Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Ζήτημα ζωής και θανάτου...

Στο πρόσφατο συνέδριο του Ελληνο-Γερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, υπουργός Εξωτερικών και πρόεδρος του συγκυβερνώντος κόμματος παραδέχθηκε ότι το ελληνικό πρόβλημα βρίσκεται σήμερα σε «λάθος βάση», με ευθύνη των Ευρωπαίων «θεσμικών» εταίρων μας, καθ' όσον «αγνοείται το ακραίο όριο αντοχής της ελληνικής κοινωνίας». «Κανείς δεν μπορεί να υπερβεί το σημείο θραύσης της Ελλάδας», ετόνισε ο ίδιος. «Δεν θέλουμε πολιτική διαπραγμάτευση, αλλά οικονομική, χωρίς λάθη και μυωπικές προσεγγίσεις.
Αίτημά μας είναι να έχουμε πολιτικούς συνομιλητές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που να είναι ικανοί να κατανοήσουν πραγματικά και σε βάθος τα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα, ώστε να αλλάξει η βάση της διαπραγμάτευσης για το ελληνικό πρόβλημα».
Ούτε λόγος, αξιέπαινη η διευκρίνιση τού αντιπροέδρου, αλλά μόνον κατά το ήμισυ. Αντί να αποκαλύπτει την ανευθυνότητα της ευρωπαϊκής πλευράς, όπως υπαινίσσεται ο ίδιος, συγκαλύπτει την καταλυτική διαπραγματευτική ανυπαρξία της ελληνικής. Ως γνωστόν, για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση απαιτούνται τουλάχιστον δύο πλευρές. Ομως, μέχρι σήμερα στο ελληνικό πρόβλημα, εάν υπάρχει δραματικό έλλειμμα έγκυρων συνομιλητών από ευρωπαϊκής πλευράς, το αντίστοιχο έλλειμμα από ελληνικής παραμένει απελπιστικά δραματικότερο.
Εάν για την πρώτη διακυβεύονται κάποια συμφέροντά της, που επιμένει να διαχειρίζεται με αλυσιτελή και αυτοκαταστροφικό τρόπο, για τη δεύτερη διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξή της. Ακόμη και αν οι εταίροι μας επιλέγουν την ανευθυνότητα, η ελληνική πλευρά όφειλε προ πολλού να αντιτάσσει σοβαρότητα και αυξημένη διαπραγματευτική ικανότητα. Αντ' αυτού, από την αρχή της σημερινής κρίσης, καθ' όλη τη διάρκεια της πρόσφατης τετραετίας, ουδεμία ελληνική κυβέρνηση στάθηκε ικανή να διαπραγματευθεί οτιδήποτε.

Ακόμη χειρότερα, όχι μόνον ουδείς ποτέ διαπραγματεύθηκε κάτι, έστω ελάχιστο, με την ευρωπαϊκή πλευρά, αλλά και μέχρι σήμερα συνεχίζει να αγνοείται οποιοδήποτε στίγμα για διαφορετική κατανόηση του προβλήματος από ελληνικής πλευράς. Πώς είναι δυνατόν να διεκδικείται αλλαγή της διαπραγματευτικής βάσης, όταν η διεκδικούσα πλευρά δεν προβάλλει τίποτα απολύτως ως δική της προσέγγιση και παραμένει στην παθητική προσδοκία ότι η άλλη πλευρά θα αλλάξει τη βάση της διαπραγμάτευσης με δική της πρωτοβουλία;
Εξ άλλου, ενώ ο αντιπρόεδρος υπαινίσσεται την ανάγκη αλλαγής της διαπραγματευτικής βάσης, που έτσι κι αλλιώς ουδέποτε υπήρξε, εφ' όσον ουδέποτε υπήρξε διαπραγμάτευση, ταυτόχρονα ο ίδιος σπεύδει να δηλώσει ακόμη μια φορά υποταγή στην εσφαλμένη συνταγή που ο ίδιος εμφανίζεται ότι επιθυμεί να αλλάξει: «Η επιλογή που μέχρι σήμερα έγινε ήταν εξαιρετικά σκληρή και επώδυνη, αλλά ήταν πράγματι η καλύτερη λύση», τονίζει ο ίδιος. Ομως, εάν ήταν όντως η «καλύτερη λύση», τότε γιατί να αλλάξει, αφού κάθε άλλη θα ήταν χειρότερη; Από πότε η «καλύτερη λύση» είναι αυτή που οδηγεί μια κοινωνία στα έσχατα όρια αντοχής της και στο «σημείο θραύσης» της;
Ηχώρα μας, με απολογισμό 30% σωρευτική απώλεια εισοδήματος και 30% ανεργία κατά την πρόσφατη τετραετία, μνημονεύεται ήδη διεθνώς σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης ως «τραγικό παράδειγμα» προς αποφυγήν. Το ίδιο το ΔΝΤ, που λόγω «υψηλής τεχνογνωσίας» συμμετέχει στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης, επανειλημμένα παραδέχθηκε, έστω και με καθυστέρηση, ότι η ελληνική συνταγή ήταν εξ υπαρχής «βαθιά εσφαλμένη», με αποτελέσματα όχι μόνον αντικοινωνικά, αλλά και αντιπαραγωγικά από οικονομική άποψη.
Στην αντιπαράθεση μεταξύ ΔΝΤ και Ε.Ε. όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις όχι μόνον δεν βρήκαν ποτέ τίποτα να αρθρώσουν καν από ελληνικής πλευράς, αλλά και ανέλαβαν με προθυμία να εφαρμόσουν την «ανεφάρμοστη» συνταγή, με το απατηλό επιχείρημα ότι έτσι θα ενισχύσουν τη διαπραγματευτική θέση τους, προκειμένου να απαιτήσουν στη συνέχεια κάποιες δευτερεύουσες διευκολύνσεις. Φυσικά, η ανεφάρμοστη συνταγή αποσάθρωσε οπωσδήποτε την ελληνική κοινωνία, αλλά ουδέποτε απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Ηλάθος συνταγή δεν διαπιστώνεται τώρα με την εξώθηση της ελληνικής κοινωνίας στο σημείο θραύσης της, αλλά ήταν εξ αρχής εσφαλμένη, λόγω της ισχυρής υφεσιακής ώθησης που εκ των άνω επιβλήθηκε στη χώρα μας, κατά παράβαση κάθε οικονομικής λογικής. Και σε αυτό το νοσηρό παιχνίδι θανάτου οι ελληνικές κυβερνήσεις όχι μόνο δεν διαφοροποιήθηκαν ποτέ από τους «θεσμικούς» εταίρους, αλλά παρέμειναν πάντοτε ουραγοί και εκτελεστές της ασυδοσίας τους, ακόμη και ενάντια στην αυτοκριτική που ασκήθηκε από το ΔΝΤ.
Ενώ ο διεθνής οργανισμός προβάλλει την ανάγκη διαγραφής του μέγιστου μέρους του ελληνικού χρέους με άμεσο στόχο την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, οι ελληνικές κυβερνήσεις διατηρούν το μύθο ότι το «κούρεμα» θα βλάψει την ελληνική αξιοπιστία στις αγορές και ότι με την απόσπαση πρωτογενούς πλεονάσματος αρχίζει ανοδική φάση για την ελληνική οικονομία.
Εάν η ελληνική πλευρά αξιώνει σοβαρούς διαπραγματευτές από την Ευρώπη, θα όφειλε η ίδια πρωτίστως να είναι σοβαρή και όχι μηδενικής διαπραγματευτικής ισχύος, όπως σήμερα συμβαίνει. Αντί να επαγγέλλεται «ισχυρή Ελλάδα» με την κατά κεραία εφαρμογή των Μνημονίων, θα όφειλε η ίδια να καταθέσει και να διευκρινίσει τις διαφορετικές προτάσεις της, προκειμένου να αλλάξει η διαπραγματευτική βάση, και όχι να επικαλείται ως άλλοθι για τη διαπραγματευτική ανυπαρξία της την αδυναμία κατανόησής της από την άλλη πλευρά. Στο κάτω κάτω, εάν για την Ευρώπη το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι παρά μια παρωνυχίδα, για τη χώρα μας αποτελεί ζήτημα μεταξύ ζωής και θανάτου.
 
kvergo@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων