Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία, ΜΕΓΚΑ...


του Γιωργου Ανανδρανιστακη, απο την Αυγη...
Τα ύστερα του κόσμου! Κυριακή βράδυ και το δελτίο του ΜΕΓΚΑ είχε πρώτο θέμα την πορεία για την 40η επέτειο του Πολυτεχνείου. ‘Όχι μόνο έδειχναν την πορεία, ολόκληρη την πορεία, όχι τα επεισόδια, όπως έκαναν άλλες φορές, την επαινούσαν κιόλας. Μεγάλη την λέγανε, δυναμική την λέγανε, ειρηνική την λέγανε, άλλοι άνθρωποι ήτανε, σαν να είχε μπει μέσα τους ο Παπαχρήστος. Ο Δημήτρης Παπαχρήστος του Πολυτεχνείου, όχι ο λογοκριμένος Γιώργος Παπαχρήστος των λογοκριμένων ΝΕΩΝ.
Τι έγινε, ρε παιδιά; Έγινε ότι το ΜΕΓΚΑ έχει φάει τόσο κράξιμο ως το κανάλι του πιο μαύρου καθεστώτος της Μεταπολίτευσης, που αναγκάζεται από καιρού εις καιρόν να κρατάει κάποια προσχήματα, για να μην καταρρεύσει. Διότι το κράξιμο δεν είναι περιθωριακό, δεν προέρχεται από τους λίγους και τους γραφικούς. Ανοίξτε τα twitter και face book και θα βρείτε εκατομμύρια ανθρώπους που ασκούν δριμύτατη κριτική στο ΜΕΓΚΑ κι αυτό δεν μπορούν να το αγνοήσουν οι καναλάρχες. Και πώς να το αγνοήσουν, όταν βλέπουν το πάλαι ποτέ κραταιό δελτίο τους να έχει πέσει στη δεύτερη θέση, για να μην πούμε για την «Ανατροπή» του Πρετεντέρη που χάνει ακόμη και από την γκροτέσκ «Δίκη» του Κυριάκου Θωμαΐδη. Η ευδοκίμησή τους εξαρτάται πλέον από την «Φατμαγκιούλ» και δεν μπορούν να της ανάψουν και ένα κερί, ένεκα που τυγχάνει μουσουλμάνα.
Μετέδιδε το ΜΕΓΚΑ το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» και την ίδια ώρα πατούσε χάμω και το ψωμί και την παιδεία και την ελευθερία. Λέγανε «Ψωμί» και συνάμα παρουσίαζαν τον Σαμαρά, τον Βενιζέλο και τον Στουρνάρα ως τους μεγάλους αντιστασιακούς κατά της τρόικας και της Μέρκελ. Λέγανε «Ψωμί» και ανοίγανε το δρόμο για να έρθουν τα νέα μέτρα του 1,3 δις- στο τέλος θα είναι πολύ περισσότερα-και να χαθεί και το ελάχιστο ψωμί που έχει απομείνει.
Λένε «Παιδεία» και την ίδια ώρα καθαρίζουν το έδαφος, για να μπούνε τα ΜΑΤ στα πανεπιστήμια και να συλλάβουν τους απεργούς διοικητικούς υπαλλήλους και όποιον άλλον αντιστέκεται στον Αρβανιτόπουλο. Κλαίνε για το εξάμηνο που θα χαθεί, ενώ πρωτοστατούν στην επιχείρηση κατεδάφισης της δημόσιας παιδείας, προς όφελος των ιδιωτών. Όταν ακούτε «Παιδεία», να φέρνετε στο νου σας την εικόνα της ‘Όλγας Τρέμη στα εγκαίνια ενός ακόμη κολεγιακού campus, πέρα στους πέρα κάμπους.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

“θέλω να νικήσω, αφού δεν μπορώ να νικηθώ”...

nullapoenasinelege...
10657_10200580463088928_1118917030_n
*
Είμαι στο γραφείο. Ανοίγω το παράθυρο, ο ήλιος μπαίνει εκτυφλωτικός από τα στόρια. Ο θόρυβος της Κηφισίας τρυπώνει στα αυτιά μου. Ξαφνικά ακούω ένα κελάηδισμα. Κάθαρμα Βωβέ, σκέφτομαι, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας.
Νιώθω ξαφνικά το περιλαίμιο της μισθωτής εργασίας να με πνίγει στο λαιμό. Θέλω να βγω στο δρόμο, να τρέξω μέχρι το σπίτι, να φορέσω τα αθλητικά μου και να κατηφορίσω ολόκληρη την Πατησίων. Να περπατήσω όλη τη διαδρομή μέχρι το κέντρο της πόλης, να χαμογελάσω στους άτυχους μετανάστες που η ευρωπαϊκή νομοθεσία τους κρατά φυλακισμένους στην βρώμικη, σκοτεινή και εξωτική Πατησίων, να καπνίσω τρία πακέτα τσιγάρα, να πιω πέντε μπύρες σε όποιο στέκι βρω μπροστά μου, να τραγουδήσω πως η χούντα δεν τελείωσε το ’73, να μην σκέφτομαι άλλο πια πως δεν έχω λεφτά στο πορτοφόλι μου, να σταματήσει ο χρόνος να κυλά τόσο αργά και βασανιστικά, σε κάποιους κάνανε φάλαγγα, σε μας κάνουν αφαίμαξη ψυχής, και τι να ‘ναι χειρότερο άραγε, όσα λουλούδια και να καταθέσω σε τόπους πεσόντων τα λουλούδια που μυρίζουν πιο πολύ θα είναι πάντα αυτά που από μόνα τους φυτρώνουν άναρχα στα νεκροταφεία, τι σου έλεγα;
Ναι.
Θέλω να φτάσω ξέπνοη στο Πολυτεχνείο, σαν να με βλέπω κιόλας, τα μαλλιά μου λύθηκαν και αρνούνται να με υπακούσουν, οι παλμοί μου έχουν υπερβεί κατά πολύ το φυσιολογικό, φτάνω στην είσοδο, μπαίνω μέσα, τα πόδια μου τρέμουν όχι από κούραση μα από ηδονή, σε μια γωνία βλέπω τον πατέρα μου, πρωτοετής φοιτητής με μακριά μαλλιά, αστεία ρούχα και βλέμμα που φωνάζει ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, η μαμά μου στέκεται διστακτική απ’ έξω, μαθήτρια ακόμα, ψάχνει να βρει τους αλήτες που άκουσε ότι κατέλαβαν το χώρο και δεν βλέπει κανέναν αλήτη πουθενά, κάτι πολύ περίεργο φυσάει στο προαύλιο, κάτι σαν αέρας απελευθέρωσης, χαμογελάνε όλοι και οι λευκές οδοντοστοιχίες τους τυφλώνουν το θάνατο, νικάνε τους προβολείς του τανκ, λυγίζουν τους φαντάρους, ταρακουνάνε την Κύπρο, ξαναζωντανεύουν το αίμα που κυλάει στις φλέβες του Αλέκου Παναγούλη, κι εγώ τώρα πια τρέμω ολόκληρη μπροστά στην επέλαση της ομορφιάς.
*
Σουρουπώνει, κι εγώ εκείνη την ώρα- αλήθεια, βρίσκω κι εγώ κάτι ώρες-θυμάμαι πριν δύο χρόνια που είχα έρθει στην Ελλάδα μόνο για να ψηφίσω στις εκλογές και μετά γύρισα στο Βερολίνο τρανταζόμενη από λυγμούς· «γύρισα στη Γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι Γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον Δεκέμβρη του Αλέξη, για τον Ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της Μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod touch και να ακούς Βάρναλη καταμεσής στην Alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;»
*
Μπαίνω μέσα στο κτίριο· σε μια γωνία το ιατρείο, στην άλλη ένας πομπός που παλεύουν να φτιάξουν οι μηχανολόγοι. Σε λίγη ώρα θα ακούσω τις φωνές από το ραδιόφωνο που ξεκινά να εκπέμπει. Η χροιά της φωνής όσων μιλάνε θα τρυπώσει ανέμελα μέσα στα σπίτια, κερδίζοντας έτσι την πρώτη μάχη κατά της προπαγάνδας. Τα υπόγεια της οδού Μπουμπουλίνας θα κουνηθούν συθέμελα. Βασανίζουν τα παιδιά σου. Η λέξη λαός δεν με έχει συγκλονίσει ποτέ στη ζωή μου πιο πολύ, αυτά εδώ τα παιδιά βασανίζονται όσο κι εγώ, αυτά εδώ τα παιδιά είναι αδέρφια μου, τους έχουν κόψει την αναπνοή, πλησιάζω έναν κύριο που φοράει φόρμα εργασίας, εσείς τι κάνετε εδώ, τον ρωτάω. Είμαι εργάτης, μου απαντά, και άλλη εξήγηση δεν χρειάζομαι.
Τα δάκρυα έχουν θολώσει τα μάτια μου αλλά ξέρω πως βλέπω πιο καθαρά από ποτέ.
Ακούω από την καθεστωτική τηλεόραση πως ο Παττακός απειλεί με μηνύσεις τα ξένα μέσα ενημέρωσης που παρουσιάζουν τη χούντα σαν χούντα, σαν κάτι να μου θυμίζει αυτό, ανατριχιάζω ολόκληρη, δεν γίνεται όλα να μοιάζουν τόσο πολύ, δεν γίνεται ο Διομήδης Κομνηνός να σκοτώθηκε χωρίς αιτία, πώς αντέχετε, μου λέει ένας μαθητής της εποχής, πώς μπορείτε να ζείτε έτσι πενήντα χρόνια μετά, γιατί δεν ζείτε το δικό σας Πολυτεχνείο, του ιστορώ πως το άσυλο των πανεπιστημίων δεν υπάρχει πια και με κοιτάζει έκπληκτος, δηλαδή, μου λέει, παντού αστυνομία;
Παντού αστυνομία, Δικαιοσύνη πουθενά, του απαντάω και ανηφορίζω για τη Νομική, πηγαίνοντας το χρόνο κι άλλο προς τα πίσω- ίσως και προς τα εμπρός. Βρίσκω κόσμο μαζεμένο στην ταράτσα, εκεί και ο αγαπημένος μου δάσκαλος της νομικής, της δικηγορίας και της ζωής, έχει μακριά μαλλιά και την ίδια ζωντάνια στο βλέμμα που θα έχει και τριάντα χρόνια μετά, τώρα, μου λέει, τώρα είναι η δική σου ώρα, τώρα ανέβα σε ταράτσες και σε μπαλκόνια, συγκράτησε όσους θέλουν να πηδήξουν, θύμισέ τους πως ο αγώνας γίνεται μόνο όταν είσαι ζωντανός, μην τους πιστεύετε, είσαστε πολλοί, είσαστε πιο ζωντανοί από ποτέ, μην παραδοθείτε, μην·
*
Αποφασίζω να δράσω. Κατεβαίνω στην πλατεία της Κατερίνας Γώγου τραγουδώντας Άσιμο· θα βάλουμε μπροστά τη μαύρη και την κόκκινη σημαία, για αγώνα η λευτεριά μας είναι αναγκαία. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το arbeit macht frei, να μην λυγίσουμε, να μην φύγουμε, να μην σκύψουμε άλλο πια, φωνάζω και δεν με νοιάζει πια που γυμνώνομαι έτσι.
Από παντού ακούγονται φωνές που λένε πως έφτασε η ώρα. Τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις; Ολόκληρο το διαδίκτυο πάτησε το πλήκτρο του οφ στον υπολογιστή και βγήκε στους δρόμους. Μαζευόμαστε κόσμος. Διάολε, είμαστε χιλιάδες, εκατομμύρια, είμαστε λαός.  Ποτάμι ανίκητο.
Ανίκητο.
Ας τους νικήσουμε.
*

Ο Νοέμβριος του Χίλια Εννιακόσια Εβδομήντα Τρία. Ο Νοέμβριος του…

του κ. Γιωργου Πηττα, απο το TVXS...
Ο χρόνος είναι μία έννοια τεχνητή –συγκλίνουν πια φυσικοί και στοχαστές.Αν κάποιος μπορούσε να σταθεί σε μία γωνιά έξω από το σύμπαν, θα έβλεπε όλες τις φάσεις τις ζωής του σαν σταματημένα στην αιωνιότητα καρέ, χωρίς χθες σήμερα και αύριο.  Το διάβαζα τις προάλλες αυτό κάπου, σε ένα εξαιρετικά καλογραμμένο άρθρο εκλαϊκευμένης επιστήμης και από τη μια μεριά μου προκαλούσε μέθη για τα πόσα δεν ξέρουμε και δεν καταλαβαίνουμε αλλά, από την άλλη, ταυτόχρονα με έκανε να νιώθω έντονα το συγκεκριμένο σταματημένο καρέ στο οποίο η ζωή μου έχει κάνει pause. Και δεν έχει καθαρή εικόνα αυτό το καρέ.
Είναι γκρίζο με κόκκο διάστικτο και έντονο τόσο, που το αποτυπωμένο στιγμιότυπο είναι θολό και χυμένο.
Σαν κάνω όμως μια ισχυρή  μεγέθυνση θα βρω μέσα στους γκρίζους κόκκους, στα pixels όπως λέμε σήμερα, χρώματα έντονα, χρώματα πυρά και εκτυφλωτικά.
Το βράδυ του Πολυτεχνείου, εκείνο το τελευταίο βράδυ- Παρασκευή ήταν, ακριβώς 40 χρόνια από σήμερα που σημειώνω αυτές τις αράδες ήταν γεμάτο από φώτα αυτοκινήτων σταματημένων, από κίτρινα τρόλεϊ με τις κεραίες κατεβασμένες, από πρόσωπα που έλαμπαν πιο έντονα και από τα φώτα των ασθενοφόρων που  σταματούσαν να μαζέψουν τραυματίες.
Τα φανάρια της τροχαίας στο κόκκινο, όλα με το χρώμα τους να χύνεται ή να αντικατοπτρίζεται στην άσφαλτο για να συναντήσει λίγο μετά, το αίμα.
Ένα πλήθος που κουνιόνταν σε μια φευγαλέα χορογραφία ανάκατοι νέοι και μεσήλικες χαφιέδες και περίεργοι, τραμπούκοι και επίδοξοι αρχηγοί, απορημένοι και συνειδητοί.
Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν θα ξεχάσω ποτέ και θα με συνοδεύσουν μέχρι το τέλος.
Το ένα, είναι η πορεία του πλήθους που ξεκίνησε αργά το απόγευμα από το Πολυτεχνείο με κατεύθυνση τη Βουλή. Μπορεί τότε να μας φάνηκε μεγάλο το πλήθος, αλλά δεν ήταν, δεν ήταν αυτό που έπρεπε.
Θυμάμαι τους αθηναίους που είχαν βγει σε μπαλκόνια και παράθυρα και χειροκροτούσαν την πορεία, αλλά η πορεία δεν χάρηκε, απάντησε με θυμό, με δικαιολογημένο θυμό με ένα εν χορώ «κατεβείτε κάτω-κατεβείτε κάτω-κατεβείτε κάτω» .

Η δύναμη του Πολυτεχνείου...

του Δημητρη Παπαχρηστου, απο το Εθνος...
Η δύναμη του Πολυτεχνείου
Πώς μπορώ να μιλήσω και να γράψω σε μία λευκή σελίδα και να γεμίσω τα σαράντα χρόνια που πέρασαν από τότε, όταν το τότε της εξέγερσης είναι το τώρα της συνέχειας του αγώνα, από εκεί που δεν κατορθώσαμε να φτάσουμε. Το εξεγερσιακό πνεύμα υπάρχει στους νέους, υπάρχει και η παρακαταθήκη, ιστορική και συμβολική. Το Πολυτεχνείο και το εδώ, έχει μπει στη ζωή τους κι όταν ακόμα δεν γνωρίζουν το πώς έγινε και τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα. Οταν τολμούν και κάνουν συγκρίσεις κι αναλογίες και λένε πως τότε η χούντα είχε πηλίκιο για να της το αφαιρέσετε και τώρα γίνανε πολλές οι χούντες και πώς να τις πολεμήσουμε...
Τα παιδιά φωνάζουν το σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία, το Πολυτεχνείο δεν τελείωσε το '73»...
Πολλά έχουν γίνει και πολλά έχουν αλλάξει και ο φόβος του Πολυτεχνείου συνέβαλε σε αυτό. Μόνο που η σκληρή πραγματικότητα δεν έχει αλλάξει. Μπορεί να μην έχουμε εκείνη τη δικτατορία, αλλά τώρα την υφιστάμεθα, δημοκρατικώ τω τρόπω... Το επιτάσσει η τροϊκανή οικονομική χούντα.
Ζούμε την ψευδαίσθηση μιας ελεγχόμενης, αντιπροσωπευτικής, πρωθυπουργικής και ολιγαρχικής δημοκρατίας, ως να υπάρχουμε μέσα σε μια εικονική πραγματικότητα.
Το Πολυτεχνείο δεν είναι ακόμα ένας μύθος, είναι ένα ιστορικό γεγονός και λειτουργεί και εμπνέει σήμερα τους νέους και ως σύμβολο που τους δείχνει τον δρόμο να αλλάξουν την πραγματικότητα που δεν τους αρέσει και να φτιάξουν τη δική τους. Γιατί να μην πιστέψουν, όταν πιστέψουν, πως η ουτοπία βρήκε τον τόπο της, με την πραγμάτωσή της, στο Πολυτεχνείο. Το αυθόρμητο, να αυτοοργανώνεται, να προκύπτει η αυτονομία, η άμεση δημοκρατία, με συνελεύσεις, με ανακλητούς εκπροσώπους, αντιπροσώπους με συντονιστική επιτροπή, με τον ραδιοφωνικό σταθμό, «η φωνή των εξεγερμένων», και με όλα τα αναγκαία της συνύπαρξης και της αναγνώρισης πως μπορούμε να γκρεμίσουμε τη δικτατορία αλλά η σύγκρουση θα γίνει στο καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα που τη δημιουργεί. Δεν κάναμε μια στροφή στην Πατησίων για να καταλάβουμε το Πολυτεχνείο.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Πολυτεχνείο εκεί;

Του Δημήτρη Πετρόπουλου απο το  
Photo for this article
Παιδί του Πολυτεχνείου,
Το πήρα το μήνυμα σου. Λίγο καθυστερημένα είναι αλήθεια, αλλά δεν πειράζει. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Έτσι δε λεν;
Tι αστείος τρόπος κι αυτός να σε αποκαλώ παιδί του Πολυτεχνείου αλλά… δεν ξέρω πώς σε λεν. Δεν μου το γράφεις. Καταλαβαίνω γιατί. Σημασία δεν έχει ποιος είσαι. Σημασία έχει αυτό που έκανες. Αυτό που κάνατε.
Θέλω να 'μαι ειλικρινής μαζί σου και μη με παρεξηγήσεις. Τι νόημα έχει να σου απαντήσω αν δε σου λέω αλήθεια;
Αν σου πω πως μπορώ να μπω στη θέση σου και να ζήσω τα πράγματα όπως τα έζησες, να νοιώσω ότι ένοιωσες, να μεθύσω με το νου και την καρδιά μου όσο ίσως θα 'θελες εσύ, θα ήταν ψέμα.
Όχι γιατί το παίζω ηλίθιος η αναίσθητος – αυτό πάλι θα ‘ταν άδικο για μένα αλλά να!…Πιστεύω πως κάτι μου διαφεύγει και θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω τι εννοώ.
Κατ αρχήν είμαι και γω ΄΄παιδι΄΄ σαν και σένα που θα πει πως και γω θέλω να αλλάξω τον κόσμο και να τον κάνω καλύτερο. Και γω πιστεύω πως το μόνο που μετράει είναι να αγωνίζεσαι για μια καλύτερη ζωή - πως μόνο τότε αξίζει να ζεις. Αλλιώς… απλά επιβιώνεις και δεν είναι καθόλου το ίδιο.
Μιλάω για ζωή σε σένα που δε λογάριασες τη δική σου αλλά δεν είμαι ούτε εγωιστής ούτε σκληρός. Ξέρω πως αν ήσουν εδώ πλάι μου θα καμάρωνες ακόμα για τις επιλογές σου. Δε θα μετάνιωνες. Και γω καμαρώνω για σένα και θα 'θελα να 'χα τη δύναμη σου αλλά να !... δεν είμαι σίγουρος ότι την έχω. Αυτό ήθελα να σου πω. Αυτό μόνο.

Το μέσα τανκ...

Στα δικά μου μάτια, όπως -νομίζω- και των περισσότερων μαθητών του 1973, οι τότε φοιτητές και οι φοιτήτριες εξέφραζαν ένα είδος πολιτισμικού «αντάρτικου», ανέτρεπαν τη μικροαστική συνθήκη και τις συμβάσεις του καταπιεστικού σχολικού και περισχολικού περιβάλλοντος. Ανέτρεπαν το μικροαστό του προποτζίδικου, τη μικροαστή του κομμωτηρίου, τα ενδυματολογικά και συμπεριφορικά στερεότυπα της εποχής.
Ο χώρος των πανεπιστημίων συμπύκνωνε ένα ανοιχτό και ανεπιτήδευτο ερωτικό ήθος, καλλιεργούσε διαφορετικά διαβάσματα, μουσικές, πρόσωπα, κοσμοθέαση. Η επανάσταση του Πολυτεχνείου του 1973, δηλαδή, είχε ήδη συντελεστεί στη μέση νεολαιίστικη συνείδηση πρωτίστως ως πνευματική, εθιμική ανάγκη, τα δε γεγονότα αυτά καθαυτά μορφοποίησαν και πολιτικοποίησαν έξοχα τη συλλογική ανάγκη. Οι απολιτικοί και συντηρητικοί ήταν πολλοί μεν (όπως πάντα), αλλά δεν ηγεμόνευαν, δεν αποτελούσαν το υπόδειγμα.
Η ματωμένη επέτειος του 1980 με τις δολοφονίες του Κουμή και της Κανελλοπούλου, με την πολλαπλή σύγκρουση με το τότε κράτος (και το πάντα ατιμώρητο παρακράτος), καθώς και με την εσωαριστερή πολιτική σύγκρουση στα πανεπιστήμια, έδειχνε ότι οι ηγεμονίες άλλαζαν. Τη μεταλλαγή την εξέφρασε το επερχόμενο ΠΑΣΟΚ. Η πορεία του 1981 για την επέτειο της εξέγερσης ήταν μια πληκτική, ολικά νόμιμη κυβερνητική διαδικασία. Σαν να θυμάμαι τον Κακλαμάνη και άλλους υπουργούς της πρώτης κυβέρνησης Παπανδρέου να είναι επικεφαλής. Η εξέγερση τουλάχιστον ως ρητορική θεσμοποιούνταν.
Στα επόμενα χρόνια τα πανεπιστήμια έκαναν ένα μεγάλο κύκλο διεύρυνσης γνωστικών αντικειμένων, διδασκόντων, φοιτητών, κτηριακών χώρων, θεωρησιακών πεδίων, πολιτικών εκφωνήσεων. Τα ΑΕΙ εμπλούτισαν τη συνθήκη πολιτισμού της χώρας με μορφωμένους πολίτες, με μια πολύπλευρη αν και αντιφατική κουλτούρα και συνέβαλαν στην οικονομική άνοδο αλλά και τη διαμόρφωση ενός σκληρού κομματικού τυπικού. Η χώρα πλούτισε, στεγάστηκε, κανονικοποιήθηκε, παραμυθιάστηκε.
Με την εξέγερση του 1973 τέθηκαν τα αιτήματα μόρφωσης, ανάπτυξης και δημοκρατίας (κανονικής, όχι κακέκτυπης όπως οι προδικτατορικές εκδοχές της), που κατέληξαν το 2013 σε αιτήματα συσσιτίου της Αρχιεπισκοπής και του δήμου. Το αίτημα της ανάπτυξης (ψωμί) κατέληξε στη σημερινή εργασιακή νέκρα και φτώχεια.

Οι «χρυσαυγίτες» στο Πολυτεχνείο του ’73...

Του Δημήτρη Ψαρρά, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Ο στενός συνεργάτης του Μιχαλολιάκου Γιάννης Περδικάρης στο βιβλίο του «Χρυσή Αυγή – Πολιτικός Οδοδείκτης», που το υπογράφει με το ψευδώνυμο Ιων Φιλίππου, αποκαλύπτει τη δολοφονική και παρακρατική δράση των νεοφασιστών
Η μαρτυρία του Περδικάρη φέρνει στο φως διαδρομές ανθρώπων που έδρασαν από την περίοδο του Πολυτεχνείου μέχρι σήμερα με τον ίδιο στόχο: να συμβάλουν στην καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων ως ενεργούμενα των επίσημων διωκτικών αρχών εμπνεόμενοι από ναζιστική νοοτροπία
Ειρωνεία της ιστορίας: Η πιο πρόσφατη συμβολή στην ιστοριογραφία περί Πολυτεχνείου φέρει την υπογραφή ενός φανατικού εθνικοσοσιαλιστή! Συνιδρυτής της Χρυσής Αυγής, στενός συνεργάτης του Μιχαλολιάκου και συγγραφέας των βασικών ιδεολογικών κειμένων της οργάνωσης, ο Γιάννης Περδικάρης ήταν φοιτητής στη Σχολή Μηχανολόγων του Μετσόβιου την περίοδο της εξέγερσης. Στο βιβλίο του περί Χρυσής Αυγής που μόλις κυκλοφόρησε με το ψευδώνυμο Ιων Φιλίππου, ο Περδικάρης περιγράφει τον ιδιαίτερο ρόλο της ομάδας Μιχαλολιάκου, η οποία ανήκε τότε στο «Κόμμα Τετάρτης Αυγούστου», την οργάνωση του Κώστα Πλεύρη, τη μόνη οργάνωση που επέτρεπε τη λειτουργία της το δικτατορικό καθεστώς.
«Αντιφρονούντες»…
«Την πρώτη βραδιά της εξέγερσης», γράφει ο Περδικάρης, «μια μεγάλη ομάδα εκατό νεολαίων ξεκίνησε από τα γραφεία της Τετάρτης Αυγούστου με κατεύθυνση τους δρόμους πέριξ του Πολυτεχνείου. Εκεί συναντήσαμε και αρκετούς άλλους αντιφρονούντες [με τον όρο αυτό περιγράφει τους χουντικούς, αντιφρονούντες δηλαδή προς το φοιτητικό κίνημα] και “αντιφρονούντες”, δηλαδή παρακρατικούς και ασφαλίτες.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Ποιοι νοιάζονται για τη δημοκρατία;


ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ, απο την Αυγη...

Ποιους, αλήθεια, ενδιαφέρει η δημοκρατία; Το ερώτημα αποκτά κάποια σημασία όχι μόνο λόγω της συζήτησης στη Βουλή μετά την πρόταση μομφής που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και λόγω της εβδομάδας που μας έρχεται. 17 Νοεμβρίου είναι την Κυριακή και πολλά θα ακουστούν για τις αρετές της δημοκρατίας στα σχολεία, σε κάποιες τηλεοπτικές συζητήσεις, στις ανακοινώσεις των κομμάτων και στις δηλώσεις διαφόρων επωνύμων. Επί της ουσίας, όμως, πόσοι ενοχλούνται για την τόσο συστηματική υπονόμευση της δημοκρατίας τα τελευταία χρόνια; Και αν ενοχλούνται, πόσοι και με ποιους τρόπους αντιδρούν ενάντια σε μία κατάσταση που μπορεί και να μην είναι αναστρέψιμη;
"Κανονικά", μετά τα όσα καταγγέλλει ο ΣΥΡΙΖΑ, ή θα έπρεπε να έχει κυνηγηθεί από τους πολίτες και τις αρχές ένας μεγάλος αριθμός ατόμων σε υπεύθυνες θέσεις, κρατικές, κυβερνητικές και της τοπικής αυτοδιοίκησης, ή θα έπρεπε να είχε παραιτηθεί η πλειονότητα των βουλευτών της κυβέρνησης ή θα έπρεπε να είναι στη φυλακή βουλευτές και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ για συκοφαντική δυσφήμηση. Τίποτα από όλα αυτά δεν έχει γίνει. Μουδιασμένοι παρακολουθούν την καθημερινή επιδείνωση της κατάστασης πολλοί πολίτες. Αλλά και άλλοι, ενδεχομένως ολοένα και περισσότεροι, άρχισαν να συνηθίζουν και να μην θεωρούν προβληματικό το ότι ζουν σε μία κοινωνία όπου η δημοκρατία πλήττεται καθημερινά.
Το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό. Παντού στην Ευρώπη η οικονομική κρίση αποτέλεσε το ιδανικό όχημα για να καθιερωθούν νέες πρακτικές, νέες κουλτούρες, νέες αξίες με ολοένα και λιγότερη σχέση με τη δημοκρατία. Φαίνεται να έχει ιστορικά ολοκληρωθεί αυτό που παπαγαλίζαμε στα σχολεία: ότι στη δημοκρατία η πλειοψηφία διοικεί και η μειοψηφία την ελέγχει. Η πολιτική κουλτούρα που πλέον κυριαρχεί στην Ευρώπη έχει περιορίσει τον χώρο που παραδοσιακά δικαιούνταν η μειοψηφία. Η μειοψηφία είναι πια υποχρεωμένη να υφίσταται την κυριαρχία της πλειοψηφίας. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η μειοψηφία υφίσταται τη δικτατορία της πλειοψηφίας. Μπορεί και να μην έχουν άδικο.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Η επιβράβευση του Χρ. Παπουτσή...

του Γιωργου Βοτση, απο την Ελευθεροτυπια...
Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε να μη την κοπανήσουμε ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ «Τρία κλικ αριστερά»
Με την επιλογή του Χρήστου Παπουτσή ως εκπροσώπου της Ελλάδας στην Παγκόσμια Τράπεζα χάθηκε για το ΠΑΣΟΚ άλλος ένας αυτοανακηρυχθείς ηγέτης τής «αριστερής» του πτέρυγας. Ο προηγούμενος ήταν ο τρόφιμος τώρα του Κορυδαλλού Ακης Τσοχατζόπουλος, που, με την απληστία του, έχασε τα αβγά και τα καλάθια.
Τραπεζίτης και μάλιστα διεθνούς εμβέλειας, πλέον, ο Παπουτσής. Και δεν θα συμφωνήσω με την εκτίμηση στην ανταπόκριση του Δ.Π. Δήμα («Κυριακάτικη Ε», 21-7-13) από την Ουάσιγκτον, ότι η χαμηλόβαθμη θέση του στην Παγκόσμια Τράπεζα «είναι εξαιρετικά υποτιμητική για ένα πρώην ανώτατο πολιτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ» (σκέτη «ξεφτίλα» τη χαρακτηρίζει), θεωρώ, αντιθέτως, τη θέση λίαν επίζηλη - ιδιαίτερα για έναν Παπουτσή. Για πολλούς λόγους. Οπως:
1 Θα δικαιωθεί, επιτέλους, ο τίτλος «οικονομολόγος», που κολλάει πλάι στο όνομά του ο Παπουτσής, κατ' επάγγελμα πολιτικός, που δεν έχει εργασθεί ποτέ πουθενά αλλού. Ως πρόεδρος της ΕΦΕΕ (1978-80) ήταν ήδη έμμισθο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Μετά τον εκλογικό θρίαμβο του '81 ευτύχησε να διδαχθεί την τεχνική τής εξουσίας από ικανότατο (για όλα...) δάσκαλο: διορίστηκε σύμβουλος του Μένιου Κουτσόγιωργα, ο οποίος δεν πήγε τελικά φυλακή για την υπόθεση Κοσκωτά, γιατί πρόλαβε και πέθανε στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου όπου τον έστειλε (τον κραταιό υπαρχηγό τού Ανδρέα!) και σύμπασα η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ...
2 Εμπειρος πολιτικά και αδίστακτος, ο Παπουτσής έχει όλα τα προσόντα να δρέψει δάφνες και εκείθεν του Ατλαντικού, καθ' ότι από την εδώ μεριά χόρτασε αξιώματα - δοτά ως επί το πολύ. Ευρωβουλευτής από το 1984 ώς το 1995, οπότε και διορίστηκε επίτροπος στην Ε.Ε. Μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ επί 8 χρόνια, πρωτοεξελέγη βουλευτής Αθήνας το 2000. Στο πρώτο του υπουργιλίκι, στο Εμπ. Ναυτιλίας, ατύχησε, διότι το μόνο που θυμούνται όλοι είναι ότι καθυστέρησε μερικές ώρες να μεταβεί επί τόπου στο τραγικό ναυάγιο του «Σάμινα» με τα 81 θύματα. Τέλος,
3 Παρ' ότι η μακρόχρονη θητεία με υψηλότατες αποδοχές στην Ευρώπη τού έλυσε το οικονομικό και για τα εγγόνια του, η «παχυλή αργομισθία» (κατά τον Δ.Π. Δήμα) στην Παγκόσμια Τράπεζα δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη: 180.000 δολάρια ετησίως! Αφορολόγητα, βεβαίως - για τους προνομιούχους ποια κρίση και κουραφέξαλα;
Απεριόριστα φιλόδοξος, ο Χρ. Παπουτσής θέλησε να μετρήσει και τη λαϊκή του απήχηση: ως υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων, το 2002, έπαθε εκλογικό στραπάτσο. Στο πλευρό, μέχρι τέλους, του Γιώργου Παπανδρέου, με την προσδοκία να τον διαδεχθεί, αποπειράθηκε πέρυσι να αντιπαραταχθεί στον Ευ. Βενιζέλο για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Και γελοιοποιήθηκε: στην πανελλαδική συνδιάσκεψη δεν κατάφερε καν να συγκεντρώσει τις αναγκαίες 30 υπογραφές για την υποψηφιότητά του...
Με τον Βενιζέλο εσωκομματικοί αντίπαλοι και με τον Σαμαρά σε αμοιβαία αντιπάθεια, πώς βρέθηκε, λοιπόν, ο Παπουτσής τραπεζίτης στην Ουάσιγκτον;
Τα φαινομενικά μυστήρια στο πλέγμα εξουσίας (πώς λ.χ. απίθανοι άνθρωποι ξεφυτρώνουν ξαφνικά σε καίρια πόστα και πώς εναλλάσσονται οι ρόλοι) έχουν τη λογική τους εξήγηση. Αυτό που παραμένει επτασφράγιστο μυστικό είναι οι υπόγειες διαδρομές από τα αλώνια στα σαλόνια...
Στην περίπτωση του Παπουτσή με την τοποθέτησή του στην Παγκόσμια Τράπεζα, για επιστράτευση στην ενεργό εφεδρεία πρόκειται. Και, πρωτίστως, για συμβολική επιβράβευσή του για όσα έπραξε και διέπραξε στην τελευταία υπουργική του θητεία.
Δεν γίνεται ο πάσα ένας υπουργός Δημόσιας Τάξης. Απαιτεί ειδικά προσόντα για να χωθείς ώς τα μπούνια στον πολυδαίδαλο υπόκοσμο των μυστικών υπηρεσιών, με τις διεθνείς διασυνδέσεις. Και, ακόμη πιο σημαντικό, για να διαχειριστείς τον τομέα της καταστολής, εξαιρετικά καίριο μέσα στη δίνη τής χειρότερης κρίσης, που βιώνει ο τόπος. Να διατηρείς, δηλαδή, τον κατασταλτικό μηχανισμό σε διαρκή ετοιμότητα και ικανό να πνίγει με ωμή βία κάθε ξέσπασμα της δίκαιης λαϊκής οργής για τον μνημονιακό λυμεώνα.
Ο Χρ. Παπουτσής διέπρεψε επί δύο χρόνια. Με περίπου 60 νομοθετήματα για την «εσωτερική ασφάλεια» που άνοιξαν το δρόμο για το «νόμο και τάξη» τού διαδόχου του, Ν. Δένδια. Με τους προβοκάτορες να φιτιλιάζουν τις ειρηνικές διαδηλώσεις. Και με τα ρόπαλα των χρυσαυγιτών επικουρικά στα αστυνομικά κλομπ να ανοίγουν κεφάλια.
Τα ανδραγαθήματά του κορυφώθηκαν, ωστόσο, το «διήμερο του τρόμου» (28 και 29 Ιουνίου 2011) που το εκφυλισμένο Κοινοβούλιο χάλκευε νέα δεσμά για τους πολλούς με το «Μεσοπρόθεσμο». Ντελίριο αστυνομικής βαρβαρότητας και κτηνωδίας - από το Χίλτον ώς το Μοναστηράκι. Πάνω από 600 τραυματίες διαδηλωτές πλημμύρισαν τα νοσοκομεία. Τα χημικά και μέσα στο Μετρό...
Ειδικός στόχος του Παπουτσή: να εξαλειφθεί κάθε ίχνος από το δίμηνο καθημερινό πείραμα άμεσης δημοκρατίας, που έκανε την πλατεία Συντάγματος παγκόσμιο σύμβολο των απανταχού εξεγερμένων και «αγανακτισμένων». Να πνιγεί, δηλαδή, κάθε ικμάδα αντίστασης, κάθε χαραμάδα ελπίδας - στο μνημονιακό έρεβος...
Σαν αγωνιστής με σοσιαλιστικά οράματα της (υπερ)τιμημένης «γενιάς του Πολυτεχνείου» ξεκίνησε ο Χρ. Παπουτσής. Εξελίχθηκε σε αρχιμπάτσο τού συστήματος. Η εξουσία διαφθείρει και μεταμορφώνει τους πιο επιρρεπείς από τους διαχειριστές της. Σαν τη μυθική Κίρκη, που μετέτρεπε τους ανθρώπους σε γουρούνια...

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται...

Techie Chan...
Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται (μέρος 2,5) : γερμανία 1948, αργεντινή 2001, ελλάδα 1974, ελλάδα 2013(?)

Εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον είναι της μόδας στην ελλάδα να μιλάμε για τη δημοκρατία της βαιμάρης, βρίσκοντας διάφορες αναλογίες. Προσωπικά δεν μου αρέσει ιδιαίτερα όχι γιατί δεν υπάρχουν αναλογίες, αλλά διότι ξεχνώντας βολικά τις χαοτικές διαφορές τείνουμε να γενικεύουμε.
Παρόλαυτά σήμερα θα προσπαθήσω να κάνω μια παρόμοια αναλογία και να συνδέσω τις χώρες και τις εποχές του τίτλου. Γιαυτό ξεκινώ με ένα disclaimer. Αν σας πείσει η αναλογία μου, μην την γενικεύσετε, διότι αυτή αφορά αυστηρά το γεγονός για το οποίο θα μιλήσω. Αυτό από μόνο του πιστεύω πως είναι αρκετά δηλωτικό.

Το θείο τραγί και η ιστορία της λήθης
Η ανάγκη για και οι λειτουργίες του αποδιοπομπαίο τράγου είναι μια καλά επεξηγημένη ιστορία από την αρχαιότητα οπότε δεν χρειάζεται να προσθέσω πολλά πράγματα εγώ. Παρότι οι άνθρωποι κουβαλάμε την ενοχή της γνώσης σε προσωπικό επίπεδο, οι κοινωνίες έχουν την τάση να την αποτινάσσουν γρήγορα, να την πετάνε στη γωνία και να συνεχίζουν προσποιούμενες πως είναι ξανά παρθένες. Δεν είμαι χριστιανός για να χρειάζομαι προπατορικό αμάρτημα, όμως μου αρέσει να θυμάμαι, διότι οι εμπειρίες είναι από τα ελάχιστα ωραία πράγματα που γίνονται καλύτερα όσο μεγαλώνεις.

Το 1946-48 μεγάλο μέρος της γερμανίας είναι ισοπεδωμένο. Το σοκ του πληθυσμού είναι ακόμα νωπό, πολλοί άντρες βρίσκονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και οι νικητές του πολέμου δεν έχουν αποφασίσει ακόμα τι θα κάνουν με την κατακτημένη χώρα. Στις ΗΠΑ μόλις τείνει να κερδίσει η άποψη ότι η γερμανία πρέπει να παραμείνει ένα βιομηχανικά ανεπτυγμένο προτεκτοράτο σε αντίθεση με την άλλη άποψη που ήθελε τη γερμανία να γίνει ένα βουκολικό κράτος με ελάχιστες δυνατότητες βιομηχανικής παραγωγής. Κι αυτή η άποψη τείνει να κερδίσει ταυτόχρονα με την άποψη ότι οι σοβιετικοί είναι ο νέος εχθρός που πρέπει να περιοριστεί, μια άποψη που ενστερνίστηκαν οι επίγονοι του ρούσβελτ, ο οποίος δεν θεωρούσε τους σοβιετικούς ιδιαίτερη απειλή. Εδώ γύρω λοιπόν αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα αφήγηση. Ο ναζισμός ήταν μια σατανική ιδεολογία, οι γερμανοί δεν είναι σατανικοί, άρα δεν μπορούν να είναι και ναζιστές. Οι ηττημένη ιδεολογία, άχρηστη πια φορτώνεται όλο το βάρος των “ελαττωμάτων” της “φυλής” στην καμπούρα της και στέλνεται έξω από την πόλη.
Ξεκινάει λοιπόν μια έντονη προσπάθεια αποναζιστικοποίησης που βασικό στόχο έχει να ξεπλύνει τη γερμανική κοινωνία από τον σατανικό ναζισμό που την παρέσυρε. Μόνο που φυσικά δεν μπορείς να αλλάξεις λαό και να φέρεις έναν άλλο στη θέση του, ή -για να το θέσω με τα λόγια του αντενάουερ- “δεν μπορείς να πετάξεις τα βρομόνερα πριν βρεις καθαρά, οπότε η αποναζιστικοποίηση αποτελείται κυρίως από την απάλειψη του τίτλου και μια αδιόρατη ενοχή που όμως σκεπάζεται από ένα ταμπού, λίγο σαν να μιλάμε για διάρροια στη μέση ενός οικογενειακού τραπεζιού. Δεν είναι τυχαίο που όταν μέρος της επόμενης γενιάς αποφάσισε να συγκρουστεί και να αντιμετωπίσει αυτή την υποκρισία της προηγούμενης, αντιμετωπίστηκε με απίστευτη σκληρότητα.

Εδώ πολυτεχνείο
Είμαι παιδί του πασόκ και μεγάλωσα στη μέση ακριβώς του μύθου του πολυτεχνείου. Με τις σχολικές γιορτές, τη φωνή της δαμανάκη, τα τραγούδια, ολόκληρη οικοσκευή. Κι ακόμα καλύτερα. Το γεγονός πως υπήρχαν και διάφοροι καθηγητές στο σχολείο που αντιμετώπιζαν το πολυτεχνείο ακριβώς σαν να μιλάς για σκατά στο οικογενειακό τραπέζι, λειτουργούσε ακόμα πιο μυθικά. Οι εχθροί του πολυτεχνείου δεν είναι κάπου εκεί πίσω στο παρελθόν ηττημένοι. Οι εχθροί του πολυτεχνείου ήταν ακόμα γύρω σου.

Έτσι χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να συνειδητοποιήσω το ένοχο μυστικό που η γιορτή του πολυτεχνείου ήθελε να κρύψει. Άρχισα να το βρίσκω σε αντιδραστικούς σαν τον ραφαηλίδη, σε αποστροφές τρελών σαν τον θοδωράκη, σε πίκρα για αυτούς που καπηλεύονται τη μνήμη του. Και ξαφνικά το έβλεπες παντού, σαν κάτι που άπαξ και το είδες σου φαίνεται αδύνατο να ήταν κρυμμένο τόσα χρόνια. Το πολυτεχνείο εφευρέθηκε ως μύθος προκειμένου μέσα του να ξεπλυθεί μια ολόκληρη κοινωνία από την ενοχή της για την ανοχή της προς την 7ετία της χούντας. Αυτοί που καπηλεύονταν το πολυτεχνείο, δεν ήταν διάφοροι επιτήδειοι που πήδηξαν στο τρένο σαν λαθρεπιβάτες, ήταν μια ολόκληρη κοινωνία που στα πρόσωπα αυτών των επιτήδειων έβλεπε τους τύπους που μιλάνε για σκατά στο οικογενειακό τραπέζι.

Κομμένες οι μαλακίες, η ελληνική κοινωνία δεν αντιστάθηκε στη χούντα. Αρκετοί ίσως να μην τη συμπαθούσαν, αλλά με τον τρόπο που δεν συμπαθείς έναν ακροδεξιό μπάρμπα που προσπαθεί να μιλήσει για τους εβραίους που σταύρωσαν τον χριστό στο οικογενειακό τραπέζι. Φύλλο δεν κουνήθηκε αν εξαιρέσεις τους συνήθεις τρελούς ή αριστερούς που αντιστέκονταν. Είτε γιατί η χούντα τους κυνηγούσε καθώς τους θεωρούσε τον υπ’αρ. 1 κίνδυνο για την ελληνική κοινωνία, είτε γιατί οι ίδιοι έφαγαν την πετριά και αποφάσισαν να αναλάβουν την ευθύνη να μιλήσουν για μια κοινωνία που σιωπούσε. Το πολυτεχνείο ήταν και το ίδιο μια φωτοβολίδα 300 προβοκατόρων ακριβώς όπως έλεγε και η ανακοίνωση του κκε. Εντάξει δεν ήταν 300, ήταν 1000 ή 2000 αλλά thats all folks. Μια ηρωική φωτοβολίδα μαζί με μερικές ακόμα διάσπαρτες σε 7 χρόνια σκότους.

Και ξαφνικά καθώς η χούντα κατέρρευσε λόγω κύπρου, ήρθε το πολυτεχνείο να καλύψει το τεράστιο κενό. Η περιβόητη αποχουντοποίηση έγινε περισσότερο από τη 17Ν παρά από την ίδια την κοινωνία ή το κράτος. Κάτι σαν την αποναζιστικοποίηση ένα πράγμα, αν όλοι είμασταν αντιστασιακοί στη χούντα, τότε δεν υπάρχει λόγος για αποχουντοποίηση. Κι από εδώ παν κι οι άλλοι.

Στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης χολέρας
Δεν θα ασχοληθώ με την αργεντινή γιατί τα έχω γράψει πολλές φορές με τελευταία στο προηγούμενο επεισόδιο. Και θα ασχοληθώ κατευθείαν με αυτό που καταλαβαίνω πως αποτελεί τη νέα αφήγηση της ελληνικής κοινωνίας όπως μάλλον δείχνει πως αποκρυσταλλώνεται. Την έχω γράψει και παλιότερα περισσότερο αστειευόμενος αλλά τελικά τα αστεία μερικές φορές είναι πολύ πετυχημένα. Η αφήγηση λοιπόν θα είναι λίγο πολύ η εξής:
Η ελλάδα στέναζε επί μια δεκαετία υπό τον ζυγό της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας και η ελληνική κοινωνία έσφιγγε τα δόντια και το ζωνάρι την ώρα που μια χούφτα ανθρώπων πλούτιζε σε βάρος της. Υπήρχαν φυσικά μερικοί παραστρατημένοι που θαμπώθηκαν από τη λάμψη του iphone, του γιουρο και των ολυμπιακών, αλλά αυτοί δεν ήταν η πλειοψηφία η οποία αντιστεκόταν και περίμενε καρτερικά την απελευθέρωση. Οι πυρήνες της φωτιάς θα θεωρηθούν ως οι πρώτοι θύλακες αντίστασης και ο δεκέμβρης του 2008 θα είναι το νέο πολυτεχνείο.
Σε αυτή την αφήγηση -όπως και στις υπόλοιπες παραπάνω- όλοι οι καλοί χωράνε. Όλοι θα μπορούν να ταυτιστούν με τον λαό που αγωνίζεται, διότι κανείς δεν άνηκε στην κακή τάξη που πλούτιζε. Αυτή θα παραμείνει ένα φάντασμα χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο όπως οι φιλοχουντικοί και οι ναζί μετά τον πόλεμο. Και η ταβερνιάρισσα στην ύδρα θα παραμείνει ως μια ηρωική μορφή αντίστασης των τοπικών κοινωνιών απέναντι σ’ ένα ανάλγητο κράτος που είχαν σφετεριστεί οι νεοφιλελεύθεροι.
Μέσα εκεί ακόμα και οι φαρμακοποιοί είναι μια τάξη που αγωνίζεται για επιβίωση απέναντι στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα, όπως μου έγραψε πρόσφατα ένας ευφάνταστος αλλά γνήσιος αγωνιστής σχολιαστής.

Οκ μην τα πάρετε όλα αυτά τοις μετρητοίς, εγώ προσπαθώ να σας δώσω τη γενική αφήγηση, οι επιμέρους λεπτομέρειες και οι βαριάντες πάνω στο ίδιο θέμα θα είναι δεκάδες. Άλλες χοντροκομμένες σαν την παραπάνω περιγραφή, άλλες πιο εκλεπτυσμένες και για υποψήφιους διδάκτορες.

Και γιατί αυτό είναι πρόβλημα μωρή κακιασμένη?
Τίποτα δεν είναι κακό. Στα πλαίσια που οι κοινωνίες συνεχίζουν να πορεύονται, οι ζωές των παλιών γενιών τελειώνουν και νέες παίρνουν τη θέση τους οι αφηγήσεις είναι σημαντικό πράγμα για τη λειτουργία των κοινωνιών. Και σπάνια υπάρχουν πραγματικά κακές αφηγήσεις, διότι οι περισσότερες ξεκίνησαν ως επιτυχημένες την καριέρα τους. Το μόνο αγκαθάκι σε αυτό, είναι το κεντρικό ερώτημα που θέτω τόσα χρόνια, παροτρύνοντας τους άλλους να ξεχάσουν τις λεπτομέρειες, τα πακέτα, το χρέος και τις οικονομικές παραμέτρους. Διότι το μόνο αγκαθάκι, είναι να ορίσουμε ως κοινωνία το πως θέλουμε να ζούμε. Το πως αντιμετωπίζουμε το παρελθόν μας και πως ορίζουμε τους εαυτούς μας στο σήμερα.
Η παραπάνω αφήγηση λοιπόν έχει ένα βασικό πρόβλημα. Αφού κανείς από το 99% δεν ήθελε αυτά που συνέβαιναν, τότε δεν υπάρχει λόγος να αλλάξει και τίποτα πέρα από το να φάμε αυτό το 1%.
Φυσικά το τελετουργικό φάγωμα του 1% είναι όχι μόνο απαραίτητο για τεχνικούς, αλλά επιβεβλημένο για ηθικούς λόγους και λόγους παραδειγματισμού και ισότητας, όμως σύντομα αυτή η γραμμή λογικής φτάνει στο τέρμα της. Αφού δεν φταίει κανείς άλλος, τότε όλοι δικαιούνται να ζητούν την επιστροφή στην “κανονικότητα” όπως τη θεωρεί ο καθένας. Δηλαδή την επιστροφή στη δεκαετία του νεοφιλελεύθερου ζυγού, ή των ανέμελων 90ς του παπαθεμελή. Μόνο που αυτό είναι αδύνατο να το τάξει οποιαδήποτε κυβέρνηση. Κι εκεί θα αρχίσουν οι ρωγμές. Εκεί θα αρχίσουν να σπάνε οι κοινωνικές συμμαχίες, οι ανισότητες θα διατηρηθούν, διότι αφού όλος ο λαός αγωνιζόταν την εποχή της χαμένης δεκαετίας του 2000, θα θεωρεί δίκαιο να κρατήσει τα λάφυρα του αγώνα του. Η υπεράσπιση οποιασδήποτε μορφής εργασίας, είναι ένα σόφισμα που δεν αντέχει σε 2 λεπτά κριτικής. Διότι αποδέχεται πως κάθε εργασία που δομήθηκε κατά το παλιό πρότυπο είναι κατά βάση δίκαιη και δικαιολογημένη. Άρα ή ζουσαμε σ’έναν δίκαιο κόσμο και δεν χρειάζεται να αλλάξουμε κάτι, ή κάποιοι είναι απλά πολύ κολλημένοι με τα προνόμιά τους.


Σε αυτό το σημείο κάθε κυβέρνηση θα είναι παγιδευμένη στις επιλογές της νέας αφήγησης. Ή θα δυσαρεστήσει τους “αγωνιστές” και θα αποκτήσει δυσαρεστημένους ψηφοφόρους, ή θα βρει μια διέξοδο σε μια κευνσιανου τύπου αναδιανομή μέσω των άνισων και τεμαχικών αυξήσεων των μισθών που όμως θα τους κρατάνε όλους λίγο πολύ σε μια κατάσταση ελεγχόμενης δυσαρέσκειας, λίγο πολύ σαν την αργεντινή δηλαδή. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να περάσει στη δραχμή ή να περιμένει πότε οι ευρωπαίοι θα δεήσουν να το κάνουν και οι ίδιοι. Και οι δύο προοπτικές δεν είναι ακριβώς μέσα στα γλυκά και τα λουλούδια.

Το καλύτερο όμως απ’ όλα θα είναι ότι η ίδια η αφήγηση της επαναστατικής αλλαγής και της αντίστασης στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας θα έχει σπείρει τους σπόρους της καταστροφής της. Διότι όλοι εμείς οι μικροαστοί με τις δάφνες των αγώνων μας, θα είμαστε αυτοί που θα πριονίσουμε το δέντρο της αλλαγής. Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες των αργεντίνων στους δρόμους είναι δηλωτικές. Ζητάνε ελευθερία (εμπορίου), ελευθερία (στις συναλλαγματικές συναλλαγές), ελευθερία του τύπου (του αντίστοιχου μπομπολιστάν και του δολ), ειρήνη (με τους πιστωτές) και προβλεψιμότητα στη ζωή τους (δηλαδή μονεταρισμό). Ζητάνε φυσικά και καταπολέμηση της διαφθοράς που η κυβέρνηση δεν έχει προσφέρει (διότι είναι σχεδόν οι ίδιοι άνθρωποι που βρίσκονταν στην κορυφή της διαφθοράς στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας). Κι ύστερα μετά οι αφελείς αναρωτιόμαστε, πως γίνεται να μαζεύονται τόσες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι και να ζητάνε την επιστροφή στο καθεστός εκείνο το οποίο τους έφερε στην κρίση. Πώς γίνεται να εμφανίζεται ξαφνικά ένα 10% του πληθυσμού που θέλει να ψηφίσει ένα ναζιστικό κόμμα? Τόσο εύκολα ξεχνάνε οι άνθρωποι?

Όχι οι άνθρωποι δεν ξεχνάνε τόσο εύκολα. Ξεχνάνε κατά βάση βολικά. Κι όταν η νέα αφήγηση είναι δομημένη για να δημιουργήσει νέους μύθους ενός καλού λαού που αγωνίζεται, τότε είναι πολύ εύκολο να περάσεις στο επόμενο στάδιο και να βρεις ότι δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα κακό στην ελευθερία των καρτέλ του τύπου. Ειδικά όταν συνδυάζεται και με μια πολύ βολική ελευθερία στις συναλλαγματικές συναλλαγές, ακριβώς δηλαδή εκεί που αυτή τη μικρομεσαία τάξη τη συμφέρει να ποντάρει. Διότι και για αρκετούς αργεντίνους, δεν υπάρχει τίποτα κακό στο νέο iphone ή σ’ένα ταξίδι στην ευρώπη. Διότι η νέα αφήγηση δεν είπε ποτέ ότι αυτά ήταν μέρος του παλιού κόσμου που τους εξαθλίωσε. Είπε απλά ότι υπήρχαν κάτι κακοί τύποι που ήταν νεοφιλελεύθεροι και ήθελαν να ξεπουλήσουν τη χώρα στους ξένοι. Όπως εξίσου απλά περάσαμε από τη χούντα στη μεταπολίτευση λες και ξεχάσαμε πως τον πόλεμο στην ελλάδα τον κέρδισαν οι συνεργάτες των ναζί, ικανό κομμάτι των απογόνων των οποίων διαθέτει ακόμα τις περιουσίες των εβραίων ή των αριστερών που άρπαξαν τι καλές μέρες της εθνικοφροσύνης.

Θα μου πεις ρε μεγάλε -στο σημείο που βρισκόμαστε- αυτά είναι καλλιγραφίες στον κώλο της μαιμούς. Δώσε μας 10 χρόνια ανάπτυξης και μετά ας γκρινιάζουν οι μαλάκες. Εδώ όμως είναι ο μικρός αστερίσκος που μας λέει ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως συνταγούλα. Υποψιάζομαι πως ακόμα και με το πιο φιλόδοξο σχέδιο ανταρσύτικης ανάκαμψης και ανάτασης της κοινωνίας, η πολυπόθητη δεκαετής ανάπτυξη δεν θα έρθει. Φυσικά δεν θα είμαστε το -8% το χρόνο, αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη της παγίδας που μπορεί να σου στήσει μια αφήγηση. Διότι το λίγο χειρότερα μπορεί εύκολα να πεταχθεί στα σκουπίδια. Μια κοινωνία που δεν έχει καταλάβει ποιο είναι το πρόβλημα του να αλλάζεις κινητό κάθε χρόνο και αυτοκίνητο κάθε 5 που δεν έχει αντιληφθεί τι σημαίνει να σου καθαρίζει το σπίτι ένας προλετάριος χωρίς δικαιώματα ενώ την ίδια στιγμή θεωρεί πως η αμοιβή της εργασίας της είναι μονίμως και σταθερά δικαιολογημένη ανεξαρτήτως ύψους, μια κοινωνία που θεωρεί τον ραντιερισμό ύψιστη μορφή επιτυχίας, θα αντιδράσει πολύ γρήγορα στην μη επανάκτηση αυτών των κεκτημένων.

Και τότε θα αναρωτιόμαστε πάλι τι πήγε λάθος και τα έρμα μας ψοφάνε. Διότι αυτή είναι η ευτυχία της κατάρας των ανθρώπων της βολικής λήθης.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Κι όμως έγινε, κουφάλες...

Θανάσης  Καρτερός απο την Αυγη...
Έχει κάτι θλιβερό η προσπάθεια που γίνεται, δεκαετίες τώρα, να ξεριζωθεί από τις συνειδήσεις εκείνο που απόθεσε σ’ αυτές η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Λες και η επίσημη Ελλάδα, με τους αρουραίους που σιτίζονται στα θεμέλιά της από τα αποφάγια του φασισμού, με τους τιτλούχους, τους γραφιάδες και τους αξιωματούχους στα ρετιρέ της, με τους φαρισαίους και τους υποκριτές, με τους ομολογιούχους των αγώνων, με τους επενδυτές του ξένου αίματος, θέλει να αποτινάξει από πάνω της την ίδια της την ιστορία.
Κι όμως έγινε, κουφάλες. Έγινε όταν δεν το περιμένατε. Όταν όπως τώρα ήσασταν βέβαιοι ότι ο τρόμος είναι αμετακίνητο καθεστώς. Ότι ο εκβιασμός είναι ανίκητος. Ότι τα μνημόνια της χούντας με τους ξένους πάτρωνές της είναι το μέλλον του τόπου.  Όταν η κοινωνία σερνόταν γονατισμένη μπροστά στον Μπάμπαλη, στον Μάλλιο και στα ΕΑΤ-ΕΣΑ και οι καραβανάδες χόρευαν τον άθλιο καλαματιανό τους πάνω στις ελευθερίες, στα δικαιώματα, αλλά και στα σώματα των Ελλήνων. Όταν οι  λύκοι πίστευαν πώς οι αμνοί δεν έχουν το θάρρος ούτε να βελάξουν.
Έγινε και σας ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Πώς άλλαξαν αυτά τα παιδιά, ε; Πώς ξεσηκώθηκαν κόντρα στον τρόμο και στις συμβουλές των φρονίμων και των γερόντων. Πώς έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια τη σιωπή της πλειοψηφίας, τα γαβγίσματα των μαντρόσκυλων, την απειλή του μαρτυρίου. Και πώς αγνόησαν τον φόβο των ζωντανών, πιάνοντας κουβεντολόι με τους πεθαμένους - με τον Άρη, τον Τζαβέλα, τους διακόσιους. Με τον Μακρυγιάννη και τους Κρητίκαρους του πότε θα κάνει ξαστεριά. Με ό,τι όμορφο και καθαρό έχει αυτή η πατρίδα για να γεννάει πάλι και πάλι εφόδους στον ουρανό.
Ας σκίζονται οι απόντες και οι απόγονοι της χούντας. Έγινε και δεν ξεγίνεται. Έγινε κι ας μην ήταν εκεί ο Σαμαράς και οι εντιμότατοι φίλοι του, ας ήταν απασχολημένοι με τους βίους των αγίων οι ιεράρχες, ας αποδοκίμαζε ο λόχος των φθαρμένων πολιτικών, ας στεκόταν διστακτική η κοινωνία μπροστά στα εξεγερμένα παιδιά. Έγινε και το φοβάστε ακόμα. Και κρύβετε πίσω από Μαρίες και παραχαράξεις τον φόβο σας ότι μπορεί να ξαναγίνει.
Δίκιο έχετε να φοβάστε. Από τα παιδιά με τα πρησμένα πόδια που τα 'λεγαν αλήτες θα σας έρθει και πάλι...

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Η Μεταπολίτευση των μικρομεσαίων...

του κ. Νικου Ξυδακη...
Η σημερινή επέτειος του Πολυτεχνείου, εντός της δυσμενούς ιστορικής συγκυρίας, δίνει αφορμή για απολογισμό όλης της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η δικτατορία έπεσε με πάταγο, αλλά η επάνοδος της δημοκρατίας συνοδεύτηκε από μια εθνική καταστροφή, τη διχοτόμηση και κατοχή της Κύπρου. Ωστόσο η δικτατορία των συνταγματαρχών άφησε κάποια ίχνη στην νεογέννητη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία,
αυτούσια ή τα κατοπτρικά τους αντίστροφα.
Το ελληνοχριστιανικό Kitsch της χούντας λ.χ. λοιδωρήθηκε, αλλά ο λαϊκισμός της επταετίας, όπως ακφραζόταν από τις νέες φυλές των ατσίδων θαλασσοδανειούχων και των γλετζέδων της παραλιακής, έμεινε αλώβητος. Ισως κρύφτηκε την πρώτη περίοδο, αλλά αναδύθηκε παντοδύναμος αργότερα. Η μέθη της ελευθερίας και η εκ των υστέρων αναχώνευση του Μάη ’68 εσκέπαζαν το βαθύτερο kitsch, το ηθικό και κοινωνικό, το ήθος των ανερχόμενων μεσοστρωμάτων, των ωφεληθέντων της χούντας. Ο μεταγενέστερος λαϊκισμός του ’80 άντλησε και από αυτά τα κοιτάσματα.
Ωστόσο η Μεταπολίτευση δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τις ποικίλες φανερώσεις του λαϊκισμού. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία πρόσφερε πρωτόγνωρη πολιτική ελευθερία και μοναδικές ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού· πρακτικά, διεύρυνε τα μεσοστρώματα ως προς την έκτασή τους και την επιρροή τους. Υπό μία έννοια ολοκληρώθηκε επιταχυμένα η κοινωνική ανακατάταξη που είχε αρχίσει τη δεκαετία του ’60.
Η τέτοια ταξική αναδιευθέτηση είχε θετικές και αρνητικές όψεις. Τα μεσοστρώματα απέκτησαν υψηλή παιδεία και πλήθυναν τις τάξεις των επιστημόνων, των επαγγελματιών και μικρομεσαίων επιχειρηματιών: αυτή ενδεχομένως να είναι και η πολυτιμότερη προίκα για ανάκαμψη από την παρούσα κρίση. Ωστόσο δεν κατάφεραν να ανανεώσουν εξυγιαντικά τις κυβερνώσες ελίτ, ενώ ο διαρκώς ογκούμενος κομματισμός και πελατειασμός κατέλυε βαθμιαία τις λειτουργικές ιεραρχίες, την αξιοκρατία, την ισοπολιτεία εντέλει. Ο,τι προσεφέρετο με το ένα χέρι ―παιδεία, κινητικότητα―, αφαιρείτο με το άλλο. Η Κρίση εσήμανε τη μεγάλη ήττα του μικρομεσαίου πλήθους, που είχε αρχίσει προ πολλού.

Η αντίσταση της μνήμης...

ΤΗΣ ΠΕΠΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ απο την Αυγη...
 Ανδρείοι εσείς που πολεμήσατε και πέσατε ευκλεώς / Τους πανταχού νικήσαντες μη φοβηθέντες / Άμωμοι εσείς αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος / Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν / «Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
Κ. Καβάφης
Πλαστογραφία και τερατογένεση. Ανάμεσα σε αυτό το εφιαλτικό δίπολο κινείται κάθε ιστορικός αναθεωρητισμός, είτε διαγράφει γενοκτονίες, των Ελλήνων, των Αρμενίων, των Εβραίων ή όποιων άλλων, είτε σπιλώνει εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες. Η εξελισσόμενη καμπάνια σπίλωσης της εξέγερσης του Πολυτεχνείου από τους νεοναζιστές δεν εκφεύγει από τα όρια αυτού του διπόλου, ανοίγει όμως νέες, εφιαλτικές προοπτικές.
Δεν πρόκειται απλώς για την προσπάθεια να βγει “λάδι” η Χούντα. Να διαγραφούν μαζί με το Πολυτεχνείο η Μπουμπουλίνας, το ΕΑΤ/ΕΣΑ και τα ξερονήσια, ο χαφιεδισμός και το κιτς των δικτατόρων, η απόσυρση της Μεραρχίας από την Κύπρο το 1967, το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, η γελοία γενική επιστράτευση ενός γυμνού στρατού, η συνενοχή στην απολέμητη απόβαση των Τούρκων στην Κερύνεια το 1974. Είναι κάτι περισσότερο:
Με όχημα και προσωπείο τη συκοφάντηση και τη διαγραφή του Πολυτεχνείου επιχειρείται να πλαστογραφηθεί ολόκληρη η αντιχουντική αντίσταση. Και πέρα από αυτήν να ακυρωθεί κάθε Αντίσταση, αρχίζοντας από το παλλαϊκό κίνημα που αμφισβήτησε την Κατοχή της χώρας από τον Άξονα, ταπείνωσε ναζιστές και φασίστες λευτερώνοντας τη μισή Ελλάδα. Και, βέβαια, οι προθέσεις μιας τέτοιας συκοφαντικής καμπάνιας ελάχιστη σχέση έχουν με την Ιστορία.
Στόχος των πλαστογράφων δεν είναι το χθες, αλλά το σήμερα. Από τη στιγμή που συλλάβουμε αυτή την αλήθεια γίνεται κατανοητό ότι η ρητορική των νεοναζί είναι μια φενάκη που κρύβεται πίσω από κινήσεις αλληλεγγύης σε έναν χειμαζόμενο λαό και ότι ο ρόλος τους όχι μόνον δεν είναι ανατρεπτικός, αλλά αντιθέτως απόλυτα συστημικός, προετοιμάζοντας μια χούντα που -ενδεχομένως- θα έχει λιγότερη ανάγκη από τανκς και περισσότερη από ξεπουλημένα μίντια.
Κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου ξένο προς τις βλέψεις του διεθνούς και ελληνικού συστήματος που έχει πνίξει τη χώρα. Αντιθέτως. Στόχος του νεοφιλελευθερισμού, που έκανε τα πρώτα σημαδιακά του βήματα στη Χιλή του Πινοτσέτ, ήταν και είναι η δημοκρατία. Το νεοφιλελεύθερο «πείραμα Ελλάδα» είναι και πείραμα θανάτωσης της δημοκρατίας, και το πείραμα αυτό μπορεί να ξεκίνησε σε έναν τόπο, τον δικό μας, αλλά έχει πανευρωπαϊκές και οικουμενικές φιλοδοξίες.
Για να τσακίσεις όμως τη δημοκρατία, πρέπει να τσακίσεις το φρόνημα, να ενοχοποιήσεις και να ταπεινώσεις τους πολίτες που θέλεις να μετατρέψεις σε υπηκόους. Αυτό επιχείρησε και επιχειρεί η ρατσιστική καμπάνια εναντίον των Ελλήνων, όπως εκφράστηκε από τα διάφορα “Focus” στη Γερμανία και αλλού. Και σε αυτό συμβάλλει η καμπάνια που έχουν σήμερα εξαπολύσει ενάντια στις αγωνιστικές μνήμες και τελικά ενάντια στην ηθική και πολιτική ραχοκοκαλιά του λαού μας οι νεοναζιστές. Οι οποίοι, ας θυμηθούμε, ξέχασαν προσφάτως όλο τους τον τσαμπουκά τη μέρα που η καγκελάριος τού εν εκκολάψει τετάρτου Ράιχ κατέφθασε για να επιθεωρήσει τα κατεχόμενα εδάφη.
Τα σχέδια διάλυσης και κατοχής της χώρας και ουσιαστικής κατάργησης της δημοκρατίας πρέπει να ακυρωθούν. Και για τον λόγο αυτόν απαιτείται να ωριμάσουμε και να αναστοχαστούμε το παρελθόν και το παρόν μας. Είναι σημαδιακό ότι αυτοί που έκαναν την πολυτεχνειολογία όχημα για την αναρρίχησή τους κηρύσσουν σήμερα το τέλος της μεταπολίτευσης. Και όχι άδικα. Πολυτεχνείο και αντίσταση κατά της χούντας ήταν πάντα για τους αναρριχητές κάθε χρώματος και αρώματος ξένα, στην ουσία, βάρη που προσκυνούσαν από ανάγκη διότι τα εκμεταλλεύονταν, αλλά, στην ουσία, τα μισούσαν και τα πολεμούσαν.
Η φενάκη της θολής μεταπολίτευσης έθρεψε τη μνημονιακή υποτέλεια και τη νεοναζιστική βαρβαρότητα. Η συναισθηματική πανούκλα και το κιτς της αντιστασιολογίας βρήκαν την εκτρωματική τους επανάληψη στις σημερινές αντιδημοκρατικές ρητορικές. Όμως αυτό δεν μπορεί να μας κάνει να λησμονούμε ότι οι κύριοι που μας έφεραν ώς εδώ, εν ονόματι δήθεν των αγώνων τους, μιλώντας αδιάντροπα για το αίμα των άλλων, είχαν μηδενική ή μικρή μόνο σχέση με τους αγώνες αυτούς. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που έπραξαν και πλήρωσαν δεν εξαργύρωσε, δεν καπηλεύθηκε. Κράτησε τις μνήμες, την ταυτότητά της και μετέτρεψε το βίωμα σε καθημερινή, συνήθως αθόρυβη, μη προβεβλημένη, μη «αναγνωρίσιμη», όπως λένε τα χαζοκούτια, πράξη. Αυτή τη μνήμη, αυτήν την ταυτότητα είναι ανάγκη να την κρατήσουμε ζωντανή. Αυτή είναι η πιο μεγάλη επανάσταση

Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά ...

Της Άννας Χατζησοφιά, απο το Red NoteBook...
Εφέτος, η επέτειος από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, μπαίνει σε μια κρίσιμη ηλικία,  γίνεται δεσποινίς ετών 39 και όπως και η Σμάρω Στεφανίδου, στην ομώνυμη ταινία, πρέπει επειγόντως να αποκατασταθεί.

Την αποκατάσταση ανέλαβε η Χρυσή Αυγή. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να φροντίσει, σαν καλή προξενήτρα, ήταν τη φήμη της μεγαλοκοπέλας. Πώς να το παντρέψεις το κορίτσι όταν μιλάς για νεκρούς; Για όνομα, αυτό είναι παραμύθι, αναφώνησε, όπως παραμύθι είναι και το Ολοκαύτωμα. Για να σας το αποδείξουμε, θα βγάλουμε μια χαμογελαστή φωτογραφία, δείχνοντας την πύλη του Πολυτεχνείου, όπως Άουσβιτς, που κι εκεί δεν υπήρχαν θύματα. Όλα ήταν κατασκεύασμα της κυρίαρχης Σιωνιστικής προπαγάνδας που θέλει να επιβάλει την παγκόσμια κυριαρχία και τον εβραίο θεό της. Όμως εμείς οι Έλληνες, απόγονοι του Απόλλωνα και των Γερμανοτσολιάδων, έχουμε αυτό το κάτι τις στο DNA μας που δεν είναι σπειροειδές, αλλά φέρνει σε μαίανδρο, και δεν χάβουμε τέτοια.

Επίσης, εμείς τα παλικάρια που φοράμε τα μαύρα όλο νάζι -ο τόνος προαιρετικά μπορεί να πάει και στη λήγουσα-, πιστεύουμε ότι η επταετία ήταν ο Χαμένος Παράδεισος και για την πτώση της, αντίστοιχη με αυτή των Πρωτοπλάστων, φταίει αυτή η καταραμένη όφις, η γενιά του Πολυτεχνείου.

Εγώ, για να καθαρίζω την θέση μου, δεν ανήκω σ’ αυτή τη γενιά, μην νομίζετε ότι έχω κάποιο όφελος δηλαδή υπερασπίζοντάς την. Όπως λέει και το ποιητή, χούντα δεν θυμάμαι μα ούτε ελευθερία, της Μεταπολίτευσης καημένη γενιά, είμαι.

Κι ένα κομπλεξάκι, που γεννηθήκαμε μερικά χρόνια μετά, το είχαμε στην παρέα μου. Ακόμα θυμάμαι την φράση μιας φίλης, ας την πούμε Ν, όταν  έφαγε απόρριψη από έναν γκόμενο αυτής της γενιάς, να λέει «Κι αυτό το τανκ σε λάθος κατεύθυνση πήγε». Κι επειδή η Ν είχε μεγάλο σουξέ, στο συγκεκριμένο target group, παίζαν πολλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα. «Το ΕΑΤ-ΕΣΑ μισές δουλειές έκανε» κι άλλα τέτοια ιερόσυλα και  βιτριολικά. Όσες όμως κατινιές και να λέγαμε, όσα μη πολιτικώς ορθά σχόλια και να κάναμε με την Ν, ήταν αυτό που λέμε inner joke, και το συμπλεγματάκι απέναντι σ αυτή τη γενιά που μας πήρε όλη τη δόξα.

Σήμερα, σύμφωνα με μία τρέχουσα καφενόβια και ιντερνετοκαφενόβια άποψη, την οποία εκφράζει ιδεολογικά η παράταξη του ΧΑους, αυτή η γενιά φταίει για όλα. Αυτή η γενιά που εμπορευματοποίησε την επαναστατικότητά της και την έκανε μίζες, βίλες και κότερα.

Για να δούμε όμως, τι θα πει γενιά; Ανοίγοντας το Μείζον Ελληνικό Λεξικό στο αντίστοιχο λήμμα, διαβάζουμε ότι είναι το σύνολο των ατόμων που γεννήθηκαν την ίδια χρονική περίοδο. Αυτό είναι και το μοναδικό κοινό τους σημείο. Από κει και πέρα υπάρχουν προσωπικές στάσεις και πολιτικές επιλογές. Γιατί την ίδια εποχή, που πολλοί νέοι κλείνονταν στο Πολυτεχνείο φωνάζοντας «Κάτω η Χούντα», άλλοι συνομήλικοι τους ασπάζονταν το δόγμα «το θέμα είναι να τη βρω» και  χόρευαν στους ρυθμούς του «Τάκα τάκα τάκα τα καρδιά μου πως χτυπάς».

Μιλώντας για γενιές, αποκρύπτουν ότι το θέμα είναι πολιτικό και οικονομικό, και μεταθέτουν την πάλη από αυτή των τάξεων σε πάλη γενεών. Δεν είναι όμως μόνο δικό μας φρούτο αυτό. Ευδοκιμεί και σε υπερπόντια εδάφη. Στις ΗΠΑ, οι fucking baby boomers ευθύνονται για όλα, από τον λεκέ της Μόνικα Λεβίνσκι μέχρι το Αφγανιστάν.
Για να επιστρέψουμε Ελλάδα και να πούμε αλήθειες, υπάρχουν κάποιοι που εξαργύρωσαν το ότι ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο, κοντά στο Πολυτεχνείο, ή περνούσαν με τρόλεϊ έξω από το Πολυτεχνείο. Τα περισσότερα όμως παιδιά από εκείνη την «γενιά» ούτε μίζες πήρανε, ούτε στο λιστόν μπήκανε, κι όλα αυτά τα χρόνια παραμένουν στις επάλξεις, στη δουλειά τους, στα σωματεία, στις γειτονιές τους, παντού. Οι πιο πολλοί δεν σταμάτησαν μέρα να αγωνίζονται. Αλλά και όσοι ακόμα ιδιώτευσαν για κάποιο διάστημα, τούτες τις μέρες που ο άνεμος μας κυνηγάει, έβγαλαν ξανά από το μπαούλο το ιδεολογικό τους αμπέχονο και πήραν πάλι θέση στην πρώτη γραμμή εισπνοής χημικών, στο χαράκωμα για Ψωμί Παιδεία Ελευθερία.  Παρέα με τους νέους αυτής της μισότριβης εποχής, που χούντα δεν έχουμε μα ούτε ελευθερία, του Μνημονίου 3 καημένη γενιά.


«ΥΓ: Από σατανική σύμπτωση, αφού είχα στείλει το κείμενο, σήμερα το πρωί μου τηλεφώνησε μία φίλη απ΄ τα παλιά, που έλειπε χρόνια και ψάχνεται για να επαναδραστηριοποιηθεί στο κίνημα. Ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο και ήταν μπροστά στην πρώτη γραμμή χημικών την Τετάρτη των μέτρων. Αλκμήνη, αφιερωμένο εξαιρετικά σε σένα και σε όσους κρατούν φιλίες από το ΄75!»

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Να ξεμπερδεύουμε με τους ήρωες...

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες είθισται οι δημοσιογράφοι να γράφουν για το Πολυτεχνείο. Για τα θύματα, για το τανκ που γκρέμισε την πύλη, για τη θηριωδία της χούντας και για την αυταπάρνηση των φοιτητών, «Εδώ Πολυτεχνείο, σας μιλάει ο σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων». Για τον Ιωαννίδη που καραδοκούσε πίσω απ’ τις κουίντες και για την Κύπρο που έμελλε να θυσιαστεί, για το σφαγείο της Μπουμπουλίνας και για το ΕΑΤ-ΕΣΑ.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες καλούμαι κι εγώ να γράψω κάτι και πάντα το αποφεύγω – όλο αυτό έχει προ πολλού καταντήσει ένα κλισέ, κάτι σαν μνημόσυνο, σαν φτηνή σχολική γιορτή για την επανάσταση του ’21, σαν θρήνος γι’ αυτό που ήμασταν και γι’ αυτό που έχουμε γίνει. Και δεν εννοώ τόσο την πολιτική όσο τα χρόνια που πέρασαν – και την ηλικία.
Φέτος όμως δεν γίνεται να μη γράψω, είναι η ύβρις των ναζιστών, κι είναι ακόμα όλη αυτή η παραφιλολογία για τη μεταπολίτευση, που ενοχοποιείται για όλα τα στραβά.
Η γενιά του Πολυτεχνείου, σου λέει, φταίει για όλα. Δεν ανήκω σ’ αυτή τη γενιά, ανήκω στην αμέσως επόμενη, τη λανθάνουσα, γι’ αυτό και μπορώ να μιλήσω απροκατάληπτα. Έρχομαι, λοιπόν, τριάντα εννέα χρόνια μετά, κι έχοντας ζήσει με κομμένη την ανάσα την εξέγερση κι όλα όσα επακολούθησαν μέχρι σήμερα, μπορώ πλέον να πω με βεβαιότητα ότι δεν έφταιξαν οι ήρωες του Πολυτεχνείου που αποδείχτηκαν αργότερα κατώτεροι των περιστάσεων και πρωταγωνίστησαν αρνητικά στη διαμόρφωση του μεταπολιτευτικού σκηνικού – ως υπουργοί, ως βουλευτές, ως διαμορφωτές της κοινής γνώμης.
Ποτέ δεν φταίνε οι ήρωες επειδή είναι άνθρωποι κι αυτοί, και λυγίζουν κάτω από τις περιστάσεις της καθημερινότητας ενώ έχουν δοκιμαστεί στη φωτιά της μάχης. (Είναι γνωστό άλλωστε ότι σπανίως οι μεγάλοι παίκτες γίνονται και καλοί προπονητές, το ίδιο είναι, όσο κι αν το παράδειγμα μοιάζει ξεκάρφωτο.)
Οι κοινωνίες και τα πολιτικά συστήματα φταίνε, που βασίζονται σε προσωπικότητες, σε ατομικά πρότυπα και σε αναγνωρίσιμες περσόνες για να οργανωθούν γύρω απ’ αυτά, ερήμην της συλλογικότητας και της δημιουργικής σκέψης. Φταίνε οι κομματικοί μηχανισμοί και τα μίντια, που αντί να αναζητήσουν ιδέες και λύσεις για τα προβλήματα προτείνουν μεσσίες για την παράκαμψή τους. Φταίμε κι εμείς οι ίδιοι, οι πολίτες, που αντί να αναλάβουμε τις ευθύνες και τα ρίσκα μας, προτιμάμε να βρίσκουμε πάντα κάποιον «ηγέτη», κάποιον «χαρισματικό» να του αναθέσουμε εν λευκώ τις τύχες μας, κι αν χρειαστεί να τον μετατρέψουμε αργότερα σε αποδιοπομπαίο τράγο.
Αλλά αυτά παθαίνει όποιος προτιμά να ζει με τις αναμνήσεις του και να καταναλώνει παρωχημένα μεγαλεία, αντί να σκέφτεται και να δρα συλλογικά για το μέλλον.
Κι ούτε η μεταπολίτευση φταίει στο βαθμό που την ενοχοποιούν τα μίντια και οι δεκαρολόγοι της πολιτικής σκηνής. Όποιος ρίχνει το ανάθεμα στη μεταπολίτευση απλώς αποσιωπά το χάλι της δικτατορίας, κι ακόμα πιο πίσω τις αυταρχικές και ξεπουλημένες μεταπολεμικές κυβερνήσεις, τις ίντριγκες του παλατιού, τη διαφθορά του σχεδίου Μάρσαλ, τη Γιάλτα, τη Βάρκιζα και τον Εμφύλιο. Τη Μακρόνησο, τη Γυάρο και τον Άη Στράτη. Τη στρεβλή ανάπτυξη, την αντιπαροχή, το ρουσφέτι, τις δηλώσεις μετανοίας, τους προβοκάτορες και τους χαφιέδες της δεκαετίας του ’60, τους μαυραγορίτες και τους ταγματασφαλίτες της Κατοχής.
Ας μην ξαφνιαζόμαστε που οι ναζιστές σηκώνουν κεφάλι – τους αθωώνουμε χρόνια τώρα, με έργα και παραλείψεις. Τους διέσωσε το κράτος για να κάνει τη δουλειά του, τους περιέθαλψε και τους εξέθρεψε για να τους χρησιμοποιήσει. Κι έπειτα, όταν θέλησε να κρύψει την τριτοκοσμική μας μιζέρια και να μας επιτρέψει να γίνουμε Ευρωπαίοι, τους πέταξε στην άκρη γιατί χάλαγαν τη βιτρίνα. Δεν τους ξερίζωσε όμως…

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Τριανταεννιά χρόνια μετά…

απο το Ιστολογιο του Νικου Σαραντακου...

Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες τριανταεννιά χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973, σε μια Ελλάδα που βιώνει μια βαθύτατη κρίση, όπως βαθιά κρίση βίωνε και το 1973 το δικτατορικό καθεστώς, κρίση την οποία είχε προσπαθήσει να εκτονώσει και να αποφύγει με την προσπάθεια ελεγχόμενης επιστροφής σε μια μορφή κοινοβουλευτικής ζωής,
με την ανακήρυξη προεδρικής δημοκρατίας και την ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Σπ. Μαρκεζίνη, μια προσπάθεια που ματαιώθηκε με τη φοιτητική εξέγερση και την αιματηρή καταστολή που ακολούθησε -μια βδομάδα μετά, η ομάδα Ιωαννίδη ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και έβαλε τέρμα στα πειράματα εκδημοκρατισμού.
Η βαθιά κρίση που περνάμε σήμερα έχει, εύλογα ίσως, θέσει υπό αμφισβήτηση και την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αν και η βασική θέση της αμφισβήτησης, δηλαδή ότι η λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» εξαργύρωσε τη συμμετοχή της στον αντιδικτατορικόν αγώνα με την αναρρίχηση σε πολιτειακά αξιώματα, δεν είναι καινούργια, ακούγεται εδώ και πολλά χρόνια, απλώς τώρα ακούγεται περισσότερο.
Πιστεύω πως η θέση αυτή, που την ακούει κανείς και από καλοπροαίρετους ανθρώπους, είναι μακριά από την αλήθεια. Δεν θα αρνηθώ βέβαια ότι πολλοί πρωταγωνιστές του φοιτητικού αντιδικτατορικού αγώνα κατέλαβαν υπουργικά αξιώματα ή βουλευτικές και κρατικές θέσεις, αλλά αυτοί ήταν η εξαίρεση μάλλον παρά ο κανόνας. Αν εξετάσουμε τον κατάλογο των μελών της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης του Πολυτεχνείου, θα δούμε ότι από τα 33 τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της μόνο πέντε ή έξι κατέλαβαν τέτοιες θέσεις και αξιώματα σε όλα αυτά τα χρόνια, ποσοστό που το βρίσκω μικρό. Θα έλεγα μάλιστα ότι, σε σύγκριση με άλλα αντιστασιακά και αντικαθεστωτικά κινήματα, οι φοιτητές του αντιδικτατορικού αγώνα κατέλαβαν μάλλον λιγοστές θέσεις και οπωσδήποτε όχι κορυφαίες -μέχρι στιγμής, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει υπάρξει Πρόεδρος ή πρωθυπουργός ή έστω αρχηγός αξιωματικής αντιπολίτευσης που να βγήκε από το φοιτητικό κίνημα του 1973, ενώ υπήρξε από τις φοιτητικές απεργίες του 1907 (ο Γ. Παπανδρέου) ή από τις μαθητικές κινητοποιήσεις των αρχών του 1990 (ο Αλ. Τσίπρας), για να μην πάμε στον Χάβελ, τον Βαλέσα, ή στους εκατοντάδες γκωλικούς στη Γαλλία μετά το 1945. Αυτό βέβαια έχει να κάνει και με το ότι η δικτατορία κατέρρευσε και δεν ανατράπηκε, και ότι τη διαδέχτηκε ένα καθεστώς στο οποίο κυριαρχούσε ένα κόμμα που στεκόταν αμήχανο και δύσπιστο απέναντι στον μαχητικό αντιδικτατορικό αγώνα, στον οποίο ελάχιστα στελέχη του είχαν πάρει ενεργό μέρος.

Στο κάτω-κάτω, δεν είναι άτοπο, αφύσικο ή κατακριτέο αν, από μια ομάδα εικοσάχρονων που ασχολούνται έντονα με τους πολιτικούς αγώνες κάποιοι φτάσουν, είκοσι ή τριάντα χρόνια μετά, σε υψηλά αξιώματα. Για όσους δεν ανήκουν στην άρχουσα τάξη, ώστε να κληρονομούν τη βουλευτική έδρα από τον πατέρα τους ή να την εξασφαλίζουν αβρόχοις ποσί από τον κομματικοκρατικό μηχανισμό μόλις τελειώσουν το Κολέγιο και το Χάρβαρντ, η συμμετοχή στα κοινωνικά κινήματα είναι ο συνήθης τρόπος ενασχόλησης με την πολιτική, αλλά φαίνεται θεωρούμε αφύσικο να αναδεικνύεται κανείς χωρίς να χρησιμοποιεί τον πατροπαράδοτο τρόπο των γόνων της άρχουσας τάξης.
Το ότι κάποιοι εξέχοντες αγωνιστές του 1973 φάνηκαν στη συνέχεια να έχουν προδώσει τα ιδανικά για τα οποία αγωνίστηκαν ή απλώς να έχουν αλλάξει ιδέες, δεν νομίζω ότι αναιρεί την αξία του τότε αγώνα τους. Η ιστορία άλλωστε είναι γεμάτη από παραδείγματα ανθρώπων που στη διάρκεια του πολιτικού βίου τους μετατοπίστηκαν από τη μια στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, συνήθως (αλλά όχι πάντα) από τα αριστερά προς τα δεξιά -η ιδεολογική μεταστροφή συνήθως σε πιο συντηρητικές κατευθύνσεις καθόλου δεν είναι αποκλειστικότητα της γενιάς του Πολυτεχνείου.
Φυσικά, στη σημερινή συγκυρία δεν θα μπορούσαν να λείψουν και οι κρωγμοί των μελανοχιτώνων της Χρυσής Αυγής, που είναι, εδώ που τα λέμε, απόλυτα δικαιολογημένοι να οργίζονται, μια και η εξέγερση του Πολυτεχνείου υπονόμευσε το αγαπημένο τους δικτατορικό καθεστώς. Στην αφίσα που κυκλοφόρησαν (βλ. εδώ αριστερά) κάνουν λόγο για παραμύθι του Πολυτεχνείου και για ψεύτικους νεκρούς, και αναγγέλλουν ότι όποιος βρει τους νεκρούς “αμοιφθήσεται” (αν δεν έχουν ορθογραφικό λάθος τα κείμενά τους δεν παίρνουν το ‘τυπωθήτω’). Νεκροί φυσικά υπήρξαν δεκάδες. Πολυετής έρευνα του Λ. Καλλιβρετάκη για το Εθν. Ίδρυμα Ερευνών έχει καταλήξει σε 24 απολύτως επιβεβαιωμένες περιπτώσεις (με όνομα και επώνυμο) και σε άλλες 16 όχι ταυτοποιημένες, αν καταλαβαίνω καλά τα πορίσματα. Οι αρνητές του Πολυτεχνείου στηρίζονται στο έωλο επιχείρημα ότι οι νεκροί δεν βρέθηκαν μέσα στον περίβολο του Πολυτεχνείου αλλά σε άλλα σημεία (αν και τις πιο πολλές φορές στην άμεση γειτονία του) -αλλά τι σημαίνει αυτό; Δηλαδή, ας πούμε, ο Μ. Μυρογιάννης, ο εικοσάχρονος Μυτιληνιός που τον σκότωσε (και μετά παινεύτηκε) ο Ντερτιλής, ο μόνος απριλιανός που βρίσκεται ακόμα στη φυλακή, δεν είναι νεκρός του Πολυτεχνείου επειδή δολοφονήθηκε Πατησίων και Στουρνάρη; Γελοία πράγματα -θα μου πείτε, οι χρυσαυγίτες αρνούνται τα 6 εκατομμύρια νεκρούς του Ολοκαυτώματος, στους 24 του Πολυτεχνείου θα κολλήσουν;
Στη χρυσαυγίτικη αφίσα, πλάι στη Μαρία Δαμανάκη βλέπετε την “Ηλένια”, που είναι το φοβερό χρυσαυγίτικο επιχείρημα με το οποίο προσπαθούν να βγάλουν ανύπαρκτους τους νεκρούς του Πολυτεχνείου. Πράγματι, στην πρώτη επέτειο της εξέγερσης, ένας νεαρός πηγαινοερχόταν μέσα στους συγκεντρωμένους, κραδαίνοντας αυτή την εικόνα, και εξηγώντας ότι πρόκειται για την κοπέλα του, την Ηλένια Ασημακοπούλου, που χάθηκε όταν μπήκαν τα τανκς στο Πολυτεχνείο και από τότε την αναζητεί μάταια. Η ιστορία, όπως ήταν αναμενόμενο, δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες, αλλά εξαιτίας της δημοσίευσης βρέθηκαν αρκετοί που πρόσεξαν ότι η δήθεν εικόνα της Ηλένιας ήταν παρμένη από κάποια σχετικά πρόσφατη διαφήμιση σαμπουάν. Ο νεαρός νομίζω ότι πέρασε από δίκη, αλλά δεν παίρνω όρκο και δεν έχει σημασία. Η όλη ιστορία δεν κράτησε πάνω από δέκα μέρες. Αυτό όμως δείχνει και την ένδεια επιχειρημάτων των χρυσαυγιτών, που πιάνονται από τις φαντασιώσεις ενός μυθομανή -οι ίδιοι που καταθέτουν στεφάνια (και δυστυχώς όχι μόνο αυτοί…) στον εντελώς ανύπαρκτο Κ. Κουκίδη!
Με την επέτειο του Πολυτεχνείου το ιστολόγιο δεν έχει ασχοληθεί πολύ, αν και το 2009 είχα παρουσιάσει το βιβλίο του αξέχαστου Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή “Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέβρη“, ποιήματα που γράφτηκαν εκείνες τις μέρες και κυκλοφορούσαν στη συνέχεια χέρι με χέρι. Επίσης, στον παλιό μου ιστότοπο είχα ανεβάσει ένα αφιέρωμα με πολλά ποιήματα και κάποια πεζά για το Πολυτεχνείο. Για να ευλογήσω τα γένια μου, ένα διήγημα, “Το Νοέμβρη λοιπόν“, είναι δικό μου, ενώ ένα ποίημα είναι ενός άλλου Σαραντάκου, του Άχθου Αρούρη, του παππού μου. Τα περισσότερα ποιήματα είναι παρμένα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη “Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου στη λογοτεχνία” των εκδόσεων Μεταίχμιο.
Οπότε, ας προσθέσω λίγο υλικό ακόμα, σκέφτηκα, υλικό από εφημερίδες της εποχής. Διάλεξα την εφημερίδα Απογευματινή, που δεν αντιπολιτευόταν ιδιαίτερα το καθεστώς Μαρκεζίνη (όπως οι εφημερίδες του ΔΟΛ και η Βραδυνή) αλλά και είχε μερικούς κορυφαίους συνεργάτες (π.χ. Φρ. Γερμανός και ΚΥΡ). Εδώ είναι ένα κομμάτι από το πρωτοσέλιδό της την Πέμπτη 15.11.73. Η εξέγερση δεν έχει ακόμα γίνει πρώτος τίτλος, άλλωστε πρόκειται ακόμα για “μαχητική εκδήλωσι”. Στην ανάμικτη γλώσσα της εποχής διαβάζουμε ότι οι φοιτητές “κατέλαβον” το κτίριο του Πολυτεχνείου -το ρεπορτάζ υπογράφει ο Κ. Χαρδαβέλλας.

Την επόμενη μέρα, Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 1973, η εξέγερση έχει πιάσει όλη την πρώτη σελίδα. Δεν ανεβάζω το πρωτοσέλιδο γιατί θα βαρύνει πολύ η σελίδα μου, μπορείτε όμως να το κατεβάσετε από εδώ. Μεγάλο μέρος της σελίδας πιάνουν οι δυο φωτογραφίες, πάνω δεξιά η κυβερνητική “ανακοίνωσι” που καταγγέλλει “ανεύθυνα πρόσωπα” που εξυπηρετούν “ωρισμένους σκοπούς”, ενώ αλλού βρίσκουμε εξαγγελίες για αυξήσεις μισθών και ότι πρόκειται να επιτραπούν 58 τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.
Σε μια μέσα σελίδα υπάρχει ρεπορτάζ του Κ. Χαρδαβέλλα με τίτλο Μια ώρα στο “φρούριο” με τους φοιτητάς, που κι αυτό δεν το ανεβάζω για να μη βαρύνει η σελίδα. Και σε μια άλλη σελίδα, μια γελοιογραφία του Σκουλά, που παρουσιάζει τους φοιτητές να φωνάζουν “Ο λαός πεινάει σε λίγο θα σας φάει” (είχε ακουστεί και αυτό το σύνθημα) και κάποιους να αντιπροτείνουν “Τρώτε νόστιμο φθηνό χοιρινό”, όπως ήταν το σύνθημα μιας διαφημιστικής εκστρατείας της εποχής.

Στις 17 Νοεμβρίου, ημέρα Σάββατο, οι εφημερίδες κυκλοφορούν ενώ τα τανκς έχουν καταστείλει την εξέγερση και ενώ στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας πέφτουν νεκροί, η πρώτη σελίδα έχει την είδηση της αιματηρής επίθεσης, αλλά οι μέσα σελίδες έχουν γραφτεί νωρίτερα. “3 τα μεσάνυκτα – Τα τανκς κατέστειλαν την εξέγερσι” είναι ο πρωτοσέλιδος τίτλος, ενώ γίνεται αναφορά σε 4-10 νεκρούς.
Την Κυριακή δεν βγαίνουν απογευματινές εφημερίδες. Τη Δευτέρα 19 Νοεμβρίου, ενώ έχει κηρυχθεί ο στρατιωτικός νόμος και έχουν σταματήσει πια οι διαδηλώσεις, που συνεχίστηκαν και την Κυριακή, το πρωτοσέλιδο έχει τίτλο “Οι συγκρούσεις χθες” και την υπόσχεση ότι ο στρατιωτικός νόμος θα αρθεί το συντομότερο δυνατό, ενώ η κυβέρνηση ανακοινώνει επίσημα 9 ονόματα νεκρών (ανάμεσά τους ο Διομήδης Κομνηνός και ο Αλέξ. Σπαρτίδης). Δηλαδή, ο Παπαδόπουλος παραδέχτηκε νεκρούς, ενώ τα σημερινά εγγονάκια του τούς αρνούνται. Στο πλάι, τα ονόματα πέντε πολιτών που παραπέμπονταν στο στρατοδικείο επειδή συμμετείχαν σε διαδήλωση την Κυριακή 18 Νοεμβρίου.
Τέλος, την Τρίτη 20 Νοεμβρίου, το μεν πρωτοσέλιδο (το ανέβασα εδώ) αναφέρει για 886 συλλήψεις, ενώ πληροφορεί ότι δυο ακόμη τραυματίες εξέπνευσαν (ο Γερακίδης και ο Μυρογιάννης), και ότι 6 συλληφθέντες διαδηλωτές της Κυριακής καταδικάστηκαν σε 4-5 χρόνια φυλάκιση. Μεγάλο μέρος της πρώτης σελίδας το πιάνουν φωτογραφίες από το κυριευμένο Πολυτεχνείο (ο υφυπουργός Τύπου Σπ. Ζουρνατζής είχε ξεναγήσει τους ξένους δημοσιογράφους στα κτίρια του ΕΜΠ) με έμφαση σε “ακραία” συνθήματα και στις “εκτεταμένες” καταστροφές.
Σε εσωτερική σελίδα, βρίσκω το ρεπορτάζ από αυτή την ξενάγηση. Το έχω ανεβάσει εδώ, αλλά θα μεταφέρω μια παράγραφο που μου φαίνεται σαν να την έχω ξανακούσει και με άλλες ευκαιρίες. Εικόνες εγκαταλελειμμένου στρατωνισμού μετά από θυελλώδη μάχη παρουσιάζουν και οι αίθουσες του Πολυτεχνείου. Σωροί κάθε είδους αντικειμένων, κατεστραμμένων επίπλων, ξεσκισμένων βιβλίων, σπασμένων μπουκαλιών, υπολειμμάτων φαγητών, φαρμάκων, φρούτων, επιδέσμων, παπουτσιών, αναποδογυρισμένων εδράνων, ξυλωμένων παραπετασμάτων, κομματιασμένων μαρμάρων. Τίποτε όρθιο. Τίποτε στην θέσι του. Μόνο οι τοίχοι, εσωτερικά και εξωτερικά διάστικτοι από επαναστατικά συνθήματα. Εναντίον του Προέδρου της Δημοκρατίας. Εναντίον του Πρωθυπουργού. Εναντίον των Αμερικανών, του Ν.Α.Τ.Ο., της «χούντας».  Γραμμένα με χοντρά πινέλλα και όλων σχεδόν των χρωμάτων τις μπογιές, με «μαρκαδόρους», με κιμωλίες, με μολύβια. Το ίδιο στους πίνακες των αιθουσών διδασκαλίας, στα δάπεδα, στις πόρτες, στα μαρμάρινα στηθαία, στα κιονόκρανα, μέχρι τα αετώματα.
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η δήλωση του υφυπουργού Ζουρνατζή, ο οποίος προσφέρει μια εύθυμη νότα, λέγοντας ότι η έννοια του βανδαλισμού χρησιμοποιήθηκε από τους προγόνους μας για να περιγράψει τη μανία καταστροφής ξένων βαρβάρων λαών που εισέβαλλαν στη χώρα μας και κατέστρεφαν “‘ό,τι εξέφραζε την Ελλάδα ως χώραν ‘ειδοποιού διαφοράς’ από όλα τα άλλα κράτη της Ευρώπης και της Ασίας”, άρα (;!) είναι αίσχος ότι βανδαλισμοί διαπράχθηκαν από Έλληνες σπουδαστές εναντίον ελληνικού τεμένους. Βέβαια, ο Ζουρνατζής είπε βλακείες, διότι οι Βάνδαλοι το κακό τους όνομα το έβγαλαν όταν κούρσεψαν τη Ρώμη, ενώ αργότερα οι βυζαντινοί κατέστρεψαν το κράτος των Βανδάλων, αλλά οι υφυπουργοί της χούντας δεν είχαν αντίλογο, ιδίως σε συνθήκες στρατιωτικού νόμου.
Όμως, μια και μπήκαμε στο κωμικό σκέλος του άρθρου, να κλείσω με μια γελοιογραφία του ΚΥΡ, που δημοσιεύτηκε ακριβώς το Σάββατο 17 Νοεμβρίου 1973, αλλά βέβαια είχε σχεδιαστεί νωρίτερα, μάλλον την προηγούμενη μέρα. Θέμα του υποτίθεται οι περιορισμοί στα καύσιμα (πετρελαϊκή κρίση γαρ) αλλά χωράνε και αρκετές σπόντες για την εξέγερση, τυπικό δείγμα των μικροελευθεριών που είχε πάρει ο τύπος μετά την κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας επί Μαρκεζίνη. Στην τρίτη σειρά της γελοιογραφίας (άμα κλικάρετε, μεγαλώνει) αναφορές σε δηλώσεις του Μαρκεζίνη, ο οποίος, θέλοντας να προβληθεί ως ανεξάρτητος από τον Παπαδόπουλο, είχε δηλώσει ότι θαυμάζει τον Λένιν και τον Καντάφι, καθώς και στην αποπομπή, έναν μήνα νωρίτερα, του Κ. Ασλανίδη από τη θέση του Γ.Γ.Α.

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Πόρισμα Τσεβά: Οι 16 άγνωστοι νεκροί του Πολυτεχνείου!


Pheme.gr...

ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΙΝΑΡΔΟΥ

Τι αναφέρει στο πόρισμα που συνέταξε ο εισαγγελέας Δ. Τσεβάς για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Όχι μόνον υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο, όπως καταγράφεται σε επίσημα ιστορικά αρχεία, αλλά υπήρξαν και νεκροί που δεν τους έμαθε ποτέ κανείς!

Αυτό αποκαλύπτεται στο πόρισμα Τσεβά που έφερε στη δημοσιότητα το 2003 ο δημοσιογράφος Κώστας Χατζίδης στο πλαίσιο μεγάλης έρευνας που πραγματοποίησε για το ένθετο περιοδικό ΒΗΜΑreportage της εφημερίδας Το Βήμα.

Εν αντιθέσει με όσα υποστηρίζει ο πρόεδρος της Χρυσής Αυγής κ. Νίκος Μιχαλολιάκος, η προκαταρτική εξέταση που διενήργησε για τα αιματηρά γεγονότα του Πολυτεχνείου ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς, άλλα μαρτυρούν.

"Εκ των εκτεθέντων δήλον καθίσταται ότι εις τους καταλόγους των επισήμως ανακοινωθέντων και υπό της ερεύνης βεβαιωθέντων τοιούτων, δέον να προστεθούν και έτεροι δέκα έξι (16) τουλάχιστον βασίμως προκύπτοντες, οίτινες, τονιστέον και πάλιν, ουδεμίαν έχουν, ως προς την ταυτότητα, σχέσιν με τους επισήμως ανακοινωθέντας", συμπεραίνει ο εισαγγελέας στην έκθεση του.

Η αρχή έγινε όταν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθήνας εντόπισε δύο από τις σκοτεινές δολοφονίες εκείνων των ημερών. Τα θύματα άγνωστα, οι δράστες όμως γνωστοί: αστυνομικοί που υπηρετούσαν στη μόνιμη αστυνομική φρουρά του νοσοκομείου.

Ο εισαγγελέας Τσεβάς συνεχίζει να αναζητά την αλήθεια στο νεκροθάλαμο του Ρυθμιστικού, του μεγαλύτερου νοσοκομείου της χώρας όπου διακομίστηκαν οι περισσότεροι τραυματίες και  νεκροί του Πολυτεχνείου.

Εκεί διαπίστωσε αμέσως ότι μόνο στις 16 προς 17 Νοεμβρίου διακομίστηκαν 10 νεκροί οι οποίοι δεν βρέθηκαν ποτέ! Αυτό προέκυψε από τις επίσημες αναφορές των νοσηλευτών που ήταν υπεύθυνοι του νεκροθαλάμου.

Ο Νικ. Νίκας, ο οποίος είχε υπηρεσία ως τις 11 το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου, κατέθεσε στον εισαγγελέα ότι "παρέλαβε και ετοποθέτησε εις τον νεκροθάλαμον επτά πτώματα νέων ανδρών, ηλικίας 22-25 ετών, τα οποία δεν συνωδεύοντο από πιστοποιητικόν θανάτου και κάρταν περί της ταυτότητος του νεκρού". Ο Ιωάννης Μάρας, που ανέλαβε υπηρεσία αμέσως μετά τον Νίκα, κατέθεσε ότι "παρέλαβε επτά πτώματα, νέων ομοίως ανδρών, ηλικίας 20-35 ετών, εκ των οποίων τα τέσσερα ήσαν αγνώστου ταυτότητος"!

Όταν ο Δημήτρης Τσεβάς θελήσει να μάθει τον επίσημο αριθμό των νεκρών στα αρχεία του νοσοκομείου, βρέθηκε προ εκπλήξεως. "Και ούτω κατά την τραγικήν εκείνην νύκτα των γεγονότων, 16 προς 17 Νοεμβρίου 1973, ένδεκα πτώματα αγνώστων νέων διακομίζονται εις το Ρυθμιστικόν Κέντρον Αθηνών, άτινα όμως, πλην ενός - κατά τα επίσημα στοιχεία του νοσοκομείου -, ουδαμού εμφανίζονται, ούτε καταχωρίζονται!".

Στο πολυσέλιδο πόρισμα που συνέταξε τον Οκτώβριο του 1974 υπογράμμιζε για το θέμα: "... Και η ανυπαρξία επισήμων στοιχείων εν τω νοσοκομείω δεν αποδεικνύει βεβαίως την ανυπαρξία πτωμάτων, διότι αι καταθέσεις είναι κατηγορηματικαί και σαφείς και πλήρως εκ της ερεύνης εβεβαιώθη ότι ουδεμία εγένετο επίσημος εγγραφή του πλήθους των εισαγομένων τότε τραυματιών εις το Γενικόν βιβλίον της πύλης".

Ποιοι και πόσοι ήταν οι άγνωστοι νεκροί του Πολυτεχνείου

Ο διακεκριμένος εισαγγελέας δεν κατάφερε να δώσει μια κατηγορηματική απάντηση. Χαρακτηριστική είναι η επισήμανση που κάνει το 1974:

"Παραμένει βεβαίως πάντοτε το ερώτημα: Τι εγένοντο τα πτώματα των νεκρών τούτων και διατί οι οικείοι των εξακολουθητικώς σιωπούν; Δεν είναι εύκολος η απάντησις εις τον χαράσσοντα τας γραμμάς ταύτας. Είναι υποχρέωσις, όμως, η έναντι του προβλήματος θέσις και η κατανόησις των ανερμηνεύτων ή αδυνάτων". Τριάντα χρόνια μετά, το ερώτημα περιμένει απάντηση.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Ποιοι είναι στ΄ αλήθεια οι ζωντανοί και ποιοι οι πεθαμένοι;

Red NoteBook ...
Του Γιάννη Αλμπάνη

«Το φως φέγγει στο σκοτάδι, το σκοτάδι δεν μπόρεσε να το καταπνίξει»

Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο


Στο τέλος της ωραίας ταινίας Η Αποστολή, του Ρόλαντ Τζόφι, ο καρδινάλιος Αλταμιράνο αναρωτιέται ποιος είναι στ΄ αλήθεια ζωντανός: ο ίδιος που επιβίωσε υποκύπτοντας στις εντολές του Πάπα και της Πορτογαλικής Αυτοκρατορίας, ή ο πατέρας Γκάμπριελ και ο Ροντρίγκο Μεντόζα που έπεσαν μαχόμενοι για τα δίκαια των ιθαγενών;

Την Αποστολή την ξαναθυμήθηκα σήμερα, που ξαναέκανα για μια ακόμα χρονιά τις σκέψεις που κάνω κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, στις επετείους του Πολυτεχνείου. Τι θα έκανε άραγε τώρα ο Καλτεζάς; Τι θα είχαν απογίνει οι νέοι με τις φαβορίτες και τις κοτλέ καμπάνες, που ανεμίζουν την αγαθότητα της εξέγερσης στα επετειακά ασπρόμαυρα φιλμ; Αν είχε επιζήσει ο Χάρης του Αναγνωστάκη, μήπως θα είχαμε πιο πολλές πιθανότητες να αντικρύσουμε τις πολιτείες μας λουσμένες στην Αλήθεια και το αίθριο φως;

Αν και ίσως - κάθε χρόνο το ίδιο. Και είναι πραγματικά παράξενο (ή ίσως όχι και τόσο) ότι κάθε ερώτημα για το Μιχάλη, και τους πιο παλιούς του Πολυτεχνείου, και τους ακόμα πιο παλιούς, που δεν φοβήθηκαν να τα βάλουν με τη θριαμβεύουσα Αυτοκρατορία, κάθε ερώτημα για όλους αυτούς που αποφάσισαν να ορίσουν τη σύμβαση του θανάτου τους όταν δεν μπορούσαν πια να ορίσουν τη σύμβαση της ζωής τους, είναι ερώτημα σε χρόνο Ενεστώτα. Είναι ερώτημα για το τώρα και για εμάς, όχι για το τότε και για κείνους. Όλα αυτά τα εάν και ίσως, που σκέφτομαι τις μέρες του Πολυτεχνείου, είναι τα εάν και τα ίσως τα δικά μου και των συγκαιρινών μου. Για το αν θα τα καταφέρουμε με όσα τεράστια που τό΄ φερε η τύχη να πρέπει να κάνουμε, για το αν θα καταντήσουμε μικροί και τοσοδούληδες, σαν υπουργοί πρώην αγωνιστές. Γιατί όλες αυτές οι χαμένες φιγούρες των ασπρόμαυρων επετειακών φιλμ βρίσκονται εδώ ανάμεσά μας, στις δικές μας πορείες και συγκρούσεις, στο Σύνταγμα και τις γειτονιές, οπουδήποτε υπάρχουν κάποιοι που αποφασίζουν να τα βάλουν με τον Πάπα και την Πορτογαλική Αυτοκρατορία - γιατί αυτό τους φαίνεται σωστό, παρ΄ ότι όλοι λένε ότι η μάχη είναι από τα πριν χαμένη. Γιατί όσοι έπεσαν επειδή επέλεξαν να σταθούν όρθιοι, είναι οι συνομιλητές μας στις πιο ωραίες μας κουβέντες, φρουροί και ιχνηλάτες όσων πρέπει να γίνουν, όσων πρέπει να κάνουμε. Και είναι εδώ δίπλα μας, όχι μόνο γιατί κατάφεραν να ξεφύγουν από τις σφαίρες και τα γκλομπ της λήθης, αλλά (πράγμα που τελικά ήταν το δυσκολότερο) γιατί τα κατάφεραν να ξεφύγουν και από τον επίσημο εορτασμό, την Επιτροπή Φορέων, την Πρυτανεία, το «στις λίστες του κόμματός μας συμμετέχει και ο Μίκης Φιρίκης, δολοφονημένος αγωνιστής του Πολυτεχνείου.

Ωστόσο, εκτός από τους πεθαμένους που είναι ζωντανοί, υπάρχουν και οι ζωντανοί που στην πραγματικότητα μοιάζουν να έχουν πεθάνει εδώ και καιρό. Παρόντες-απόντες σε ένα καρναβάλι φαντασμάτων. Είναι όσοι υποτάχτηκαν χωρίς μάχη στους Πάπες και τα αυτοκρατορικά στρατεύματα της εποχής τους, όσοι έκαναν ιδεολογία τους φόβους τους, όσοι κατάλαβαν ότι είναι εύκολο να κοροϊδέψεις τους άλλους και επέλεξαν να κερδίσουν από αυτό. Ζωντανοί-νεκροί, που ξέρουν ότι οι μελλοντικοί βιογράφοι έχουν καταδικάσει από τώρα την σαραντάχρονη λαμπρή καριέρα τους σε μισή ακροτελεύτια αράδα, κάτω από το μεγάλο κεφάλαιο της μιας και μόνης νύχτας, που όλα έγιναν δυνατά και εκείνοι ήταν ακόμα κάποιοι άλλοι. Αυτή τη νύχτα της οποίας το έκθαμβο φως τελικά δεν σκιάστηκε σε σχεδόν σαράντα χρόνια αγορών και νεκροτομείων.

Το ερώτημα λοιπόν του κινηματογραφικού καρδινάλιου Αλταμιράνο είναι εύλογο. Ποιοι είναι αλήθεια οι ζωντανοί και ποιοι οι πεθαμένοι;

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Τα χαρακτηριστικά του κινήματος του Νοέμβρη...

Eagainst.com - Demand The Impossible!
Στις 16 Δεκεμβρίου 1972 η Frankfurter Rundschau δημοσίευσε ένα άρθρο με τον τίτλο “Στην Ελλάδα δεν θα υπάρξουν οδοφράγματα”. Στους μήνες που ακολούθησαν η διαπίστωση αυτή ενός ξένου ανταποκριτή διαψεύσθηκε επανειλημμένα. Έντεκα μήνες αργότερα, το Νοέμβρη του 1973, οι διαδηλώσεις των φοιτητών αποκορυφώθηκαν σε μια αληθινή εξέγερση. Η εξέγερση αυτή είναι ένα ορόσημο,όχι μόνο για το διάστημα της δικτατορίας, αλλά γενικότερα για τη μεταπολεμική εποχή, επειδή σπάει τους δεσμούς με τις παραδοσιακές πρακτικές και απορρίπτει τις παραδοσιακές ηγεσίες, θέτει νέους στόχους και περιλαμβάνει πια τις μάζες σα φορέα αντίστασης. Από τα ντοκουμέντα των διαφόρων αντιστασιακών ομάδων και οργανώσεων, καθώς κι από εκθέσεις μεμονωμένων ατόμων που έζησαν το Νοέμβρη, βγαίνουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
• Κέρδισε έδαφος η άποψη ότι μόνο ο αγώνας μπορεί ν’ ανατρέψει τη δικτατορία. Μέχρι τότε ο λαός είχε συμπεριφερθεί αδιάφορα, αφενός επειδή υποκλινόταν μπροστά στο νόμο των όπλων, αφετέρου επειδή εξαιτίας της πολιτικής ηγεσίας είχε απογοητευτεί. Στην αρχή ήλπιζα ότι οι “μεγάλοι σύμμαχοι” στη δύση θα ανέτρεπαν τη δικτατορία, πριν αντιληφθεί ότι η δικτατορία ήταν στην πραγματικότητα το πιόνι των δυτικών. Με τον καιρό, φυσικά, οι ψευδαισθήσεις αυτές έσβησαν. Έγινε επίσης σαφές ότι η “αντίσταση των οργανώσεων” ήταν όχι μόνο μια λαθεμένα ερμηνευμένη αντίσταση αλλά κι ότι έφερε τα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών πολιτικών συνθηκών και δυνάμεων. Τo πέρασμα της μάζας από ένα λήθαργο σε μια αγωνιστική στάση, άρχισε βαθμιαία με τις φοιτητικές διαδηλώσεις από το τέλος του 1972 και ωρίμασε σ’ όλη τη διάρκεια του 1973. Η επίγνωση της αναγκαιότητας του αγώνα είναι,λοιπόν, το πρώτο πολύτιμο στοιχείο του αντιστασιακού κινήματος.
• Με την εξέγερση του Νοέμβρη,έγινε σαφές ότι μόνο η μαζική κινητοποίηση μπορεί να βάλει σε κίνδυνο το καθεστώς. Οι μεμονωμένες αντιστασιακές πράξεις, όσο διαπράττονται απομονωμένα, άφησαν μόνο μια θεατρική εντύπωση. Οι αντιστασιακές οργανώσεις που κατεύθυναν τη δραστηριότητα τους στο αντάρτικο πόλεων, χωρίς να δημιουργήσουν σύνδεση με τις μάζες, εξουδετερώθηκαν γρήγορα από το καθεστώς. Μόνο οι μάζες έθεσαν περιορισμούς στο καθεστώς και το απείλησαν επικίνδυνα. Έτσι, το καθεστώς εξαναγκάστηκε ν’ αντιδράσει, αλλάζοντας πρόσωπο και ξαναγυρίζοντας στην καταπίεση,
• Είναι σημαντικό να συγκεκριμενοποιήσουμε την έννοια “μάζες”, στο πλαίσιο της εξέγερσης του Νοέμβρη, να την αναλύσουμε στα συστατικά της μέρη, για να ορίσουμε τις κοινωνικές ομάδες που μπορούν ν’ αναφερθούν σαν επαναστατικοί φορείς και στους οποίους πρέπει κανείς να ποντάρει σ’ ένα στρατηγικό σχέδιο. Όσο η έννοια “μάζες” γίνεται φετίχ και χρησιμοποιείται αδιαχώριστα,μπορεί να γίνει επικίνδυνη, καθώς είναι άδεια από περιεχόμενο. Στην επαναστατική πράξη, λοιπόν, σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, τα εκάστοτε συστατικά μέρη του όρου “μάζες” μεταβάλλονται, επειδή οι νέες κοινωνικές ομάδες κινητοποιούνται σε διαφορετικές καταστάσεις. Τα γεγονότα του Νοέμβρη ανάγονται στην πρωτοβουλία των φοιτητών, αυτοί ήταν η “ηγετική” δύναμη. Οι εργάτες, με τους οικοδόμους επικεφαλείς, ακολούθησαν και έδωσαν στο φοιτητικό κίνημα την ευρύτερη διάσταση και τη βαθύτερη προοπτική του μαζικού επαναστατικού κινήματος. Πάνω από 400 οικοδόμοι ενώθηκαν με τους φοιτητές στο Πολυτεχνείο, και μάλιστα ενάντια στις οδηγίες της ηγεσίας τους. Σε αυτούς προστέθηκαν, εργάτες της βιομηχανίας, μαθητές, υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματιάς, αγρότες, διανοούμενοι κι επιστήμονες.
• Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό της εξέγερσης του Νοέμβρη είναι η αυτονομία του μαζικού κινήματος. Καμιά πολιτική οργάνωση, κανένα κόμμα, καμιά αντιστασιακή ομάδα δεν μπόρεσε να ηγηθεί των εξεγερμένων, που πρότασσε την αυτονομία και την αυτοδιαχείριση. Οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής αριστεράς ήθελαν μάλιστα στην αρχή να καθοδηγήσουν την εκδήλωση καθώς τάχθηκαν ανοιχτά κατά της κατάληψης, καταγγέλλοντας ως προβοκάτορες τους καταληψίες…Ωστόσο, οι αυτόνομες δυνάμεις κατάφεραν να επιβληθούν κι ετσι, οι ίδιοι οι αγωνιστές αποφάσιζαν για τους στόχους και την πορεία του αγώνα. Αυτή η αυτονομία, έδωσε στο κίνημα την ορμή του, του έδωσε νόημα και αποτελεσματικότητα και τη δυνατότητα ν’ αναπτύξει νέες μορφές και μεθόδους αγώνα.
• Παραπέρα, μ’ αυτή την ανεξαρτησία της εξέγερσης από οποιαδήποτε επίδραση των πολιτικών οργανώσεων σχετίζεται το ζήτημα της τοποθέτησης στόχων. Τα πολιτικά συνθήματα της αρχής- “Κάτω η χούντα”, “Δημοκρατία”, Έξω οι Αμερικάνοι”- αντικαταστάθηκαν στην πορεία της εξέγερσης από συνθήματα όπως “Γενική Απεργία”, “Λαϊκή Εξουσία”, “Επανάσταση”, ακόμη και “Κάτω το κράτος”, “Κάτω η εξουσία”. Αυτά τα συνθήματα μεταφέρθηκαν στους δρόμους και τα επανέλαβαν χιλιάδες συγκεντρωμένοι μπροστά στο Πολυτεχνείο. Μερικές φοιτητικές ηγεσίες προσπάθησαν να διαχωρίσουν τη θέση τους από τέτοια συνθήματα, ή να τα πνίξουν. Παραμένει ωστόσο γεγονός ότι οι στόχοι του κινήματος ορίστηκαν πλατύτεροι και με περισσότερες απαιτήσεις απ’ όσο το ήθελαν οι ηγεσίες.
• Σε μεικτές επιτροπές από φοιτητές κι εργάτες ανατέθηκε το καθήκον να μεταφέρουν το μήνυμα του αγώνα στον τόπο της δουλειάς, στα εργοστάσια. Λειτούργησε άψογα και οδήγησε με επιτυχία τον αγώνα, ένα αυτόνομα εξελιγμένο σύστημα από συνελεύσεις που γίνονταν ξέχωριστά – ανάλογα με την ομάδα που ανήκε ο καθένας- ή απο κοινού, καθώς και από μεικτές επιτροπές με ειδικά συγκεκριμένα καθήκοντα. Αυτή η ικανότητα της αυτοοργάνωσης από τη βάση, χωρίς τη “σοφία των ηγετών”, είναι μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της εξέγερσης του Νοέμβρη!
Πηγές
Αντίσταση και Αντιπολίτευση 1967-1974, Μάριος Νικολινάκος
Οι Αμετανόητοι, Βάσος Γεωργίου’
Στα χρόνια της χούντας, Γιάννης Μανούσακας

Τα πραξικοπήματα της νέας εποχής και ο δρόμος του Νοέμβρη ...

Red NoteBook ...
Του Παναγιώτη Σωτήρη


38 χρόνια πριν το Πολυτεχνείο άνοιξε ένα κρίσιμο ρήγμα για να μπει εκρηκτικά στο προσκήνιο ο λαϊκός παράγοντας. 38 χρόνια είναι σε εξέλιξη ένα ιδιότυπο μεταμοντέρνο πραξικόπημα. Η πρωτοφανής παρέμβαση των ηγετικών σχηματισμών της ΕΕ ενάντια στη σκέψη να γίνει δημοψήφισμα για τα βάρβαρα μέτρα που λαμβάνονται στο όνομα της «σωτηρίας» της χώρας, η παράλληλη απαγόρευση της προσφυγής στις κάλπες από το φόβο μήπως αυτό διακυβεύσει την υλοποίηση των μέτρων, καθώς και η ωμή επιβολή «κυβέρνησης εθνικής ενότητας» με πρόγραμμα υπαγορευμένο από τους πιστωτές και με επικεφαλής έναν άνθρωπο που προέρχεται από το σκληρό πυρήνα των μηχανισμών του ευρωμονεταρισμού, εικονογραφούν το βάθος αυτής της αντιδημοκρατικής εκτροπή.

Όλα σηματοδοτούν ένα ακόμη βήμα στην αυταρχική μετάλλαξη της «Ενωμένης Ευρώπης». Από λίκνο των δημοκρατικών θεσμών της νεωτερικότητας μετατρέπεται στο νεκροκρέβατο της λαϊκής κυριαρχίας και σε πειραματικό σωλήνα μιας σύγχρονης μεταδημοκρατικής συνθήκης. Αντιμέτωπη με μια δομική καπιταλιστική κρίση, μορφή της οποίας είναι η κρίση του χρέους, αλλά και με τις αξεπέραστες αντιφάσεις του ευρώ, η Ευρωπαϊκή Ένωση μετατρέπεται σε ό,τι πιο αντιδραστικό και αντιδημοκρατικό εμφανίστηκε στην Ευρώπη από τον καιρό του ναζισμού και μετά.

Το μήνυμα που στέλνεται είναι ότι πολιτική θα κάνουν μόνο οι αγορές και οι διεθνείς οικονομικοί μηχανισμοί· στους πολίτες θα επιτρέπεται μόνο το δικαίωμα επιλογής του όποιου τυπικού διαχειριστή προειλημμένων αποφάσεων.

Την ίδια στιγμή, γίνεται απόλυτα σαφές ότι αυτό που υπόσχονται στους λαούς ως «σωτηρία» είναι η εγγύηση της καταστροφής. Η σαρωτική λιτότητα, οι συνεχείς περικοπές που διακυβεύουν την ίδια την ύπαρξη των δημόσιων δομών και των αγαθών που προσφέρουν, ο εκβαρβαρισμός της αγοράς εργασίας, οδηγούν σε ένα συνεχές αρνητικό κοινωνικό σπιράλ, σε μια λογική συνεχούς επιδείνωσης της θέσης της κοινωνικής πλειοψηφίας, σε μια πρωτοφανή ιστορική οπισθοδρόμηση.

Περισσότερο παρά ποτέ, το δημοκρατικό ζήτημα συνδέεται με το κοινωνικό. Η διεκδίκηση αυθεντικής δημοκρατίας δεν έχει καμιά σχέση με τη φορμαλιστική αντίληψη της φιλελεύθερης παράδοσης που αντιμετωπίζει τη δημοκρατία υπό το πρίσμα μιας αποκλειστικά διαδικαστικής προσέγγισης βάζοντας εντός παρενθέσεων όλα τα ζητήματα που άπτονται της κοινωνικής οργάνωσης. Αντίθετα, διεκδικεί ακριβώς το συλλογικό δικαίωμα στον κοινωνικό μετασχηματισμό και το πλήρες ξεδίπλωμα της κοινωνικής διαπάλης σε αυτή την κατεύθυνση. Είναι σύγκρουση και συλλογική δράση, όχι επιδίωξη συναίνεσης.

Απέναντι στα σύγχρονα πραξικοπήματα με κοινοβουλευτικό μανδύα, η μόνη απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η επαναδιεκδίκηση της αυθεντικής λαϊκής κυριαρχίας. Όχι ως τυπικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας, αλλά ως πραγματικής συλλογικής πολιτικής δυνατότητας του λαού, δηλαδή της κοινωνικής συμμαχίας όσων με τον έναν τον άλλο τρόπο δεν έχουν τίποτε άλλο να διαθέσουν παρά την ικανότητά τους προς εργασία, είτε είναι μισθωτοί, είτε αυτοαπασχολούμενοι είτε άνεργοι. Καλούμαστε να ξαναδώσουμε στη λαϊκή κυριαρχία το πραγματικό της νόημα: ως συλλογικό πολιτικό αυτοκαθορισμό, ως συλλογική εξαναγκαστική ισχύ ώστε να υπερισχύει η «βούληση του λαού» ενάντια στους «εχθρούς του λαού», ως συλλογική απαίτηση ρήξης με τον «υπαρκτό ιμπεριαλισμό» μέσα από βήματα όπως η διαγραφή του χρέους και η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ. Ως συλλογική προσπάθεια κοινωνικού μετασχηματισμού στην κατεύθυνση μιας κοινωνίας χωρίς σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.

Η Αριστερά σε αυτή τη μάχη θα δείξει εάν είναι πραγματικά χρήσιμη και όχι μέρος του προβλήματος. Ξεπερνώντας τον ευρωπαϊσμό, τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες αλλά και τον αδιέξοδο σεχταρισμό, και οικοδομώντας το αναγκαίο σήμερα Αριστερό Μέτωπο σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση, μπορεί να συμβάλει στο να ανοίξουν νέοι δρόμοι ελπίδας.

Τα μεταμοντέρνα πραξικοπήματα τα ζούμε ήδη. Γι’ αυτό και πρέπει να δούμε πώς μπορούμε να έχουμε και τα νικηφόρα Πολυτεχνεία της νέας εποχής. 38 χρόνια μετά τον αδικαίωτο Νοέμβρη, η δωρική λιτότητα της απαίτησης της Συντονιστικής Επιτροπής του Πολυτεχνείου για εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρη και καθοριστικά επείγουσα. Το ίδιο και η απαίτηση για μια Αριστερά που να πάψει πια να μετράει ήττες και χαμένες ευκαιρίες…

Ροη αρθρων