που δεν το στερούνται, σαν την αποπάνω, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται. Αλλά μια μέρα που το είπα στην αποπάνω, μου είπε ότι ο θείος μου είναι αναρχοκομμούνι.

Ο θείος μου είναι αστροφυσικός αλλά δουλεύει ντελίβερι σε φούρνο, γιατί είναι αδιόριστος, αν και επιτυχών του ΑΣΕΠ.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Περί λογοκρισίας ή η πλάτη της Ειρήνης Παππά...

Της Άννας Χατζησοφιά, απο το Red NoteBook...
Εγώ μανίτσα μου ήξερα ότι λογοκρισία ασκούν οι εξουσίες. Ίσως να μου εντυπώθηκε αυτή η μπαρούφα επειδή ήμουν άδολη παιδίσκη όταν ο πατέρας μου σχολίαζε, διαβάζοντας εφημερίδα, έναν από τους ιδιοφυείς λόγους του Παπαδόπουλου:

Ως χειρουργοί είμεθα υποχρεωμένοι να εξουδετερώσωμε τους τιναγμούς και τους κραδασμούς που κάμνετε – οι δημοσιογράφοι- εις το χειρουργικό μας κρεβάτι, ως απαιτούντες να εκφράσετε ελευθέρως τας αντιλήψεις σας. Εν πάση περιπτώσει έχετε υποχρέωσιν να δεχθήτε την σοβαρότητα της εγχειρήσεως και να μας βοηθήσετε!
Στις 5 Μαΐου-όχι Μάη, όχι το συντακτικό των συνοδοιπόρων αγάπη μου- του 1967, σε πρες κόμφερανς εκτοξεύτηκε αυτή η ρουκέτα, η οποία σε απλά ελληνικά σήμαινε: Ή βγάλτε τον σκασμό, και κάντε μόκο, ή ελάτε με το μέρος μας.

Δεν θυμάμαι σε ποια εφημερίδα το διάβασε αυτό το πατέρας μου, αλλά προφανώς σε κάποια από εκείνες που δεν τινάζονταν και ιδιαιτέρως στο χειρουργικό τραπέζι της Εθνοσωτηρίου. Διότι, εκείνες που θα απαιτούσαν να εκφράσουν ελευθέρως τας αντιλήψεις των, είχαν ήδη σφραγιστεί και οι ρεπόρτερ τους βρίσκονταν ξαπλωμένοι σε άλλα κρεβάτια και «χειρουργούντο» χωρίς αναισθητικό.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Επαναστάτης χωρίς ΕΡΤ3...

της Αννας Χατζησοφια, απο το Red NoteBook...
Η πρεμιέρα του δεύτερου κύκλου της σειράς Once upon a Democracy ήταν εντυπωσιακή και δυναμική, με τις αστυνομικές δυνάμεις να εισβάλλουν στο υπό κατάληψη κτίριο της πάλαι πότε κρατικής τηλεόρασης, χαράματα, ώρα γαλατά για την ακρίβεια.
Νύχτα, άδειοι δρόμοι, ένας μοναχικός καβαλάρης στο μικρόφωνο, δυνάμεις ακροβολίζονται, μπουκάρουν, ψυχή βαθιά και ένα ξανθό παιδάκι αναταράσσεται στον ύπνο του κι αλλάζει πλευρό.Το τελευταίο προστίθεται ποιητική αδεία για να φιναλάρει την σεκάνς, όπως αρμόζει σε κάθε Αμερικάνικο τηλεοπτικό σενάριο που σέβεται τον εαυτό του.

Το σηριαλάκι στην δεύτερη σαιζόν του, μας έδειξε, τι ακριβώς θα δούμε στην συνέχεια. Βία, καταστολή, και κατάλυση και της τελευταίας ρανίδας Δημοκρατίας, εξ ου και ο τίτλος.
Το Once upon a Democracy εκτυλίσσεται σε δύο φανταστικούς χωρόχρονους που συνυπάρχουν με την πραγματικότητα.

Στον ένα παρακολουθούμε μία σύγχρονη πόλη, το Succestorybrook, με εφησυχασμένους, χαρούμενους κατοίκους, πουν ζουν το καθημερινό success story τους. Κυκλοφορούν χαρούμενοι με tablets και τηλέφωνα android και σερφάρουν όλη μέρα στο ίντερνετ, γιατί έχουν δωρεάν wi-fi.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Οι μελαγχολικές ηρωίδες μένουνε πάντα εδώ...

Της Άννας Χατζησοφιά, απο το Red NoteBook...
Το φθινόπωρο φέτος μπήκε μελαγχολικά, με σύννεφα, διαθεσιμότητες, φοροεπιδρομή, και πρωτογενές πλεόνασμα, στη θλίψη μάλλον, γιατί στην τσέπη μας δεν…

Με τον Πρόεδρο που -κάποιοι, κάποτε και γιατί άραγε;- πίστεψαν ότι θα κάνει πράξη το όνειρο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, να ετοιμάζει την νέα σωτήρια επέμβαση.

Με τους πρωτεργάτες της καταστροφής, λέγε με κύριο Swap, για να μπούμε στο ευρώ, και τον mind the Gap, να δηλώνουν με αυτάρεσκα χαμόγελα ότι «θα μας ξανάβρουν στους μπαξέδες» – αυτούς τους μπαξέδες που φύτρωσαν πάνω από εκεί που μας θάψανε, θα εννοούν.

Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά, ο Σεπτέμβρης μπήκε πολύ blue, και κοντά στις ουρές της εφορίας, κι οι ουρές στα θερινά, πάρε ένα ζακετάκι οπωσδήποτε καρδιά μου μαζί, για την νέα ταινία του Γούντι Άλεν, την Blue Jasmine. Δεν θα κάνω κριτική στην ταινία, υπάρχουν αρμοδιότεροι από εμένα. Oύτε θα μιλήσω για το αν είναι το Λεωφορείον ο Πόθος χωρίς πόθο. Απλά η ηρωίδα του μου φάνηκε τρομερά οικεία.

Την ξέρω καλά την Blue Jasmine. Την συναντώ στο μετρό, να κάθεται σφίγγοντας τα γόνατα για να μην φανεί το τρέμουλο στα πόδια. Τη συναντώ στο λεωφορείο να κρέμεται από την χειρολαβή με τον ώμο ελαφρά στραμμένο προς τα μέσα, για να προστατευθεί απ΄ την επίθεση της πραγματικότητας.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια...

Της Άννας Χατζησοφιά, απο το Red NoteBook...
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια, όχι γιατί έχουν να απολύσουν 12.500 ζωές, αλλά γιατί οι περισσότεροι είναι απολυμένοι χρόνια τώρα.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί παραφυλάγουν μην έρθουν και τους κόψουν το ρεύμα από την κολώνα της ΔΕΗ, που έχουν συνδέσει παράνομα το ρεύμα.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια, γιατί περιμένουν την έξωση του ιδιοκτήτη που έχουν ένα χρόνο να τον πληρώσουν.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί ψάχνουν τρόπους να πληρώσουν το χαράτσι οι ιδιοκτήτες, τρομάρα τους.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί δεν ξέρουν πως θα πουν στο παιδί ότι πρέπει να κόψει τα μαθήματα κιθάρας.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί αισθάνονται ενοχές που δεν μπορούν να στηρίξουν τον άνεργο αδελφό τους, με το επίδομα που παίρνουν σαν μισθό.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί αισθάνονται ενοχές που οι ίδιοι εργάζονται.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια, γιατί έχουν τύψεις που αυτοί ακόμα μπορούν να επιβιώσουν.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί μετανιώνουν για εκείνο το ταξίδι στη Νέα Υόρκη πέντε χρόνια πριν, που αν δεν το είχαν κάνει θα ξοφλούσαν τώρα το φόρο εισοδήματος.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί μαστιγώνουν τον εαυτό τους που θέλησαν μεγαλύτερο σπίτι και πήραν στεγαστικό δάνειο.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί είναι καλλιτέχνες και άνεργοι, και ο άνεργος καλλιτέχνης έχει δυο φορές ανεργία. Μία γιατί δεν εργάζεται και μία γιατί δεν δημιουργεί.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί φοβούνται τους εφιάλτες που θα έρθουν σ αυτόν τον ύπνο.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί πρέπει να απολύσουν κόσμο, αλλιώς θα κλείσουν το μαγαζί μια ώρα νωρίτερα.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί δεν κλείνουν την επιχείρηση για να μην απολύσουν κόσμο, και ξενυχτούν περιμένοντας την σύλληψη για χρέη στο δημόσιο.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί ξενυχτούν τον φίλο που αυτοκτόνησε.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια, για να μιλήσουν στο Skype με άλλους φίλους που ξενιτεύτηκαν.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί παίρνουν αντικαταθλιπτικά και κοιτούν το σκοτάδι.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί περιφρουρούν στην ΕΡΤ.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί ο Δήμος θέλει να κλείσει τις μικρές εστίες πολιτισμού που χτίσαν με τόσο κόπο και τόσα χρέη.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί βλέπουν το φάντασμα του φασισμού να πλανιέται πάνω από τις ζωές τους.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί είναι ποιητές.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί η επιβίωση έχει σκοτώσει κάθε ίχνος ποίησης μέσα τους.
Οι περισσότεροι από τους φίλους μου, έχουν κρεμάσει τις ελπίδες τους στην Ανατροπή που μέλλεται για  να ‘ρθει.
Οι περισσότεροι από τους φίλους μου παλεύουν για την Ανατροπή, ο καθένας με τα όπλα του και όλοι με τις τελειότητες και τις ατέλειες τους.
Οι περισσότεροι από τους φίλους μου είναι τις τελευταίες μέρες κάτω στο Φάληρο, είτε είναι σύνεδροι, είτε όχι.
Οι περισσότεροι από τους φίλους μου παρακολουθούν με αγωνία το τι γίνεται στο Τάε Κβο Ντο. Ποιος είπε, τι είπε, ποιος έμεινε, ποιος έφυγε, ποιος ήρθε ποιος δεν ήρθε και γιατί.
Στο Φάληρο χορεύουμε αυτές τις μέρες τον γνωστό Λενινιστικό χορό - ένα βήμα μπρος δύο βήματα πίσω.
Παρότι λάτρης του συντρόφου Βλαντιμίρ, νομίζω ότι δεν είναι εποχές για ταγκό. Αν κάνουμε ένα βήμα μπρος θα πέσουμε στον γκρεμό. Αν κάνουμε δύο βήματα πίσω θα πέσουμε στο ρέμα. Είναι καιρός για άλματα. Να περάσουμε πάνω από τον γκρεμό. Να πετάξουμε.
Οι καιροί ου μενετοί για πλειοψηφίες, μειοψηφίες, θώκους, λίστες, υπολίστες (κρυφές και φανερές), ενότητες, πλατφόρμες, εμμονές, αγκυλώσεις. Δεν μπορούμε να μιλάμε για σταυροδοσίες όταν η χώρα είναι κρανίου τόπος γεμάτος σταυρούς.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια γιατί μας παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα, και δεν αναφέρομαι στην γνωστή συνιστώσα.
Οι φίλοι μου δεν κοιμούνται τα βράδια από ελπίδα.
Ελπίζω να κάνουμε την αγρύπνια τους να αξίζει.

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Η αποταμίευση είναι μισή αρχοντιά...

Της Άννας Χατζησοφιά, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Δεν ξέρω αν ακόμα συνηθίζουν να βάζουν εκθέσεις στα δημοτικά σχολεία με βαρύγδουπους τίτλους, αλλά όταν ήμουν παιδί ήταν εκ των ουκ άνευ. Προσφιλή θέματα: «Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά», «Τα καλά κόποις κτώνται», «Αργία μήτηρ πάσης κακίας», «Παν μέτρον άριστον» και «Τα αγαθά της αποταμίευσης». Εκθέσεις, που η εμπέδωση του θέματος τους, θα μας έπλαθε χρήσιμους πολίτες για την κοινωνία (όπου κοινωνία διάβαζε σύστημα, όπου σύστημα, διάβαζε αυτό που καταλαβαίνουμε όλοι).

Φυσικά για να πάρουμε το δέκα το καλό, έπρεπε να είμαστε μέσα στο πνεύμα του τίτλου, όπως μας το ανάπτυσσε ο κύριος, η κυρία ή η δεσποινίς δασκάλα, και να μην γράφουμε διάφορα αντιπατριωτικά του τύπου «Ανεργία μήτηρ πάσης κακίας», όπως έγραψε ένα συμμαθητής μας. Βέβαια ο συμμαθητής το είχε γράψει κατά λάθος, όχι γιατί διάβαζε Λένιν, αλλά του κόστισε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι, και μηδέν εις το πηλίκον. Μπορεί και να τον είχαμε μπερδέψει τα άλλα τα ζωντόβολα, που διαστρέφαμε ό,τι μας έλεγαν οι δάσκαλοι.

Σαν παιδιά, πιστεύαμε ότι η Αργία είναι ό,τι καλύτερο είχε να μας προσφέρει η εβδομάδα γιατί δεν έχει σχολείο, ότι το Μέτρον είναι άχρηστον, η Καθαριότητα τσούζει στα μάτια και η Αποταμίευση μας στερεί και τα ρέστα παγωτά. Γι΄ αυτό και κοροϊδεύαμε όλα τα ανωτέρω και τα διαστρέφαμε, φτιάχνοντας φράσεις όπως «Τα Τρίκαλα κόποις κτώνται» και «η Αποταμίευση είναι μισή αρχοντιά».

Εμένα ειδικά η Αποταμίευση μου έδινε στα νεύρα. Η λογική ότι θα βάζω λεφτά σε ένα γουρουνάκι και όταν θα μεγαλώσω θα γίνω Ωνάσης μπορούσε και να με στείλει. Έτσι κι αλλιώς δεν μας περίσσευαν δραχμές ούτε για ροζ γουρουνάκια, ούτε για πήλινα σταμνάκια. Άσε που δεν ήξερα τι να πιστέψω, το σχολείο που έσκιζε τα ιμάτια του ότι όσοι ήταν κροίσοι το όφειλαν στον κουμπαρά, ή την μητέρα μου που έλεγε για γνωστό συμπολίτη μας «καλά, ας μην ήτανε ρουφιάνος, και θα σου έλεγα αν θα έκανε προκοπή»;

Όμως η σχολική διαπαιδαγώγηση προσπαθούσε εν είδει πλύσης εγκεφάλου να μας εμπεδώσει ότι, αν είσαι εργατικός μέρμηγκας και όχι γλεντοκόπος τζίτζικας, κάποια στιγμή θα αποκτήσεις κι εσύ το ιδιωτικό σου νησί, γιατί «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι». Εννοείται ότι η κατηγορία του γλεντοκόπου μέρμηγκα δεν υπήρχε στον ορίζοντα.

Ο πατέρας μου ήταν γλεντοκόπος μέρμηγκας. Δούλευε σαν σκυλί και γλεντούσε όποτε μπορούσε. Όταν έπιανε μια δεκάρα της έδινε και καταλάβαινε. Ενώ αντίθετα η μητέρα όποτε έπιανε μια δεκάρα την έδινε στον αδελφό μου για χαρτζιλίκι. Μια φορά εκείνος τσατισμένος την πέταξε στο χωράφι δίπλα στο σπίτι. Η μητέρα μου έφαγε μια μέρα να ψάχνει στα χόρτα, αλλά τελικά τη βρήκε. Πώς θα έκανε ο Μακ Ντακ με την τυχερή δεκάρα, το αυτό - μόνο που η εν λόγω δεν ήταν τυχερή. Γι΄ αυτό την φωνάζαμε Σκρουτζ. Είχε μεγαλώσει μέσα στην ανέχεια, ενώ ο πατέρας μου ήταν από «καλή» οικογένεια που όμως έχασε τα λεφτά της στην Κατοχή.

Το «έχασε τα λεφτά της στην Κατοχή» ήταν μια έκφραση που με μπέρδευε.

-Πού τα έχασε ακριβώς; Της έπεσαν από τα χέρια; Μήπως η τσέπη της ήταν τρύπια; Και γιατί δεν πήγε ένα πίσω η οικογένεια όλη την διαδρομή μπας και τα βρει;

Τα είχαν, μου εξήγησαν, στην Τράπεζα, που είναι ένα μεγάλο γουρουνάκι.

-Και τότε πως τα έχασαν; Μπήκαν οι Ντάλτον και τα έκλεψαν;

-Χάσαν την αξία τους. Συμβαίνουν στον πόλεμο αυτά. Εκτός πολέμου τα μικρά και τα μεγάλα γουρουνάκια είναι απολύτως ασφαλή.

Αυτές οι ιδέες μεγάλωσαν γενιές και γενιές, σαν το Νουνού ένα πράμα. Η μεταπολεμική Ελλάδα είχε δύο σταθερές. Την αποταμίευση, για μια βροχερή μέρα, και τη Φυτίνη. Συγγνώμη, και μία τρίτη, «να ΄χεις ένα κεραμίδι να βάλεις το κεφάλι σου από κάτω». Ήρθε μία ωραία πρωία και το κεφάλι σου μπήκε κυριολεκτικά κάτω από το κεραμίδι, γιατί σούρθε κατακούτελα. Πάει αυτή η σταθερή. Στην πήρε η Τράπεζα ή οι φόροι ακίνητης περιουσίας. Και ξημέρωσε και μία άλλη μέρα βροχερή, και πήρε την αποταμίευση, και την έκανε μπιρ παρά. Όχι δικιά σου μέρα βροχερή, του συστήματος. Όπου σύστημα, διάβαζε αυτό που καταλαβαίνεις. Και η Φυτίνη έχει χαλάσει τελευταία, οπότε ο Καπιταλισμός έχει χάσει κάθε σταθερή αξία. 

Όταν μας έβαζε ο κύριος, η κυρία, ή η δεσποινίς δασκάλα έκθεση για την αποταμίευση, μας εξηγούσε ότι «Η αποταμίευση συμβάλλει στο ατομικό και γενικό καλό», κι εμείς σαν ζωντόβολα τα διαστρέφαμε και μπερδεύαμε τους τίτλους όλων αυτών των εκθέσεων με τα βαρύγδουπα νοήματα. Μάλλον εμείς τα ζωντόβολα είχαμε δίκιο. Η Αποταμίευση είναι μισή αρχοντιά. Η άλλη μισή στην Κύπρο βρίσκεται.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Εγώ, το 2013 θα προσπαθήσω να είμαι καλό παιδάκι ...

Της Άννας Χατζησοφιά, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Εγώ, το 2013 θα προσπαθήσω να είμαι καλό παιδάκι. Η κυρία μας είπε, αυτές τις άγιες μέρες, μας είπε,  να μην το κωλοβαρέσουμε και το ρίξουμε όλο στο παιγνίδι και στη ξενοιασιά, αλλά να στοχαστούμε πως θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι στη χρονιά που έρχεται. Εγώ δεν ξέρω τι θα πει στοχαστούμε και ρώτησα τον μπαμπά μου τι θα πει στοχαστούμε και μου απάντησε ότι στοχαστούμε είναι αυτό που δεν έκανε ο παππούς πριν ψηφίσει και τώρα που του κόψαν την σύνταξη κλαίει και οδύρεται. Εγώ όμως που είμαι μικρός και δεν ψηφίζω, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να στοχαστώ. Πάντως θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος το 2013. Και για να γίνω καλύτερος άνθρωπος πρέπει να σταματήσω να στεναχωρώ την μαμά.

Την μαμά την στενοχώρεσα πολύ την χρονιά που μας πέρασε και πιο πολύ το καλοκαίρι, γιατί ήθελα κάθε μέρα παγωτό, όπως τα προηγούμενα χρόνια, αλλά τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαμε μνημόνιο, έλεγε η μαμά. Εδώ έκανε λάθος η μαμά, γιατί και τον προηγούμενο χρόνο είχαμε μνημόνιο, μας το έμαθε η κυρία στο νηπιαγωγείο, μας είπε ότι μνημόνιο είναι κάτι που βάζουν στα κακά παιδάκια που δεν κάνουν τα μαθήματα τους και ζουν πάνω από τις δυνάμεις τους. Όπως κάνει ο Κωστάκης που είναι πολύ αδύναμος μαθητής και αντιγράφει από μένα την ζωγραφική, αλλά εγώ τον αφήνω και δεν με νοιάζει αν με πιάσει η δασκάλα και με βάλει τιμωρία γιατί ο Κωστάκης είναι φίλος μου, είναι.

Εντάξει, μου είπε η μαμά και τον προηγούμενο χρόνο είχαμε μνημόνιο, αλλά είχε και ο μπαμπάς δουλειά που φέτος την έχασε. Δεν ξέρω που την έχασε ο μπαμπάς την δουλειά, μπορεί στο πάρκο που μια φορά παραλίγο να χάσει και μένα γιατί ξέφυγα από το χέρι του. Μάλλον και η δουλειά θα του ξέφυγε από το χέρι. Τότε που παραλίγο να με έχανε, γιατί ξέφυγα από το χέρι του, μετά όταν με βρήκε στην λιμνούλα να πετάω κουλούρι στις πάπιες, με σάπισε στο ξύλο και μετά το βράδυ έκλαιγε και μου ζητούσε συγνώμη γιατί είμαι η ζωή του έλεγε και αν με έχανε θα έχανε τη ζωή του. Όμως και τώρα τον έχω ακούσει να κλαίει τα βράδια που έχασε την δουλειά του και να λέει στη μαμά ότι δεν έχει ζωή και μπερδεύτηκα, εγώ είμαι η ζωή του ή η δουλειά που την έχασε;

Είπα στην μαμά την απορία μου και μου απάντησε ότι εγώ είμαι η ζωή του αλλά για να μας ζήσει ο μπαμπάς πρέπει να ξαναβρεί δουλειά. Πολύ μπερδεύτηκα μ αυτά τα ζωή και ζήσει και δεν καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο χαζός ο κόσμος των μεγάλων, πάντως εγώ πρέπει να κόψω τα παγωτά. Πέρυσι μας βοηθούσε και ο παππούς αλλά τώρα που δεν στοχάστηκε πριν ψηφίσει και του κόψανε την σύνταξη δεν του φτάνει ούτε για ζήτω. Μάλλον για παγωτά εννοούν, γιατί εγώ όποτε μου παίρνουν παγωτό φωνάζω Ζήτωωωω! Αλλά ο παππούς έχει και τον θείο μου να ζήσει, τον αδελφό της μαμάς, που έχει τελειώσει μια πολύ σπουδαία επιστήμη αστροφυσικός την λένε, αλλά δεν βρίσκει πουθενά δουλειά.

Αυτό που χάνονται οι δουλειές αλλά δεν τις βρίσκει κανένας, εμένα πολύ με προβληματίζει, εμένα. Που να κρύβονται άραγε; Κοίταξαν μέσα στις τουαλέτες, γιατί ο Κωστάκης εκεί κρύβεται συνήθως. Ο θείος μου ο αστροφυσικός λέει ότι τις δουλειές τις τρώει η ύφεση και η λιτότητα, αλλά εγώ δεν πιστεύω σε μυθολογικά τέρατα, όπως δεν πιστεύω και στον Άγιο Βασίλη.

Ο οποίος Άγιος Βασίλης φέτος δεν μου έφερε δώρο, μόνο ο παππούς, παρότι δεν στοχάστηκε πριν ψηφίσει και του κόψαν την σύνταξη και έχει και τον θείο τον άνεργο αστροφυσικό. Η μαμά μου είπε, ότι ο Άγιος Βασίλης φέτος δεν ήρθε γιατί καίνε όλοι τα τζάκια για να ζεσταθούνε και δεν θα μπορούσε να κατέβει από την καμινάδα, γιατί θα πέθαινε από την αιθαλομίχλη. Έκανα ότι την  πιστεύω, για να μην την στεναχωρέσω, αλλά ήταν χαζή δικαιολογία, γιατί εμείς στην Κυψέλη δεν έχουμε τζάκι, αυτά είναι πολυτέλειες των Βορείων Προαστίων λέει ο θείος ο αστροφυσικός, και δεν έχουμε και ζέστη γιατί κανείς δεν έβαλε πετρέλαιο φέτος. Εγώ ξέρω ότι τα παλιά τα χρόνια, πριν από το μνημόνιο και πριν ξεφύγει από το χέρι του μπαμπά η δουλειά, ο μπαμπάς αγόραζε τα δώρα. Τα έκρυβε στο ντουλάπι, σηκώνονταν σιγά-σιγά το βράδυ για να μην με ξυπνήσει και τα άφηνε κάτω από το δέντρο, όμως ξύπνησα μια φορά και τον είδα, αλλά δεν του είπα τίποτε για να μην  του χαλάσω το παραμύθι.

Φέτος το 2013 θα προσπαθήσω να είμαι καλό παιδί και να μην στεναχωρώ την μαμά που είναι ήδη στεναχωρεμένη, γιατί περιμένει αδελφάκι και πως θα δουλεύει όταν το αδελφάκι βαρύνει στην κοιλιά της; Η μαμά κάνει νύχια κατ οίκον, δεν ξέρω τι είναι το κατ οίκον, αλλά και τα νύχια λέει, πέσανε λόγω κρίσης. Θα είναι κάποια ασθένεια αυτή η κρίση, που ρίχνει τα νύχια των γυναικών, αλλά με την μαμά έγκυο, τα νύχια να πέφτουν, τον μπαμπά να μην βρίσκει τη δουλειά του πουθενά, τον θείο άνεργο και τον παππού που δεν στοχάστηκε και του κόψαν του σύνταξη, πάλι τα παγωτά μου θα την πληρώσουν.

Αλλά το υποσχέθηκα το 2013 να είμαι καλό παιδάκι και να μην γκρινιάζω που μου κόψαν τα παγωτά, γιατί του Κωστάκη που ξέφυγε η δουλειά από τα χέρια και των δύο γονιών του, του κόψαν τα πρωινά σάντουιτς και τώρα του δίνω εγώ το μισό δικό μου. Δεν χορταίνω αλλά δεν με νοιάζει, γιατί ο Κωστάκης είναι φίλος μου, είναι.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά ...

Της Άννας Χατζησοφιά, απο το Red NoteBook...
Εφέτος, η επέτειος από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, μπαίνει σε μια κρίσιμη ηλικία,  γίνεται δεσποινίς ετών 39 και όπως και η Σμάρω Στεφανίδου, στην ομώνυμη ταινία, πρέπει επειγόντως να αποκατασταθεί.

Την αποκατάσταση ανέλαβε η Χρυσή Αυγή. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να φροντίσει, σαν καλή προξενήτρα, ήταν τη φήμη της μεγαλοκοπέλας. Πώς να το παντρέψεις το κορίτσι όταν μιλάς για νεκρούς; Για όνομα, αυτό είναι παραμύθι, αναφώνησε, όπως παραμύθι είναι και το Ολοκαύτωμα. Για να σας το αποδείξουμε, θα βγάλουμε μια χαμογελαστή φωτογραφία, δείχνοντας την πύλη του Πολυτεχνείου, όπως Άουσβιτς, που κι εκεί δεν υπήρχαν θύματα. Όλα ήταν κατασκεύασμα της κυρίαρχης Σιωνιστικής προπαγάνδας που θέλει να επιβάλει την παγκόσμια κυριαρχία και τον εβραίο θεό της. Όμως εμείς οι Έλληνες, απόγονοι του Απόλλωνα και των Γερμανοτσολιάδων, έχουμε αυτό το κάτι τις στο DNA μας που δεν είναι σπειροειδές, αλλά φέρνει σε μαίανδρο, και δεν χάβουμε τέτοια.

Επίσης, εμείς τα παλικάρια που φοράμε τα μαύρα όλο νάζι -ο τόνος προαιρετικά μπορεί να πάει και στη λήγουσα-, πιστεύουμε ότι η επταετία ήταν ο Χαμένος Παράδεισος και για την πτώση της, αντίστοιχη με αυτή των Πρωτοπλάστων, φταίει αυτή η καταραμένη όφις, η γενιά του Πολυτεχνείου.

Εγώ, για να καθαρίζω την θέση μου, δεν ανήκω σ’ αυτή τη γενιά, μην νομίζετε ότι έχω κάποιο όφελος δηλαδή υπερασπίζοντάς την. Όπως λέει και το ποιητή, χούντα δεν θυμάμαι μα ούτε ελευθερία, της Μεταπολίτευσης καημένη γενιά, είμαι.

Κι ένα κομπλεξάκι, που γεννηθήκαμε μερικά χρόνια μετά, το είχαμε στην παρέα μου. Ακόμα θυμάμαι την φράση μιας φίλης, ας την πούμε Ν, όταν  έφαγε απόρριψη από έναν γκόμενο αυτής της γενιάς, να λέει «Κι αυτό το τανκ σε λάθος κατεύθυνση πήγε». Κι επειδή η Ν είχε μεγάλο σουξέ, στο συγκεκριμένο target group, παίζαν πολλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα. «Το ΕΑΤ-ΕΣΑ μισές δουλειές έκανε» κι άλλα τέτοια ιερόσυλα και  βιτριολικά. Όσες όμως κατινιές και να λέγαμε, όσα μη πολιτικώς ορθά σχόλια και να κάναμε με την Ν, ήταν αυτό που λέμε inner joke, και το συμπλεγματάκι απέναντι σ αυτή τη γενιά που μας πήρε όλη τη δόξα.

Σήμερα, σύμφωνα με μία τρέχουσα καφενόβια και ιντερνετοκαφενόβια άποψη, την οποία εκφράζει ιδεολογικά η παράταξη του ΧΑους, αυτή η γενιά φταίει για όλα. Αυτή η γενιά που εμπορευματοποίησε την επαναστατικότητά της και την έκανε μίζες, βίλες και κότερα.

Για να δούμε όμως, τι θα πει γενιά; Ανοίγοντας το Μείζον Ελληνικό Λεξικό στο αντίστοιχο λήμμα, διαβάζουμε ότι είναι το σύνολο των ατόμων που γεννήθηκαν την ίδια χρονική περίοδο. Αυτό είναι και το μοναδικό κοινό τους σημείο. Από κει και πέρα υπάρχουν προσωπικές στάσεις και πολιτικές επιλογές. Γιατί την ίδια εποχή, που πολλοί νέοι κλείνονταν στο Πολυτεχνείο φωνάζοντας «Κάτω η Χούντα», άλλοι συνομήλικοι τους ασπάζονταν το δόγμα «το θέμα είναι να τη βρω» και  χόρευαν στους ρυθμούς του «Τάκα τάκα τάκα τα καρδιά μου πως χτυπάς».

Μιλώντας για γενιές, αποκρύπτουν ότι το θέμα είναι πολιτικό και οικονομικό, και μεταθέτουν την πάλη από αυτή των τάξεων σε πάλη γενεών. Δεν είναι όμως μόνο δικό μας φρούτο αυτό. Ευδοκιμεί και σε υπερπόντια εδάφη. Στις ΗΠΑ, οι fucking baby boomers ευθύνονται για όλα, από τον λεκέ της Μόνικα Λεβίνσκι μέχρι το Αφγανιστάν.
Για να επιστρέψουμε Ελλάδα και να πούμε αλήθειες, υπάρχουν κάποιοι που εξαργύρωσαν το ότι ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο, κοντά στο Πολυτεχνείο, ή περνούσαν με τρόλεϊ έξω από το Πολυτεχνείο. Τα περισσότερα όμως παιδιά από εκείνη την «γενιά» ούτε μίζες πήρανε, ούτε στο λιστόν μπήκανε, κι όλα αυτά τα χρόνια παραμένουν στις επάλξεις, στη δουλειά τους, στα σωματεία, στις γειτονιές τους, παντού. Οι πιο πολλοί δεν σταμάτησαν μέρα να αγωνίζονται. Αλλά και όσοι ακόμα ιδιώτευσαν για κάποιο διάστημα, τούτες τις μέρες που ο άνεμος μας κυνηγάει, έβγαλαν ξανά από το μπαούλο το ιδεολογικό τους αμπέχονο και πήραν πάλι θέση στην πρώτη γραμμή εισπνοής χημικών, στο χαράκωμα για Ψωμί Παιδεία Ελευθερία.  Παρέα με τους νέους αυτής της μισότριβης εποχής, που χούντα δεν έχουμε μα ούτε ελευθερία, του Μνημονίου 3 καημένη γενιά.


«ΥΓ: Από σατανική σύμπτωση, αφού είχα στείλει το κείμενο, σήμερα το πρωί μου τηλεφώνησε μία φίλη απ΄ τα παλιά, που έλειπε χρόνια και ψάχνεται για να επαναδραστηριοποιηθεί στο κίνημα. Ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο και ήταν μπροστά στην πρώτη γραμμή χημικών την Τετάρτη των μέτρων. Αλκμήνη, αφιερωμένο εξαιρετικά σε σένα και σε όσους κρατούν φιλίες από το ΄75!»

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Το παιχνίδι της χαράς...

Της Άννας Χατζησοφιά απο το Red NoteBook...
Αυτή η τάση του -new age να το πω; Η Πολυάννα και το Παιχνίδι της Χαράς να το πω;- που ισχυρίζεται ότι αν βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο, αυτόματα θα βρέξει ο ουρανός γάλα και μάννα, και αύριο όλα θα πάνε καλύτερα, είναι η χαρά του χόμους μνημόνικους...
Να, προχθές αίφνης το πρωί, skai στην οθόνη μου, στο τσακίρ κέφι, ποgλιτευτής εκ Πελοποννήσου, ο οποίος με έβαλε στη θέση μου την καταθλιπτικιά, που δεν ξεστραβώνομαι να δω τα όσα μύρια θετικά συντελούνται σ’ αυτό τον τόπο που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα. Και για να με πείσει ο ωραίος  γαλάζιος πολιτευτής, για το πόσο καλή είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση που συντελείται, μου κατήγγειλε ότι πλήθος συμπολιτών μας αλλάζει επάγγελμα, έτσι βρε αδελφέ, για μια ανανέωση, και άλλοι τόσοι πουλάν το σπίτι τους και γυρνάν στα χωριά τους, να σκάψουν να βρουν τις ρίζες τους, και κάτι βολβούς για να βράσουν στο καπνισμένο τσουκάλι. Τώρα για ποιους είναι καλό το ότι πουλάν το σπίτι τους, πέραν από τους τυχερούς που το αγοράζουν κοψοχρονιά, δεν το κατάλαβα, αλλά μπορεί να φταίει το ότι είμαι φυσική ξανθιά, με τρία δάκτυλα καστανή (ΣΥ)ριζα.

Σε ένα φίλο μου πάντως, πρώην σκηνοθέτη, που λέει να ξενιτευτεί, Λόντρα- Νιου Γιορκ-Βουδαπέστη-Παρίσι-Βιέννη, ψάχνει ακόμα το πού, και να εμπορευτεί εκεί εις την αλλοδαπήν «εδώδιμα- αποικιακά» από Ελλάδα, του είπα πως (σύμφωνα με τον Πατρινό βουλευτή) είναι τυχερός που ζει αυτή την μεταμόρφωση από κάμπια σε πεταλούδα, και απέμεινε να με κοιτάει βωβός, ο πτωχευμένος.

Είπα Βωβός και θυμήθηκα τον Babis, που αφού γέμισε φαραωνικά έργα την λεωφόρο που θα γίνονταν το City της Αθήνας, μπήκε στο άρθρο παρά μία 100, του κώδικα. Απορία: το όνομα του με τα μεγάλα γράμματα πάνω από τα κτίρια, θα κατέβει, ή θα μείνει να μας θυμίζει τις «ω, οι ευτυχισμένες ημέρες», που η Κηφισίας βυθίζονταν κι αναδύονταν παράλληλα με τους γυάλινους ουρανοξύστες, και οι ανισόπεδοι κόμβοι δένονταν και λύνονταν ανάλογα με τα φιλέτα οικόπεδα του περί ου ο λόγος;

Δεν ξέρω αν ο ανωτέρω υπαχθείς χαίρεται και χαμογελάει πατέρα, αλλά οι πραγματικοί πτωχευμένοι έχουν ένα θεματάκι και δεν μπορούν να χαρούν με τα ευχάριστα νέα που είναι πλήθος. Γιατί δεν είναι ευχάριστο, που μπορείς να αγοράσεις φρεσκοληγμένα προϊόντα που πρώτος θέσπισε ο μπακάλης στο Καφέ της Χαράς, σε χαμηλότερες τιμές; Δεν είναι ευχάριστο που απελευθερώνονται οι μερίδες στα εστιατόρια από τον ζυγό της ζυγαριάς; Μη μου ΦΑΓΕ και πολύ και μου κακομάθεις, γιατί τότε μπορεί και να μου τραβήξεις μια μεταφορά έδρας κατά Λουξεμβούργο μεριά, και ούτε φόρος ούτε ζημιά. Δεν είναι χαρμόσυνο ότι  ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα, του Μποστ, είναι πάλι trendy; Και τι αποδεικνύει αυτό; Ότι οι κλασικές αξίες, βρε κουτό, είναι πάντα στη μόδα, σαν το βεραμάν-και όχι λαχανί για όνομα- σακάκι της Καγκελάριας!

Είμαστε όμως κι εμείς αχάριστοι σαν λαός, κι αντίς να βγάλουμε ένα νεραντζάκι γλυκό στη φράου, παραλίγο να της το τρατάρουμε απευθείας απ΄ το δέντρο, ξεχνώντας τον Ξένιο Δία. Ευτυχώς τον θυμήθηκε ο κ. Δένδιας, again, και μάζεψε σκούπα όλους τους ύποπτους νερατζοκόφτες. Τώρα η φήμη ότι εφαρμόστηκε ολίγον από Γκουαντάναμο στους προσαχθέντες, ελέγχεται σαν φαντασ(μα)τική.

Και μη μου γκρινιάζετε, ότι μας κόμισε η μαντάμ γλαύκας στην Αθήνα, κοινώς 89 σημεία και τέρατα, που τα γνωρίζαμε ήδη. Γιατί δεν ξέρουμε αν κόμισε το κάτι τις της στους επιχειρηματίες, ντόπιους και Ζήμενς που συνάντησε κατ΄ ιδίαν. Πάντως, στον τομέα επίσκεψη, δεν θέλω μίζερα, είχαμε την τιμητική μας αυτή τη βδομάδα. Μέχρι και ο Νταβούτογλου ο Μεγαλοπρεπής μας καταδέχτηκε, αλλά χαθήκαμε  στη μετάφραση και δεν καταλάβαμε τα σούπα και τα μούπες περί του ντίλι-ντίλι-ντιλί Αιγαίο.  Φταίει και που είμαστε στόκοι, και δεν εμπεδώσαμε ακόμα φαρσί τα τουρκικά, μ’ όλο το φροντιστήριο της Σιλά κάθε μέρα.

Τώρα αν εσείς σε όλα αυτά δεν βλέπετε τα καλά νέα, είναι γιατί κοιτάτε το δέντρο και χάνετε το δάσος της Σκουριάς, αυτό ντε, που θα το αγγίξει ο Μίδας και θα γίνει χρυσός; Τα καλά νέα είναι ότι ο Ευάγγελος έμαθε τη διαφορά του «έφαγα φλασιά» από το «έφαγα φλασάκι». Τα καλά νέα είναι ότι θα είμαστε παραγωγικά τζόβενα μέχρι τα 67 και δεν θα μας αφήσουν να ξεκουτιάνουμε στα ΚΑΠΗ. Τα καλά νέα είναι ότι έχουμε κι εμείς τους δικούς μας Ταλιμπάν να υπερασπίζονται την αγνότητα του Corpus Christi. Να, τώρα που προσπαθώ να γράψω αυτές τις γραμμές είμαι σε απευθείας σύνδεση με φίλους που έχουν αποκλειστεί στο Χυτήριο, με την αστυνομία απ΄ έξω θεατή, να παρακολουθεί την Δημοκρατία να πέφτει στον Καιάδα, σφυρίζοντας αδιάφορα το «Ολαρία-Ολαρά τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια, βρικολάκιασαν και βγήκαν στα σοκάκια»! Τα καλά νέα, για να τελειώνω, γιατί αν συνεχίσω έτσι θα το πάω για τριλογία, είναι ότι ξέρουμε την διαφορά του χαζοχαρούμενου, που θα πει παίζω και γελώ κι άλλον αγαπώ έτσι στο ξεκούδουνο, από τον αισιόδοξο.

Και είμαστε αισιόδοξοι, γιατί παρ΄ όλο το deja vu της Βαϊμάρης, αφυπνίζεται και η αλληλεγγύη, η δημιουργικότητα, η ενεργή συμμετοχή και η αντίσταση στη βαρβαρότητα. Αυτό είναι το δικό μας παιχνίδι της χαράς, και πιάστε μου σας παρακαλώ μια μουσική υπόκρουση Μπετόβεν, κι ας την κακοποίησαν οι Ναζί. Δεν τους την χαλαλίζουμε!

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Κάνει γενική ανεργία ή εγώ ανεργώ γενικά, γιατρέ μου;

Άννα Χατζησοφιά, Red NoteBook...
Ότι τόχω ένα δυσλεκτικό στο πληκτρολόγιο, τόχω. Μην σας πω ψέματα, και με κάψει ο γέροντας Παστίτσιος. Συχνά, αντί να γράψω ου, όπως «ου να μου χαθείτε Μνημόνια», γράφω «υο να μυο χαθιέτια Μνημόναι». Και το θεματάκι μου επεκτείνεται και πέραν των διφθόγγων. Να, πριν αντί να γράψω «Όλοι αύριο στη Γενική Απεργία», έγραψα «Όλοι αύριο στη Γενική Ανεργία». Πώς είπες γιατρέ μου; Δεν είναι κουλαμάρα, αλλά το ασυνείδητο που βγήκε παγανιά στο πληκτρολόγιο και λέει αλήθειες  πίσω από την πλάτη μου;

Να το συλλάβουμε πάραυτα το ασυνείδητο, γιατί ρίχνει το αγωνιστικό μου φρόνημα στα Τάρταρα, άσε που μπορεί να το υποκινεί και το λόμπι της δραχμής. Είναι ύποπτα αυτά τα ασυνείδητα και δεν ξέρεις πότε θα χτυπήσουν. Μάλλον θα τσίτωσε από τη μάζωξη που είχαμε χθες  στην πολυκατοικία για ένα θεματάκι με το φυσικό αέριο. Κόστος το λένε το θεματάκι, και το βλέπω να το κλείνουμε το ρημάδι το αυτόνομο και να κοτσάρουμε το μαγκάλι με τα κάρβουνα δίπλα στο coffee table. Και θα ‘χει λέει πολύ βαρύ χειμώνα φέτος στο Μαρούσι (ανάθεμα το στεγαστικό στο ελβετικό φράγκο, ανάθεμα).

Κλαιν οι χήρες, κλαιν κι οι παντρεμένες, μου στέλνει μήνυμα ο ανιψιός μου, γιος απ’ αδελφό υδραυλικό στον Τύρναβο κι από ανάγκη αγρότη. Καταλάβατε τώρα, από αυτούς που ρίξανε το κράτος έξω, γιατί δεν κόβανε αποδείξεις και αράζανε με τις αγροτικές επιδοτήσεις, όπως μας λέει η κ. Όλγα Δεν Τρέμει βλέφαρο, άσχετο που όλη η περιουσία -5 στρέμματα- είναι υποθηκευμένα στην τέως Αγροτική και νυν Υπέρ Πάντων Σφαγών! Και που έξι μήνες τώρα δεν έκανε ένα μεροκάματο, γιατρέ μου, είναι προσποίηση για να φοροκλέβει το κράτος εκατομμύρια.

Ο ανιψιός, λοιπόν, κάνει το δικτατορικό του στη Φλώρινα (διδακτορικό κυρά μου, γράφτο εκατό φορές). Δικτατορικό επιμένει το ασυνείδητο, γιατί χωρίς φράγκο στην τσέπη και με το θερμόμετρο να φλερτάρει το Γενάρη στους -17, μια δικτατορία, όσο νάναι την έχεις.

Δίκιο έχεις αγόρι μου, αλλά κι εδώ μην φανταστείς, βρέχει νεοφτώχεια και έχει γεμίσει το Αττικό σύμπαν με μάντρες που πουλάνε καυσόξυλα, εκ Βουλγαρίας, μεσοτοιχία με τα νέα Σαράφικα, «Αγοράζουμε το Χρυσό σας μισοτιμής» που σπεύδουν να ξεπουλήσουνε οι κυρίες,  -ντρουμπου-ντρούμ ντρουμ- τα βραχιόλια τους- βροντούν. Και με παραπέμπουν σε κάτι τις ιστορίες, γιατρέ μου, από τις θειάδες και τις γιαγιάδες, για το πώς πουλήσανε το σκληρό χειμώνα του ‘41 τη χρυσή τη βέργα (που τους χάρισε η πεθερά στον αρραβώνα), για να αγοράσουν ένα τενεκέ λάδι, κι αναρωτιέμαι, πόσο πιάνει η βέργα σήμερα; Ούτε τη μια δόση για το χαράτσι, το πολύ-πολύ να γεμίσεις το ρεζερβουάρ και να βάλεις και λίγο αέρα στα λάστιχα.

Λαϊκίζεις κυρά μου, θα μου γράψουν πάλι στο facebook οι διάφορες Μαρίες Αντουανέτες, που πληθύναν κι αυτές μαζί με τους Λαδάδες, και βγαίνουν σουλάτσο στα κανάλια και στα ίντερνετ και διαλαλούν ότι δεν κάνει κρίση, κάνει ευκαιρία, να ξεσκαρτάρουμε τα πρόβατα από τα ερίφια, να καθαρίσει η αγορά εργασίας από τις σαβούρες και τους τεμπέληδες. Και που μας συμβουλεύουν σε όλους τους τόνους να κάνουμε ενδοσκόπηση και να δούμε the bright sigh of life, σαν τον Μπράϊαν πάνω στο σταυρό, να σταματήσουμε να δίνουμε σημασία σε υλικά πράγματα, όπως ο μισθός, η σύνταξη και άλλα ποταπά και ότι αν αγαπάμε την πατρίδα μας –μην είν’ οι κάμποι– θα ζήσουμε η πενταμελής με 800 ευρώ το μήνα και καλή καρδιά.

Άσε που θα επανεκτιμήσουμε το φαγητό, τώρα που λιγοστεύει, θα ξαναβρούμε τις χαμένες αξίες των γονιών μας και στο τέλος θα περάσει η Αλίκη Βουγιουκλάκη με το φορτηγό και θα πάμε όλοι για μπάνιο στη Βουλιαγμένη.

Πού τη βρίσκεις κι εσύ την όρεξη κυρά μου για αστειάκια, θα μου πείτε, και με το δίκιο σας. Τι λες γιατρέ μου; Είναι η άλλη όψη της κατάθλιψης; Κι ότι πολλοί αυτόχειρες κάναν αστειάκια το περασμένο βράδυ; Αλήθεια είναι by the way, ότι έχουμε καλό ρεκόρ στις αυτοκτονίες και μπορεί να ανέβουμε και στο βάθρο; Στην ανεργία πάντως πάμε να τα σκίσουμε αυτά τα ρεμάλια τους Ισπανούς. Άντε επιτέλους να δει κι αυτή η έρμη χώρα μια πρωτιά.  Any way, λέω να μην σου την κάνω την χάρη αύριο να ξαπλώσω στην Λε Κορμπυζιέ στο ιατρείο σου. Λέω να το πάρω τρία κλικ αριστερά και να κατέβω μαζί με όλες τις άλλες σαβούρες, τους άνεργους ντε, και τους χαμηλόμισθους, στην πορεία. Και να χώσω κι ένα αντιόξινο στην τσάντα. Είναι δείγμα καλής Ανατροπής. Όχι δεν ήθελα να γράψω ανατροφής, σωστά το έγραψα αυτή τη φορά.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Δεν θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία...

Red NoteBook ...
Της Άννας Χατζησοφιά

Όταν μιλάνε για τις προτάσεις της αριστεράς, γιατί δεν μπορούν πια να ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχουν, εκτοξεύεται με υποφώσκουσα ειρωνεία και αμφισβήτηση η ίδια ερώτηση: Πόσο ρεαλιστικές είναι αυτές οι προτάσεις;

Εμένα πάλι, για να παραφράσω τον Μπρεχτ, όταν ακούω ρεαλισμό,  ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει. Αν με τη λέξη ρεαλισμός εννοούν κι άλλο πετσόκομμα των μισθών και συντάξεων και τον συναγωνισμό με την Βουλγαρία και την Κίνα για τον τίτλο της Μις Εξαθλίωση, τότε όχι, η δική μας πρόταση δεν είναι ρεαλιστική.

Αν με τη λέξη ρεαλισμό, εννοούν εργασιακές σχέσεις τύπου «σκλάβοι στις γαλέρες», τότε όχι, δεν είμαστε ρεαλιστές. Σ΄ αυτόν τον ρεαλιστικό εργασιακό Καιάδα που μας πετάνε, προσδίδουν και χαριτωμένους χαρακτηρισμούς, όπως «ευέλικτες σχέσεις», ελισσόμενες εύκολα δηλαδή, και από την μεριά του εργοδότη ελισσόμενες, γιατί ο εργαζόμενος με το σουγιά στο κόκαλο και το λουρί στο σβέρκο, πού να την βρει την ευελιξία και την χαριτωμενιά της Κομανέτσι;

Αν με την λέξη ρεαλισμό εννοούν να βγαίνουμε στη σύνταξη με το ένα πόδι στον τάφο και το εφ’ άπαξ να αντικατασταθεί με επίδομα κηδείας, τότε όντως, η πρόταση μας είναι μη ρεαλιστική.

Αν είναι ρεαλισμός το να αναγκάζονται οι νέοι με πτυχία και μεταπτυχιακά να μεταναστεύουν, τραγουδώντας σουξέ του ΄60 «μανούλα θα φύγω μην κλάψεις για μένα», ή να επιστρέφουν άνεργοι στο χωριό τους και να ξημεροβραδιάζονται στα καφενεία χωρίς διέξοδο, τότε χάρισμά τους.

Αν ρεαλισμός θεωρείται να αυξάνονται κατά 20.000 το μήνα οι άνεργοι, και να πολλαπλασιάζονται οι αυτοκτονίες -στις οποίες αποδίδουν ψυχολογικό υπόβαθρο, λες και η ανεργία και η κοινωνική περιθωριοποίηση θα μπορούσε να παράγει κάτι διαφορετικό, μια χαρά και μια ευεξία ας πούμε-, τότε μακριά από μας αυτή η ρεαλιστική σκέψη.

Αν ρεαλισμός είναι να λιποθυμούν παιδιά από την πείνα, να μετατρέπονται τα παγκάκια σε κρεβάτια αστέγων, να ξαναγίνεται η παιδεία προνόμιο των πλουσίων, να διαλύεται το (όποιο) κοινωνικό κράτος, να κλείνουν νοσοκομεία,  τότε όχι, δεν έχουμε καμιά σχέση με τον ρεαλισμό τους.

Αν με τον ρεαλισμό τους ονειρεύονται μια χώρα όπου θα λειτουργεί ο κοινωνικός αυτοματισμός, μια χώρα με σημαία τη μισαλλοδοξία, και μια χώρα που θα θεωρεί τα δημοκρατικά δικαιώματα της απεργίας και της διαμαρτυρίας ενόχληση για τους τουρίστες, τότε όχι, δεν έχουμε ρεαλιστικές προτάσεις.

Εάν αυτό είναι ρεαλισμός, τότε δεν θέλω ρεαλισμό θέλω μαγεία.

Την μαγεία που μπορεί να φέρει η ανατροπή, όχι μόνο με την ψήφο στις 6 Μάη, αλλά με την διαρκή συμμετοχή από την επόμενη μέρα όλων μας στη διακυβέρνηση, μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, και τον έλεγχο της εξουσίας από τα κάτω.

Τότε μπορεί να δημιουργήσουμε μαγεία. Όχι αυτή που βγάζει κουνέλια από το καπέλο, αλλά τη μαγεία της αλληλεγγύης, της συνεταιριστικής αυτοοργάνωσης, του πραγματικά δημοκρατικού σχεδιασμού της κοινωνίας με προοπτική τον σοσιαλισμό. Τη μαγεία ενός αύριο όπου θα συνυπάρχουμε χωρίς διαχωρισμούς - φυλετικούς, σεξιστικούς, θρησκευτικούς, σεξουαλικής προτίμησης. Τη μαγεία ενός αύριο όπου η λέξη «Αγορές» θα σημαίνει τις αλλεπάλληλες συνελεύσεις του Δήμου.
   
Υ.Γ.: Τη φράση «Δεν θέλω ρεαλισμό θέλω μαγεία», την λέει η Μπλανς Ντυμπουά στο θεατρικό έργο του Τεννεσή Ουίλιαμς «Λεωφορείο ο Πόθος»!


Η Άννα Χατζησοφιά είναι υποψήφια βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στη Β΄ Αθήνας

Ροη αρθρων