του Γιωργου Σταθακη, απο την Αυγη...
Η μνημονιακή
στρατηγική εξόδου από την κρίση ήταν από την αρχή σαφής. Θεωρούσε και
θεωρεί ότι το πρόβλημα εκπορεύεται από τα περίφημα "δύο ελλείμματα": το
δημοσιονομικό έλλειμμα και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο. Η
στρατηγική του Μνημονίου εκπορευόταν από το δεύτερο έλλειμμα, παρά το
γεγονός ότι η έμφαση αναγκαστικά αφορούσε το δημοσιονομικό σκέλος.
Το Μνημόνιο έχει σαφές αφήγημα που επικεντρώνεται στην ιδέα της ανάκτησης της "διεθνούς ανταγωνιστικότητας", προτείνοντας τέσσερις βασικές ιδέες: α) την εσωτερική υποτίμηση, β) τη μείωση του κοινωνικού μισθού ή με, άλλα λόγια, τη μείωση συνολικά των δημοσίων δαπανών από το 44% στο 38% του ΑΕΠ, γ) τις ιδιωτικοποιήσεις με την πλήρη αποχώρηση του κράτους από κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα, δ) την οριστική απελευθέρωση των προστατευόμενων κλάδων όπου κυριαρχεί η μικρομεσαία επιχείρηση.
Συνεπώς, αυτή η στρατηγική ανάκτησης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω των τεσσάρων αυτών οδών αποτελεί το πεδίο σύγκλισης των μνημονιακών πολιτικών, των εκθέσεων διεθνών οργανισμών για την "ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας" και της "στρατηγικής του 2020" που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός λίγες μέρες πριν. Η κεντρική ιδέα παραμένει ίδια. Ελαστικές εργασιακές σχέσεις, χαμηλοί μισθοί, συρρικνωμένη κρατική δαπάνη, πλήρης απελευθέρωση αγορών, άρση περιβαλλοντικών περιορισμών. Στρατηγική της "φτηνής ανάπτυξης", όπως ορθώς την χαρακτηρίζει ο Τσίπρας. Σημασία δεν έχει αν μπορεί να εφαρμοστεί ή όχι, αφορά στην ίδια την κεντρική ιδέα της "παθητικής" προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας - ισοπεδωμένης από τη βαριά ύφεση, με σημαντικές απώλειες του πιο ισχυρού παραγωγικού τομέα της και με τη συνεχή απώλεια του πιο σημαντικού ανθρώπινου δυναμικού με τη φυγή του στο εξωτερικό.
Στον αντίποδα, η στρατηγική ανάπτυξης που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να διασφαλίσει ταυτόχρονα τη σταθεροποίηση παραγόντων που αποσταθεροποιούν την οικονομία και τη μεταστροφή των προσπαθειών και των πόρων σε βιώσιμες αναπτυξιακές προοπτικές.
Το Μνημόνιο έχει σαφές αφήγημα που επικεντρώνεται στην ιδέα της ανάκτησης της "διεθνούς ανταγωνιστικότητας", προτείνοντας τέσσερις βασικές ιδέες: α) την εσωτερική υποτίμηση, β) τη μείωση του κοινωνικού μισθού ή με, άλλα λόγια, τη μείωση συνολικά των δημοσίων δαπανών από το 44% στο 38% του ΑΕΠ, γ) τις ιδιωτικοποιήσεις με την πλήρη αποχώρηση του κράτους από κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα, δ) την οριστική απελευθέρωση των προστατευόμενων κλάδων όπου κυριαρχεί η μικρομεσαία επιχείρηση.
Συνεπώς, αυτή η στρατηγική ανάκτησης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω των τεσσάρων αυτών οδών αποτελεί το πεδίο σύγκλισης των μνημονιακών πολιτικών, των εκθέσεων διεθνών οργανισμών για την "ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας" και της "στρατηγικής του 2020" που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός λίγες μέρες πριν. Η κεντρική ιδέα παραμένει ίδια. Ελαστικές εργασιακές σχέσεις, χαμηλοί μισθοί, συρρικνωμένη κρατική δαπάνη, πλήρης απελευθέρωση αγορών, άρση περιβαλλοντικών περιορισμών. Στρατηγική της "φτηνής ανάπτυξης", όπως ορθώς την χαρακτηρίζει ο Τσίπρας. Σημασία δεν έχει αν μπορεί να εφαρμοστεί ή όχι, αφορά στην ίδια την κεντρική ιδέα της "παθητικής" προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας - ισοπεδωμένης από τη βαριά ύφεση, με σημαντικές απώλειες του πιο ισχυρού παραγωγικού τομέα της και με τη συνεχή απώλεια του πιο σημαντικού ανθρώπινου δυναμικού με τη φυγή του στο εξωτερικό.
Στον αντίποδα, η στρατηγική ανάπτυξης που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να διασφαλίσει ταυτόχρονα τη σταθεροποίηση παραγόντων που αποσταθεροποιούν την οικονομία και τη μεταστροφή των προσπαθειών και των πόρων σε βιώσιμες αναπτυξιακές προοπτικές.