Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

O χορευτής νους κι ο καθρέφτης του Θουκυδίδη...

Του Γιώργου Σταματόπουλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε δυσφορούμε είτε δεν ξέρουμε πού πατάμε, υπάρχουμε διά μιας παρεκκλίσεως από την κανονικότητα ακριβώς διότι δεν αντέχουμε τη φτώχεια της λογικής μας. Ας φανταστούμε για λίγο πώς θα ’μασταν εάν ήμασταν λογικά, μόνο, όντα. Δεν υποφέρεται από το ανθρώπινο είδος τούτη η ένδεια. Μας το αποδεικνύει αυτό η απειθαρχία των εσωτερικών ψιθυρισμάτων, που ταυτόχρονα είναι και κραυγές. Γι” αυτό και πάντ” άγαν αινικτά κασαφή λέγομεν (μιλάμε υπερβολικά αινιγματικά και ασαφώς), ή με τον λόγο με το οποίο καθημερινά εκφραζόμαστε είμαστε σε συνεχή σύγκρουση· παρότι είναι κοινός στους ανθρώπους (ξυνός σύμφωνα με τον Ηράκλειτο) για τον καθένα τελικά άλλα λέει η θεια του, άλλα ακούν τ” αυτιά του.
Πίνακας του Κώστα ΠλιάτσικαΕχουν γούστο οι άμυνές μας διά της προτάξεως της θηριωδίας του κοινού νου στη συναναστροφή μας με τους διπλανούς, ακριβώς διότι δεν αντιλαμβανόμαστε τη θηριωδία του και, αντίθετα, νομίζουμε ότι ο κοινός νους είναι η πανάκεια της επικοινωνίας. Αμ δεν είναι, τι να κάνουμε. Υπάρχουν άτακτες, αταβιστικές συλλαβές στη γραμματική του λόγου, επιφωνήματα, ψελλίσματα, στεναγμοί, γλωσσοδέτες· όλα αυτά σμπαραλιάζουν τις βεβαιότητες του νου, του αδύναμου αυτού μέσου εξυπηρετήσεως αναγκών και συμφερόντων. Μα, υπάρχει γραπτός λόγος χωρίς αποσιωπητικά, χωρίς θαυμαστικά και ερωτηματικά; Τι άλλο δηλούν τα σημεία στίξης αν όχι την ημιτέλεια του λόγου, την αδυναμία μας να εκφραστούμε διά της ομιλίας και των σωμάτων μας; Να τραυλίσουμε, νόμω και φύσει, τη ζωή, όχι να τη φωνάξουμε ή να την τραγουδήσουμε· αυτό μπορούμε οι πλείστοι.



Κατά τα άλλα ο καθείς έχει πάρει την απόφασή του (που είναι αξίωση ισχύος), έχει κάνει τις επιλογές του, έχει χτίσει καλλίπυργη άμυνα στη βία της καθημερινότητας· έστω και στρεβλώς (συν)υπάρχουμε, (νομίζουμε ότι) επικοινωνούμε, διαπληκτιζόμαστε για ευτελείς και ασήμαντες αιτίες. Ολα αυτά θα ήσαν υπέροχα (ανθρώπινα) εάν, όμως, εξέλειπε μια «δραστηριότητα» από όλες τις άλλες που μας διακρίνουν και στις οποίες επιδιδόμαστε· η ρουφιανιά. Βαριά και ατιμωτική έννοια που υποβιβάζει την ικανότητα του βαδίζειν και τη μετατρέπει σε δυνατότητα του έρπειν. Διαπρέπουν πολλοί σ’ αυτή τη δυνατότητα, σε όλους τους τομείς της επαγγελματικής δραστηριότητας και είναι απορίας άξιον διότι άπαντες, σχεδόν, δεν χάνουν ευκαιρία να εκφράσουν την απαρέσκειά τους, τη βδελυγμία τους απέναντι σε τούτο το φαινόμενο.

Ας είναι (έτσι τα πράγματα). Το συναισθάνεσθαι δεν μπορεί να μετατραπεί σε νοείν, το αίμα νερό δεν γίνεται, υπάρχουν εντούτοις και αιματολάγνοι και υδατοθραύστες (επινενοημένες έννοιες, ανύπαρκτες, αλλά γραμματικά κείμενες· τρέχα γύρευε).

Ελεγε ο Νίτσε ότι δεν θα απαλλαγούμε από τον Θεό επειδή πιστεύουμε ακόμη στη γραμματική· σημείωνε όμως ακόμη ότι εάν πίστευε σ” έναν Θεό θα ήθελε αυτός ο Θεός να ξέρει να χορεύει. Χορευτής Θεός· έτσι έπρεπε να είναι και ο (κοινός) νους: χορευτής νους, γιατί έτσι θα ξόρκιζε τη μικρότητά του, θα φιλιωνόταν με το χάος ή θα γελούσε με τον χρόνο, ή με τον χρόνο του Βιτγκενστάιν που δεν ήταν άλλος από τον χρόνο της γλώσσας του, ή ακόμη με αυτόν του Χάιντεγκερ κατά τον οποίο ο χρόνος είναι η πύλη εισόδου του Είναι στον χώρο. Πιο ήσυχα: ο χρόνος δεν μπορεί να είναι ρουφιάνος, ο άνθρωπος, μόνο αυτός, μπορεί.

Φιλοκαλούμεν μετ” ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας έβαλε τον Περικλή να πει ο Θουκυδίδης, ο οποίος απεφάνθη, μια κι έξω, ότι ο άνθρωπος δεν θα αλλάξει ποτέ όσο η φύση του παραμένει η ίδια, χαρακτηρίζεται δηλαδή από: απληστία, αρχομανία, ρουφιανιά, ματαιοδοξία, φιλαρχία. Θουκυδίδειος καθρέφτης.

gstamatopoulos@efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων