Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΞ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΞ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Φρόνημα...

του Αριστειδη Μπαλτα, απο την Αυγη...
Γράφει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: "Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού". Ας αφήσουμε στην άκρη τα θεολογικά ζητήματα. Όπως το πού ακριβώς θέλει να παραπέμψει η ανθρωπομορφική μεταφορά ("στόμα Θεού") ή το ποια "ρήματα" όντως "εκπορεύονται" από τον Θεό, ποιο είναι το περιεχόμενό τους και πώς μπορούν οι θνητοί να τα διακρίνουν. Ας μείνουμε μόνο στον πυρήνα της ευαγγελικής ρήσης: η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να αρκείται στα υλικά αγαθά. Απαιτούνται παράλληλα πράγματα του νου και του λόγου ("ρήματα"), δηλαδή πράγματα που συγκροτούν ήθος και βούληση.

Το θέμα δεν αφορά μόνον την απλή διεκπεραίωση της ζωής. Ο Σπινόζα διαπιστώνει θαυμάζοντας ότι κανένας δεν έχει κατορθώσει να αποτιμήσει το τι είναι ικανό να πραγματοποιήσει το ανθρώπινο σώμα. Το πόσα πολλά και απίστευτα μπορεί να επιτελέσει όσο κινείται με το κατάλληλο ήθος και την αντίστοιχη ισχυρή βούληση.
Ας πάμε αλλού. "Ηθικόν;" ρωτάει ο επιλοχίας. "Ηθικόν ακμαιότατον", αποκρίνεται με στεντόρεια φωνή σύσσωμος ο λόχος. Το ηθικό είναι ικανότητα του νου. Εμπλέκει ήθος και βούληση. Η φωνή είναι ικανότητα του σώματος και η δυνατή φωνή έκφραση της ισχύος του. Η ερώτηση του επιλοχία απευθύνεται ταυτόχρονα σε νου και σώμα και κάθε στρατιώτης αποκρίνεται ταυτόχρονα ως νους και σώμα. Ο επιλοχίας δεν ρωτά για να μάθει. Ρωτά για να παροτρύνει. Και ο λόχος δεν απαντά για να μεταδώσει γνώση ή πληροφορία. Απαντά για να επιτελέσει, δηλαδή για να διαπλάσει εδώ και τώρα το ηθικό του. Με τη στεντόρεια απόκριση του λόχου ο νους και το σώμα κάθε στρατιώτη χωριστά, αλλά και ο λόχος ολόκληρος, ενοποιούνται ενόσω επιτελούν το αντίστοιχο περιεχόμενο, το ακμαιότατο ηθικό.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Κομμουνισμός. Γιατί όχι; Ή τι άλλο;

Του Χρήστου Λάσκου, απο το AlterThess...
«Το να κρίνουμε τον σοσιαλισμό βάσει των αποτελεσμάτων του εντός των ορίων μιας απελπιστικά απομονωμένης χώρας ισοδυναμεί με το να βγάζουμε συμπεράσματα για την ανθρώπινη φυλή βάσει κάποιας μελέτης επάνω σε ψυχοπαθείς στο Καλαμαζού».
T. Eagleton
Κινούμαστε, πλέον, στον 7ο χρόνο από το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Κι όσο κι αν το σύστημα απέτρεψε την κατάρρευση επιλέγοντας να προβεί στη μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση στην ιστορία του καπιταλισμού, φροντίζοντας να ρίξει δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια για την προστασία του χρηματοπιστωτικού τομέα, τα θεμελιώδη προβλήματα παραμένουν ανεπίλυτα.
Η απομόχλευση προχωράει με ρυθμούς χελώνας, το ιδιωτικό χρέος παραμένει πρωτοφανές ιστορικά, το δημόσιο, με όλη τη δολοφονική λιτότητα, ελάχιστα συμπιέζεται.
Η κάμψη της παραγωγής έχει αγγίξει έντονα και τα αναδυόμενα «θαύματα», η μεγέθυνση αγκομαχάει. Η συσσώρευση υστερεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε οποιαδήποτε ανάκαμψη βασισμένη σε επενδύσεις να αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός.
Πράγματα λογικά κι αναμενόμενα, βέβαια, στο μέτρο που τα ποσοστά κέρδους δεν ανακάμπτουν στο δέοντα, για τους κατόχους κεφαλαίου, βαθμό, παρόλο που οι ασκούμενες πολιτικές έχουν επιτύχει μια εκτίναξη της μάζας του κέρδους οφειλόμενη σε μια απίστευτη αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου σε βάρος του κόσμου της εργασίας.
Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο παγκόσμιος καπιταλισμός θα συνεχίσει να κινείται σε μια παρόμοια τροχιά έως ότου αναληφθεί η καταστροφή του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου στην έκταση που απαιτείται.
Γι΄ αυτό και όλο και περισσότερο συνειδητοποιείται -ακόμη και από τα συστημικά θινκ τανκς- πως ένα νέο επεισόδιο, μεγαλύτερο κι απ’ αυτό του 2008, είναι αναπόφευκτο τα επόμενα χρόνια. Ομολογείται, δηλαδή, πως δεν υπάρχει «ομαλή» λύση επαναφοράς στη προηγούμενη της κρίσης συνθήκη και αρχίζει να λέγεται πως, όπως και με την κρίση του μεσοπολέμου, «τίποτε δεν αποκλείεται». Δεν είναι τυχαίο, έτσι, πως ο Βάλτερ Μίνχαου των Financial Times προϋπαντεί το 2014 βρίσκοντάς του ισχυρές αναλογίες με το 1914 του Μεγάλου Πολέμου.
Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο ανανήψας θατσερικός Τζον Γκρέυ: «Οι μεσαίες τάξεις ανακαλύπτουν εκ νέου τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέφερε το προλεταριάτο του δέκατου ένατου αιώνα, δηλαδή την οικονομική ανασφάλεια χωρίς περιουσιακά στοιχεία». Ορθή διαπίστωση, που σημαίνει πως, ακόμη και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού προλεταριοποιείται με ρυθμούς ραγδαίους, ενώ, την ίδια στιγμή, αποστερείται όλα εκείνα τα δημόσια αγαθά, που, ως επιστέγασμα μεγάλων, αιματηρών και μακροχρόνιων αγώνων, άλλαξαν τόσο τη ζωή των ανθρώπων μετά το 1945.
Να, λοιπόν, που, μ’ αυτά και μ’ αυτά, εκεί που προσπαθούσαν να μας πείσουν επί δεκαετίες πως ο μαρξισμός «έχει ξεπεραστεί», ξεπερασμένος, από την άποψη των άμεσων συμφερόντων και αναγκών της μεγάλης πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού, φαίνεται να είναι ο καπιταλισμός. Αλλά και με γνώμονα τα δικά του μέτρα, η αδυναμία του να συνεχίσει τη συσσώρευση χωρίς την πρόκληση τεράστιων καταστροφών δείχνει ότι η μαρξική διατύπωση πως όριο του κεφαλαίου είναι το ίδιο το κεφάλαιο βρίσκει σήμερα τη πιο ηχηρή της επιβεβαίωση. Σε συνδυασμό με την οικολογική διακινδύνευση, που αδυνατεί να διαχειριστεί με στοιχειωδώς ασφαλή τρόπο και την τρομερή εξαθλίωση, που προκαλεί στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, αλλά και μέσα ακόμη στους «θύλακες ευημερίας», νομίζω πως το ζήτημα της ευθανασίας του επανατίθεται από τα πράγματα.
Που σημαίνει πως η επικαιρότητα του επαναστατικού προτάγματος επανέρχεται δριμέως. Που σημαίνει, δηλαδή, πως η επαναφορά του Μαρξ, ως αποδεκτού οικονομολόγου ακόμη κι από τον Εκόνομιστ δεν είναι παρά μια προσπάθεια να ξεχαστεί πως ο Μαρξ δεν ήταν οικονομολόγος, ούτε επιστήμων (sic) γενικώς. Να τινάξει το καπιταλιστικό σύμπαν στον αέρα ήταν ο στόχος του. Άρα, αν ο μαρξισμός ξαναγίνεται επίκαιρος, τότε η «ανατίναξη» είναι ακόμη πιο επίκαιρη.
Είμαστε υποχρεωμένοι, λοιπόν, να μιλήσουμε ξανά για τον κομμουνισμό. Να ξαναθέσουμε το αίτημα της αταξικής κοινωνίας ως γέννημα της πραγματικής τωρινής κίνησης, που αντιστέκεται, καταργεί και δημιουργεί. Να αντικρύσουμε εκ νέου το φάντασμα να «πλανιέται πάνω από την Ευρώπη», πάνω από τον κόσμο.
Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο εκκινούσε με το φάντασμα ανταποκρινόμενο πολιτισμικά στη γκόθικ ατμόσφαιρα της εποχής του, αλλά και γιατί κάτι πραγματικά στοίχειωνε τον ύπνο των αφεντικών. Οι επικίνδυνες τάξεις στριφογύριζαν, βρίσκονταν σε κίνηση ακόμη κι όταν δεν το έβλεπε κανείς. Ενώ τα χτυπήματα, το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, στα εθιμικά δικαιώματα των φτωχών ήταν διαρκή και εξαιρετικά αποτελεσματικά, ισοπεδώνοντας όρους ζωής, που κρατούσαν αιώνες στην Ευρώπη, φτιάχνοντας τους απόλυτα αποστερημένους άμεσους παραγωγούς χωρίς τους οποίους το κεφάλαιο το ίδιο δεν υπάρχει, ταυτόχρονα δημιουργούσαν το κίνημα που άλλαζε τον κόσμο διαρκώς.
Σήμερα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις, υλικές, γνωστικές και επικοινωνιακές, ώστε μια ποιοτικά πλούσια εξισωτική κοινωνία να είναι δυνατή. Μια κοινωνία, με διανεμητική αρχή «ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», είναι σε σημαντικό βαθμό εφικτή.
Και το γεγονός πως ο κομμουνισμός είναι μια λέξη που μαγαρίστηκε ιστορικά δεν αποτελεί λόγο αποσιώπησης. Το ίδιο συνέβη με όλες τις ευγενικές εκφράσεις των ανθρώπινων συλλογικών ονείρων. Δεν πρόκειται για μοίρα που του ανήκει αποκλειστικά ή κατεξοχήν.
Επιπλέον, τώρα ξέρουμε ξανά –και από εμπειρία αυτή τη φορά- τι είναι και τι δεν είναι.
Δεν είναι μια κοινωνική θέσμιση στρατοπεδικής εξίσωσης προς τα κάτω, αλλά εκείνη η κοινωνία, όπου «η απελευθέρωση του καθενός είναι όρος για την απελευθέρωση όλων». Προσοχή: πρώτα ο καθένας μετά οι όλοι.
Το γεγονός δε πως η απελευθέρωση δεν μπορεί ποτέ να επιτελεστεί ως κατά μόνας ηδονή δεν σημαίνει πως προσβλέπει πρωταρχικά στο κράτος.
Ο κομμουνισμός δεν είναι γενικευμένος κρατισμός, αλλά καθολική συνεργασία των ανθρώπων, η κοινωνία των «ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών». Γι’ αυτό και ο Μαρξ αν, έξαλλος, κάτι μετά βδελυγμίας αποκήρυξε στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα είναι η ακραία κρατιστική απόκλιση αυτού του πρώτου σοσιαλιστικού προγράμματος.
Αυτής της θέσμισης είναι η ώρα σήμερα περισσότερο από ποτέ. Ας αρχίσουμε να το λέμε περισσότερο. Γιατί για τρέχουσα πολιτική πρόκειται, για άμεση απάντηση πριν η αμαξοστοιχία εκτροχιαστεί. Γιατί, επιπλέον, από σήμερα χτίζεται δεν παραπέμπεται στο μακρινό μέλλον. Ή αλλάζει από τώρα τον κόσμο ή δεν θα τον αλλάξει ποτέ.
***
Η επανάκαμψη του Μαρξ αυτή την επιτακτική επικαιρότητα του κομμουνισμού υποσημειώνει. Και, μαζί, αντανακλά την ένοχη συνείδηση του κεφαλαίου.
Του κεφαλαίου, που, όπως έγραψε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ ενώ «δεν ήταν παρά ένας αρχάριος κακοποιός την εποχή που ο Μαρξ σχεδίαζε το πορτρέτο του, σήμερα έχει γίνει ένας δολοφόνος κατά συρροή που ρημάζει ολόκληρο τον πλανήτη».
Οι μέρες οι καλές, η «χρυσή μεταπολεμική εποχή» δεν θα ξανάρθει. Δεν υπάρχει καμιά εναλλακτική εκτός από τον αντικαπιταλισμό, ακόμη κι αν έχουμε πολύ μετριοπαθείς προσδοκίες για την ανθρώπινη ζωή. Γι’ αυτό, λοιπόν, κομμουνισμός.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Ολιβερ Τουίστ στον 21ο αιώνα...

Σε πρόσφατη ανταπόκριση από την Αθήνα, οι «Τάιμς Νέας Υόρκης» συγκρίνουν τα φετινά Χριστούγεννα στη χώρα μας μ' εκείνα που απαθανάτισε ο Κάρολος Ντίκενς (1812-1870) για το Λονδίνο του 1839. Οπως φαίνεται, οι σπαρακτικές εικόνες του Ολιβερ Τουίστ και του Εμπενίζερ Σκρουτζ δεν ανήκουν μόνον στο εφιαλτικό παρελθόν, αλλά επίσης -και όχι λιγότερο- στη «νέα εποχή», που σήμερα στήνεται, με τη χώρα μας ως «πειραματόζωο».
Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στη «νοσηρή περίοδο» του 19ου αιώνα και στην «εξυγίανση», που υποτίθεται ότι σήμερα επιχειρείται; Οπωσδήποτε, η εκτεταμένη κοινωνική φτώχεια και εξαθλίωση αφ' ενός, με την πρωτοφανή συσσώρευση μεγάλου πλούτου αφ' ετέρου. Στη Βρετανία του 1840, οι νεόπλουτοι από τους ναπολεόντειους πολέμους συσσωρεύουν αρπακτικά το χρήμα, περιθωριοποιώντας τούς κοινωνικά αδύναμους, με τη «βιομηχανική επανάσταση», τη μαζική φτωχοποίηση και τη χρηματιστηριακή αποθέωση, με στόχο την αποκατάσταση του «κανόνος χρυσού» (1844).
Στο πλαίσιο του «ισχυρού νομίσματος», όπως έχει δείξει ο Αμερικανός Barry Eichengreen από το Μπέρκλεϊ, δεν υπάρχει θέση για εργατικά σωματεία και απεργίες, ούτε για Δημοκρατία και πολιτικά κόμματα ούτε βέβαια για ελευθερία έκφρασης και Τύπου. Το κόστος προσαρμογής κάθε οικονομίας επιρρίπτεται συστηματικά προς τα κάτω, στον κόσμο της εργασίας, πράγμα που σήμερα ονομάζεται «εσωτερική υποτίμηση».
Θριαμβεύει ο τοκογλύφος Εμπενίζερ Σκρουτζ, για τον οποίο ακόμη και τα Χριστούγεννα είναι «περιττή εορτή», καθ' ότι συνεπάγεται «αδικαιολόγητες» δαπάνες, χωρίς κανένα έσοδο. Εάν ο φιλάργυρος κερδίζει τον οίκτο και την αποστροφή της Ιστορίας για την τάξη του και τη θλιβερή εποχή του, το θύμα του κατακτά τη συμπάθεια της ανθρωπότητος για την αιωνιότητα. Οσοι σήμερα θυμούνται τον Ντίκενς, ας έχουν υπόψη τους την αξιολόγηση από τον Μπέρναρντ Σο (1814-1885): «Ο Μαρξ και ο Ντίκενς αντίκρισαν τη φτώχεια και την κοινωνική αδικία. Ο πρώτος στράφηκε προς την επανάσταση, ενώ ο δεύτερος δεν είχε την παραμικρή ιδέα γι' αυτό».

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Μισελ...

του Δημητρη Σεβαστακη, απο την Αυγη...
Ο τρομοκρατικός φόρος στα ακίνητα είναι αποδεσμευμένος από το εισόδημα. Αυτό είναι μια τερατώδης μορφή αδικίας, αλλά όχι η μόνη. Το βασικό είναι η ευχέρεια που έχει αποκτήσει το πολιτικό σύστημα να αλλάζει όποτε θέλει τους κανόνες του παιχνιδιού. Αύριο μπορεί να θεσπίσει ένα φόρο ηλικίας. Ο νέος να φορολογείται λιγότερο από τον ηλικιωμένο (που έχει λίγο χρόνο μπροστά του, άρα πρέπει να βιαστούμε να του τα πάρουμε). Ή να θεσπιστεί φόρος βιολογικής στάθμης. Ο ψηλός και χοντρός φορολογείται διαφορετικά από τον κοντό και αδύνατο. Ή φόρος αισθητικής, ενδυματολογίας κ.λπ. Η φορολογική νομοθεσία αφομοιώνει τις απίθανες τεχνικές των ασφαλιστικών εταιρειών ή, ακόμα χειρότερα, τις χρεωστικές τεχνικές των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας.
Η ευχέρεια αυτή του συστήματος, η άνεση να αλλάζει τους κανόνες, η λογική καραμπόλας ή τύχης στην παραγωγή του νόμου, καταστρέφει την έννοια του κανόνα, την έννοια της νομοθέτησης, αλλά και την οντότητα των εργαλείων νομοθέτησης. Κοινοβούλιο και Δικαιοσύνη ανήκουν στην επικράτεια του Λέοντα που έχει ωροσκόπο στον Σκορπιό. Ο κανόνας είναι προϊόν πλανητών, ζωδίου, άστρων, θετικής ενέργειας και γαλάζιων λίθων. Κάτω από αυτούς τους όρους και με αυτές τις ποιότητες πολιτικής παραγωγής, μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η κ. Μισέλ Ασημακοπούλου, την οποία ομολογώ ότι δεν είχα προσέξει στις προηγούμενες παραστάσεις. Ειδικότερα με εντυπωσίασε ο τρόπος με τον οποίο διαπραγματεύεται το θέμα του κ. Τσίπρα και του Ευρωπαϊκού αριστερού κόμματος:
Οι Τροτσκισταί, οι Μαρξισταί, οι μέχρι πρότινος εκτός νόμου κομμουνισταί, υποστηρίζουν τον κ. Τσίπρα στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Άρα, ως αυτονοήτως κακοί, δεν μπορεί παρά να εκφράζουν την κακότητα και του εκλεκτού τους. Ευθείες, απλοϊκές συναρτήσεις, εύκολο συμπέρασμα.

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Έχω, άρα υπάρχω...

Κιμπι...
 Ένα ακόμη φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη. Το φάντασμα του πλειστηριασμού. Μαζί του πλανιούνται και τα φαντάσματα της κατάσχεσης -αν και για πολλούς δεν είναι πια φαντάσματα, αλλά απτή πραγματικότητα-, του κουρέματος των καταθέσεων, της απαλλοτρίωσης κάθε μορφής ιδιοκτησίας και περιουσίας. Είναι σαν να μας κάνει πλάκα η Ιστορία. Περίπου 165 χρόνια από τη συγγραφή του «Κομμουνιστικού μανιφέστου», στο οποίο διατυπώθηκε η πιο ευθεία και κατηγορηματική απειλή κατά της «ατομικής ιδιοκτησίας», αυτή απειλείται με ανάλογη ευθύτητα και κατηγορηματικότητα από τους υποτιθέμενους εγγυητές της.

Αν το καλοσκεφτούμε, για δύο τουλάχιστον αιώνες, η ανθρωπότητα κυλίστηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στο αίμα και στη λάσπη για να υπερασπιστεί μεταξύ άλλων αυτό το υποτιθέμενο ιερό και απαραβίαστο δικαίωμα. Η ιδιοκτησία μπορεί να προϋπήρχε για χιλιετίες, αλλά ήταν ο καπιταλισμός, ο αστικός πολιτισμός που το αναγνώρισε ως δικαίωμα σε κάθε άτομο, εφάμιλλο του habeas corpus. Στη θρησκεία της ατομικής ιδιοκτησίας, άλλωστε, υπάρχει μια σταθερή συνάρτηση ανάμεσα στο «να είσαι» και στο «να έχεις». Η ιδιοκτησία μάς θυμίζει ότι υπάρχουμε. Έχω, άρα υπάρχω.

Αλλά, ως γνωστόν, η αναγνώριση ενός δικαιώματος δεν σημαίνει αυτόματα και την άσκησή του. Για την ακρίβεια, η αναγνώριση της απόλυτης ελευθερίας να αποκτήσει κανείς όσο περισσότερα περιουσιακά στοιχεία μπορεί, πολύ περισσότερα από όσα αρκούν για να του θυμίζουν ότι υπάρχει, σήμανε ταυτόχρονα την ελευθερία να τα στερήσει από πολλούς άλλους. Η εδραίωση του καπιταλισμού στον δυτικό κόσμο και πέραν αυτού τους δύο τελευταίους αιώνες συνοδεύτηκε από μια τρομακτική χρήση αυτής της «ελευθερίας». Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι έγιναν στο όνομά της προλετάριοι, κατά τη ρωμαϊκή κυριολεξία του όρου, δηλαδή άτομα που δεν έχουν να διαθέσουν τίποτε άλλο στο κράτος πέρα από τους απογόνους τους. Κι αυτή η εξέλιξη, αποτυπωμένη στην αθλιότητα διαβίωσης των πληθυσμών στις μητροπόλεις του καπιταλιστικού θαύματος, ωθούσε τους κομμουνιστές του 19ου αιώνα να εκτοξεύουν τα φλογερά πυρά τους κατά της ατομικής ιδιοκτησίας, μέσω του «Μανιφέστου»: «Σας πιάνει τρόμος γιατί θέλουμε να καταργήσουμε την ατομική ιδιοκτησία. Μα στη σημερινή σας κοινωνία η ατομική ιδιοκτησία έχει καταργηθεί για τα εννιά δέκατα των μελών της. Και υπάρχει ίσα- ίσα γιατί δεν υπάρχει για τα εννιά δέκατα. Μας κατηγορείτε, λοιπόν, ότι θέλουμε να καταργήσουμε μιαν ιδιοκτησία που προϋποθέτει σαν απαραίτητο όρο την έλλειψη της ιδιοκτησίας για την τεράστια πλειοψηφία της κοινωνίας. Με μια λέξη, μας κατηγορείτε γιατί θέλουμε να καταργήσουμε τη δικιά σας ιδιοκτησία. Ναι, αυτό θέλουμε».

Αλλά, όπως είπαμε, η Ιστορία μάς κάνει πλάκα. Αυτό που ήθελαν οι κομμουνιστές του 19ου αιώνα το θέλουν και θα το κάνουν οι φιλελεύθεροι του 21ου αιώνα. «Θα μας πάρουνε τα σπίτια», ήταν η υστερική κραυγή που για δεκαετίες συμπύκνωνε λαϊκιστί την καθεστωτική προπαγάνδα του αστικού κόσμου, από τη φασίζουσα μέχρι τη φιλελεύθερη εκδοχή του, εναντίον κάθε αριστερού ή αριστερόστροφου ρεύματος το οποίο αποκτούσε επιρροή στην κοινωνία. Ακόμη και στις τελευταίες εκλογές, η χονδροειδής επιχειρηματολογία περί των καταστροφικών επιπτώσεων από μια επικράτηση των αντιμνημονιακών δυνάμεων γαργαλούσε το λαϊκό ένστικτο της ιδιοκτησίας, με τις αναφορές στο ενδεχόμενο να χαθούν οι καταθέσεις των αποταμιευτών ή να απαξιωθούν τα περιουσιακά τους στοιχεία από μια βίαιη έξοδο από την Ευρωζώνη. Βεβαίως, οι κάπως παλιότεροι ίσως θυμούνται ότι τέτοιες χοντράδες ακούγονταν από χούλιγκαν του φιλελευθερισμού και της παραδοσιακής Δεξιάς ακόμη και επί επέλασης του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, παρ’ ότι η πράσινη πλημμυρίδα δεν περιείχε ίχνος απειλής κατά της ιδιοκτησίας. Ίσα ίσα που φρόντισε να διαχυθεί σε όλο το κοινωνικό σύμπαν, έστω και με τη στοιχειώδη μορφή του ενυπόθηκου διαμερίσματος.

Η Ιστορία κάνει πλάκα, λοιπόν, με την αντιστροφή ρόλων ανάμεσα στους πόλους Αριστεράς και Δεξιάς. Η Αριστερά εμφανίζεται πρόθυμη να προτάξει τα στήθη της για να μη θιγεί το δικαίωμα στην ιδιόκτητη κατοικία, ενώ η Δεξιά εγκαταλείπει ένα από τα πιο εμβληματικά ιδεολογικά της προπύργια, συζητώντας τρόπους άρσης ή χαλάρωσης του προστατευτικού πλαισίου της ενυπόθηκης κατοικίας. Δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, είναι η νέα παγκόσμια συνθήκη επιβίωσης του καπιταλισμού, που παίρνει πίσω όσα γενναιόδωρα έδωσε στις υποτελείς τάξεις κατά τη μακρά μεταπολεμική, κεϊνσιανή παρένθεση. Είναι μια ιδιότυπη προσχώρηση των υπερασπιστών του καπιταλισμού της αγοράς στο δόγμα του αναρχικού Προυντόν: «Η ιδιοκτησία είναι κλοπή». Η ιδιοκτησία είναι κλοπή, εφόσον δεν έχεις να πληρώσεις τις δόσεις του στεγαστικού σου δανείου. Και το κλοπιμαίο επιστρέφεται στους πραγματικούς ιδιοκτήτες του, στις τράπεζες.

Αν ήμασταν στον 19ο αιώνα, οπότε η Ευρώπη πλημμύριζε από ανέστιους και πένητες που ξεριζώνονταν από τη γη και τις αγροικίες τους για να γίνουν εργάτες, δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία. Το πρόβλημα θα αφορούσε μια μικρή μειοψηφία κατόχων ιδιόκτητης κατοικίας. Ωστόσο, τον αιώνα που μεσολάβησε έχει συμβεί το ιστορικό παράδοξο ο καπιταλισμός της Δύσης να έχει υιοθετήσει και υλοποιήσει τρόπον τινά το πρόγραμμα του αναρχικού Προυντόν για τη λύση του προβλήματος της κατοικίας. Αν και πολέμιος της ιδιοκτησίας, ο Προυντόν πρότεινε ένα είδος ομοιοπαθητικής για την απαλλαγή από τα δεινά άνισης κατανομής της. Αυτός και οι οπαδοί του ζητούσαν να γίνουν ΟΛΟΙ ιδιοκτήτες τουλάχιστον της κατοικίας τους, αντικαθιστώντας τη μίσθωσή της με τη σταδιακή απόκτησή της, έναντι του ποσού που αντιστοιχούσε στο ενοίκιο. Η πρόταση τροφοδότησε, ως γνωστόν, τη σφοδρή πολεμική του Φρίντριχ Ένγκελς, με τα άρθρα του «Για το ζήτημα της κατοικίας». Ο Ένγκελς κατατρόπωσε τους προυντονιστές, αλλά ο Προυντόν κατά παράδοξο τρόπο επιβεβαιώθηκε. Χάρη στη χρηματοπιστωτική έκρηξη, ιδιαίτερα της μεταπολεμικής περιόδου, στη θέση των ιδιοκτητών-εκμισθωτών κατοικίας μπήκαν οι τράπεζες, στη θέση του ενοικίου η δόση του δανείου κι έτσι οι περισσότεροι φτωχοί και ανέστιοι μισθωτές κατοικιών έγιναν ιδιοκτήτες. Η υποσημείωση της ιστορίας που δεν προσέχθηκε, ιδιαιτέρως όσο οι κοινωνίες επέπλεαν στην ψευδαίσθηση της εγγυημένης ευημερίας, ήταν ότι στη θέση της απειλής έξωσης για τα απλήρωτα νοίκια υπεισήλθε η απειλή κατάσχεσης για τις απλήρωτες δόσεις.

Εν ολίγοις, δεν είμαστε όλοι τόσο ιδιοκτήτες όσο δείχνουμε, είμαστε χρήστες των κατοικιών για μία περίπου γενιά, όσο διαρκεί μια δανειακή σύμβαση, και πάντως μέχρι να χτυπήσει την πόρτα ο δικαστικός κλητήρας. Το αν οι τράπεζες έχουν τους λόγους τους να το αποφεύγουν αυτό μαζικά είναι άλλο ζήτημα. Πάντως, σ’ αυτή την παραπλανητική εικόνα στηρίζεται και ο αστικός μύθος περί πλουσίου ευρωπαϊκού Νότου με ποσοστά ιδιοκατοίκησης έως 90% και φτωχού Βορρά, με αντίστοιχα ποσοστά κάτω του 50%. Αφαιρώντας τις ενυπόθηκες κατοικίες, το πραγματικό ποσοστό ιδιοκτησίας -και όχι ιδιοκατοίκησης- στον Νότο είναι λίγο πάνω από το 50%. Αν ίσχυε αυτή η αστική μπαρούφα, οι πλουσιότεροι Ευρωπαίοι θα ήταν οι Ρουμάνοι, με ποσοστό ιδιοκατοίκησης 97% και οι φτωχότεροι οι Γερμανοί, με ποσοστό μόλις 43%. Και στο κάτω κάτω, αν το 57% των Γερμανών μένουν στο νοίκι, σε ποιον ανήκουν τα σπίτια που κατοικούν; Ποιοι είναι οι ζάμπλουτοι ιδιοκτήτες τους; Αυτό είναι προεκλογικό homework για την κ. Μέρκελ…

Το συμπέρασμα είναι ότι η ιδιοκτησία που μας παραχωρήθηκε γενναιόδωρα από τον καπιταλισμό της ευημερίας για να μας θυμίζει ότι υπάρχουμε τελεί υπό την αίρεση αυτής της ευημερίας. Όταν το χρειάζεται ο ίδιος αυτός «γενναιόδωρος» οικονομικός πολιτισμός μπορεί να αμφισβητήσει ακόμη κι αυτή την ελάχιστη πολυτέλεια, την υπενθύμιση της ύπαρξής μας μέσω της ιδιοκτησίας. Οπότε καταλήγουμε στο ζοφερά επίκαιρο συμπέρασμα του «Μανιφέστου» που παραθέτω στις «Θεωρίες για την υπεραξία». Έχει κανείς να προτείνει κάτι σαφέστερο και πιο εύγλωττο;



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ο εργάτης πέφτει στην αθλιότητα και η μαζική αθλιότητα αυξάνει ακόμη πιο γρήγορα από τον πληθυσμό και τον πλούτο. Έτσι, γίνεται φανερό ότι η αστική τάξη είναι ανίκανη να παραμείνει κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας και να επιβάλει στην κοινωνία σαν ρυθμιστικό νόμου τους όρους ύπαρξης της τάξης της. Είναι ανίκανη να κυριαρχεί, γιατί είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στον σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμη και μέσα στη σκλαβιά του, γιατί είναι υποχρεωμένη να τον ρίξει ως την κατάσταση που θα χρειάζεται να τον τρέφει αυτή, αντί να τρέφεται η ίδια απ’ αυτόν. Η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης, δηλαδή η ύπαρξη της κοινωνίας δεν συμβιβάζεται άλλο με την ύπαρξη της αστικής τάξης.

Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος»

(Επενδυτής, 24/8/2013)

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Πρόβλημα στον παράδεισο...

ο Σλάβοϊ Ζίζεκ για τις διαδηλώσεις στην Τουρκία και την Ελλάδα, απο το Red NoteBook...
Στα πρώιμα έργα του, ο Μαρξ περιέγραψε τη γερμανική κατάσταση ως μια κατάσταση στην οποία η μόνη απάντηση στα συγκεκριμένα προβλήματα ήταν η παγκόσμια λύση: η παγκόσμια επανάσταση. Αυτή είναι μια λακωνική έκφραση της διαφοράς μεταξύ μιας ρεφορμιστικής και μιας επαναστατικής περιόδου: σε μια ρεφορμιστική περίοδο, η παγκόσμια επανάσταση παραμένει ένα όνειρο το οποίο, αν κάνει κάτι, απλώς δίνει έμφαση στις προσπάθειες να αλλάξουν τα πράγματα τοπικά.
Σε μια επαναστατική περίοδο, γίνεται ξεκάθαρο ότι τίποτε δεν θα βελτιωθεί χωρίς την παγκόσμια ριζοσπαστική αλλαγή. Με αυτήν την καθαρά τυπική έννοια, το 1990 ήταν μια επαναστατική χρονιά: ήταν σαφές ότι οι αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις των κομμουνιστικών κρατών δεν θα λειτουργούσαν και ότι μια συνολική ρήξη χρειαζόταν για την επίλυση ακόμα και των καθημερινών προβλημάτων, όπως η διασφάλιση αναγκαίας τροφής για τους ανθρώπους.
Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε σήμερα; Είναι τα προβλήματα και οι διαμαρτυρίες των τελευταίων χρόνων σημάδια μιας επερχόμενης παγκόσμιας κρίσης ή είναι απλώς ήσσονος σημασίας εμπόδια τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη βοήθεια τοπικών παρεμβάσεων; Το πιο αξιοσημείωτο σχετικά με τις εξεγέρσεις είναι ότι λαμβάνουν χώρα όχι μόνο, ή όχι κυρίως, στα αδύναμα σημεία του συστήματος, αλλά σε μέρη τα οποία  θεωρούνταν μέχρι σήμερα ως επιτυχημένες ιστορίες.
Γνωρίζουμε το γιατί οι άνθρωποι διαμαρτύρονται στην Ελλάδα και την Ισπανία, όμως γιατί υπάρχει πρόβλημα σε τέτοιες ευημερούσες ή ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Τουρκία, η Σουηδία ή η Βραζιλία; Εκ των υστέρων, ίσως θεωρήσουμε την επανάσταση του Χομεϊνί το 1979 ως το αρχικό «πρόβλημα στον παράδεισο», δεδομένου ότι συνέβη σε μια χώρα που είχε ανοδικούς ρυθμούς ανάπτυξης και φιλοδυτική κατεύθυνση εκσυγχρονισμού, και ήταν ένθερμος σύμμαχος της Δύσης στην περιοχή. Υπάρχει ίσως κάποιο λάθος με την έννοια του παραδείσου μας.
Πριν από το τρέχον κύμα διαδηλώσεων, η Τουρκία βρισκόταν σε αναβρασμό: το ίδιο το μοντέλο ενός κράτους ικανού να συνδυάσει μια ακμάζουσα φιλελεύθερη οικονομία με έναν ταιριαστό στην Ευρώπη μετριοπαθή ισλαμισμό έμοιαζε μια ευπρόσδεκτη αντίθεση με την πιο «ευρωπαϊκή» Ελλάδα, εγκλωβισμένη σε ένα ιδεολογικό τέλμα και τείνουσα προς την οικονομική αυτοκαταστροφή.
Είναι αλήθεια ότι υπήρχαν δυσοίωνα σημάδια εδώ και εκεί (η άρνηση του Ολοκαυτώματος των αρμενίων από την Τουρκία, οι συλλήψεις δημοσιογράφων, το άλυτο πρόβλημα των κούρδων, οι εκκλήσεις για την ένδοξη Τουρκία που θα αναστήσει την παράδοση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η περιστασιακή επιβολή θρησκευτικών νόμων), αλλά απορρίπτονταν ως μικρές κηλίδες που δεν θα τους επιτρεπόταν να αλλοιώσουν τη συνολική εικόνα.
Στη συνέχεια, είχαμε την έκρηξη της διαμαρτυρίας στην πλατεία Ταξίμ. Ο καθένας γνωρίζει ότι η σχεδιαζόμενη μετατροπή ενός πάρκου που συνορεύει με την πλατεία Ταξίμ στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης σε ένα εμπορικό κέντρο δεν αφορούσε τον πραγματικό λόγο των διαδηλώσεων, και ότι μια βαθύτερη ανησυχία κέρδιζε ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος.
Το ίδιο ίσχυε και για τις διαδηλώσεις στην Βραζιλία, στα μέσα του Ιούνη: αυτό που τις πυροδότησε ήταν μια μικρή αύξηση του κόστους των μέσων μαζικής μεταφοράς, αλλά συνεχίστηκαν και μετά την ανάκληση του μέτρου. Εδώ, επίσης, οι διαδηλώσεις εμφανίστηκαν σε μια χώρα η οποία – σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης, τουλάχιστον – απολάμβανε μια οικονομική άνθηση και είχε κάθε λόγο να αισθάνεται σίγουρη για το μέλλον.
Σε αυτήν την περίπτωση, οι διαδηλώσεις προφανώς υποστηρίχθηκαν από την πρόεδρο Ντίλμα Ρούσεφ, η οποία εξέφρασε την ικανοποίησή της για αυτές.
Είναι σημαντικό το γεγονός ότι δεν αναγνωρίζουμε τις διαδηλώσεις των τούρκων απλώς ως μια εξέγερση της κοινωνίας πολιτών εναντίον του αυταρχικού ισλαμικού καθεστώτος που υποστηρίζεται από μια σιωπηλή μουσουλμανική πλειοψηφία. Αυτό που περιπλέκει την εικόνα είναι η αντικαπιταλιστική ώθηση των διαδηλώσεων: οι διαδηλωτές ενστικτωδώς αισθάνονται ότι ο φονταμενταλισμός της ελεύθερης αγοράς και το φονταμενταλιστικό Ισλάμ δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενα.
Η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου από μια ισλαμιστική κυβέρνηση φανερώνει ότι οι δυο μορφές του φονταμενταλισμού μπορούν να εργαστούν από κοινού. Είναι ένα σαφές σημάδι ότι ο «αιώνιος» γάμος ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό πλησιάζει προς το διαζύγιο.
Επίσης, είναι ουσιαστικό να αναγνωρίσουμε ότι οι διαδηλωτές δεν επιδιώκουν κανέναν αναγνωρίσιμο «πραγματικό» στόχο. Οι διαδηλωτές δεν είναι «πραγματικά» κατά του παγκόσμιου καπιταλισμού, «πραγματικά» κατά του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, «πραγματικά» υπέρ των πολιτικών ελευθεριών και της δημοκρατίας ή «πραγματικά» υπέρ κάποιου από αυτά συγκεκριμένα.
Αυτό που η πλειοψηφία εκείνων που έχουν συμμετάσχει στις διαδηλώσεις γνωρίζει είναι ένα ρευστό αίσθημα ανησυχίας και δυσαρέσκειας που διατηρεί και ενώνει διάφορες ειδικές απαιτήσεις. Ο αγώνας για την κατανόηση των διαδηλώσεων δεν είναι μόνο επιστημολογικός, με τους δημοσιογράφους και τους θεωρητικούς να προσπαθούν να εξηγήσουν το πραγματικό τους περιεχόμενο.
Είναι, επίσης, ένας οντολογικός αγώνας γι΄ αυτό που λαμβάνει χώρα εντός των ίδιων των διαδηλώσεων. Είναι απλώς μια πάλη ενάντια στη διεφθαρμένη διοίκηση της πόλης; Είναι μια πάλη ενάντια στο αυταρχικό ισλαμιστικό καθεστώς; Είναι μια πάλη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου; Το ερώτημα είναι ανοιχτό και το πώς θα απαντηθεί θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης πολιτικής διαδικασίας.
Το 2011, όταν ξέσπασαν διαδηλώσεις σε όλη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, πολλοί επέμειναν ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως παραδείγματα ενός ενιαίου παγκόσμιου κινήματος.
Αντίθετα, συμφώνησαν ότι καθένα από αυτά ήταν μια απάντηση σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Στην Αίγυπτο, οι διαδηλωτές διεκδικούσαν ότι σε άλλες χώρες το κίνημα Occupy ήταν εναντίον: «ελευθερία» και «δημοκρατία». Ακόμη και στις μουσουλμανικές χώρες ήταν σημαντικές οι διαφορές: η αραβική άνοιξη στην Αίγυπτο ήταν μια διαμαρτυρία κατά ενός διεφθαρμένου αυταρχικού φιλοδυτικού καθεστώτος, η Πράσινη Επανάσταση στο Ιράν, που ξεκίνησε το 2009, ήταν κατά του αυταρχικού ισλαμισμού.
Είναι εύκολο να δούμε πως μια τέτοιου τύπου συγκεκριμένη διαμαρτυρία ελκύει τους υποστηρικτές του κατεστημένου: δεν υπάρχει απειλή για την ίδια την παγκόσμια τάξη, μόνο μια σειρά ξεχωριστών τοπικών προβλημάτων.
Ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι μια σύνθετη διαδικασία που επηρεάζει διαφορετικές χώρες με διαφορετικούς τρόπους. Αυτό που ενώνει τις διαμαρτυρίες, σε όλο τους το εύρος, είναι ότι αποτελούν όλες αντιδράσεις κατά των διαφόρων πτυχών της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Η γενική τάση του σημερινού παγκόσμιου καπιταλισμού είναι η περαιτέρω επέκταση της αγοράς, η ολοένα και με αυξητικό τρόπο περίφραξη του δημόσιου χώρου, η μείωση των δημόσιων υπηρεσιών (υγεία, παιδεία, πολιτισμός) και η ολοένα και πιο αυταρχική πολιτική εξουσία.
Είναι σε αυτό το πλαίσιο που οι έλληνες διαδηλώνουν κατά των κανόνων του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και του δικού τους διεφθαρμένου και αναποτελεσματικού κράτους, το οποίο είναι όλο και λιγότερο σε θέση να παρέχει βασικές κοινωνικές υπηρεσίες. Επίσης, είναι σε αυτό το πλαίσιο που οι τούρκοι διαδηλώνουν κατά της εμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου και του θρησκευτικού αυταρχισμού, που οι αιγύπτιοι διαδηλώνουν κατά ενός καθεστώτος που υποστηρίζεται από τις δυτικές δυνάμεις, που οι ιρανοί διαδηλώνουν κατά της διαφθοράς και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού και ούτω καθεξής.
Καμιά από αυτές τις διαδηλώσεις δεν μπορεί να υποβιβαστεί σε ένα και μόνο θέμα. Όλες αφορούν έναν συγκεκριμένο συνδυασμό τουλάχιστον δυο θεμάτων, το ένα οικονομικό (από τη διαφθορά στην αναποτελεσματικότητα του ίδιου του καπιταλισμού), το άλλο πολιτικοιδεολογικό (από το αίτημα για δημοκρατία στο ζήτημα ότι η συμβατικά πολυκομματική δημοκρατία είναι έκπτωτη). Το ίδιο ισχύει και για το κίνημα «Occupy». Κάτω από την πληθώρα (συχνά συγκεχυμένων) δηλώσεων, το κίνημα είχε δυο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο, τη δυσαρέσκεια για τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα, κι  όχι μόνο λόγω  συγκεκριμένων τοπικών κηλίδων του, και το δεύτερο, μια συνειδητοποίηση ότι η θεσμοθετημένη μορφή αντιπροσωπευτικής,  πολυκομματικής δημοκρατία δεν παρέχει τα εργαλεία για την καταπολέμηση του καπιταλιστικού πλεονάσματος, δηλαδή η δημοκρατία πρέπει να εφευρεθεί εκ νέου.
Ακριβώς επειδή η βασική αιτία των διαδηλώσεων είναι ο παγκόσμιος καπιταλισμός, αυτό δεν σημαίνει ότι η μόνη λύση είναι η ανατροπή του άμεσα. Ούτε είναι βιώσιμο να επιδιώκουμε την πραγματιστική εναλλακτική, η οποία πρόκειται να ασχοληθεί με τα επιμέρους προβλήματα και να περιμένει τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό.
Αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι αναγκαστικά ασυμβίβαστος: η ελεύθερη αγορά πηγαίνει χέρι-χέρι με την υποστήριξη των ΗΠΑ για τους δικούς της αγρότες, το κήρυγμα δημοκρατίας πηγαίνει χέρι-χέρι με την υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας. Αυτή η αντίφαση ανοίγει ένα χώρο για πολιτική παρέμβαση: οπουδήποτε το πολιτικό σύστημα αναγκάζεται να παραβιάσει τους δικούς του κανόνες, υπάρχει μια ευκαιρία για το ίδιο να επιμείνει ότι ακολουθεί αυτούς τους κανόνες. Η απαίτηση συνέπειας σε στρατηγικά επιλεγμένα σημεία, όπου το σύστημα δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά και δεν είναι συνεπές, είναι να ασκήσει πίεση σε ολόκληρο το σύστημα.
Η τέχνη της πολιτικής βασίζεται στη δημιουργία συγκεκριμένων απαιτήσεων, η οποία, ενώ είναι πλήρως ρεαλιστική, χτυπά στον πυρήνα της ηγεμονικής ιδεολογίας και συνεπάγεται πολύ πιο ριζική αλλαγή. Τέτοιες απαιτήσεις, ενώ είναι εφικτές και νόμιμες, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατες. Η πρόταση του Ομπάμα για καθολική υγειονομική περίθαλψη ήταν μια τέτοια περίπτωση, η οποία εξηγεί γιατί οι αντιδράσεις σε αυτό ήταν τόσο βίαιες.
Ένα πολιτικό κίνημα ξεκινά με μια ιδέα, κάτι για να αγωνιστούμε, αλλά στην πορεία η ιδέα υποβάλλεται σε βαθύ μετασχηματισμό –όχι απλώς σε ένα τακτικό βόλεμα, αλλά σε έναν ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό– γιατί η ίδια η ιδέα γίνεται μέρος της διαδικασίας: υπερπροσδιορίζεται. Ας πούμε ότι μια εξέγερση ξεκινά με μια απαίτηση για δικαιοσύνη,  ίσως με τη μορφή μιας πρόσκλησης για την κατάργηση ενός συγκεκριμένου νόμου.
Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να δένονται με αυτή, συνειδητοποιούν ότι θα χρειαστούν πολλά περισσότερα από την αρχική απαίτηση για να επιφέρουν πραγματική δικαιοσύνη. Το πρόβλημα έγκειται στο να ορίσουμε τι ακριβώς περικλείει το «πολλά περισσότερα».
Η φιλελεύθερη–ρεαλιστική άποψη διακηρύσσει ότι τα προβλήματα μπορούν να λυθούν σταδιακά, ένα προς ένα: «Οι άνθρωποι πεθαίνουν σήμερα στη Ρουάντα, οπότε ξεχάστε την αντιιμπεριαλιστική πάλη, αφήστε μας μόνο να εμποδίσουμε τη σφαγή» ή «Έχουμε να αγωνιστούμε κατά της φτώχειας και του ρατσισμού εδώ και τώρα, όχι να περιμένουμε την κατάρρευση της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης».
Ο John Caputo υποστήριζε στο After the Death of God (2007): «Θα ήμουν απόλυτα ευχαριστημένος αν οι ακροαριστεροί πολιτικοί στις ΗΠΑ ήταν σε θέση να μεταρρυθμίσουν το σύστημα, παρέχοντας καθολική υγειονομική περίθαλψη, πιο δίκαιη και αποτελεσματική αναδιανομή του πλούτου με έναν αναθεωρημένο κώδικα IRS, αποτελεσματικά περιοριστική καμπάνια χρηματοδότησης, απελευθέρωση όλων των ψηφοφόρων, ανθρώπινη αντιμετώπιση των μεταναστών εργαζομένων, ασκώντας μια εξωτερική πολιτική που θα ενσωματώσει την αμερικανική δύναμη εντός του πλαισίου της διεθνούς κοινότητας, κλπ, δηλ, να παρεμβαίνει στον καπιταλισμό μέσω σοβαρών και εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων… Εάν, μετά από όλα αυτά, ο Μπαντιού και ο Ζίζεκ διαμαρτύρονταν ότι κάποιο τέρας που αποκαλείται καπιταλισμός μας παραμονεύει ακόμα, θα ήμουν διατεθειμένος να χαιρετίσω από το τέρας με ένα χασμουρητό».
Το πρόβλημα εδώ δεν είναι το συμπέρασμα του Caputo: αν κάποιος μπορούσε να επιτύχει όλα αυτά εντός του καπιταλιστικού πλαισίου, γιατί να μην παρέμεινε σε αυτόν; Το πρόβλημα είναι η βασική παραδοχή ότι είναι δυνατόν να επιτευχθούν όλα αυτά εντός του παγκόσμιου καπιταλισμού στη σημερινή του μορφή.
Τι θα συμβεί αν οι δυσλειτουργίες του καπιταλισμού, που αναφέρονται από τον Caputo, δεν είναι απλώς ενδεχόμενες διαταραχές, αλλά δομικές αναγκαιότητες; Τι θα συμβεί αν το όνειρο του Caputo είναι ένα όνειρο μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης χωρίς τα συμπτώματά της, χωρίς τα σημεία κριτικής στα οποία η «καταπιεσμένη αλήθεια» προβάλλεται;
Οι σημερινές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις διατηρούνται από το συνδυασμό επικαλυπτόμενων απαιτήσεων και αυτό εξηγεί τη δύναμή τους: αγωνίζονται για («κανονική», κοινοβουλευτική) δημοκρατία κατά των αυταρχικών καθεστώτων, κατά του ρατσισμού και του σεξισμού, κυρίως όταν αυτός έχει ως στόχο μετανάστες και πρόσφυγες, κατά της διαφθοράς στην πολιτική και την επιχειρηματική ζωή (βιομηχανική ρύπανση του περιβάλλοντος, κλπ), για το κράτος πρόνοιας κατά του νεοφιλελευθερισμού, και για νέες μορφές δημοκρατίας που φτάνουν πέρα από τις πολυκομματικές τελετουργίες.
 Επίσης, αμφισβητούν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα ως τέτοιο και προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ιδέα μιας κοινωνίας πέρα από τον καπιταλισμό. Εδώ, πρέπει να αποφεύγονται δυο παγίδες: ψευδής ριζοσπαστισμός («αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι η κατάργηση του φιλελεύθερου–κοινοβουλευτικού καπιταλισμού, όλα τ’ άλλα είναι δευτερεύοντα»), αλλά και ο ψευδής προοδευτισμός («αυτή τη στιγμή πρέπει να αγωνιστούμε κατά της στρατιωτικής δικτατορίας και για βασική δημοκρατία, όλα τα όνειρα του σοσιαλισμού πρέπει να παραμεριστούν για την ώρα»).
 Στο σημείο αυτό, δεν ντρεπόμαστε να υπενθυμίσουμε τη μαοϊκή διάκριση μεταξύ των κύριων και των δευτερευουσών ανταγωνισμών, μεταξύ εκείνων που στο τέλος έχουν μεγαλύτερη σημασία και εκείνων που σήμερα κυριαρχούν.
Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το να επιμείνουμε στην αρχή του ανταγωνισμού σημαίνει ότι χάνουμε την ευκαιρία να προσφέρουμε μια σημαντική ώθηση στην πάλη. Μόνο μια πολιτική που λαμβάνει πλήρως υπόψη της την πολυπλοκότητα του υπερκαθορισμού αξίζει να αποκαλείται στρατηγική. Όταν συμμετέχουμε σε έναν συγκεκριμένο αγώνα, το βασικό ερώτημα είναι: πως η εμπλοκή μας ή μη σε αυτόν επηρεάζει άλλους αγώνες; Ο γενικός κανόνας είναι ότι, όταν μια εξέγερση κατά ενός καταπιεστικού, ημι-δημοκρατικού καθεστώτος ξεσπά, όπως στη Μέση Ανατολή το 2011, είναι εύκολο να κινητοποιηθούν μεγάλα πλήθη με συνθήματα –για δημοκρατία, κατά της διαφθοράς, κλπ.
Αλλά σύντομα είμαστε αντιμέτωποι με πιο δύσκολες επιλογές. Όταν η εξέγερση επιτυγχάνει τον αρχικό της στόχο, συνειδητοποιούμε ότι αυτό που μας ενοχλεί πραγματικά (η έλλειψη της ελευθερίας μας, η ταπείνωσή μας, η διαφθορά, ελάχιστες προοπτικές) εξακολουθεί να υφίσταται σε μια νέα μορφή, έτσι ώστε να είμαστε αναγκασμένοι να αναγνωρίσουμε ότι υπήρξε ένα ελάττωμα στον ίδιο τον στόχο.
Αυτό μπορεί να συνεπάγεται ότι η ίδια η δημοκρατία μπορεί να είναι μια μορφή ανελευθερίας ή ότι πρέπει να απαιτήσουμε κάτι παραπάνω από την αυστηρώς πολιτική δημοκρατία: η κοινωνική και οικονομική ζωή πρέπει επίσης να εκδημοκρατιστούν. Εν συντομία, αυτό που αρχικά θεωρούμε ως μια αποτυχία για την πλήρη εφαρμογή μιας ευγενούς αρχής (δημοκρατική ελευθερία) είναι στην πραγματικότητα μια αποτυχία συνυφασμένη με την ίδια την αρχή. Αυτή η συνειδητοποίηση –ότι η αποτυχία μπορεί να είναι συνυφασμένη με την αρχή για την οποία αγωνιζόμαστε – είναι ένα μεγάλο βήμα για μια πολιτική διαπαιδαγώγηση.
Οι εκπρόσωποι της κυρίαρχης ιδεολογίας ξετυλίγουν ολόκληρο το οπλοστάσιό τους για να μας εμποδίσουν να φτάσουμε σε αυτό το ριζοσπαστικό συμπέρασμα. Μας λένε ότι η δημοκρατική ελευθερία φέρνει τις δικές της ευθύνες, ότι έχει ένα τίμημα, ότι είναι ανώριμο να περιμένουμε τόσα πολλά από τη δημοκρατία. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, λένε, θα πρέπει να συμπεριφερόμαστε σαν καπιταλιστές, επενδύοντας στις δικές μας ζωές: αν αποτύχουμε να κάνουμε τις αναγκαίες θυσίες ή αν σε κάθε περίπτωση χάσουμε τον στόχο δεν έχουμε να κατηγορήσουμε κάποιον άλλο, αλλά μόνο τον εαυτό μας.
Με μια πιο άμεση πολιτική έννοια, οι ΗΠΑ έχουν ακολουθήσει σταθερά μια στρατηγική ελέγχου ζημιών στην εξωτερική τους πολιτική με την εκ νέου διοχέτευση λαϊκών εξεγέρσεων σε αποδεκτές κοινοβουλευτικές – καπιταλιστικές μορφές: στη Νότιο Αφρική μετά το απαρτχάιντ, στις Φιλιππίνες μετά την πτώση του καθεστώτος του Μάρκος, στην Ινδονησία μετά την πτώση του Σουχάρτο, κλπ.
Εδώ είναι όπου η πολιτική αρχίζει με τον κατάλληλο τρόπο: το πρόβλημα είναι η ώθηση όταν ολοκληρωθεί το πρώτο, συναρπαστικό κύμα αλλαγής, το πως θα κάνουμε το επόμενο βήμα χωρίς να υποκύψουμε στον πειρασμού του «ολοκληρωτισμού», πως θα μετακινηθούμε πέρα από τον Μαντέλα, χωρίς να γίνουμε Μουγκάμπε.
Τι θα σήμαινε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση; Ας συγκρίνουμε δυο γειτονικές χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία. Με την πρώτη ματιά, μπορεί να φαίνονται εντελώς διαφορετικές: Η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη στην καταστροφική πολιτική της λιτότητας, ενώ η Τουρκία απολαμβάνει μια οικονομική άνθιση και αναδύεται ως μια νέα περιφερειακή υπερδύναμη. Αλλά τι θα συμβεί αν κάθε Τουρκία δημιουργεί και περικλείει τη δικής της Ελλάδα, τα δικά της νησιά μιζέριας; Όπως το θέτει ο Μπρεχτ στο «Hollywood Elegies»: Το χωριό του Χόλυγουντ σχεδιάστηκε σύμφωνα με την ιδέα ότι οι άνθρωποι σε αυτά τα μέρη βρίσκονται στον παράδεισο. Σε αυτά τα μέρη έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Θεός απαιτεί έναν παράδεισο και μια κόλαση, δεν χρειάστηκε να σχεδιάσουν δυο καταστάσεις, αλλά μόνο μια: τον παράδεισο. Και αυτό προσδιορίζει και την άλλη, την  μη ευημερούσα, την ανεπιτυχή, δηλαδή την κόλαση.
Αυτό περιγράφει αρκετά καλά το σημερινό «παγκόσμιο χωριό»: αυτό ισχύει για το Κατάρ ή το Ντουμπάι, τους «παιδότοπους» των πλουσίων που εξαρτώνται από τις συνθήκες της σχεδόν δουλείας για τους μετανάστες εργάτες. Μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει τις ομοιότητες μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας: την ιδιωτικοποίηση, την περίφραξη του δημόσιου χώρου, τη διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών, την άνοδο του αυταρχισμού της πολιτικής. Σε ένα πρωταρχικό επίπεδο, οι έλληνες και οι τούρκοι διαδηλωτές εμπλέκονται στον ίδιο αγώνα.
Το πραγματικό μονοπάτι θα ήταν να συντονίσουν τους δυο αγώνες, να απορρίψουν τους «πατριωτικούς» πειρασμούς, να αφήσουν πίσω τους την ιστορική εχθρότητα των δυο χωρών και να αναζητήσουν το έδαφος για αλληλεγγύη. Το μέλλον των διαδηλώσεων μπορεί να εξαρτάται από αυτό.

Πηγή: www.lrb.co.uk

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Οι επόμενες φούσκες....

 ΚΙΜΠΙ...
Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά, πατέρα; Γιατί οι «φίτσιδες», οι «μούντιδες» και οι «εσεντπίδες» ξαφνικά αγαπάνε Ελλάδα; Γιατί οι Ευρωπαίοι χαρτογιακάδες αλληλοσυγχαίρονται για τα success stories του στην άτακτη περιφέρεια; Γιατί τα χρηματιστήρια της κολλημένης στην ύφεση Γιουρολάνδης κάνουν πάρτι μέρα παρά μέρα και ανταγωνίζονται σε ρεκόρ; Γιατί οι πολύφερνοι ξένοι επενδυτές ανακάλυψαν ακόμη και το χαροξεχασμένο από το 2000 ελληνικό Χρηματιστήριο; Γιατί γίνονται ανάρπαστα τα κουρελόχαρτα των διασωληνωμένων στην εντατική της κρατικής διάσωσης τραπεζών; Γιατί η μητέρα όλων των αγορών Wall Street καταρρίπτει το ένα ιστορικό ρεκόρ μετά το άλλο; Πώς δικαιολογείται ο υπερδιπλασιασμός του «Ντάου Τζόνι» από το 2009 μέχρι σήμερα; Αντιστοιχεί αυτή η έκρηξη στην ισχνή αμερικανική ανάκαμψη, μετά βίας πάνω από το 1% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο την πενταετία της κρίσης; Τι χρηματοδοτεί τελικά η πλημμυρίδα χρήματος που εκπορεύτηκε από τις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου -7 τρισ. δολάρια και συνεχίζουν!- από το 2008 και εντεύθεν; Την ανάκαμψη, την απασχόληση, το εισόδημα, το δημοσιονομικό καθαρτήριο της Μέρκελ ή μήπως ένα ανελέητο κερδοσκοπικό παιχνίδι που τρέφει την επόμενη φούσκα;
Όσοι έχουν χάψει το παραμύθι ότι αυτή τη φορά η καινούργια φάση «δημιουργικής καταστροφής» του καπιταλιστικού σύμπαντος θα έχει κάτι βαθιά εξυγιαντικό, καλό θα είναι να κρατήσουν λίγη από την όρεξή τους για τη συνέχεια. Θα σερβιριστεί και γλαρόσουπα. Το ίδιο ισχύει για όσους έχουν καταπιεί αμάσητη την προτεσταντική φλυαρία της γερμανικής ελίτ και όσων την περιβάλλουν περί κοπής του ομφαλίου λώρου κρατικού και τραπεζικού χρέους και τα άλλα χαριτωμένα για ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, φόρο στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, «λουκέτο» στους φορολογικούς παραδείσους και «αμείλικτο κυνήγι» της φοροδιαφυγής. Δεν λέω ότι είναι ανύπαρκτες οι σχετικές καλές προθέσεις, αλλά ως γνωστόν με τέτοιες είναι σπαρμένος και ο δρόμος προς την κόλαση. Και να μην έχετε αμφιβολίες ότι βαδίζουμε σε άλλο δρόμο, εκτός απ’ αυτόν.
Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει από την κραυγαλέα αντίθεση ανάμεσα στον πολλαπλό οργασμό των αγορών και την έρπουσα πραγματική οικονομία, τουλάχιστον στην καπιταλιστική Δύση και πρωτίστως στην αληθινά Γηραιά (άρα, καταδικασμένη στο μοιραίο) Ήπειρο, είναι βάσιμο. Αφού τα θεμελιώδη δεδομένα των οικονομιών και των επιχειρηματικών κολοσσών της Ευρώπης και των ΗΠΑ είναι επιεικώς  άθλια, τουλάχιστον με βάση τα κριτήρια της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ορθοφροσύνης, γιατί οι «επενδυτές» τα επιβραβεύουν γενναιόδωρα; Μήπως τα πράγματα έχουν αντιστραφεί και δεν το πήραμε είδηση; Μήπως τον ανταγωνισμό της ανάπτυξης, της μεγέθυνσης και της πλήρους απασχόλησης τον αντικατέστησε κάποιο πρωτάθλημα ύφεσης, ανεργίας και αποεπένδυσης; Τότε η Ελλάδα δικαιούται το έπαθλο. Είναι η υπερδύναμη της κρίσης.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν συμβαίνει κάτι παράταιρο και ξένο προς τη φύση του καπιταλιστικού κινητήρα. Η αντίφαση στην οποία έχουν χαθεί οι πολιτικοί σχεδιαστές του νέου «υγιούς», απαλλαγμένου από ακραία κερδοσκοπία, φούσκες και εικονικό πλούτο, καπιταλισμού είναι η αδυναμία τους να κατανοήσουν τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης. Η «μαρξίστρια» Μέρκελ, που πάντρεψε γλυκά τα «απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» από την FDJ με τα ταχύρρυθμα μαθήματα «προτεσταντικού καπιταλισμού» πλάι στον Κολ, φιλοδοξεί να σκάσει όσο το δυνατό περισσότερες από τις φούσκες που καταδυναστεύουν τον «παραγωγικό καπιταλισμό»: τη χρηματοπιστωτική, τη φούσκα των ακινήτων, τη φούσκα του κρατικού και ιδιωτικού χρέους, τη νομισματική φούσκα, την τεράστια φούσκα ενεργητικού του καπιταλιστικού κόσμου που στο τέλος αυτής της δεκαετίας υπολογίζεται πως θα ξεπεράσει τα 100 τρισ. δολάρια. Αλλά, για να σκάσει αυτή η φούσκα, θα πρέπει να μηδενιστεί το κοντέρ, να σταματήσει να δουλεύει εντελώς η «μηχανή». Όπερ αδύνατον.
Γιατί αυτό; Η δημιουργία πλούτου με διαρκή οικονομική μεγέθυνση και με αδιαπραγμάτευτο κίνητρο το κέρδος γεννά αυτό που αποκαλείται πλεονάζουσα ρευστότητα κεφαλαίου. Αυτοί που κατέχουν αυτή τη ρευστότητα, εφόσον θέλουν να παραμείνουν καπιταλιστές, πρέπει να επανεπενδύσουν ένα μέρος της με τρόπο και σε σφαίρες που τους αποδίδει κέρδος. Και τώρα πια έχουν να ανταγωνιστούν σ’ αυτό το πεδίο όχι τον ανταγωνιστή της γειτονιάς τους, της περιφέρειάς τους σε ακτίνα μερικών χιλιομέτρων ή της χώρας τους. Αλλά χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια κατόχους πλεονάζουσας ρευστότητας που αναζητούν περισσότερες και μεγαλύτερες αγορές σ’ όλον τον πλανήτη. Ωστόσο, ο πλανήτης των κατόχων ρευστότητας είναι και ενδιαίτημα υποαμειβόμενων μισθωτών και αδύναμων καταναλωτών. Και γι’ αυτό έχει όλο και μεγαλύτερες δυσκολίες να απορροφήσει επενδυτικά την πλεονάζουσα ρευστότητα. Θα χρειαζόταν ένας παγκόσμιος μέσος ρυθμός ανάπτυξης τουλάχιστον 5%, όσος ήταν όλη τη μεταπολεμική περίοδο, για να αποδώσει ένα εύλογο κέρδος η επανεπένδυση ενός αντίστοιχου μέρους του πλεονάζοντος κεφαλαίου. Με έναν ρυθμό ανάπτυξης 3% και κάτω, και τόσο άνισα κατανεμόμενο στον κόσμο, με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες καθηλωμένες στην ύφεση και την αμερικανική στην υποκατανάλωση, το πράγμα στραβώνει. Οι κάτοχοι του πλεονάζοντος κεφαλαίου έχουν, λοιπόν, δύο επιλογές: ή να ξεχάσουν ότι είναι καπιταλιστές, να παραιτηθούν από κάθε φιλοδοξία αύξησης κέρδους και να ξεκοκαλίσουν τα έτοιμα – που η αλήθεια είναι πως τους φτάνουν και για τα τρισέγγονα τους. Ή να ακολουθήσουν τη «φύση» τους, αναζητώντας εναλλακτικές πηγές κερδοφορίας. Η εικονική πραγματικότητα του χρήματος και των παραγώγων του σε κάθε δυνατή μορφή είναι η ιδεώδης εναλλακτική. Εξ ου και ο φλογερός έρωτας για τις μετοχές ακόμη και επιχειρηματικών κουφαριών, η λατρεία για τα ομόλογα ακόμη και της υποσαχάριας Αφρικής, το κυνήγι των κρατικών επιχειρήσεων που ξεπουλιούνται για μια τηγανιά πατάτες, οι τιτλοποιήσεις κάθε είδους μελλοντικής αξίας που, προς το παρόν, υπάρχει μόνο στη διεστραμμένη φαντασία τους ή το πάθος για την τέχνη – όσο πιο αφηρημένη και ακατάληπτη τόσο περισσότερα σκάνε γι’ αυτήν (60 εκατ. δολάρια για έναν Τζάκσον Πόλοκ έσκασε προ ημερών στη Νέα Υόρκη ένας ζαμπλουτίδης. Πού θα τον βάλει; Στο WC των επισκεπτών;).  Εν ολίγοις, η διέξοδος για την πλεονάζουσα ρευστότητα κεφαλαίου είναι οι φούσκες του εγγύς μέλλοντός μας.
Κατά πώς έλεγε και ο θείος Κάρολος -τον οποίο η «μαρξίστρια» Μέρκελ είναι απίθανο να είχε καταλάβει από τα μαρξιστικά ακτίφ της FDJ στην Ανατολική Γερμανία- κατά την περίοδο της ανάπτυξης ο κάτοχος κεφαλαίου λατρεύει τα χειροπιαστά αγαθά, ενώ την περίοδο της κρίσης αναγνωρίζει το άυλο χρήμα ως μοναδικό πλούτο: «Μόλις πριν από λίγο ο μεθυσμένος από τη βιομηχανική άνθηση αστός διακήρυσσε ότι το χρήμα είναι κούφια ιδέα και ότι “μόνο το εμπόρευμα είναι χρήμα, μόνο το χρήμα είναι εμπόρευμα!” – αυτή η φωνή αντηχεί τώρα πάνω από την παγκόσμια αγορά». Πώς τα ’λεγε, όμως, ο άτιμος! Σαν να είχε ακούσει τον Μπερνάνκι της Fed, τον Κουρόντα της BoJ ή τον Ντράγκι της ΕΚΤ, που με τις ποσοτικές τους χαλαρώσεις και τις ανακυκλώσεις εικονικής ρευστότητας θεωρούν ότι χτυπούν φλέβες πλούτου, όπως ο Μωυσής χτυπούσε τον βράχο κι ανάβλυζε νερό. Η ίδια ψευδαίσθηση οδηγεί μονεταριστές και νεοκεϊνσιανούς να διαπληκτίζονται πάνω στην «κούφια ιδέα του χρήματος» και να ανταγωνίζονται στα τρικ με τα οποία θα το δημιουργήσουν σε νέα αφθονία και σε νέες, ευφάνταστες, τοξικές μορφές.  
Είναι μάλλον απίθανο να αφήσει ασυγκίνητους τους κατόχους της πλεονάζουσας ρευστότητας αυτή η γενναιόδωρη προσφορά. Γύρω από τον πυρήνα χρήματος που προσπαθούν να «γεννήσουν» οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες για να τροφοδοτήσουν μια επενδυτική ανάκαμψη στήνονται οι επόμενες φούσκες: εταιρικά και κρατικά ομόλογα, μετοχές, μυστήριοι τζογαδόρικοι τίτλοι, ψηφιακά νομίσματα, υποθηκεύσεις της σοδειάς που δεν ξέρουμε αν θα μαζευτεί και πετρελαίου που δεν ξέρουμε αν ποτέ θα εξορυχθεί.

Τελικά, ίσως η χειρότερη φούσκα που μας απειλεί δεν είναι αυτή στην οποία δίνουν κάθε ανάσα τους οι κυνηγοί του κέρδους. Αλλά η φούσκα την οποία συνθέτουν οι πολιτικοί σχεδιαστές που θαρρούν πως μπορούν να απαλλάξουν τον καπιταλισμό από τις φούσκες και τον τοξικό τους αέρα.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Τα τελευταία 40 χρόνια, τα οργανωμένα θεσμικά πλαίσια αυτής της αντίστασης στην εξαχρειωτική αποστολή του κεφαλαίου έχουν συντριβεί, αφήνοντας πίσω τους ένα αλλόκοτο μείγμα παλιών και νέων θεσμών…, οι οποίοι δυσκολεύονται να αρθρώσουν μια συγκροτημένη ένσταση ή ένα συνεκτικό εναλλακτικό πρόγραμμα. Πρόκειται για μια κατάσταση που προμηνύει συμφορές τόσο για το κεφάλαιο όσο και για τον λαό. Οδηγεί σε μια πολιτική του τύπου «μετά από μένα το χάος», στην οποία οι πλούσιοι φαντασιώνονται ότι μπορούν να αποπλεύσουν ασφαλείς, με τις πάνοπλες και γεμάτες προμήθειες κιβωτούς τους(…), αφήνοντας εμάς τους υπόλοιπους να τα βγάλουμε πέρα με τον κατακλυσμό. Ωστόσο, οι πλούσιοι δεν θα μπορέσουν ποτέ να επιπλεύσουν σε έναν κόσμο φτιαγμένο από το κεφάλαιο, διότι πλέον στην κυριολεξία δεν υπάρχει κρυψώνα γι’ αυτούς.
Ντέιβιντ Χάρβεϊ, «Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού»
(Από τη στήλη "Ελεύθερος Σκοπευτής", Επενδυτής, 18/11/2013)

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Ανάπτυξη με...λουκέτα!

Cogito ergo sum...
Πάει κι η Λαφάρζ από την Χαλκίδα, μας αφήνει χρόνους οσονούπω κι η Μισελέν από το Χαλάνδρι. Η ανάπτυξη έρχεται με βήμα γοργό. Έρχεται αγκαλιά με την ρευστότητα (μέσω Κύπρου) και θα χεστούμε στο τάλληρο. Πού θα πάει; Είναι σαφές πλέον ότι το σαμαρικής εμπνεύσεως λεσβιάζον δίδυμο με τα διεστραμμένα γούστα θα δικαιώσει τις θυσίες του ελληνικού λαού.

Πάντως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι με πολύ περίεργο τρόπο έρχεται αυτό το ιδιαίτερο ζευγαράκι. Για να παραφράσω ελαφρώς ένα βιβλικό χωρίο, "περιπατεί ζητούν τίνα καταπίει". Από τη μια, η ρευστότητα πλησιάζει κατατρώγοντας όχι μόνο μισθούς και συντάξεις αλλά ολόκληρες τράπεζες. Κι από την άλλη, η ανάπτυξη καταφθάνει κλείνοντας την μια επιχείρηση μετά την άλλη και σπρώχνοντας την ανεργία σε δυσθεώρητα ύψη. Ρε σεις, είμαστε σίγουροι ότι γουστάρουμε; Θέλω να πω, μήπως περνάγαμε καλύτερα δίχως ρευστότητα και δίχως ανάπτυξη;

Είναι κι αυτή η παπαριά τού Ντάισελμπλουμ που με μπερδεύει. "Μέχρι το 2018", είπε ο διάδοχος του Γιούνκερ στο τιμόνι της ευρωζώνης, "οι κυπριακές τράπεζες θα έχουν φτάσει στα επίπεδα των υπολοίπων ευρωπαϊκών τραπεζών". Φυσικά, ο ηγέτης εννοεί ότι οι κυπριακές τράπεζες θα έχουν μειωθεί στα επίπεδα των άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών. Παναπεί, δηλαδή, πως είχαν παραμεγαλώσει, σε βαθμό ενοχλητικό για τους υπόλοιπους ευρωτραπεζίτες. Μάλιστα... Λοιπόν, δεν είχα καταλάβει ότι αυτό εννοούσε η συνθήκη της Λισαβόνας, με τα περί "ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων". Πίστευα ότι "ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων" δεν σημαίνει να βάζω τα λεφτά μου σε γερμανικές ή ολλανδικές τράπεζες αλλά ότι μπορώ να τα καταθέτω όπου γουστάρω.

Αλλά ας γυρίσουμε στα δικά μας. Είναι προφανές ότι την Μισελέν την έκλεισαν οι συνδικαλιστές τού ΠΑΜΕ. Βέβαια, δεν το έχω ψάξει το θέμα αλλά έτσι πρέπει να είναι. Αφού, ως γνωστόν, οι βολεμένοι εργατοπατέρες του ΚΚΕ έκλεισαν την Πιρέλλι και την Γκουντγήαρ, αυτοί πρέπει να οδήγησαν και την Μισελέν στο κλείσιμο. Τι διάολο έχει πάθει το ΠΑΜΕ και δεν αφήνει καμμία εταιρεία ελαστικών σε χλωρό κλαρί, δεν μπορώ να το καταλάβω.

Αλλά και για το κλείσιμο της Λαφάρζ οι ίδιοι συνδικαλιστές πρέπει να φταίνε. Τί δηλαδή; Θα ξεχάσουμε το μένος με το οποίο καταφέρθηκαν οι κουκουέδες κατά της Καλτσεστρούτσι, τότε που οι ιταλοί κάνανε τα σου-μου-του με την κυβέρνηση Μητσοτάκη για την αγορά τής ΑΓΕΤ Ηρακλής; Γιατί, λοιπόν, θα την χάριζαν στην Λαφάρζ, που πήρε την ΑΓΕΤ από την εταιρεία τού αλησμόνητου Παντσαβόλτα;

Παρεμπιπτόντως, συγκινήθηκα διαβάζοντας στον ιστοτόπο τής Λαφάρζ το τεράστιο κοινωνικό έργο το οποίο επιτελούσε η εταιρεία μέσω του εργοστασίου που κλείνει: "Το εργοστάσιο Χαλκίδας με τη δραστηριότητά του συμβάλλει σημαντικά στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής. Την περίοδο 2004-9 έχει προχωρήσει σε επενδύσεις ύψους 50 εκατ. ευρώ για εργασίες αναβάθμισης και έργα, από τα οποία τα 14,8 εκατ. ευρώ αφορούν σε έργα ασφάλειας και περιβάλλοντος. Διαθέτει κατά μέσο όρο ετησίως 31 εκατ. ευρώ σε μισθούς και αμοιβές προσωπικού. Το σύνολο των μισθών, αμοιβών προσωπικού, προμηθειών, φόρων και υποστήριξης τοπικών προγραμμάτων ή χορηγιών ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 55 εκατ. ευρώ". Βέβαια, θα ήθελα να δω και μερικά στοιχεία για το ποιες και πόσες επιδοτήσεις ή άλλες παροχές πήρε η εταιρεία από το κράτος κι από τα διάφορα "πακέτα" αλλά δεν πειράζει.

Ορίστε, λοιπόν, πόσο δίκιο είχε ο πρωθυπουργός σε όσα είπε μετά το σπάσιμο της απεργίας των εργαζομένων στην Χαλυβουργική τού Μάνεση! Και πόσο σωστά έκανε που η πρώτη του δουλειά μόλις πήραμε την υπερδόση του Δεκέμβρη, ήταν να συναντηθεί με τους εκπροσώπους των μεγάλων εταιρειών. 31 ολόκληρα εκατομμύρια πλήρωνε ετησίως η φουκαριάρα η Λαφάρζ σε αμοιβές προσωπικού. Πού ν' αντέξει; Πώς να κρατήσει ανοιχτό το έρμο το εργοστάσιο; Δηλαδή, τί θα πάθαιναν οι εργαζόμενοι αν κόβανε από μόνοι τους κατιτίς από τα μιστά τους; Θα τους έπεφτε ο κώλος; Είναι καλύτερα τώρα που ένα εργοστάσιο 87 χρόνων θα καταντήσει κούρνια για τις καρακάξες;


Αρκετά με την πλάκα. Θυμάμαι τον Μάνο να ξεσπαθώνει κατά των διαμαρτυρομένων για το ξεπούλημα της ΑΓΕΤ Ηρακλής και δαιμονίζομαι. Πού είναι τώρα ο παπάρας με τα τουβλάκια, να μας εξηγήσει τι πήγε στραβά και κλείνει το εργοστάσιο της Χαλκίδας; Πού είναι οι ανεγκέφαλοι δημοσιογράφοι τής οκάς, οι οποίοι χύνουν φαρμάκι όποτε γίνεται απεργία, να μας αναλύσουν τους λόγους που οδηγούν την Μισελέν στο κλείσιμο του ελληνικού της μαγαζιού; Πού είναι ο σαχλαμάρας υπουργός ανάπτυξης, να μας δώσει να καταλάβουμε γιατί συνεχίζεται η αποεπένδυση στην χώρα παρά την ισοπέδωση όλων των εργατικών δικαιωμάτων; Πού είναι όλοι εκείνοι οι μπινέδες που βλέπουν ανάπτυξη ενώ εμείς βουλιάζουμε όλο και περισσότερο στα σκατά, να μας εξηγήσουν πώς διάολο συνταιριάζει η ανάπτυξή τους με τα λουκέτα;

Τα παραπάνω ερωτήματα είναι φιλοσοφικά. Δεν περιμένω σοβαρή απάντηση από κανένα τους. Και δεν την χρειάζομαι, βέβαια. Για όλα όσα αφορούν το κεφάλαιο, έχω όλες τις απαντήσεις που χρειάζομαι στην βιβλιοθήκη μου, σ' ένα βιβλίο που γράφτηκε πριν ενάμιση αιώνα αλλά παραμένει φρέσκο και επίκαιρο. Ας είναι καλά ο παππούς Κάρολος...

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Συνέντευξη με έναν Γερμανό...

Herr K....
ΕΡΩΤΗΣΗ: Ας μπω κατευθείαν στο θέμα. Νομίζετε ότι στην Ελλάδα χρειαζόμαστε συνταγματική μεταρρύθμιση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ας μπω κι εγώ κατευθείαν στο θέμα. Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους – αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος…
Ερ: Συγγνώμη που σας διακόπτω, αλλά τι εννοείτε ξεπούλημα; Δεν πρέπει να επιστρέψουμε τα λεφτά που μας δάνεισαν και με τα οποία ζούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας;
Απ: Το δημόσιο χρέος είναι το πιστεύω του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.
Ερ: Κάποιοι όμως έβαλαν τα λεφτά τους σε κίνδυνο για να μας δανείσουν
Απ: Το δημόσιο χρέος σαν να έχει μαγικό ραβδί, μετατρέπει το μη παραγωγικό χρήμα σε κεφάλαιο, χωρίς νάναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και τους κινδύνους που συνοδεύουν την βιομηχανική μα ακόμα και την τοκογλυφική επένδυση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα.
Ερ: Μα η Τράπεζα της Ελλάδος…
Απ: Οι “εθνικές” τράπεζες ήταν από τη γέννησή τους απλώς εταιρείες ιδιωτών κερδοσκόπων
Ερ: Οπως και να έχει πρέπει το κράτος να ξεπληρώσει τα δάνεια. Λυπάμαι μόνο που τη νύφη καλούνται πάλι να πληρώσουν οι  μισθωτοί. Δεν θα μπορούσε τουλάχιστον να γίνει πιο δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών;
Απ: Αξονας του σύγχρονου φορολογικού συστήματος  είναι οι φόροι στα πιο αναγκαία μέσα συντήρησης.
Ερ: Τι εννοείτε;
Απ: Η υπεφορολόγηση δεν είναι επεισόδιο αλλά μάλλον γενική αρχή. Είναι το καλύτερο σύστημα για να γίνει ο εργάτης λιτοδίαιτος, φιλόπονος, υπάκουος.
Ερ: Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά αλλά δυστυχώς θα πρέπει να διακόψουμε για διαφημίσεις. Θέλετε πολύ σύντομα να προσθέσετε κάτι:
Απ: Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού είναι το δημόσιο χρέος τους.
Ερ: Κύριε Μαρξ, ευχαριστούμε για τη συζήτηση.
Απ: Εγώ σας ευχαριστώ κύριε Πρετεντέρη
[Οι ερωτήσεις είναι φανταστικές. Οι απαντήσεις προέρχονται από εδώ, σ. 774.]

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Occupy Wall Street: τι άλλο θα ακολουθήσει;

Του Σλαβόι Ζίζεκ, The Guardian 24/4/2012

μετάφραση Αριάδνη Αλαβάνου
“Για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν θα έπρεπε να τοποθετείται πρωτίστως στην πολιτική σφαίρα. Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται μάλλον στο “απολίτικο” δίκτυο κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η αλλαγή που χρειάζεται, αν θέλουμε μια πραγματική βελτίωση, δεν είναι μια πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά μια αλλαγή στις “απολίτικες” κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Δεν ψηφίζουμε για το ποιος κατέχει τι, για τις σχέσεις στο εργοστάσιο κ.λπ. -- όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της σφαίρας της πολιτικής”.
Τι κάνουμε ως συνέχεια του κινήματος “Κατάληψη της Γουόλ Στριτ” , όταν οι διαδηλώσεις που άρχισαν πολύ μακριά –στη Μ. Ανατολή, την Ελλάδα, την Ισπανία, το Ην. Βασίλειο-- έφτασαν στο κέντρο και τώρα είμαστε πιο δυναμωμένοι και ορατοί από όλο τον κόσμο;
Μιμούμενος το κίνημα Κατάληψη της Γουόλ Στριτ στις 16/10/2011, ένας διαδηλωτής στο Σαν Φρανσίσκο απευθύνθηκε στο πλήθος προσκαλώντας το να συμμετάσχει σαν να ήταν ένα χίπικο γεγονός, του στιλ της δεκαετίας του 1960:
“Μας ρωτούν ποιο είναι το πρόγραμμά μας. Δεν έχουμε πρόγραμμα. Είμαστε εδώ γιατί περνάμε καλά”.


Τέτοιες δηλώσεις δείχνουν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι διαδηλωτές: τον κίνδυνο να ερωτευτούν τους εαυτούς τους, με τον ευχάριστο χρόνο που περνούν στα “κατειλημμένα” μέρη. Τα πανηγύρια δεν έχουν κόστος – η αληθινή δοκιμασία της αξίας όλων αυτών είναι τι μένει την επόμενη ημέρα , πώς θα αλλάξει η καθημερινότητά μας . Οι διαδηλωτές θα έπρεπε να ερωτευτούν τη σκληρή και υπομονετική δουλειά – βρίσκονται στην αρχή και όχι στο τέλος. Το βασικό μήνυμά τους είναι: το ταμπού έχει σπάσει δεν ζούμε στον καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους, είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτούμε εναλλακτικές λύσεις.
Ως ένα είδος εγελιανής τριάδας, η δυτική Αριστερά έχει διαγράψει έναν πλήρη κύκλο: αφού εγκατέλειψε τη λεγόμενη “ουσιοκρατία του ταξικού αγώνα” για τον πλουραλισμό των αντιρατσιστικών, φεμινιστικών κ.λπ. αγώνων, ο “καπιταλισμός” επανεμφανίζεται τώρα σαφώς ως το όνομα του μέγιστου προβλήματος.
Τα πρώτα δύο πράγματα που θα έπρεπε κανείς να απαγορεύσει, συνεπώς, είναι η κριτική στη διαφθορά και η κριτική στον χρηματιστικό καπιταλισμό. Πρώτον, ας μην κατηγορούμε τους ανθρώπους και τις στάσεις τους: το πρόβλημα δεν είναι η διαφθορά ή η απληστία, το πρόβλημα είναι το σύστημα που σε ωθεί στη διαφθορά. Η λύση δεν είναι η Μέιν Στριτ [δηλ. η “πραγματική οικονομία'] ή η Γουόλ Στριτ [το κερδοσκοπικό παιχνίδι], αλλά η αλλαγή του συστήματος στο οποίο η Μέιν Στριτ δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη Γουόλ Στριτ. Δημόσιες προσωπικότητες από τον πάπα μέχρι τον παπά της ενορίας μάς βομβαρδίζουν με νουθεσίες να καταπολεμήσουμε την υπερβολική απληστία και κατανάλωση – αυτό το αηδιαστικό θέαμα της φθηνής ηθικολογίας αποτελεί μια ιδεολογική επιχείρηση: η παρόρμηση (της επέκτασης) που είναι εγγεγραμμένη στο ίδιο το σύστημα μεταφράζεται σε προσωπικό αμάρτημα, σε προσωπική ψυχολογική ροπή ή, όπως το έθεσε ένας θεολόγος κοντινός στον πάπα:
“ Η παρούσα κρίση δεν είναι κρίση του καπιταλισμού, αλλά κρίση της ηθικής”.
Ας θυμηθούμε το περίφημο αστείο στη Νίνοτσκα του Έρνστ Λούμπιτς: ο ήρωας επισκέπτεται μια καφετέρια και παραγγέλνει καφέ χωρίς κρέμα. Το γκαρσόνι απαντάει:
"Συγνώμη, μας έχει τελειώσει η κρέμα, έχουμε μόνο γάλα. Μπορώ να σας φέρω καφέ χωρίς γάλα;”
Δεν έγινε ένα παρόμοιο τρικ με τη διάλυση των ανατολικοευρωπαϊκών κομμουνιστικών καθεστώτων το 1990; Οι άνθρωποι που διαδήλωναν ήθελα ελευθερία και δημοκρατία χωρίς διαφθορά και εκμετάλλευση και αυτό που πήραν ήταν ελευθερία και δημοκρατία χωρίς αλληλεγγύη και δικαιοσύνη.
Παρόμοια, ο κοντινός στον πάπα καθολικός θεολόγος με προσεκτικό τρόπο τονίζει ότι οι διαδηλωτές θα έπρεπε να στοχεύσουν στην ηθική αδικία, την απληστία, τον καταναλωτισμό κ.λπ. και όχι στον καπιταλισμό. Η αυτοπροωθούμενη κυκλοφορία του κεφαλαίου παραμένει περισσότερο παρά ποτέ το έσχατο Πραγματικό της ζωής μας, ένα κτήνος που εξ ορισμού δεν μπορεί να ελεγχθεί.
Θα έπρεπε να αποφύγουμε τον πειρασμό του ναρκισσιμού του χαμένου σκοπού ή του θαυμασμού της θεσπέσιας ομορφιάς των εξεγέρσεων που είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Ποια νέα θετική τάξη πραγμάτων θα έπρεπε να αντικαταστήσει την παλιά την επόμενη ημέρα, όταν ο υπέροχος ενθουσιασμός της εξέγερσης θα έχει τελειώσει; Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη μοιραία αδυναμία των λαϊκών διαμαρτυριών: εκφράζουν μια αυθεντική οργή που δεν είναι ικανή να μετασχηματιστεί σε ένα μίνιμουμ θετικό πρόγραμμα κοινωνικο-πολιτικής αλλαγής. Εκφράζουν το πνεύμα της εξέγερσης χωρίς επανάσταση.
Αντιδρώντας στις παρισινές διαδηλώσεις του 1968, ο Λακάν έλεγε:
"Αυτό που επιζητείτε ως επαναστάτες είναι ένα νέο αφεντικό. Θα το έχετε".
Φαίνεται πως η παρατήρηση του Λακάν ήταν εύστοχη και για τους indignados (και όχι μόνο) της Ισπανίας. Στο βαθμό που η διαμαρτυρία τους παραμένει στο επίπεδο μιας υστερικής πρόκλησης του αφέντη, χωρίς πρόγραμμα για μια νέα τάξη πραγμάτων που θα αντικαταστήσει την παλιά, ουσιαστικά λειτουργεί σαν μια έκκληση σε έναν νέο αφέντη, όσο κι αν αυτό αποκηρύττεται.
Πήραμε μια πρώτη γεύση αυτού του νέου αφέντη στην Ελλάδα και στην Ιταλία, πιθανώς θα ακολουθήσει και η Ισπανία. Σαν να απαντά ειρωνικά στην έλλειψη ειδικών πολιτικών προγραμμάτων των διαδηλωτών, η τωρινή τάση είναι να αντικαθίστανται οι πολιτικοί της κυβέρνησης με “ουδέτερη” κυβέρνηση απολίτικων τεχνοκρατών (κυρίως τραπεζιτών, όπως στην Ελλάδα και την Ιταλία). Οι πολύχρωμοι “πολιτικοί” εκδιώκονται, έρχονται οι γκρίζοι ειδικοί. Αυτή η τάση κινείται σαφώς προς ένα κράτος μόνιμης έκτακτης ανάγκης και την αναστολή της πολιτικής δημοκρατίας.
Συνεπώς, πρέπει να δούμε σ' αυτή την εξέλιξη και μια πρόκληση: δεν είναι αρκετό να απορρίπτει κανείς τη διακυβέρνηση από μη πολιτικούς τεχνοκράτες ως την πιο ανελέητη μορφή ιδεολογίας. Πρέπει επίσης να αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά τι να προτείνει αντί της κυρίαρχης οργάνωσης της οικονομίας , να φανταστεί και να δοκιμάσει πειραματικά εναλλακτικές μορφές οργάνωσης της οικονομίας, να αναζητήσει τα σπέρματα του καινούργιου. Ο κομμουνισμός δεν είναι ακριβώς ή κυρίως μια καρναβαλική γιορτή μαζικής διαμαρτυρίας, όταν το σύστημα σταματά να λειτουργεί. Ο κομμουνισμός είναι επίσης, πάνω απ' όλα, μια νέα μορφή οργάνωσης, πειθαρχίας σκληρής δουλειάς.
Οι διαδηλωτές οφείλουν να γνωρίζουν όχι μόνο τους εχθρούς, αλλά και τους ψεύτικους φίλους που υποκρίνονται ότι τους υποστηρίζουν, αλλά ήδη δουλεύουν εντατικά για να διαλύσουν τις διαμαρτυρίες τους. Με τον ίδιο τρόπο που πίνουμε καφέ χωρίς καφεΐνη, μπίρα χωρίς αλκοόλ, που τρώμε παγωτό χωρίς λιπαρά, αυτοί προσπαθούν να μετατρέψουν τις λαϊκές διαμαρτυρίες σε ανώδυνη ηθικίστικη στάση. Στο μποξ, “λαβή” σημαίνει να κρατάς το σώμα του αντιπάλου με το ένα ή και τα δύο χέρια για να αποτρέψεις ή να εμποδίσεις τις γροθιές. Η αντίδραση του Μπιλ Κλίντον στις διαδηλώσεις στη Γουόλ Στριτ είναι μια εξαιρετική περίπτωση πολιτικής λαβής. Ο Κλίντον θεωρεί ότι οι διαδηλώσεις είναι “γενικά ... θετικές”, αλλά ανησυχεί για το νεφελώδες του σκοπού. Τους υπέδειξε να στρατευτούν στο πρόγραμμα δημιουργίας θέσεων εργασίας του Ομπάμα, που θα δημιουργήσει, όπως ισχυρίστηκε, “δύο εκατομμύρια θέσεις εργασίας τον επόμενο ενάμιση χρόνο”. Εκείνο στο οποίοι όφειλε να αντισταθεί κανείς σ' αυτό το στάδιο ήταν ακριβώς να μετατρέψει την ενέργεια της διαμαρτυρίας σε ένα σύνολο “συγκεκριμένων” πραγματιστικών αιτημάτων. Ναι, οι διαμαρτυρίες δημιούργησαν ένα κενό – ένα κενό στο πεδίο της ηγεμονικής ιδεολογίας και χρειάζεται χρόνος για να γεμίσει αυτό το κενό, αφού είναι ένα κενό γκαστρωμένο, ένα άνοιγμα στο αληθινά Νέο. Ο λόγος που βγήκαν στο δρόμο οι διαδηλωτές ήταν γιατί είχαν μπουχτίσει από έναν κόσμο στον οποίο θεωρείται επαρκές για να αισθάνεται κανείς καλά το να ανακυκλώνει τα κουτιά της κόκα κόλας, να δίνει μερικά δολάρια σε φιλανθρωπίες ή να αγοράζει καπουτσίνο από τα Starbucks για να πηγαίνει το 1% στον Τρίτο Κόσμο.
Η οικονομική παγκοσμιοποίηση σταδιακά αλλά ανελέητα υπονομεύει τη νομιμοποίηση των δυτικών δημοκρατιών. Λόγω του διεθνούς χαρακτήρα τους, μεγάλες οικονομικές διαδικασίες δεν μπορούν να ελεγχθούν από δημοκρατικούς μηχανισμούς που εξ ορισμού περιορίζονται στα έθνη-κράτη. Έτσι, οι λαοί όλο και περισσότερο βιώνουν τις θεσμικές δημοκρατικές μορφές ως ανίκανες να εξυπηρετήσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα.
Σ' αυτό ακριβώς παραμένει απόλυτα έγκυρη μια βασική ιδέα του Μαρξ, σήμερα περισσότερο από ποτέ: για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν θα έπρεπε να τοποθετείται πρωτίστως στην πολιτική σφαίρα. Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται μάλλον στο “απολίτικο” δίκτυο κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η αλλαγή που χρειάζεται, αν θέλουμε μια πραγματική βελτίωση, δεν είναι μια πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά μια αλλαγή στις “απολίτικες” κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Δεν ψηφίζουμε για το ποιος κατέχει τι, για τις σχέσεις στο εργοστάσιο κ.λπ. -- όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της σφαίρας της πολιτικής. Είναι ψευδαίσθηση να περιμένουμε ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα “επεκτείνοντας” τη δημοκρατία σ' αυτή τη σφαίρα, ας πούμε, οργανώνοντας “δημοκρατικές” τράπεζες υπό λαϊκό έλεγχο. Σε τέτοιες “δημοκρατικές” διαδικασίες (που, βεβαίως, έχουν να παίξουν θετικό ρόλο), ανεξάρτητα του πόσο ριζοσπαστικός είναι ο αντικαπιταλισμός μας, η λύση που επιδιώκεται είναι να εφαρμοστούν οι δημοκρατικοί μηχανισμοί – οι οποίοι , δεν θα έπρεπε να ξεχνούμε, είναι τμήμα των μηχανισμών του “αστικού” κράτους που εγγυάται την ανενόχλητη λειτουργία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.
Η εμφάνιση ενός διεθνούς κινήματος διαμαρτυρίας χωρίς συνεκτικό πρόγραμμα δεν είναι, συνεπώς, τυχαία: αντανακλά μια βαθύτερη κρίση, μια κρίση χωρίς εμφανή λύση. Η κατάσταση είναι όπως στην ψυχανάλυση, όπου ο ασθενής γνωρίζει την απάντηση (τα συμπτώματά του είναι τέτοιες απαντήσεις), αλλά δεν γνωρίζει σε τι απαντούν και ο αναλυτής πρέπει να διατυπώσει το ερώτημα. Μόνο μέσα από μια τέτοια υπομονετική δουλειά θα εμφανιστεί ένα πρόγραμμα.
Σε ένα παλιό ανέκδοτο από την εκλιπούσα Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, ένας Γερμανός εργάτης πιάνει δουλειά στη Σιβηρία. Επειδή γνωρίζει ότι οι επιστολές του θα διαβάζονται από τους λογοκριτές , λέει στους φίλους του:
"Ας φτιάξουμε έναν κώδικα: αν το γράμμα που θα λάβετε από μένα είναι γραμμένο με το συνηθισμένο μπλε μελάνι, είναι αληθινό. Αν είναι γραμμένο με κόκκινο είναι πλαστό”.
Ύστερα από έναν μήνα, οι φίλοι του παίρνουν το πρώτο γράμμα γραμμένο με μπλε μελάνι:
"Όλα είναι θαυμάσια εδώ: τα μαγαζιά είναι γεμάτα, τα τρόφιμα άφθονα, τα διαμερίσματα μεγάλα και με καλή θέρμανση, κινηματογράφοι δείχνουν δυτικές ταινίες, υπάρχουν πολλά όμορφα κορίτσια διαθέσιμα για ερωτικό δεσμό – το μόνο που δεν υπάρχει είναι κόκκινο μελάνι”.
Δεν είναι αυτή η κατάστασή μας σήμερα; Έχουμε όλες τις ελευθερίες που θέλει κάποιος – το μόνο που λείπει είναι το “κόκκινο μελάνι”: αισθανόμαστε ελεύθεροι, επειδή δεν έχουμε την ίδια τη γλώσσα για να αρθρώσουμε την ανελευθερία μας. Αυτό που σημαίνει η έλλειψη κόκκινου μελανιού είναι ότι, σήμερα, όλοι οι βασικοί όροι που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την παρούσα σύγκρουση --”πόλεμος κατά της τρομοκρατίας”, “δημοκρατία και ελευθερία”, “ανθρώπινα δικαιώματα” κ.ο.κ.-- είναι όροι ψευδείς, που δημιουργούν συγκεχυμένη πρόσληψη της κατάστασης αντί να μας επιτρέπουν να σκεφτούμε γι' αυτήν.
Το καθήκον μας σήμερα είναι να δώσουμε στους διαδηλωτές κόκκινο μελάνι.

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

«Δώστε στον Μαρξ μια ευκαιρία να σώσει τις οικονομίες»!

kathimerini.gr...
Της Ζέζας Ζήκου



Η αναγγελία του θανάτου τους είχε γίνει της μόδας τα τελευταία τριάντα χρόνια: οι κοινωνικές τάξεις έχουν πεθάνει και μαζί με αυτές, η διάκριση ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά. Ομως, υπάρχει κάποιος που τις ξαναβρήκε, εκεί ακριβώς όπου τις είχε βρει και ο Καρλ Μαρξ πριν από σχεδόν δύο αιώνες. Ενας τραπεζίτης, ο Τζορτζ Μάγκνους, επικεφαλής των οικονομικών συμβούλων της τράπεζας UBS, έγραψε μία μελέτη που επιγράφεται «Δώστε στον Μαρξ μια ευκαιρία να σώσει τις οικονομίες». Γιατί άραγε ένας τραπεζίτης επικαλείται τη σκέψη ενός φιλοσόφου από καιρό πεθαμένου, που ποτέ οι τραπεζίτες δεν έπιασαν στο στόμα τους το όνομά του για καλό;
Την οικονομική κρίση την αποδίδουμε συνήθως στις κακές πολιτικές των κυβερνήσεων. Ομως, γιατί είναι κακές; Διότι επιβάλλουν απαράλλαχτα περικοπές μισθών, συντάξεων και κοινωνικών δαπανών. Διότι η υπερβολική δόση λιτότητας και η μείωση των δημοσίων δαπανών σε περιόδους κρίσης χειροτερεύει τα πάντα. Διότι θεωρούν απαραίτητο να σώζουν μεγαλοτραπεζίτες που έδρασαν σαν κοινοί κερδοσκόποι, ενώ την ίδια ώρα λένε πως δεν τους περισσεύουν λεφτά για να σώσουν τα νοικοκυριά και τις αδύναμες επιχειρήσεις. Και τι σχέση έχει ο Μαρξ με όλα αυτά; Εδώ μπαίνει ο Τζορτζ Μάγκνους. Και λέει πως «οι οικονομίες έχουν σήμερα μερικές παράξενες ομοιότητες με τις συνθήκες που είχε προβλέψει ο Μαρξ». Ο Μαρξ είχε διαβλέψει πώς θα εκδηλωθεί η εγγενής σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας: η επιδίωξη των επιχειρήσεων για περισσότερα κέρδη και μεγαλύτερη παραγωγικότητα θα τις οδηγήσει φυσιολογικά να χρειάζονται ολοένα και λιγότερους εργαζόμενους, δημιουργώντας έναν εφεδρικό βιομηχανικό στρατό φτωχών και ανέργων. «Γι’ αυτό, η συσσώρευση πλούτου στον έναν πόλο είναι ταυτόχρονα συσσώρευση αθλιότητας», έγραφε στο «Κεφάλαιο».
Στο παρελθόν, οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν περίπου μαζί με την παραγωγικότητα. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, όμως, ύστερα από μια επίθεση του κεφαλαίου στον ρυθμιστικό ρόλο του κράτους και στα εργατικά δικαιώματα (που κρατάει έως τις μέρες μας), αυτοί οι μισθοί έμειναν πίσω. Επρεπε λοιπόν να βρεθεί ένας νέος τρόπος, ώστε οι εργαζόμενοι να συνεχίσουν να καταναλώνουν. Και αυτός βρέθηκε στον τραπεζικό δανεισμό. Οι κυβερνήσεις ισχυρίζονταν ότι αυτό θα δημιουργούσε πλούτο για όλους. Και πράγματι, ο ονομαστικός πλούτος αυξήθηκε (χωρίς πάντως να γίνει πιο δίκαιη η διανομή του). Ομως, η πλεονεξία των τραπεζιτών εξώθησε αυτόν τον δανεισμό στα άκρα, με συνέπεια την κρίση. «Η εύκολη πίστωση, που επέτρεψε στα φτωχά νοικοκυριά να ζήσουν μια πιο άνετη ζωή», λέει ο Μάγκνους, «συσκότισε την υποκείμενη δυναμική των ανισοτήτων».
«Το τελικό αίτιο όλων των κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και η περιορισμένη κατανάλωση των μαζών», έγραφε ο Μαρξ. Και το ποιος θα είναι πλούσιος και ποιος φτωχός, παραμένει πάντα μια πολιτική απόφαση που δεν μπορεί να κρυφτεί, όσες ψευδεπίγραφες σημαίες και αν σηκώνουν τα κόμματα εξουσίας που βαρύνονται με αυτήν. Αλλά, όποιος νομίζει πως οι τράπεζες που βρέθηκαν στο χείλος της χρεοκοπίας, οι τεράστιες απώλειες θέσεων εργασίας και η εξάπλωση της οικονομικής απόγνωσης, σημαίνουν το τέλος της «ελεύθερης» αγοράς, καλύτερα να το ξανασκεφτεί. Στα καθ’ ημάς, ένα είναι βέβαιο: ότι μία νέα πολιτική πραγματικότητα αναδύεται, που απειλεί τα δύο κόμματα εξουσίας με θρυμματισμό. Με δεδομένη την αποδόμηση ενός σαθρού οικονομικού συστήματος, μία εξέλιξη προς την κατεύθυνση αυτή είναι απλώς φυσιολογική. Παράδοξο θα ήταν, ενώ τα πάντα καταρρέουν στην Ελλάδα, το σύστημα της μεταπολίτευσης να παραμείνει ανέπαφο. Η υπαγωγή της Ελλάδος στον απόλυτο έλεγχο των Βρυξελλών, σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των οικονομικών θεμάτων, καταργεί τις πελατειακές σχέσεις, χάρη στις οποίες τα δύο κόμματα εξουσίας εναλλάσσονταν στην εξουσία από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους.
Οταν η οικονομία έχει καταρρεύσει, η μεσαία τάξη εξαφανίζεται και τα εισοδήματα απομειώνονται, η εκτόνωση του λαού φαίνεται να λειτουργεί με εκδικητική μανία εναντίον των δύο κομμάτων εξουσίας και δείχνει να ήρθε η ώρα της Αριστεράς. Πάντως, η δημοσκοπική διόγκωση των κομμάτων της μαρξιστικής Αριστεράς δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία... Καθώς η Αριστερά έχει τη δυνατότητα να αντιπροσωπεύσει στο πολιτικό πεδίο τον κόσμο της εργασίας που εγκαταλείπει τα κόμματα των Μνημονίων. Η κατεδάφιση των εργασιακών θεσμών και του κοινωνικού κράτους δείχνει ότι η Δύση είναι υποχρεωμένη να κατεβάσει σημαντικά το βιοτικό επίπεδό της. Η Αριστερά χρειάζεται το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, αλλά δεν πρέπει να μείνει εγκλωβισμένη εκεί. Η κρίση αυτή δεν είναι απλώς μια μεγάλη κρίση του καπιταλισμού. Είναι μια κρίση μετάβασης σε μια κοινωνία που δεν θα μοιάζει με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό που ξέραμε, είναι μια κρίση μετάβασης σε μια άλλη διάταξη των παγκόσμιων δυνάμεων και σχέσεων. Να δούμε... Η Ιστορία, εξάλλου, υπήρξε και σκληρή και αβρόφρων μαζί της. Η ευθύνη της είναι απέναντι σε αυτούς που υποφέρουν από την κρίση και απέναντι στο μέλλον...

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

Η ιδιωτικοποίηση της «γενικής διάνοιας»...

του Slavoj Zizek* alterthess ...


anonumo.jpg
Πώς έγινε ο Bill Gates ο πλουσιότερος άνθρωπος στην Αμερική; Η περιουσία του δεν έχει καμία σχέση με το κόστος παραγωγής αυτών που πουλάει η Microsoft: δηλαδή, δεν είναι αποτέλεσμα του ότι παράγει καλό λογισμικό σε χαμηλότερες τιμές από τους ανταγωνιστές της, ή της «αξιοποίησης» των εργαζομένων της με μεγαλύτερη επιτυχία (η Microsoft πληρώνει τους γνωσιακούς εργαζόμενούς της με σχετικά υψηλό μισθό). Αν αυτό ίσχυε, η Microsoft θα είχε χρεοκοπήσει εδώ και καιρό: οι άνθρωποι θα επέλεγαν ελεύθερα συστήματα, όπως το Linux, τα οποία είναι εξίσου καλά ή και καλύτερα από τα προϊόντα της Microsoft. Εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να αγοράζουν το λογισμικό της Microsoft, επειδή η Microsoft έχει επιβληθεί ως ένα σχεδόν καθολικό πρότυπο, μονοπωλώντας ουσιαστικά το χώρο, ως μια ενσάρκωση αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε «γενική διάνοια», εννοώντας τη συλλογική γνώση σε όλες τις μορφές της, από την επιστήμη μέχρι την πρακτική τεχνογνωσία. Ο Γκέιτς ιδιωτικοποίησε, πράγματι, ένα μέρος της γενικής διάνοιας και έγινε πλούσιος από την ιδιοποίηση του μισθώματος που επακολούθησε.
Η δυνατότητα της ιδιωτικοποίησης της γενικής διάνοιας ήταν κάτι που ο Μαρξ δεν προέβλεψε στα γραπτά του για τον καπιταλισμό (σε μεγάλο βαθμό γιατί παρέβλεψε την κοινωνική διάστασή της). Ωστόσο, αυτό αποτελεί τον πυρήνα των σημερινών αγώνων γύρω από την πνευματική ιδιοκτησία: καθώς ο ρόλος της γενικής διάνοιας -που βασίζεται στη συλλογική γνώση και την κοινωνική συνεργασία- έχει αυξηθεί στο μετα-βιομηχανικό καπιταλισμό, ο πλούτος συσσωρεύεται εντελώς δυσανάλογα προς τη δαπανηθείσα εργασία στην παραγωγή του. Το αποτέλεσμα δεν είναι, όπως ο Μαρξ φαίνεται να ανέμενε, η αυτο-διάλυση του καπιταλισμού, αλλά η σταδιακή μετατροπή του κέρδους που προκύπτει από την εκμετάλλευση της εργασίας σε μίσθωμα που ιδιοποιείται μέσω της ιδιωτικοποίησης της γνώσης.
Το ίδιο ισχύει και για τους φυσικούς πόρους, η εκμετάλλευση των οποίων είναι μια από τις κύριες στον κόσμο πηγές μισθώματος. Αυτό που ακολουθεί είναι ένας μόνιμος αγώνας για το ποιος παίρνει το μίσθωμα: οι πολίτες του Τρίτου Κόσμου ή οι δυτικές επιχειρήσεις. Η ειρωνεία είναι ότι για να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ της εργασίας (η οποία με τη χρήση της παράγει υπεραξία) και άλλων εμπορευμάτων (τα οποία καταναλώνουν όλοι την αξία τους κατά τη χρήση τους), ο Μαρξ αναφέρει το πετρέλαιο ως παράδειγμα «συνηθισμένου» εμπορεύματος. Οποιαδήποτε προσπάθεια σήμερα να συνδεθεί η άνοδος και η πτώση της τιμής του πετρελαίου με την αύξηση ή μείωση του κόστους παραγωγής ή την τιμή της υπό εκμετάλλευση εργασίας, είναι άνευ νοήματος: το κόστος παραγωγής είναι αμελητέο σε σχέση με την τιμή που πληρώνουμε για το πετρέλαιο, τιμή που είναι πραγματικά το μίσθωμα που οι ιδιοκτήτες του πόρου αυτού μπορούν να απαιτούν χάρη στην περιορισμένη προσφορά του.
Μια συνέπεια της αύξησης της παραγωγικότητας που επέφεραν οι ραγδαία αυξανόμενες επιπτώσεις της συλλογικής γνώσης είναι η αλλαγή του ρόλου της ανεργίας. Είναι η ίδια η επιτυχία του καπιταλισμού (μεγαλύτερη αποδοτικότητα, αυξημένη παραγωγικότητα, κ.λπ.) που παράγει ανεργία, καθιστώντας όλο και περισσότερους εργαζόμενους άχρηστους: αυτό που θα έπρεπε να είναι ευλογία -λιγότερο σκληρή εργασία- μετατρέπεται σε κατάρα. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, η ευκαιρία εκμετάλλευσης σε μια μακροχρόνια δουλειά τώρα βιώνεται ως προνόμιο. Η παγκόσμια αγορά, όπως ο Fredric Jameson το έχει θέσει, είναι πλέον «ένας χώρος στον οποίο ο καθένας έχει γίνει κάποτε παραγωγικός εργάτης, και στον οποίο η εργασία έχει αρχίσει να αποτιμάται παντού πολύ ακριβά για να αγορασθεί». Στην εν εξελίξει διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η κατηγορία των ανέργων δεν περιορίζεται πλέον στον αποκαλούμενο από τον Μαρξ «εφεδρικό στρατό εργασία»· περιλαμβάνει επίσης, όπως ο Jameson περιγράφει, «εκείνους τους μαζικούς πληθυσμούς σε όλο τον κόσμο οι οποίοι έχουν, κατά κάποιο τρόπο, ''εγκαταλειφθεί από την ιστορία'', οι οποίοι έχουν εσκεμμένα αποκλεισθεί από τα εκσυγχρονιστικά σχέδια του καπιταλιστικού Πρώτου Κόσμου και διαγράφηκαν ως ανέλπιδες ή μη εξελισσόμενες περιπτώσεις»: τα λεγόμενα αποτυχημένα κράτη (Κονγκό, Σομαλία), τα θύματα της πείνας ή οικολογικών καταστροφών, παγιδευμένοι από ψευδο-αρχαϊκά «εθνοτικά μίση», αντικείμενα της φιλανθρωπίας και των ΜΚΟ ή στόχοι του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Η κατηγορία των ανέργων έχει επομένως επεκταθεί, περιλαμβάνοντας τεράστιο εύρος ανθρώπων, από τους προσωρινά άνεργους, τους όχι πλέον απασχολήσιμους και τους μόνιμα άνεργους, έως τους κατοίκους των γκέτο και των παραγκουπόλεων (όλους εκείνους που συχνά είχαν απορριφθεί από τον Μαρξ ως «λούμπεν-προλετάριοι»), και τέλος ολόκληρους πληθυσμούς ή κράτη αποκλεισμένα από την παγκόσμια καπιταλιστική διαδικασία, όπως οι κενοί χώροι στους αρχαίους χάρτες.
Μερικοί λένε ότι αυτή η νέα μορφή καπιταλισμού παρέχει νέες δυνατότητες για χειραφέτηση. Αυτή είναι η θέση του Πλήθους των Hardt και Negri, που επιχειρεί να ριζοσπαστικοποιήσει τον Μαρξ, ο οποίος έκρινε ότι αν κόψουμε απλώς το κεφάλι του καπιταλισμού θα έχουμε σοσιαλισμό. Ο Μαρξ, όπως το βλέπουν, ήταν ιστορικά περιορισμένος από την έννοια της κεντρικής, αυτοματοποιημένης και ιεραρχικά οργανωμένης βιομηχανικής μηχανικής εργασίας, με αποτέλεσμα να κατανοεί τη «γενική διάνοια» μάλλον σαν μέσο κεντρικού σχεδιασμού· μόνο σήμερα, με την άνοδο της «άυλης εργασίας», μια επαναστατική ανατροπή έχει γίνει «αντικειμενικά δυνατή». Αυτή η άυλη εργασία εκτείνεται ανάμεσα σε δύο πόλους: από τη διανοητική εργασία (παραγωγή ιδεών, κειμένων, προγραμμάτων, κ.λπ.) έως τη συναισθηματική εργασία (που πραγματοποιείται από γιατρούς, babysitters και αεροσυνοδούς). Σήμερα, η άυλη εργασία είναι «ηγεμονική» με την έννοια που ο Μαρξ διακήρυξε ότι στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα η μεγάλη βιομηχανική παραγωγή ήταν ηγεμονική: επιβάλλεται όχι αριθμητικά, αλλά παίζοντας τον κύριο, εμβληματικό δομικό ρόλο. Αυτό που αναδεικνύεται είναι ένα τεράστιο νέο πεδίο, τα αποκαλούμενα «κοινά»: κοινόχρηστες γνώσεις και νέες μορφές επικοινωνίας και συνεργασίας. Τα προϊόντα της άυλης παραγωγής δεν είναι αντικείμενα αλλά νέες κοινωνικές ή διαπροσωπικές σχέσεις· η άυλη παραγωγή είναι βιο-πολιτική, η παραγωγή της κοινωνικής ζωής.
Οι Hardt και Negri περιγράφουν εδώ τη διαδικασία που οι ιδεολόγοι του σημερινού «μεταμοντέρνου» καπιταλισμού εξυμνούν ως το πέρασμα από την υλική στη συμβολική παραγωγή, από την συγκεντρωτική-ιεραρχική λογική στη λογική της αυτο-οργάνωσης και της πολυκεντρικής συνεργασίας. Η διαφορά είναι ότι οι Hardt και Negri είναι ουσιαστικά πιστοί στον Μαρξ: προσπαθούν να αποδείξουν ότι ο Μαρξ είχε δίκιο, ότι η άνοδος της γενικής διάνοιας είναι, μακροπρόθεσμα, ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό. Οι ιδεολόγοι του μεταμοντέρνου καπιταλισμού ισχυρίζονται το ακριβώς αντίθετο: η μαρξιστική θεωρία (και πρακτική), υποστηρίζουν, παραμένει εντός των ορίων της ιεραρχικής λογικής του κεντρικού ελέγχου από το κράτος, και έτσι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες της επανάστασης της πληροφορίας. Υπάρχουν καλοί εμπειρικοί λόγοι για αυτόν τον ισχυρισμό: αυτό που ουσιαστικά κατέστρεψε τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν η ανικανότητά τους να προσαρμοστούν στη νέα κοινωνική λογική που υποστηρίχθηκε από την επανάσταση της πληροφορίας: προσπάθησαν να κατευθύνουν την επανάσταση μετατρέποντάς την σε ένα ακόμη μεγάλης κλίμακας συγκεντρωτικό, κρατικά σχεδιασμένο έργο. Το παράδοξο είναι ότι αυτό που οι Hardt και Negri εξυμνούν ως μοναδική ευκαιρία να ξεπεράσουμε τον καπιταλισμό, εξυμνείται από τους ιδεολόγους της επανάστασης της πληροφορίας ως η άνοδος ενός νέου «χωρίς τριβές» καπιταλισμού.
Η ανάλυση των Hardt και Negri έχει κάποια αδύναμα σημεία, τα οποία εξηγούν πώς ο καπιταλισμός έχει την ικανότητα να επιβιώνει από αυτό που θα έπρεπε να ήταν (με κλασικούς μαρξιστικούς όρους) μια νέα οργάνωση της παραγωγής που τον καθιστά παρωχημένο. Υποτιμούν την έκταση στην οποία ο καπιταλισμός σήμερα έχει με επιτυχία (βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον) ιδιωτικοποιήσει τη γενική διάνοια, καθώς και το βαθμό στον οποίο, περισσότερο από την αστική τάξη, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι γίνονται περιττοί (με όλο και περισσότερους να γίνονται όχι μόνο προσωρινά άνεργοι, αλλά δομικά άνεργοι).
*Απόσπασμα από το άρθρο του Slavoj Zizek Η εξέγερση των έμμισθων αστών στο London Review of Books (11/01/2012).
Ο τίτλος του αποσπάσματος είναι δικός μας.
Πηγή: Εφημερίδα Δράση

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Ο δημοσιογράφος Καρλ Μαρξ και οι τεχνοκράτες

Red NoteBook ...


(Γελοιογραφία: «Όταν έφυγε ο Μπερλουσκόνι, οι Ιταλοί τού πέταξαν κέρματα» «Όταν έφυγε ο Μόντι δεν είχαν πια ούτε καν αυτά!»)


Ο Μαρξ, ο οποίος ξανάρχισε να διαβάζεται εδώ και μερικά χρόνια και να συζητείται στο διεθνή τύπο, λόγω της ανάλυσης και της πρόβλεψης του κυκλικού και δομικού χαρακτήρα των καπιταλιστικών κρίσεων, θα έπρεπε να ξαναδιαβαστεί σήμερα στην Ελλάδα και στην Ιταλία για έναν ακόμα λόγο: λόγω της επανεμφάνισης της «κυβέρνησης τεχνοκρατών».

Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου της New York Tribune, μιας από τις πιο διαδεδομένες εφημερίδες του καιρού του, ο Μαρξ παρατήρησε τα πολιτικά γεγονότα που οδήγησαν, στην Αγγλία του 1852, στη γέννηση της πρώτης «κυβέρνησης τεχνοκρατών» στην ιστορία, της κυβέρνησης Άμπερντιν (Δεκέμβριος 1852 – Ιανουάριος 1855).

Η ανάλυση του Μαρξ ξεχωρίζει για την οξυδέρκεια και το σαρκασμό της. Ενώ οι Times υμνούν την εξέλιξη σαν ένα σημάδι εισόδου «στην πολιτική χιλιετία, σε μια εποχή όπου το κομματικό πνεύμα μοιραία θα χαθεί και μόνο η ιδιοφυία, η εμπειρία, η φιλοπονία και ο πατριωτισμός θα δίνουν δικαίωμα σε δημόσια αξιώματα», ενώ επικαλούνται γι’ αυτή την κυβέρνηση τη στήριξη των «ανθρώπων κάθε τάσης», εφόσον «οι αρχές τους απαιτούσαν τη γενική συναίνεση και στήριξη», ο Μαρξ περιγελά την κατάσταση στο άρθρο του Μια θνησιγενής κυβέρνηση. Προοπτικές της κυβέρνησης συνασπισμού (Ιανουάριος 1853). Αυτό που οι Times θεωρούσαν τόσο μοντέρνο και συναρπαστικό αποτελούσε για κείνον μια φάρσα. Όταν ο τύπος του Λονδίνου ανακοίνωσε ένα «υπουργείο αποτελούμενο από καινούριους ανθρώπους», ο Μαρξ δήλωσε ότι «ο κόσμος θα εκπλαγεί σίγουρα ελάχιστα όταν μάθει ότι η νέα εποχή της ιστορίας πρόκειται να εγκαινιαστεί από φθαρμένους και υπέργηρους ογδοντάρηδες (…) από γραφειοκράτες που συμμετείχαν σχεδόν σε κάθε κυβέρνηση από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως μέλη του υπουργικού συμβουλίου, άτομα διπλά νεκρά, λόγω ηλικίας και φθοράς, που ανακλήθηκαν στη ζωή μόνο τεχνητά».

Μαζί με την κριτική των ατόμων, υπάρχει –φυσικά– η πολύ πιο σημαντική κριτική της πολιτικής. Ο Μαρξ αναρωτιέται λοιπόν: «Μας υπόσχονται την ολοκληρωτική εξαφάνιση της πάλης μεταξύ των κομμάτων ή μάλλον την εξαφάνιση των ίδιων των κομμάτων. Τι θέλουν να πουν οι Times;». Το ερώτημα είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά επίκαιρο, σ’ έναν κόσμο όπου η κυριαρχία του κεφαλαίου ξανάγινε άγρια, όπως ακριβώς ήταν στα μέσα του Χίλια Οκτακόσια.

Ο διαχωρισμός μεταξύ «οικονομικού» και «πολιτικού», που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, έφθασε σήμερα στο αποκορύφωμα. Η οικονομία όχι μόνο κυριαρχεί επί της πολιτικής, υπαγορεύοντας πρόγραμμα και αποφάσεις, αλλά είναι τώρα πια τοποθετημένη εκτός των αρμοδιοτήτων της και εκτός του δημοκρατικού ελέγχου, σε τέτοιο βαθμό ώστε η αλλαγή κυβερνήσεων να μην τροποποιεί πια τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Στα τελευταία τριάντα χρόνια μεταβιβάσαμε την εξουσία από την πολιτική σφαίρα στην οικονομική, πετύχαμε να μετατρέψουμε πιθανές πολιτικές αποφάσεις σε αδιαφιλονίκητες οικονομικές επιταγές, που κάτω από την ιδεολογική μάσκα του απολίτικου έκρυβαν ένα οικοδόμημα κατ’ εξοχήν πολιτικό, και μάλιστα με εντελώς αντιδραστικό περιεχόμενο. Η μετακίνηση ενός τμήματος της πολιτικής σφαίρας στην οικονομία, ως χωριστό και απαράλλαχτο πλαίσιο, η μεταβίβαση εξουσίας από τα κοινοβούλια στην αγορά, τους θεσμούς της και τις ολιγαρχίες της, συνιστά το πιο σοβαρό κώλυμα για τη δημοκρατία στην εποχή μας. Οι αξιολογήσεις της Standard & Poor’s, οι δείκτες της Wall Street – αυτά τα τεράστια φετίχ της σύγχρονης εποχής – έχουν ισχύ μεγαλύτερη από τη λαϊκή βούληση. Στην καλύτερη περίπτωση, η πολιτική εξουσία μπορεί να επέμβει στην οικονομία (οι κυρίαρχες τάξεις έχουν συχνά ανάγκη να μετριάσουν τις καταστροφές που προκαλούνται από την αναρχία του καπιταλισμού και από τις βίαιες κρίσεις του), χωρίς όμως ποτέ να μπορούν να ξαναθέσουν υπό συζήτηση τους κανόνες και τις βασικές επιλογές.

Προφανής απόδειξη των όσων περιγράψαμε είναι τα γεγονότα που συνέβησαν αυτές τις μέρες στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πίσω από την απάτη της «κυβέρνησης τεχνοκρατών» –ή, όπως συνηθιζόταν να λέγεται στην εποχή του Μαρξ, «της κυβέρνησης όλων των ταλέντων»– κρύβεται η αναστολή της πολιτικής (δεν επιτρέπεται να παραχωρηθούν ούτε δημοψηφίσματα, ούτε εκλογές) που πρέπει να εκχωρήσει όλο το έδαφος στην οικονομία. Στο άρθρο Κυβερνητικές Πράξεις (Απρίλιος 1853), ο Μαρξ υποστήριξε ότι «ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορεί να πει κανείς για την κυβέρνηση συνασπισμού («τεχνοκρατών») είναι ότι αντιπροσωπεύει την αδυναμία της (πολιτικής) εξουσίας σε μια μεταβατική στιγμή». Οι κυβερνήσεις δεν συζητούν πλέον ποιες οικονομικές κατευθύνσεις πρέπει να υιοθετήσουν, αλλά οι οικονομικές κατευθύνσεις προκαλούν τη δημιουργία των κυβερνήσεων.

Στην Ιταλία τα προγραμματικά σημεία αυτής της κυβέρνησης απαριθμήθηκαν σε μια επιστολή (που θα έπρεπε μάλιστα να μείνει απόρρητη) που απηύθυνε, το περασμένο καλοκαίρι, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Για να «επανέλθει η εμπιστοσύνη» των αγορών πρέπει να προχωρήσουμε ολοταχώς στο δρόμο των «δομικών αλλαγών» (έκφραση που έγινε συνώνυμη κοινωνικής σφαγής), δηλαδή: μείωση των μισθών, αναθεώρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων όσον αφορά τους νόμους που ρυθμίζουν την πρόσληψη και την απόλυση, αύξηση της συντάξιμης ηλικίας και ιδιωτικοποιήσεις σε ευρεία κλίμακα. Οι νέες «κυβερνήσεις τεχνοκρατών», με επικεφαλής ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα στους οικονομικούς θεσμούς που είναι περισσότερο υπεύθυνοι για την κρίση (βλέπε τον διορισμό Παπαδήμου στην Ελλάδα και Μόντι στην Ιταλία) θα ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Φυσικά για το «καλό της χώρας» και για το «μέλλον των επόμενων γενεών», στήνεται στον τοίχο κάθε φωνή εκτός χορωδίας.

Στο σκηνικό αυτό, αν η αριστερά δεν θέλει να εξαφανιστεί, πρέπει να ξαναρχίσει να είναι σε θέση να ερμηνεύει τις πραγματικές αιτίες της σημερινής κρίσης και να έχει το θάρρος να προτείνει και να δοκιμάσει τις αναγκαίες ριζοσπαστικές απαντήσεις εξόδου.

Πηγή: Il Manifesto
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

Ροη αρθρων