Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΜΠΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΜΠΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Ο Διαμαντόπουλος στην πυρά των πάνελ...

του Γιαννη Αλμπανη, απο το Red NoteBook...
Φίλη στο facebook μας θύμισε σήμερα τι έλεγε ο μεγάλος Μπαχτίν για το καρναβάλι: «Ο "γκροτέσκος ρεαλισμός" του καρναβαλιού ανατρέπει τη συμβατική αισθητική προκειμένου να εντοπίσει μια νέα, λαϊκή, ορμητική επαναστατική ομορφιά, αυτή που τολμάει να αποκαλύψει τον γκροτέσκο χαρακτήρα του ισχυρού και την κρυμμένη ομορφιά του "βάρβαρου".

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Αλλάζει ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων...


Γιάν­νης Αλμπά­νης, απο την Εποχη...


Ο ΣΥΡΙΖΑ περνάει μπροστά - Oι μνημονιακοί οργανώνουν την άμυνά τους
Η πο­λι­τι­κή πα­λά­ντζα γέρ­νει υ­πέρ του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Πολ­λές φο­ρές στο πα­ρελ­θόν έ­χει κα­τα­γρα­φεί έ­να ο­ρια­κό ση­μείο, με­τά το ο­ποίο ο συ­σχε­τι­σμός των πο­λι­τι­κών δυ­νά­μεων αλ­λά­ζει κα­τά τρό­πο α­νε­πί­στρε­πτο. Φαί­νε­ται  ό­τι η ψή­φι­ση των νο­μο­θε­τη­μά­των για το φό­ρο α­κι­νή­των και τους πλει­στη­ρια­σμούς ση­μα­το­δο­τεί έ­να τέ­τοιο ο­ρια­κό ση­μείο, με τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ να περ­νά­ει μπρο­στά α­πό τη Νέα Δη­μο­κρα­τία. Τη δια­φο­ρά δεν την κά­νουν τό­σο οι δη­μο­σκο­πή­σεις οι ο­ποίες στο σύ­νο­λό τους α­πο­τυ­πώ­νουν προ­βά­δι­σμα της α­ξιω­μα­τι­κής α­ντι­πο­λί­τευ­σης. Από τη στιγ­μή που πα­ρα­πά­νω α­πό το 40% των ε­ρω­τώ­με­νων δεν δί­νει α­πα­ντή­σεις, εί­ναι προ­φα­νές ό­τι οι δη­μο­σκο­πή­σεις, (α­κό­μα και οι πιο άρ­τιες ε­πι­στη­μο­νι­κά) μπο­ρούν να δώ­σουν μό­νο α­δρές εν­δεί­ξεις των κοι­νω­νι­κών τά­σεων, και ό­χι να α­πο­τε­λέ­σουν λε­πτο­με­ρή α­πο­τύ­πω­σή τους.
Τη με­γά­λη δια­φο­ρά την κά­νουν, α­πό τη μια με­ριά, αυ­τό που θα λέ­γα­με η γε­νι­κή αί­σθη­ση της συ­γκυ­ρίας, και α­πό την άλ­λη, οι πραγ­μα­τι­κές πιέ­σεις που α­σκού­νται στους βου­λευ­τές της συ­μπο­λί­τευ­σης α­πό τους ψη­φο­φό­ρους τους. Η γε­νι­κή αί­σθη­ση εί­ναι, λοι­πόν, ό­τι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ θα εί­ναι ο νι­κη­τής στις ευ­ρωε­κλο­γές.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Εθνικά επωφελείς μίζες...

Του Γιάννη Αλμπάνη, απο το Red NoteBook...
Η ανατριχιαστική απολογία του πρώην αναπληρωτή γενικού διευθυντή Αντώνη Κάντα επιβεβαιώνει πράγματα που όλοι γνωρίζαμε, αποκαλύπτει ότι ορισμένα άλλα είναι πολύ χειρότερα απ’ όσο νομίζαμε και τεκμηριώνει για πρώτη φορά με επίσημο τρόπο κάποια ακόμη που υποψιαζόμαστε.

Όσα ξέραμε…

Πρώτα απ’ όλα, το στέλεχος του ΠΑΣΟΚ επιβεβαιώνει με την κατάθεσή του ότι δεν υπάρχει προμήθεια του υπουργείου Άμυνας για την οποία να μην πέφτουν μίζες. Ο Κάντας δεν μιλάει μόνο για τα γνωστά σκάνδαλα, όπως αυτό των υποβρυχίων (για το οποίο μόλις πριν λίγες μέρες ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ αποφάσισαν ότι δεν συντρέχει λόγος έρευνας…), αλλά και για άλλα, που δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, όπως η προμήθεια των αντιαεροπορικών συστημάτων ASRAD. Στην ουσία, ο Κάντας ομολογεί ότι δωροδοκήθηκε για όλες τις σημαντικές παραγγελίες οπλικών συστημάτων που έγιναν επί θητείας του. Προσθέτει δε ότι στο πάρτι των δωροδοκιών εμπλέκονται και τα δύο κόμματα του πάλαι ποτέ δικομματισμού. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μίζα είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Το χαμένο εξάμηνο και η κερδισμένη ζωή...

Του Γιάννη Αλμπάνη, απο το Red NoteBook...
Στο ντοκιμαντέρ «Η Δίκη των Βασανιστών» που προβλήθηκε τις προάλλες από το κανάλι της Βουλής, ο Θεοφιλογιαννάκος επιχειρεί κάποια στιγμή να δικαιολογήσει την αιματηρή καταστολή του Πολυτεχνείου. Λέει χαρακτηριστικά ότι όλο το 1973 δεν είχαν ανοίξει οι σχολές λόγω των φοιτητικών κινητοποιήσεων. Προσθέτει μάλιστα ότι είχε δημιουργηθεί τέτοιο κοινωνικό πρόβλημα, που ο πατέρας μιας φοιτήτριας από την Ξάνθη τού είχε τηλεφωνήσει για να επιληφθεί του θέματος.
Ο δυστυχής πατέρας απείλησε μάλιστα τον φιλότιμο εθνικόφρονα ανακριτή ότι θα έφερνε την κόρη πίσω στο χωριό, αν δεν άρχιζαν τα μαθήματα. Τι να κάνουν λοιπόν κι οι χουντικοί; Κατέβασαν τα τανκς για να μην υπονομευτεί το μέλλον του παιδιού.

Αν και δεν είναι ορθό να εξομοιώνουμε τη σημερινή αυταρχική και φαλκιδευμένη δημοκρατία με τη δικτατορία (εκτός όλων των άλλων, γιατί με αυτόν τον τρόπο μηδενίζουμε τις κατακτήσεις του Πολυτεχνείου), εντούτοις, είναι προφανείς οι ομοιότητες των εξηγήσεων του Θεοφιλογιαννάκου με τον σημερινό κυρίαρχο λόγο περί χαμένου εξαμήνου. Οι οιμωγές του Mega, οι συνεντεύξεις των απελπισμένων φοιτητών που δεν μπορούν να κάνουν μάθημα, η αγωνία του κυρίου Αρβανιτόπουλου για το «μέλλον των παιδιών» μοιάζουν να έρχονται από την εποχή του Θεοφιλογιαννάκου. Ή ίσως από ακόμα πιο παλιά.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Το ξανθό αγγελούδι μάς βγήκε γυφτάκι…


kkkla
Από το left.gr
Τα λεξικά λένε ότι μαύρος δεν είναι μόνο ο σκούρος το χρώμα. Είναι και ο δυστυχισμένος, ο παράνομος, ο κακός, ο αντιδραστικός, ο τρομακτικός. Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες, μαύρη εργασία, μαύρη αντίδραση, το μέλλον προμηνύεται μαύρο, μαύρη μαυρίλα πλάκωσε, να τους μαυρίσουμε στις κάλπες… Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Η ανάγνωση του λεξικού έκανε αντιρατσιστή τον Malcom X –το είδα στην ταινία του Σπάικ Λι.
Στον αντίποδα του μαύρου, είναι ο λευκός. Λευκός δεν είναι μόνο ο άσπρος το χρώμα, αλλά και ο καθαρός, α άσπιλος, ο αμόλυντος, ο αγαθός, ο ηθικός. Λευκός σαν περιστερά, λευκό ποινικό μητρώο, λευκός ιππότης, εν λευκώ, και βέβαια λευκό αγγελούδι… Ο λευκός είναι καλός σε τέτοιο βαθμό που ο Τζεφιρέλι κάνει το Χριστό του κατάλευκο και γαλανομάτη, πράγμα μάλλον απίθανο, διότι ο θεάνθρωπος γεννήθηκε στην αραπιά, βέρος Μεσανατολίτης.
Στην καθ’ ημάς Ανατολή, ό,τι πιο κοντινό σε μαύρο, είναι ο γύφτος. Ο γύφτος δεν είναι βέβαια ακριβώς μαύρος, αλλά σίγουρα είναι πιο σκούρος από τον μέσο Έλληνα –που, μεταξύ μας, δεν είναι και κατάλευκος. Ο γύφτος επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση του γιατί είναι νομάδας ή μένει σε παράγκα, κάνει δουλειές του ποδαριού και κανείς δεν αμφιβάλλει ότι είναι μεγάλος κλεφτοκοτάς. Ο γύφτος είναι λοιπόν διπλά ένοχος: είναι και μαύρος και φτωχός. Γι’ αυτό άμα θες να την πεις σε κάποιον, τινάζεις την πλάτη πίσω, τεντώνεις μπροστά τα χέρια, και φωνάζεις «μα τι γύφτος είσαι ρε παιδάκι μου;».

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Αντώνης Καρράς, άνθρωπος μιας άλλης εποχής...

του Γιαννη Αλμπανη...
karras
Αυτό που δεν γινόταν εύκολα κατανοητό με τον Αντώνη Καρρά ήταν γιατί παρέμενε στο ΠΑΣΟΚ. Αντικονφορμιστής, παρών σε όλους τους αγώνες, και πάνω απ’ όλα έντιμος, τι σχέση θα μπορούσε να έχει με ένα κόμμα που ταυτίστηκε με τη διαφθορά, τον καθεστωτισμό και τον πολιτικό κονφορμισμό; Θα μπορούσε βέβαια να γίνει λόγος για τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν ένα πολιτικό πρόσωπο. Η ενότητα και πάλη των αντιφάσεων που λέγανε παλιότερα… Ίσως όμως θα έπρεπε να δούμε διαφορετικά αυτή την παράξενη συνέπεια στην πολιτική στράτευσή του.
Σε μια κουβέντα πριν κάποια χρόνια, ο Καρράς διηγιόταν τη συνάντησή του με κάποιον στρατολόγο του ΕΑΜ στην κατοχική Αθήνα –μάλλον κοινή εμπειρία για τη νεολαία της εποχής. Αυτός που πιθανότατα δεν ήταν κοινός, ήταν ο τρόπος που ο Καρράς αντέκρουσε τα επιχειρήματα του ΕΑΜίτη. Από μια σκοπιά που θα τη λέγαμε σοσιαλδημοκρατική, ο Καρράς αρνήθηκε να ενταχθεί στις εαμικές οργανώσεις. Ένας δεκαεξάχρονος σοσιαλδημοκράτης στην κατοχική Αθήνα, ο οποίος  θέλει πολύ να πολεμήσει τον φασισμό, όχι όμως με τους κομμουνιστές. Δραπετεύει στη Μέση Ανατολή, και στην αγγλοκρατούμενη Παλαιστίνη δηλώνει μεγαλύτερη ηλικία για να θεωρηθεί μάχιμος.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Η αποφυγή του λάθους δεν οδηγεί αυτομάτως στη νίκη...

του Γιαννη Αλμπανη, απο την Εποχη, μεσω του Red NoteBook...
Στην εκδήλωση του Τμήματος Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με την εξάρθρωση της Χρυσής Αυγής, ο Δημήτρης Ψαρράς έκανε μια πολύ χρήσιμη παρατήρηση. Συνέκρινε την αμηχανία που παρατηρείται σε ορισμένους  αριστερούς κύκλους, μετά την έναρξη της αστυνομικής επιχείρησης εναντίον της Χρυσής Αυγής, με την αμηχανία που είχαν τις πρώτες μέρες της  Μεταπολίτευσης αρκετοί αριστεροί εκείνης της εποχής, όταν έβλεπαν ότι τη διαδικασία αποχουντοποίησης διηύθυνε η καραμανλική Δεξιά, δηλαδή ακριβώς η παράταξη που άνοιξε το δρόμο στη χούντα. Η αναλογία έγκειται στο ότι και αυτή τη φορά, την επίθεση στο φασιστικό παρακράτος τη διευθύνει μια (ακρο)δεξιά κυβέρνηση, η οποία ήταν αυτή ακριβώς που υπέθαλψε τη ναζιστική Χρυσή Αυγή. Στην προαναφερθείσα αναλογία, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε άλλη μία. Ούτε το ’74 αλλά ούτε και τώρα, τα γεγονότα θα έπαιρναν την τελική τροπή τους, αν δεν είχε διαμορφωθεί στην κοινωνία ένα πλειοψηφικό, και απολύτως ηγεμονικό, δημοκρατικό ρεύμα, που απαίτησε και τελικά επέβαλε κινήσεις με πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο, και όχι ανούσιους ελιγμούς.

Απέναντι στο δίπολο «διεύθυνση της εξάρθρωσης της Χρυσής Αυγής από τον Σαμαρά-δημοκρατικός κοινωνικός συσχετισμός», ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να διακρίνει και να ιεραρχήσει το μείζον. Ότι δηλαδή ήταν οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης (ελληνικής και διεθνούς) που έπαιξαν τον μεγαλύτερο ρόλο στο να αναγκαστεί η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει επιτέλους με αποφασιστικότητα τους ναζί. Ο ΣΥΡΙΖΑ είδε ορθά στη σύλληψη των καθαρμάτων την ικανοποίηση, ως ένα βαθμό. του αιτήματος της Αριστεράς και του αντιφασιστικού κινήματος για πάταξη της ναζιστικής εγκληματικής συμμορίας.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Το no story των α­πο­λύ­σεω­ν...

του Γιαννη Αλμπανη...
Με­τά τον πιο «γε­μά­το» με πο­λι­τι­κά γε­γο­νό­τα Αύ­γου­στο των τε­λευ­ταίων ε­τών, φαί­νε­ται ό­τι με τον ερ­χο­μό του φθι­νο­πώ­ρου α­να­δύε­ται μια νέα πο­λι­τι­κή συ­γκυ­ρία, η ο­ποία δεν ση­μα­το­δο­τεί­ται α­πό α­να­τρο­πές, αλ­λά α­πό την ό­ξυν­ση τά­σεων που ή­δη εί­χα­με πα­ρα­τη­ρή­σει το προ­η­γού­με­νο διά­στη­μα.
Σπά­ζο­ντας το «τα­μπού των α­πο­λύ­σεων»
Ασφα­λώς βα­σι­κή συ­νι­στώ­σα της νέ­ας συ­γκυ­ρίας α­πο­τε­λεί το σπά­σι­μο του «τα­μπού των α­πο­λύ­σεων στο δη­μό­σιο», για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με το λε­ξι­λό­γιο των μνη­μο­νια­κών ιε­ρά­κων. Το προ­α­ναγ­γελ­θέν στα κεί­με­να των μνη­μο­νίων (και πολ­λά­κις δια­ψευ­σθέν α­πό τις ε­κά­στο­τε μνη­μο­νια­κές κυ­βερ­νή­σεις) κύ­μα α­πο­λύ­σεων στο δη­μό­σιο συ­νι­στά μια πραγ­μα­τι­κή τρα­γω­δία. Από τη μια με­ριά, ε­νι­σχύει με χι­λιά­δες νέ­ους α­νέρ­γους τον ή­δη τε­ρά­στιο στρα­τό των αν­θρώ­πων που έ­χουν χά­σει τη δου­λειά τους. Από την άλ­λη, για τους δη­μό­σιους υ­παλ­λή­λους που α­πο­λύο­νται, το να ξα­να­βρούν δου­λειά μοιά­ζει α­νέ­φι­κτο, τό­σο λό­γω της ύ­φε­σης, ό­σο και λό­γω του ό­τι η ι­διαί­τε­ρη ερ­γα­σια­κή ε­μπει­ρία τους δύ­σκο­λα μπο­ρεί να α­ξιο­ποιη­θεί στον ι­διω­τι­κό το­μέα. Άνθρω­ποι που μέ­χρι τώ­ρα εί­χαν ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νο έ­να α­ξιο­πρε­πές βιο­τι­κό ε­πί­πε­δο, κα­τα­στρέ­φο­νται, χω­ρίς ο­ρα­τή προο­πτι­κή α­νά­τα­ξης της κα­τά­στα­σης.
Όμως, ση­μα­ντι­κό πλήγ­μα υ­φί­στα­νται α­κό­μα και ό­σοι δεν συ­μπε­ρι­λη­φθούν σε αυ­τό το κύ­μα α­πο­λύ­σεων. Η ου­σια­στι­κή κα­τάρ­γη­ση της μο­νι­μό­τη­τας στο δη­μό­σιο σε συν­δυα­σμό με τα τε­λείως αυ­θαί­ρε­τα κρι­τή­ρια βά­σει των ο­ποίων κα­ταρ­τί­ζο­νται οι λί­στες των α­πο­λύ­σεων, δη­μιουρ­γεί μια πε­ριρ­ρέ­ου­σα α­τμό­σφαι­ρα α­να­σφά­λειας και κα­χυ­πο­ψίας. Το βα­σι­κού α­τού της δη­μο­σιοϋπαλ­λη­λίας, δη­λα­δή η ερ­γα­σια­κή στα­θε­ρό­τη­τα, χά­νε­ται και μα­ζί με αυ­τό θρυμ­μα­τί­ζο­νται τρό­ποι ζωής κα­θώς και θε­με­λιώ­δεις α­ντι­λή­ψεις, που θεω­ρού­νταν μέ­χρι τώ­ρα οι «στα­θε­ρές» με­γά­λου τμή­μα­τος της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Το τέλος του σχεδίου της ΔΗΜΑΡ...

του Γιαννη Αλμπανη, απο το Red NoteBook...
Κουβέλης όπως Καρατζαφέρης; Το ερώτημα διατυπώθηκε από πολλούς μετά την απόφαση της ΔΗΜΑΡ να εγκαταλείψει την κυβέρνηση Σαμαρά. Το σενάριο της απίσχνανσης του κόμματος μετά την αιφνίδια αλλαγή γραμμής του, μοιάζει όντως πολύ πιθανό, όπως άλλωστε έγινε και με το ΛΑΟΣ. Ο χρόνος θα δείξει αν τελικά ο Φώτης Κουβέλης θα μπορέσει να συγκρατήσει εκείνη την κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων που απαιτούνται για την κοινοβουλευτική επιβίωσή του. Ωστόσο, ανεξαρτήτως του εκλογικού αποτελέσματος, μπορούμε να ισχυριστούμε με αρκετή σιγουριά ότι το πολιτικό σχέδιο που εξέφρασε η ΔΗΜΑΡ, είναι πλέον νεκρό. Είτε σβήσει από τον πολιτικό χάρτη είτε επιχειρήσει να προσεγγίσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως δυνάμει κυβερνητικός εταίρος του, το μόνο βέβαιο είναι ότι η ΔΗΜΑΡ δεν θα μπορεί πλέον να συντάσσει πλέον την πολιτική της στη βάση της κεντρικής αντίληψης πάνω στην οποία οικοδομήθηκε όχι μόνο η ίδια (από την εποχή της Ανανεωτικής Πτέρυγας του Συνασπισμού) όσο και το σύνολο αυτού που σχηματικά θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “εκσυγχρονιστική Αριστερά”.

Η κεντρική ιδέα της ΔΗΜΑΡ

Ποια είναι όμως αυτή η θεμελιώδης ιδέα της εκσυγχρονιστικής αριστεράς; Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να την συνοψίσουμε στο ότι αποδεχόμενη τον παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελευθερισμό ως ανυπέρβλητο πλαίσιο για την άσκηση πολιτικής, η Αριστερά θα μπορούσε να βρει καινούργιο πολιτικό ρόλο, αν συγκροτούταν ως δύναμη λείανσης των πιο ακραίων συνεπειών της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας, αν επαναδιατύπωνε με νέους όρους το κοινωνικό συμβόλαιο κατεβάζοντας τον πήχυ των εργατικών δικαιωμάτων, καθώς και αν διαμόρφωνε εντέλει νέες σχέσεις κοινωνικής εκπροσώπησης μέσα στον καινούργιο κόσμο που δημιούργησε ο θρίαμβος της αγοράς. Εν ολίγοις, μια νέου τύπου “σοσιαλδημοκρατία” που θα επιδίωκε την οικοδόμηση μιας ορισμένης κοινωνικής προστασίας, έχοντας όμως ως αφετηρία τα “κεκτημένα” της αγοράς μετά την αντεπίθεση που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ΄70, και όχι τα “κεκτημένα” των εργαζομένων, έτσι όπως αυτά διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Μετά την κρίση και την επιβολή του Μνημονίου, η κεντρική ιδέα της ΔΗΜΑΡ εξελίχθηκε στην επιδίωξη της λείανση των πιο ακραίων πολιτικών που επέβαλλε η τρόικα, της στοιχειώδους προστασίας των πιο φτωχών, καθώς και τη διάσωσης κάποιων στοιχείων κοινωνικού κράτους, έχοντας βέβαια ως αφετηρία τη αντίληψη ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το Μνημόνιο. Ένα χρόνο στην κυβέρνηση, η ΔΗΜΑΡ δεν μπορεί να υπερηφανευτεί ούτε για μια, ελάχιστη έστω, βελτίωση του προγράμματος της τρόικας.

Τα αίτια μιας αποτυχίας

Νομίζω ότι θα ήταν λάθος να απέδιδε κανείς την προφανή αποτυχία της ΔΗΜΑΡ στην έλλειψη ικανοτήτων ή αποφασιστικότητας των στελεχών της. Μάλλον θα πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία όχι στους όποιους χειρισμούς, αλλά στο ότι ευθύ εξαρχής το σχέδιο ήταν καταδικασμένο. Η έλλειψη ελεύθερου πολιτικού πεδίου, η απουσία κοινωνικού χώρου αναφοράς, και η πρωτοφανής κοινωνικοπολιτική πόλωση που έχει διαμορφωθεί μετά την επιβολή του Μνημονίου, κατέστησαν απολύτως ανεδαφικό τον “ρεαλισμό” της ΔΗΜΑΡ.

Έτσι κι αλλιώς, ήδη από τα χρόνια της Θάτσερ και του Ρήγκαν, το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, δηλαδή η επιβολή της λογικής της αγοράς σε όλον τον κοινωνικό βίο, είναι τελείως ανελαστικό. Αποτελεί μια οικουμενική ολότητα που δεν επιτρέπει τη διαπραγμάτευση επιμέρους πτυχών του ή την πολιτική διαμεσολάβηση που αποσκοπεί στην τροποποίηση του. Συγκροτείται γύρω από την αντίληψη ότι η παραμικρή επιμέρους υποχώρηση μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το συνολικό σχέδιο. Γι΄ αυτό και από τη στιγμή που οι σοσιαλδημορκάτες αποδέχτηκαν το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, αναιρέθηκε η διαφοροποίηση τους από τη Δεξιά· γι΄ αυτό και οι νεοφιλελεύθεροι (για να θυμηθούμε ένα κείμενο του Νέγκρι από τα 1995) μετατρέπουν σε κεντρική πολιτική μάχη (υπαρξιακή θα έλεγε κανείς...) κάθε επιμέρους κοινωνική σύγκρουση.

Ιδιαίτερα μετά την κρίση, όταν έγινε σαφές στις ευρωπαϊκές κυρίαρχες τάξεις ότι η διατήρηση της κυριαρχίας τους περνάει από το μνημονιακό blitzkrieg σε βάρος “των από κάτω”, η “διαπραγμάτευση” και η “βελτίωση” δεν ήταν απλά ανέφικτες, αλλά μετατράπηκαν σε κακόγουστα αστεία. Στον ένα χρόνο της τρικομματικής κυβέρνησης επιβεβαιώθηκε ότι δεν μπορεί να υπάρξει διαπραγμάτευση ή βελτίωση του Μνημονίου. Ακόμα και υπό τη διαρκή απειλή της κοινωνικής έκρηξης και της ανόδου στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, η τρόικα δεν έδωσε την παραμικρή “αβάντα” στην τρικομματική κυβέρνηση. Και πώς θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, όταν η τόσο βίαη υποτίμηση της εργασίας που συνιστά το Μνημόνιο, δεν γίνεται να επιτευχθεί παρά με τον πλέον αδιάλλακτο, ανελαστικό και αυταρχικό τρόπο, δηλαδή με την ίδια τη φαλκίδευση της δημοκρατίας; Tο μνημονιακό πλαίσιο δεν άφησε το παραμικρό ελεύθερο πολιτικό πεδίο για την πρόταση της ΔΗΜΑΡ.

Πέρα όμως από την έλλειψη ελεύθερου πολιτικού πεδίου, η ΔΗΜΑΡ σκόνταψε επίσης στην απουσία κοινωνικού χώρου αναφοράς καθώς και στην πρωτοφανή κοινωνικοπολιτική πόλωση. Από τη στιγμή που δεν μπορούσε στοιχειωδώς να επηρεάσει την επιβεβλημένη από την τρόικα κυβερνητική πολιτική, είναι εύλογο να μην υπάρξει κάποια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα που να βλέπει στην ΔΗΜΑΡ τον πολιτικό εκπρόσωπο των συμφερόντων της. Ακόμα χειρότερα, όταν η κοινωνία και η πολιτική παίρνουν ολοένα και περισσότερο τη μορφή δύο αντιμαχόμενων στρατοπέδων, καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής η θέση όποιου δεν ταυτίζεται με το ένα ή το άλλο, κι επιθυμεί να παίξει το ρόλο της γέφυρας. Την ώρα της μεγάλης σύγκρουσης δεν υπάρχει χώρος για ενδιάμεσους. Στον ένα χρόνο της τρικομματικής κυβέρνησης, η ΔΗΜΑΡ κατάφερε να θεωρηθεί είτε αδύναμος κρίκος είτε “πέμπτη φάλαγγα” από τους καθεστωτικούς μνημονιακούς, την ίδια στιγμή που είχε γίνει το κόκκινο πανί της άλλης πλευράς, ως δύναμη που πρόδωσε τις αξίες της Αριστεράς. Ακόμα και αν θεωρήσουμε υπερβολικές τις εκατέρωθεν κατηγορίες, μπορούμε με πειστικότητα να παρατηρήσουμε ότι το μόνο που κέρδισε η ΔΗΜΑΡ από τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση, ήταν φθορά από όλες τις μεριές, πράγμα που τελικά οδήγησε και στην απόφαση για αποχώρηση.

Είναι πραγματικά οξύμωρο το ότι αποδείχτηκε απολύτως μη ρεαλιστική η πολιτική πρόταση της ΔΗΜΑΡ, η οποία είχε στηρίξει όλη την επιχερηματολογία της (από την εποχή ακόμα της Ανανεωτικής Πτέρυγας του Συνασπισμού) στο ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ουτοπικό καθώς και στο ότι η Αριστερά έπρεπε να υιοθετήσει “ρεαλιστικές” θέσεις... Ωστόσο, τα συμπεράσματα από την αποτυχία της ΔΗΜΑΡ δεν αφορούν μόνο την ίδια. Σε μια συγκυρία όπου η κρίση παίρνει την έννοια που είχε στην αρχαία τραγωδία, γίνεται δηλαδή στιγμή της επιλογής μεταξύ διαφορετικών δρόμων που οδηγούν σε αντίθετες κατευθύνσεις, δεν υπάρχει χώρος για ενδιάμεσες λύσεις και συμβιβασμούς. Η ήδη διχασμένη ταξικά κοινωνία διχοτομείται και πολιτικά με βάση δύο ανταγωνιστικές αντιλήψεις για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η κρίση: Η μία διαμορφώνεται από το δίπολο αγορά-αυταρχισμός, ενώ η άλλη από το αλληλεγγύη-δημοκρατία. Μεταξύ τους δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός και γι΄ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει κι ενδιάμεσος πολιτικός χώρος .

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Τι να πεις στον Κεδίκογλου για το Τρίτο;

του Γιαννη Αλμπανη...
Έχει γραφεί ότι όταν στα 1848 τα αυτοκρατορικά στρατεύματα είχαν περικυκλώσει την επαναστατημένη Βιέννη, ο Μπακούνιν πρότεινε στους επαναστάτες να πάρουν τα έργα τέχνης από τα παλάτια και τα μουσεία, και να τα τοποθετήσουν μπροστά στα οδοφράγματα, ούτως ώστε οι στρατιώτες να μην ανοίξουν πυρ. Δεν ξέρω αν είναι αληθινή η ιστορία, εντούτοις, απηχεί μια αλήθεια.

trito

Το ότι δηλαδή υπήρξε μια εποχή στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια αυτού του μεγάλου ευρωπαϊκού 19ου αιώνα, όπου ο σεβασμός στην τέχνη και την κουλτούρα υπήρξε τόσο μεγάλος και τόσο αυτονόητος, ώστε ακούγεται αληθοφανής η υποτιθέμενη πεποίθηση του αναρχικού επαναστάτη Μπακούνιν ότι τα αυτοκρατορικά αντεπαναστατικά στρατεύματα δεν θα μπορούσαν να βάλουν κατά των έργων, αυτά τα ίδια στρατεύματα που θα έσφαζαν τους εξεγερμένους, αν έμπαιναν στην πόλη. Μια ορισμένη αντίληψη για την πνευματική καλλιέργεια και την καλλιτεχνική δημιουργία έμοιαζε κοινή για τους μορφωμένους Ευρωπαίους της εποχής, ακόμα αν ανήκαν σε αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, ακόμα και αν οι ιδεολογικές τοποθετήσεις τους τούς οδηγούσαν στην αλληλοσφαγή.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα άλλαξαν βέβαια πολλά. Στον 20ο αιώνα είδαμε ότι η Ευρώπη καλλιεργεί μέσα της ένα τέρας που μπορεί να κάψει ανθρώπους και βιβλία, που μπορεί να εξοντώσει καλλιτέχνες και να καταστρέψει τα έργα τους. Ωστόσο, μετά το τέλος του δεύτερου Μεγάλου Πολέμου, η γενική πεποίθηση, και στα δύο μπλοκ που σχηματίστηκαν, ήταν όχι μόνο πως η προστασία των Τεχνών αποτελεί μέρος των θεμελιωδών αξιών που πρέπει να ενστερνίζονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά και ότι συνιστά υποχρέωση του κράτους να τις προάγει. Μάλιστα, στον μεταπολεμικό κόσμο, η προστασία και προαγωγή των Τεχνών συνδέθηκε αναπόφευκτα με την έκρηξη των ΜΜΕ και της μαζικοποίησης της εκπαίδευσης. Οι υψηλές τέχνες έπρεπε να γίνουν κτήμα όλων ή τουλάχιστον όσο το δυνατό περισσότερων. Γι’ αυτό και παντού στην Ευρώπη ιδρύθηκαν ΜΜΕ (ραδιόφωνα και τηλεοράσεις) που βασικό τους σκοπό δεν είχαν τόσο την πολιτική προπαγάνδα, όσο την πνευματική καλλιέργεια του μεγάλου κοινού.
Ο μπαμπάς μου υπήρξε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αυτή η δημόσια παρέμβαση στην οποία αναφέρθηκα, μπόρεσε όντως να αλλάξει με θετικό τρόπο τους ανθρώπους και να προαγάγει τις Τέχνες. Πιτσιρικάς, τον πήρανε μαθητευόμενο σε ένα τυπογραφείο. Εκεί, οι τυπογράφοι, μάγκες τεχνίτες και λίγο διανοούμενοι ταυτόχρονα, ακούγανε Τρίτο Πρόγραμμα. Επειδή ο μπαμπάς μάλλον τους είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους τυπογράφους και σιγά-σιγά τού έγινε οικεία η μουσική που κυριαρχούσε στη δουλειά, συνέχισε να την ακούει και όταν άλλαξε επάγγελμα. Για πενήντα χρόνια (μισό αιώνα…) άκουγε κάθε μέρα Τρίτο. Επειδή κατά κύριο λόγο άνοιγε ραδιόφωνο κυρίως στη δουλειά και δούλευε πολύ, μπορώ να κάνω τον πολλαπλασιασμό 50Χ300Χ8, και να φτάσω στο συμπέρασμα ότι ο μπαμπάς μου στο πέρασμα του από τη ζωή άκουσε 120.000 ώρες Τρίτου Προγράμματος. Αυτή η υπαρξιακή σχέση με το Τρίτο άλλαξε τον ίδιο, που δεν είχε κανένα ανάλογο backround, και πέρασε και σε μένα. Δεν είναι μόνο ότι, όπως ακριβώς ο μπαμπάς μου, ακούω στη δουλειά Τρίτο Πρόγραμμα –αλλά και στο σπίτι, τα ήσυχα καλοκαιρινά απογεύματα που δεν έχουμε συνεδριάσεις… Είναι και το ότι από πολύ μικρός υιοθέτησα την πεποίθηση ότι γενικά είναι πολύ σημαντικό να προσπαθείς συνεχώς να καλλιεργείσαι, καθώς και, ειδικά, ότι η καλή μουσική είναι η λεγόμενη κλασική. Πεποίθηση που μένει ακλόνητη στο πέρασμα του χρόνου, γιατί δεν σχετίζεται με κάποιο «κήρυγμα» των γονιών (που θα μπορούσε να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα), αλλά με την ίδια την παρουσία της μουσικής στη ζωή σου. Πεποίθηση που συνδέεται στη συνέχεια τόσο αδιάρρηκτα με τις πολιτικές αντιλήψεις σου, που δεν μπορείς να θυμηθείς πότε ακριβώς έφτασες στο συμπέρασμα ότι η Αριστερά δεν είναι μόνο η παράταξη των εργαζομένων αλλά και των καλλιτεχνών, ότι κομμουνισμό δεν θα έχουμε μόνο όταν θα βρίσκουν όλοι ψωμί, αλλά και όταν όλοι θα πηγαίνουν στην όπερα.
Τώρα στο 90,9  δεν παίζει τίποτα . Και μού φαίνεται τόσο δύσκολο να επιχειρηματολογήσει κανείς για ποιο λόγο πρέπει στο 90,9 και το 95,6 να παίζει Τρίτο. Πώς μπορείς να εξηγήσεις σε ανθρώπους σαν τον Κεδίκογλου, τον Φαήλο και τον Σαμαρά ότι ο Μάρκος Μωυσίδης πρέπει οπωσδήποτε να ακούγεται στα ερτζιανά, γιατί στην εκπομπή του μαθαίνεις μουσική, γιατί από αυτόν άκουσες πρώτη φορά το Stabat Mater του Περγκολέζι, γιατί είναι σημαντικό για τη ζωή σου να ξέρεις το Stabat Mater είτε σού αρέσει είτε όχι, καθώς και γιατί ο Μωυσίδης δεν υπάρχει περίπτωση να παίξει ποτέ σε κανένα άλλο ραδιόφωνο; Πώς μπορείς να εξηγήσεις στον Κεδίκογλου ότι η εισαγωγή από τον Χρυσό του Ρήνου είναι ένα διαρκές κάλεσμα για να στρέψουμε το βλέμμα μας σε πιο μακρινούς ορίζοντες, και αυτό το κάλεσμα πρέπει να το ακούσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι; Πώς μπορείς να εξηγήσεις σε αυτόν τον απολίτιστο ακαλλιέργητο εσμό που μας κυβερνάει, ότι χρειαζόμαστε τις ορχήστρες και τους μουσικούς, γιατί η μεγάλη μουσική (για να θυμηθούμε το Όλα τα Πρωινά του Κόσμου) καταπραΰνει το υπαρξιακό άγχος που απορρέει από τη συνείδηση της θνητότητάς μας;
Η απάντηση είναι ότι σε ανθρώπους σαν τον Κεδίκογλου, τον Φαήλο και τον Σαμαρά δεν μπορείς να εξηγήσεις για ποιο λόγο χρειαζόμαστε το Τρίτο ούτε για ποιο λόγο χρειαζόμαστε την ΕΡΤ. Δεν διαθέτουν ούτε το ενδιαφέρον ούτε την ευαισθησία για να καταλάβουν. Δεν διαθέτουν αυτήν την κοινή παιδεία που ένωνε τους επαναστάτες και τους αντεπαναστάτες στη Βιέννη του 1848. Δεν διαθέτουν την έγνοια του πώς θα επιβιώσει ο πολιτισμός, πώς θα επιβιώσει η κοινωνία. Δεν μπορείς να τους εξηγήσεις. Πρέπει να τους διώξεις.
Γιάννης Αλμπάνης
Η αφίσα είναι του Δημήτρη Αρβανίτη

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Οι Μανωλάδες και οι Αμυγδαλέζες του μέλλοντος μας...

Γιάννης Αλμπάνης...
amugdaleza paidi
Στις Απαρχές του Ολοκληρωτισμού, η Χάνα Άρεντ εκτιμούσε ότι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν από τα ευρωπαϊκά κράτη οι απάτριδες-πρόσφυγες του Μεσοπολέμου, προοιωνιζόταν την αντιμετώπιση των Εβραίων από τους ναζί. Οι χιλιάδες αυτοί διωγμένοι από τις εστίες τους, θεωρήθηκαν  υποκείμενα χωρίς δικαιώματα ως μη πολίτες, κάτι που στην πραγματικότητα σήμαινε ότι γίνονταν αντικείμενα της εξουσιαστικής αυθαιρεσίας και του κρατικού δεσποτισμού. Από αυτή τη σκοπιά, ο διωγμός των Εβραίων θα μπορούσε να προσεγγιστεί όχι σα μια παρά φύσιν εκτροπή των πραγμάτων, αλλά σα μια παροξυμένη εκδοχή όσων συνέβαιναν προπολεμικά.
Ίσως θα μπορούσαμε να βοηθηθούμε από τη σκέψη της Άρεντ στην προσπάθεια μας να αναλύσουμε τα τελευταία συγκλονιστικά γεγονότα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη Μανωλάδα. Πολλές φορές, ακόμα και άθελα μας, προσεγγίζουμε τα ζητήματα που αφορούν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες ως  “εξαίρεση”, ως κάτι που διαδραματίζεται “έξω” από εμάς, “έξω” από το πεδίο της άμεσης πολιτικής εμπειρίας μας. Ανεξαρτήτως της στάσης μας απέναντι τους, οι μετανάστες και ο πρόσφυγες είναι οι “άλλοι” οι “ξένοι”. Το ερώτημα που τίθεται τελικά  είναι αν οι ξένοι δεν είναι και τόσο “ξένοι” ή μάλλον για να το προσδιορίσουμε καλύτερα, αν οι συνθήκες εργασίας των μεταναστών και η αντιμετώπιση τους από τον κρατικό μηχανισμό δεν αποτελούν την εξαίρεση μέσα στο βασίλειο του κράτους δικαίου και της κοινωνικής προστασίας, αλλά συγκροτούν τον νέο κανόνα σε ό,τι αφορά τις εργασιακές σχέσεις και τις πολιτικές ελευθερίες. Το ερώτημα που τίθεται δηλαδή είναι αν οι Μανωλάδες και οι Αμυγδαλέζες συνιστούν  τα εργαστήρια όπου διαμορφώνεται το δικό μας μέλλον.
Μια προφανής αντίρρηση στον ισχυρισμό περί εργαστηρίου θα ήταν ότι έναν Έλληνα εργαζόμενο δεν θα τον πυροβολούσαν σε περίπτωση που διεκδικούσε τα δεδουλευμένα του. Ωστόσο, η Μανωλάδα δεν δημιουργήθηκε σήμερα, αλλά ήδη μετράει αρκετά χρόνια εργοδοτικής τρομοκρατίας και ρατσιστικής βίας. Εκείνο που πραγματικά άλλαξε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι η Μανωλάδα έπαψε να είναι η εξωφρενική εξαίρεση της αγοράς εργασίας, ένας θύλακας τριτοκοσμικής μπανανίας εντός μιας κραταιάς χώρας της ευρωζώνης. Όντως σήμερα κανέναν Έλληνα δεν θα τον πυροβολήσουν αν ζητούσε τα δεδουλευμένα του. Όταν όμως πρωτομάθαμε για τη Μανωλάδα, δεν υπήρχε Έλληνας που να μην πληρωθεί για εργασία που είχε κάνει, δεν υπήρχε Έλληνας που να δουλεύει συστηματικά ανασφάλιστος για ψίχουλα, δεν υπήρχε Έλληνας του οποίου οι συνθήκες εργασίας να ορίζονται αποκλειστικά κατά τις βουλές του εργοδότη. Σήμερα η εικόνα είναι τελείως διαφορετική. Αυτό που κάποτε ήταν συνθήκη αποκλειστικά για τους μετανάστες, πλέον αποτελεί κανόνα για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι (ίσως το μεγαλύτερο) των Ελλήνων εργαζομένων. Μάλιστα η εικόνα γίνεται ακόμα πιο ζοφερή αν λάβουμε υπ’ όψη ότι στο υπό την Cosco λιμάνι του Πειραιά ή στις υπό διαμόρφωση ειδικές οικονομικές ζώνες, θεσμοθετείται επισήμως αυτό που μέχρι τώρα θεωρούταν αυθαίρετη πρακτική της εργοδοσίας. Όντως, λοιπόν, μόνο στη Μανωλάδα πυροβολούν, αλλά ολοένα και περισσότερο μοιάζει η Μανωλάδα να είναι το πρωτοπόρο παράδειγμα που ακολουθεί  η αγορά εργασίας.
Αναλόγως μπορούμε να προσεγγίσουμε και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι αλήθεια ότι προορίζεται αποκλειστικά για τους μετανάστες αυτός ο (μη) τόπος της δικαιικής εξαίρεσης, όπου φυλακίζονται για απροσδιόριστο χρόνο άνθρωποι που δεν έχουν διαπράξει κάποιο έγκλημα και όπου καταλύεται κάθε έννοια δικαιώματος όπως τη γνωρίζαμε μέχρι τώρα. Προχτές όμως διαβάσαμε την κυβερνητική ανακοίνωση ότι ανοίγουν στρατόπεδα για τους οφειλέτες του δημοσίου. Επιπλέον, παρατηρούμε το τελευταίο διάστημα ότι οι επιχειρήσεις-σκούπα της αστυνομίας δεν στοχεύουν μόνο τους μετανάστες, αλλά επεκτείνονται, θέτοντας στο στόχαστρο τους αστέγους και τους τοξικοεξαρτημένους -είχαν προηγηθεί βέβαια προεκλογικά οι εκδιδόμενες οροθετικές. Δηλαδή, το “καθεστώς εξαίρεσης” που σιγά σιγά έγινε κανόνας για τους μετανάστες, αρχίζει να συμπεριλαμβάνει τους φτωχούς ή φτωχοποιημένους ντόπιους. Αυτό που χτες ήταν πόλεμος εναντίον των μεταναστών, τώρα εξελίσσεται σε ένα γενικευμένο πόλεμο εναντίον των φτωχών συνολικά.
Συνοψίζοντας, ισχυρίζομαι ότι η εξουσία χρησιμοποιεί τα σώματα των μεταναστών και των προσφύγων (απέναντι στους οποίους οι ντόπιοι συνήθως είναι εχθρικοί) για να εφαρμόσει πολιτικές που όχι μόνο δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στους ντόπιους, αλλά που μέχρι πριν κάποιο διάστημα θεωρούνταν αδιανόητες -ποιος θα μπορούσε να φανταστεί στρατόπεδα συγκέντρωσης στη μεταπολεμική Ευρώπη; Η εφαρμογή του αδιανόητου στον “ξένο”  δημιουργεί θεσμικό προηγούμενο, με τον καιρό το κανονικοποιεί, κι εντέλει εθίζει την κοινωνία στο να το θεωρεί φυσιολογικό. Όταν η βαρβαρότητα γίνει στοιχείο της καθημερινότητας παύει να μάς σοκάρει. Έχοντας λοιπόν αποδεχτεί το αδιανόητο για τους “άλλους”, μπορούμε πολύ εύκολα να το δεχτούμε και για εμάς τους ίδιους. Όταν σπάει το ταμπού, όλα είναι δυνατά.
Σε καμιά περίπτωση δεν θέλω βέβαια  να υποβαθμίσω τα βάσανα των μεταναστών ή να αρνηθώ ότι οι μετανάστες είναι οι πιο κολασμένοι από τους κολασμένους. Ούτε βέβαια υπαινίσσομαι (πώς θα μπορούσα άλλωστε;) ότι δεν χρειαζόμαστε ένα διακριτό κίνημα αλληλεγγύης στους μετανάστες. Η άποψη που προσπαθώ να στηρίξω  είναι ότι αν οι κρατικές πολιτικές για το μεταναστευτικό αποτελούν τις πρώτες δοκιμές μέτρων που τελικά επεκτείνονται σε όλη την κοινωνία, τότε δεν θα πρέπει να βλέπουμε στην αλληλεγγύη στους μετανάστες και τους πρόσφυγες τόσο την έκφραση των διεθνιστικών και ουμανιστικών αξιών της Αριστεράς, όσο την πρώτη γραμμή υπεράσπιση των συμφερόντων των φτωχών στο σύνολο τους. Αν οι Αμυγδαλέζες και οι Μανωλάδες είναι τα εργαστήρια του μέλλοντος μας, τότε ο αγώνας για την κατάργηση τους δεν είναι απλά πράξη συμπαράστασης προς “τα έξω”,  σε κάποιους “άλλους”. Αντιθέτως, είναι ένα αγώνας “εντός”, για εμάς τους ίδιους. Είναι ένας αγώνας για να μη βυθιστεί συνολικά η κοινωνία στον δεσποτισμό του κεφαλαίου. Υπερασπιζόμενοι τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, υπερασπιζόμαστε εντέλει τους εαυτούς μας μας.

Από τη  Εποχή (21/4/2013)

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Η νηνεμία πριν τη θύελλα; (6+1 σημεία για την πολιτική συγκυρία)...

Του Γιαννη Αλμπανη...
Ένα κείμενο από το Δελτίο Θυέλλης (περιοδική έκδοση του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα) που μόλι κυκλοφόρησε. Γράφτηκε πριν τα τελευταία γεγονότα στην Κύπρο.
  1.  Το Μνημόνιο οδηγεί στην εξαθλίωση. Αν και στο παρελθόν η Αριστερά έχει εγκληθεί για καταστροφολογικές προβλέψεις που διαψεύδονταν από την πραγματικότητα, αυτή τη φορά η πραγματική κοινωνική καταστροφή που επέφερε το Μνημόνιο ξεπέρασε ακόμα και τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις. Οι εικόνες της σημερινής Αθήνας, αλλά και άλλων μεγάλων πόλεων, είναι εικόνες που παραπέμπουν σε ένα παρελθόν μέχρι τώρα ξεχασμένο: το μαύρο στρώμα καπνού από τις ξυλόσομπες που καλύπτει τον ουρανό, οι άνθρωποι που κοιμούνται στους δρόμους και αυτοί που ψάχνουν τα σκουπίδια, τα απλωμένα χέρια που περιμένουν ως μάννα εξ ουρανού μια σακούλα λαχανικά, τα κλειστά μαγαζιά. Τα παιδιά που πηγαίνουν στο σχολείο χωρίς να έχουν πάρει πρωινό, το ενάμισι εκατομμύριο άνεργοι, το μαγκάλι που σκότωσε τους φοιτητές στη Λάρισα, η έκρηξη των αυτοκτονιών. Εικόνες που θυμίζουν τις δεκαετίες ’50-’60, χωρίς όμως τη σχετική αισιοδοξία εκείνης της εποχής. Η καθίζηση της ελληνικής οικονομίας μπορεί πλέον να συγκριθεί με την ελεύθερη πτώση της μετασοβιετικής Ρωσίας του Γιέλτσιν. Μια χώρα που γυρνάει δεκαετίες πίσω.
  2. Επιχειρούν να επιβάλουν ένα κοινωνικό μοντέλο. Θα ήταν άστοχο να περιορίσει κανείς τις επιπτώσεις του Μνημονίου στη μαζική φτωχοποίηση του πληθυσμού. Με την ιδιωτικοποίηση των υπολειμμάτων του δημόσιου τομέα καθώς και με την πλήρη απορύθμιση της αγοράς εργασίας, δημιουργείται ένα καινούργιο πλαίσιο το οποίο δεν αφαιρεί μόνο ισχύ από τον κόσμο της εργασίας, αλλά μεταβάλλει εκ βάθρων την κοινωνική αντίληψη για τις εργασιακές σχέσεις και τις δημόσιες υπηρεσίες, οδηγώντας τελικά σε μια βίαιη υποτίμηση των προσδοκιών που έχουν οι άνθρωποι για τη ζωή τους. Από τη στιγμή που καταργούνται στην πράξη οι συλλογικές συμβάσεις, είναι φυσικό επόμενο να διαμορφώνεται μια εξατομικευμένη σχέση με την εργασία μέσω της οποίας ο εργαζόμενος αποδέχεται σήμερα ασμένως ό,τι τού φαινόταν χτες αδιανόητο. Επιπλέον, σε έναν κόσμο όπου τα πάντα έχουν εμπορευματοποιηθεί, ακόμα και το νερό, όχι μόνο εντείνεται ο αποκλεισμός από βασικά για την επιβίωση αγαθά, αλλά στενεύει απελπιστικά ο χώρος των αγώνων για συλλογικά δικαιώματα και δημόσιες πολιτικές ανακατανομής. Η κοινωνία που δημιουργεί το Μνημόνιο είναι η κοινωνία του άγριου ανεξέλεγκτου καπιταλισμού που φέρνει στο νου τη Χιλή του Πινοσέτ ή ακόμα χειρότερα τον ευρωπαϊκό 19ο αιώνα.
  3. Υποχώρηση των κινημάτων… Η υποχώρηση των κινημάτων αντίστασης μετά την ψήφιση του τρίτου Μνημονίου είναι εμφανής. Οι λόγοι θα πρέπει να αναζητηθούν στην αίσθηση αδυναμίας που διαχέεται μετά από σειρά πολύ μαζικών πλην αποτυχημένων αγώνων, η ολική ανελαστικότητα του Μνημονίου που καθιστά αναποτελεσματικούς τους επιμέρους αγώνες και καθιστά την ανατροπή της τρόικας εσωτερικού σε αναγκαία προϋπόθεση για την ικανοποίηση των όποιων επιμέρους αιτημάτων, η αποδυνάμωση των συνδικάτων λόγω της γιγάντωσης της ανεργίας καθώς και της κρίσης αξιοπιστίας τους, οι ψευδαισθήσεις που καλλιεργήθηκαν σε σχέση με την καταβολή της δανειακής δόσης, η πεποίθηση ότι η ανατροπή του Μνημονίου μπορεί να επέλθει εύκολα δια της ανάθεσης στον ΣΥΡΙΖΑ… Ωστόσο η προσπάθεια αιτιολόγησης της καταγραφείσας υποχώρησης των κινημάτων θα ήταν ατελής, αν δεν υπογράμμιζε τις αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα. Το ότι δηλαδή εξακολουθούμε να μην έχουμε σταθερές κινηματικές δομές αντίστασης, παρά τις προσπάθειες που έγιναν με τις λαϊκές συνελεύσεις, το ότι δεν αναπτύσσεται σοβαρός διάλογος πάνω στην ανάπτυξη των κινημάτων σε μια δύσκολη συγκυρία, το ότι οι οργανωτικές δομές της Αριστεράς πιο πολύ είναι στραμμένες στην πολιτική εκπροσώπηση των αγώνων παρά στην οργάνωση τους, χωρίς βέβαια να αμφισβητείται η πρόοδος που έχει συντελεστεί σε αυτόν τον τομέα τα τελευταία χρόνια. Η επινοητικότητα και η αποφασιστικότητα των πιο πολιτικοποιημένων αγωνιστών χρειάζεται πολύ περισσότερο στις περιόδους άμπωτης του κινήματος, παρά όταν η παλίρροια των αγώνων γεμίζει τους δρόμους των πόλεων. Πάντως, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η συμμετοχή στην απεργία της 20ης Φλεβάρη πιθανόν να αποτελεί σημάδι ότι η περίοδος υποχώρησης των κινημάτων βαίνει προς το τέλος της.
  4. …σταθεροποίηση της κυβέρνησης. Όσο εμφανής είναι η υποχώρηση των κινημάτων το τελευταίο διάστημα, άλλο τόσο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η σχετική σταθεροποίηση της κυβέρνησης. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν σταθεροποιήθηκε μόνο γιατί “οι δρόμοι ήταν ήσυχοι”. Μεγάλο ρόλο έχουν παίξει επίσης οι ψευδαισθήσεις που καλλιεργήθηκαν σε σχέση με την καταβολή της δανειακής δόσης. Η απομάκρυνση του κινδύνου άτακτης χρεοκοπίας και η αναμονή του ευρωπαϊκού ρευστού που υποτίθεται ότι θα έπεφτε στην αγορά προφανώς λειτουργούν υπέρ της τρόικας εσωτερικού. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να υποτιμάται η σχεδόν ενστικτώδης διάθεση πολλών ανθρώπων να αποδεχτούν ότι τους φαίνεται ότι μπορεί να διασφαλίσει την επιστροφή στη χαμένη σταθερότητα της οικονομίας και της κοινωνία. Φευ! Τελικά αποδείχτηκε ότι η δανειακή δόση ούτε τόνωσε την αγορά ούτε άνοιξε ένα (έστω και μικρό) παράθυρο στην προοπτική της ανάκαμψης ή έστω της σταθεροποίησης. Η κρίση είναι σταθερά εδώ όπως ακριβώς η μαζική φτώχεια μοιάζει με ζοφερή βεβαιότητα για το μέλλον. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να εκπλήσσει το ότι η προωθητική ώθηση της δόσης μοιάζει να έχει εξαντλήσει τη δυναμική της και το αρχίζουν εκ νέου οι τριγμοί στο κυβερνητικό σχήμα.
  5. Η καταστολή εξελίσσεται σε βασικό πυλώνα της κυβερνητικής πολιτικής. Η ειδοποιός διαφορά της χρήσης της καταστολής σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν είναι ότι δεν αποτελεί αναγκαίο μέσο επιβολής της κυβερνητικής πολιτικής τις στιγμές που δεν εξασφαλίζεται η κοινωνική συναίνεση, αλλά τείνει να υποκαταστήσει τη συναίνεση ως βασικό μέσο εμπέδωσης της κυριαρχίας. Η πρωτοφανής εξάπλωση της φτώχειας παράγει σε εξίσου πρωτοφανή κλίμακα κοινωνική αμφισβήτηση “των από πάνω”, πολιτικό ριζοσπαστισμό καθώς και εκτεταμένες παραβατικές συμπεριφορές. Επομένως, η συναίνεση δεν μπορεί να εξασφαλιστεί. Κι εκεί που η πειθώ (ή έστω ο πειθαναγκασμός) δεν μπορεί να λειτουργήσει, μπαίνει στο προσκήνιο ο φόβος. Γι’ αυτό και η ολοένα και διευρυνόμενη προληπτική χρήση της καταστολής, γι’ αυτό και η δυσανάλογα οξυμένη χρήση κρατικής βίας σε σχέση με το πραγματικό διωκτικό ενδιαφέρον διαφόρων υποθέσεων, γι’ αυτό και ο υστερικός εμφυλιοπολεμικός λόγος. Για να λειτουργήσει ο φόβος, πρέπει η απειλή της κρατικής καταστολής να είναι διαρκώς παρούσα και να έχει δώσει απτά δείγματα ότι είναι όντως πραγματική και όχι υποθετική.
  6. Ο πειρασμός του ΣΥΡΙΖΑ. Είτε είναι κανείς υπέρ είτε εναντίον, η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πλέον βασική παράμετρο της πολιτικής συγκυρίας, από τη σκοπιά της Αριστεράς και των κινημάτων. Μπροστά στην πραγματική πρόκληση του ξεπεράσματος του 30%, του να πείσει δηλαδή ανθρώπους πέρα από το χώρος της ευρείας κοινωνικής Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε να μπαίνει στον πειρασμό του “στρογγυλέματος” των θέσεων του και της διαμόρφωσης ενός πιο μετριοπαθούς προφίλ για να θέλξει ακροατήρια του λεγόμενου μεσαίου χώρου. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε πάλι σε συγκεκριμένα γεγονότα (καταλήψεις, ταξίδια Τσίπρα, εκφωνήσεις για την οικονομική πολιτική) για τα οποία ήδη έχει γίνει μεγάλη συζήτηση. Το βέβαιο είναι ότι ένα ενδεχόμενο “μάζεμα” των αιχμών του ΣΥΡΙΖΑ θα τον οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην ήττα αφού ούτε η βάση του (όπως φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις) ούτε τα στελέχη του (όπως φάνηκε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής) συναινούν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Θα το επαναλάβουμε: Στη συγκυρία της πιο άγριας καπιταλιστική κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, δεν υπάρχει χώρος για τον οποίο συμβιβασμό. Η έξοδος από την κρίση απαιτεί ρήξεις και ανατροπές. Και αυτό το έχει καταλάβει το δυναμικό που στρατεύεται στην υπόθεση του ΣΥΡΙΖΑ.
  7. Το γνωστό. Στους δρόμους θα συναντήσουμε την ελπίδα.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

ΣΥΡΙΖΑ κοινωνικά ριζοσπαστικός και πολιτικά αποφασιστικός...

Γιάννης Αλμπάνης, Ηρώ Διώτη, Ευκλείδης Τσακαλώτος, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Δεν μας φοβίζει η σχετική δημοσκοπική υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί τα ποσοστά των κομμάτων το τελευταίο εξάμηνο κινούνται σε γενικές γραμμές στα ίδια επίπεδα. Δεύτερον, γιατί με την τερατώδη αποχή και άρνηση απάντησης που καταγράφουν οι μετρήσεις, πολύ δύσκολα μπορούν να βγουν ασφαλή πολιτικά συμπεράσματα. Έτσι κι αλλιώς δεν πρέπει να κάνεις πολιτική με βάση τις δημοσκοπήσεις -πόσο μάλλον σε μια εποχή πρωτοφανούς πολιτικής ρευστότητας. Αυτά που πραγματικά μας ανησυχούν είναι η υποχώρηση των κοινωνικών αντιστάσεων μετά την ψήφιση του τρίτου Μνημονίου, καθώς και η αίσθηση που επιχειρείται να δημιουργηθεί, με την εργώδη προσπάθεια των ΜΜΕ, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διολισθαίνει σε τοποθετήσεις οι οποίες διαφοροποιούνται προς το συντηρητικότερο από τις συλλογικά διαμορφωμένες θέσεις του. Αν αυτά τα δύο φαινόμενα, δηλαδή η κινηματική υποχώρηση και η ενδεχόμενη προγραμματική μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ, επαληθευτούν, σε βάθος χρόνου, τότε με μαθηματική ακρίβεια οδηγούμαστε με στο να απολέσει η ελληνική Αριστερά μια ιστορική ευκαιρία, ανάλογη της οποίας για να βρούμε θα πρέπει να γυρίσουμε 70 χρόνια πίσω. Αυτός άλλωστε είναι και ο κεντρικός στόχος της τρόικας εσωτερικού, που επιχειρεί να τον πετύχει είτε δια της εξωφρενικής προπαγάνδας περί των "τρομοκρατών του ΣΥΡΙΖΑ", είτε δια της καταστολής των κοινωνικών αγώνων και της γενίκευσης του κοινωνικού αυτοματισμού.

Νομίζουμε ότι είναι η στιγμή που θα πρέπει να (ξανα)πούμε αυτά που (θα έπρεπε να) είναι αυτονόητα:

Χωρίς μαζική κοινωνική αντίσταση ούτε μπορεί να υπάρξει αναχαίτιση της μνημονιακής πολιτικής ούτε γίνεται να ανοίξει η προοπτική της αριστερής κυβέρνησης. Στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις, στο δρόμο χτίζονται οι νικηφόρες κοινωνικές συμμαχίες, στο δρόμο συγκροτείται εκείνη η πραγματική κοινωνική δύναμη που μπορεί να αλλάξει την κατάσταση των πραγμάτων. Ειδικά μάλιστα για τον ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που δημιουργήθηκε από την κινηματική κίνηση της τελευταίας δωδεκαετίας, ο δρόμος είναι η μόνη διέξοδος από το τέλμα στο οποίο επιχειρούν να τον βυθίσουν τα ΜΜΕ και το πολιτικό σύστημα. Η κινηματική ανασυγκρότηση και η εξωστρεφής δράση συνιστούν την αφετηρία οποιασδήποτε συζήτησης για την πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι άλλο πράγμα το να αρνείσαι συνειδητά να καπελώσεις τα κινήματα, και άλλο το να περιμένεις μακάρια κάποιους άλλους (ποιους;) κάποια στιγμή (πότε;) να πάρουν την πρωτοβουλία για την οργάνωση των αντιστάσεων.

Σε μια εποχή όπου ο λεγόμενος μεσαίος χώρος αποσυντίθεται και η κοινωνία παρουσιάζει πρωτοφανή πόλωση, το στρογγύλεμα των συμφωνημένων πολιτικών θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ θα ισοδυναμούσε με πολιτική αυτοχειρία. Από τη μια μεριά, δεν θα μπορούσε να συγκινήσει τα συντηρητικά ακροατήρια (τα οποία έχουν άλλες πολύ πιο κοντινές πολιτικές εκφράσεις), και από την άλλη, θα οδηγούσε στην αποστράτευση τα (μαζικά πλέον) στρώματα που βιώνουν τις πιο βαριές συνέπειες της μνημονιακής λαίλαπας. Δεν πρέπει ούτε στιγμή να ξεχνάμε ότι φτάσαμε στο 27% επειδή εκφράσαμε ένα πολύ μεγάλο τμήμα του κόσμου της εργασίας, με την ταξική μεροληψία του προγράμματός μας, καθώς και την αταλάντευτη επιμονή μας στο κοινωνικό ζήτημα. Ο μόνος πραγματικά ρεαλιστικός τρόπος για να αυξηθεί η πολιτική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι να είμαστε η φωνή των ολοένα και περισσότερων φτωχών, των ολοένα και περισσότερων άνεργων, των ολοένα και περισσότερων αποκλεισμένων αυτού του συστήματος. Να κάνουμε δηλαδή σήμερα την πολιτική πρόταση μας πιο εμφατική, περισσότερη εύληπτη πιο συγκεκριμένη και δεσμευτική για την αυριανή κυβέρνηση της Αριστεράς. Το μεγάλο στοίχημα για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς το να μεταφέρει στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό την πρωτοφανή πόλωση που χαρακτηρίζει αυτή τη στιγμή την ελληνική κοινωνία.

Κανένας πολιτικός σχηματισμός δεν νίκησε ποτέ όταν επέδειξε φόβο ή δεν είχε ενιαία γραμμή απέναντι στις επιθέσεις του αντιπάλου. Το τελευταίο διάστημα, σε σειρά ζητημάτων που ξεκινάνε από τη Villa Amalias και καταλήγουν στο χωρισμό κράτους-εκκλησίας, επιδεικνύουμε υποχωρητικότητα και σύγχυση. Κι επειδή από την εποχή του. Τσάμπερλεν, ο κατευνασμός οδηγεί τους πολιτικά αδίστακτους στην αποθράσυνση, οι αντίπαλοι μας γίνονται ακόμα πιο επιθετικοί. Επιπλέον, η κατάσταση γίνεται ακόμα χειρότερη όταν στελέχη μας εκφέρουν στα ΜΜΕ προσωπικές απόψεις τους ως συλλογικές τοποθετήσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Απέναντι στην ακροδεξιά στροφή της κυβέρνησης, δεν μπορούν να μάς βοηθήσουν η ανασφάλεια, ο αυτοσχεδιασμός καθώς και η έλλειψη εμπιστοσύνης στις ιδέες μας, έτσι όπως αυτές εκφράστηκαν στη Διακήρυξη που ψήφισε η πρόσφατη Συνδιάσκεψη. Αντιθέτως, χρειαζόμαστε σεβασμό στη συλλογικότητα, αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη στο πολιτικό κριτήριο του κόσμου μας, πίστη στη δύναμη των οραμάτων και των αξιών της Αριστεράς.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης του πιο άγριου καπιταλισμού, είναι απλά αστείο να υποτιμάει κανείς τους διεθνείς συσχετισμούς δύναμης, να μην αντιλαμβάνεται ότι ο εθνικός απομονωτισμός διασφαλίζει την ήττα των δυνάμεων της εργασίας. Είναι απαραίτητη λοιπόν η οικοδόμηση πολιτικών συμμαχιών με τα κινήματα καταρχάς της Ευρώπης, αλλά και του υπόλοιπου κόσμου -ο αριστερός άνεμος που πνέει στη Λατινική Αμερική δυναμώνει και την δικιά μας ελπίδα. Επιπλέον, δεν είναι σε καμιά περίπτωση εκτός της πολιτικής μας ανάλυσης το ότι βρισκόμαστε στο μέσον μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, όπου δημιουργούνται νέες αντιθέσεις, νέες αντιφάσεις, και ρωγμές στο σύστημα κυριαρχίας δια μέσου των οποίων η Αριστερά, ανά τον κόσμο, καλείται να κάνει πολιτική. Δηλαδή να εντοπίσει τις «τακτικές» συμμαχίες, να αξιοποιήσει τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις ενός συστήματος σε κρίση, όπου το ενδεχόμενο ενός νομισματικού και εμπορικού πολέμου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Μόνο που αυτή η πολύ λεπτή επιχείρηση πρέπει να γίνει αντικείμενο διεξοδικής συζήτησης στα εκλεγμένα όργανα, να οργανωθεί με βάση την πολιτική ουσία και όχι την επικοινωνιακή σκοπιμότητα, να μην οδηγήσει σε υπονόμευση θεμελιωδών θέσεων της Αριστεράς, όπως η ειρηνική διευθέτηση των διεθνών διαφορών χωρίς άνωθεν επιδιαιτησίες ή η υποστήριξη στον αγώνα του Παλαιστινιακού λαού.

Εν ολίγοις, ΣΥΡΙΖΑ κοινωνικά ριζοσπαστικός και πολιτικά αποφασιστικός. Το αν εντέλει θα τα καταφέρουμε να γκρεμίσουμε το μνημονιακό καθεστώς, δεν είναι βέβαια μόνο στο χέρι του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ζήτημα συνολικά των «από κάτω» που πρέπει να ξεσηκωθούν ενάντια στον δεσποτισμό των τραπεζών. Στο χέρι μας όμως είναι να καταβάλουμε το μερίδιο που μάς αντιστοιχεί σε αυτόν τον ξεσηκωμό. Στο χέρι μας είναι να κρατήσουμε ζωντανή την ελπίδα που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Ο λίβελος του Mega, ο πιο μεγάλος έπαινος για τον ΣΥΡΙΖΑ...

Γιάννης Αλμπάνης...
Γράφω εν θερμώ. Μόλις έχω δει το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Mega, το οποίο αφιέρωσε κανένα δεκάλεπτο σε έναν πραγματικό λίβελο εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Ύβρεις, συκοφαντίες, απειλές και πολλά πολλά ψέματα εκτοξεύτηκαν εναντίον της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορήθηκε ότι απειλεί την ελευθερία του τύπου καθώς και ότι θέλει να φιμώσει τους δημοσιογράφους του μεγάλου καναλιού που πάντοτε παρουσιάζουν τις ειδήσεις με αντικειμενικότητα και παρρησία.
Κανονικά, θα ήταν ασυνήθιστη μια τέτοια επίθεση, που δεν κρατάει ούτε τα προσχήματα, από ένα μέσο ενημέρωσης εναντίον ενός μεγάλου πολιτικού κόμματος. Κάτι τέτοιο όμως δεν αποτελεί έκπληξη στην Ελλάδα του Μνημονίου, όπου τα μέσα ενημέρωσης και ο αστικός πολιτικός κόσμος επιστρατεύουν εναντίον της Αριστεράς όλο το αραχνιασμένο ιδεολογικό οπλοστάσιο του μετεμφυλιοπολεμικού αντικομμουνισμού. Ούτε αποτελεί βέβαια έκπληξη το ότι το Mega δεν απαντάει τίποτα για την ταμπακιέρα των καταγγελιών του ΣΥΡΙΖΑ. Καμία απάντηση για το  αν μεγαλομέταχος του καναλιού συμπεριλαμβάνεται στη λίστα Λαγκάρντ,  για το πώς πήρε ο σταθμός το κολοσσιαίο δάνειο των 98 εκατομμυρίων το οποίο μάλιστα «μειώθηκε» κατά … 88 εκατομμύρια μια μέρα μετά την επίσημη ανακοίνωσή του στο ΧΑΑ, για το αν συμβαδίζει με τις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας η έκδοση δικαστικού πορίσματος από τον απολύτως αρμόδιο Γιάννη Πρετεντέρη. Κανείς δεν εκπλήσσεται, γιατί στα ΜΜΕ της μνημονιακής Ελλάδας οι κραυγές και η τρομοκρατία έχουν υποκαταστήσει πλήρως τα επιχειρήματα και την ορθολογική πολιτική συζήτηση.
Ωστόσο, αυτή τη φορά κάτι έχει αλλάξει σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Προς στιγμή, νόμισα ότι ήταν προσωπική μου αίσθηση. Βλέποντας όμως τις αντιδράσεις πολλών αριστερών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο περί κοινού αισθήματος. Δεν τους φοβόμαστε πλέον. Δεν παρακολουθούμε πια τα δελτία ειδήσεων με την αγωνία «μη μας σκίσουν».  Έχει γίνει συνείδηση στον κόσμο της Αριστεράς ότι τα ΜΜΕ είναι φερέφωνα του Μνημονίου, των πλουσίων, της διαπλοκής και της διαφθοράς· ότι έχουν κεντρικό ρόλο στην επίθεση που δέχονται «οι από κάτω» της Ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία χρόνια· ότι αποτελούν τον κεντρικό πυλώνα του συστήματος εξουσίας της χώρας· και ότι, πράγμα που είναι μάλλον το σπουδαιότερο, ο μόνος τρόπος που έχει η Αριστερά για να μην την ξεσκίζουν κάθε βράδυ στις 8:00, είναι να λέει αυτά που θέλουν να ακούσουν «οι από πάνω»: «το Μνημόνιο είναι η μόνη λύση, οι μισθοί πρέπει να μειωθούν για να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα, η Υγεία και η Παιδεία κοστίζουν πολύ,  οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι μετανάστες φταίνε για όλα, η Villa Amalias ήταν άντρο τρομοκρατών…»  Για τον κόσμο της Αριστεράς, ο λίβελος του Mega αποτελεί τον πιο μεγάλο έπαινο.
Δεν φοβηθήκαμε λοιπόν. Και όχι μόνο δεν φοβηθήκαμε, αλλά αυτή τη φορά αισθανθήκαμε υπερήφανοι για τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί επιτέθηκε με θάρρος στη διαπλοκή, γιατί κατονόμασε το Mega και το Μπομπολέικο και δεν μίλησε γενικώς, γιατί δεν τα «μάζεψε» όταν η διαπλοκή αμόλυσε τα σκυλιά του πολέμου, γιατί στην υπόθεση της λίστας δεν περιόρισε τις ευθύνες στον έτσι κι αλλιώς αποδιομπαίο τράγο Παπακωνσταντίνου, γιατί κατέδειξε ότι η φοροδιαφυγή δεν οφείλεται στην αβελτηρία των ελεγκτικών μηχανισμών, αλλά αποτελεί πολιτικά οργανωμένο σύστημα προστασίας των πλουσίων. Αισθανθήκαμε υπερήφανοι γιατί αυτός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που θέλουμε. Ένας ΣΥΡΙΖΑ που συγκρούεται και δεν τα στρογγυλεύει, που λέει τους κλέφτες κλέφτες όσα ψηλά και αν βρίσκονται, που έχει τη βούληση να βάλει επιτέλους χέρι στον μονίμως αφορολόγητο πλούτο, που δείχνει ότι θέλει πραγματικά να αλλάξει τα πράγματα και όχι… να προσαρμοστεί ηπίως.
Από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ζητάει κανείς επίγειους παραδείσους. Να δώσει τη μάχη θέλουμε. Με ειλικρίνεια κι εντιμότητα. Αν υποκύψει, θα τον παρασύρει στην κατάρρευσή του το πολιτικό σύστημα. Αν πολεμήσει μέχρι τέλους, ίσως να μην καταφέρει εντέλει να ανοίξει δρόμο στην ελπίδα, εντούτοις, θα είχε τεράστια συνεισφορά στο να κερδίσει ο λαός μας τη χαμένη αξιοπρέπεια του.
Γιάννης Αλμπάνης

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα στις 4 Φλεβάρη...

του Γιάννη Αλμπάνη, απο τα Ενθεματα...
Όταν έφτασε 25 του Δεκέμβρη χωρίς να έρθουν τα Χριστούγεννα, δεν έκανε εντύπωση στους ανθρώπους της πολιτείας. Έτσι κι αλλιώς, τις μέρες εκείνες τίποτα δεν συνέβαινε όπως παλιά. Και τα πράγματα είχαν σταματήσει για τόσο καιρό να κυλάνε όπως θα έπρεπε, που οι περισσότεροι δεν ήθελαν πια να θυμηθούν πώς ήταν πριν. Πριν αλλάξουν όλα, πριν το φως του ήλιου σταματήσει να διαπερνάει τα σύννεφα, πριν ο ουρανός αρχίσει να βρέχει στάχτη, πριν η γη γίνει στείρα και οι πηγές ν’ αναβλύζουν λάσπη. Προτού η σιωπή απλωθεί και γίνουν όσα γίνονταν στο βουλευτήριο.
Ούτε οι προφητείες των Ιερών Γραφών, ούτε οι σοφοί δημογέροντες που θυμούνταν τις ιστορίες από την αρχή του κόσμου είχαν προβλέψει όσα τρομερά θα έρχονταν. Κανένας δεν το περίμενε, κανένας δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι εκείνο το φθινόπωρο δεν θα έπεφτε βροχή, αλλά στάχτη, κι ότι ο ουρανός θα ήταν διαρκώς σκοτεινός, χωρίς να αφήνει τις ακτίνες του ήλιου να φτάνουν στην πολιτεία. Στην αρχή όλοι έμειναν άφωνοι και κανένας δεν μπορούσε να το εξηγήσει, γιατί κανένας δεν είχε ξαναδεί ποτέ να βρέχει στάχτη από τον ουρανό, κι ούτε οι Ιερές Γραφές, ούτε οι σοφοί δημογέροντες μπορούσαν να βοηθήσουν. Οι περισσότεροι πιάστηκαν απ’ αυτό που φαινόταν πιο εύκολο: «Κάτι παροδικό είναι, η στάχτη δεν θα κρατήσει πολύ».
Η στάχτη όμως δεν σταμάτησε. Κι η έκπληξη γρήγορα έγινε φόβος, και μετά, πολύ γρήγορα πάλι, ο φόβος έγινε απελπισία και πανικός. Έτσι οι λιτανείες, όπου στην αρχή πηγαίνανε μια χούφτα άνθρωποι, έπειτα από λίγο έμοιαζαν με τεράστιες συγκεντρώσεις στις οποίες συμμετείχε όλη η πολιτεία. Ο κόσμος προσεύχονταν με δάκρυα στα μάτια κι έψελνε ύμνους. Στην αρχή παρακαλούσαν το Θεό να τούς βοηθήσει και να αρχίσει να βρέχει πάλι νερό· μετά όμως ακούστηκαν στην πολιτεία ύμνοι παλιοί, που οι περισσότεροι νόμιζαν ότι είχαν ξεχαστεί γιατί είχαν γραφτεί πολύ παλιά, όταν ο κόσμος γεννιόταν· ύμνοι στους μοχθηρούς θεούς του Κάτω Κόσμου για να λυπηθούν τους ανθρώπους και να σταματήσει να βρέχει στάχτη.
Όμως ούτε ο Θεός ούτε οι αρχαίοι χθόνιοι θεοί έσωσαν τους ανθρώπους της πολιτείας. Οι λιτανείες, οι ύμνοι και οι προσευχές δεν έκαναν τις αχτίδες του ήλιου να φτάσουν στην πολιτεία, δεν σταμάτησαν τον ουρανό να βρέχει στάχτη. Και όταν πια μαθεύτηκε ότι η σοδειά είχε  χαθεί και ότι δεν μπορούσε να βρεθεί καμία πηγή με πόσιμο νερό, τότε σταμάτησαν και οι προσευχές και οι ύμνοι και οι μεγάλες λιτανείες. Μόνο ψίθυροι ακούγονταν πια στην πολιτεία· ψιθύριζαν δυο-δυο, δυο-τρεις, γιατί κανένας δεν τολμούσε να φωνάξει αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι θα γινόταν σε λίγο· ίσα που το ξεστόμιζε στους λίγους που εμπιστευόταν. Γνώριζαν όλοι ότι οι αποθήκες με το στάρι θα άδειαζαν σε λίγες εβδομάδες· αλλά πριν από τις αποθήκες του σταριού θα άδειαζαν οι δεξαμενές του νερού. Μόνο ψιθυριστά μπορούσαν λοιπόν να πουν αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι έπρεπε να γίνει.
Οι ψίθυροι σταμάτησαν όταν το συμβούλιο των δημογερόντων ανακοίνωσε τις αποφάσεις του. Η ανακοίνωση των σοφών ήταν οι τελευταίες λέξεις που ακούστηκαν.  Όλοι συμφώνησαν με την απόφαση, αλλά από εκείνη τη στιγμή κανένας δεν ξαναμίλησε. Σιωπή απλώθηκε στην πολιτεία· μια γκρίζα και άνυδρη σιωπή, σαν τη στάχτη που είχε καλύψει τα πάντα.
Δεν μίλαγαν πια ούτε καν οι άτυχοι που έχαναν κάθε μέρα στην κλήρωση της κεντρικής πλατείας. Έπαιρναν αμίλητοι το δρόμο για το βουλευτήριο, χωρίς να προσπαθούν να το σκάσουν από το κακό που τους είχε βρει. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε κάπου αλλού να πάνε γιατί τα είχε καλύψει όλα η στάχτη· κι αν ακόμα βρισκόταν αυτό το «κάπου», ήταν σίγουρο ότι θα τους έπιαναν οι άλλοι που δεν είχαν κληρωθεί, και θα τους οδηγούσαν πάλι στο βουλευτήριο, εκεί που η μοίρα τους αναπόφευκτα το είχε γράψει. Εκεί οι σοφοί δημογέροντες, τώρα πια δήμιοι και χασάπηδες, δεν συνεδρίαζαν, αλλά έκοβαν τα κεφάλια των άτυχων της κλήρωσης της κεντρικής πλατείας·  και στη συνέχεια στράγγιζαν τα σώματά τους από το αίμα και το έδιναν στους υπόλοιπους για να ξεδιψάσουν· και μετά τεμάχιζαν τα άψυχα σώματα των άτυχων και τα έδιναν στους υπόλοιπους για να χορτάσουν την πείνα τους. Η ανακοίνωση το είχε εξηγήσει πολύ καθαρά: «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να επιζήσει η πολιτεία, μέχρι να έρθουν οι φωτεινές μέρες κι η κανονική βροχή. Δεν είναι ευχάριστο σε κανέναν μας, μα έτσι πρέπει να γίνει».
Οι τυχεροί που δεν είχαν κληρωθεί, εξίσου αμίλητοι με τους άτυχους, περίμεναν υπομονετικά στις ουρές που οδηγούσαν από την κεντρική πλατεία στο βουλευτήριο, για να ξεδιψάσουν με το αίμα και να χορτάσουν με τις σάρκες όσων στεκόντουσαν πριν λίγο στο πλάι τους. Οι λέξεις είχαν στερέψει πια στην πολιτεία. Λίγο πιο μετά στέρεψαν και τα δάκρυα.
Στις 25 Δεκέμβρη τα Χριστούγεννα δεν ήρθαν λοιπόν. Και πώς θα μπορούσαν να έρθουν όταν όλα είχαν καλυφθεί από τη στάχτη, και ο ουρανός ήταν διαρκώς σκοτεινός, και η γη ήταν στείρα, και οι πηγές ανέβλυζαν λάσπη, και η σιωπή είχε απλωθεί στην πολιτεία; Πώς θα μπορούσαν να έρθουν τα Χριστούγεννα όταν οι άνθρωποι είχαν σταματήσει να θυμούνται τους παλιούς καιρούς για να μπορέσουν να αντέξουν όσα γίνονταν στο βουλευτήριο· όσα οι ίδιοι έκαναν στο βουλευτήριο. Κι οι μέρες περνούσαν όμοιες και σκοτεινές, αφήνοντας πίσω τους τις 25 Δεκέμβρη, χωρίς καν να μπορεί κανείς με σιγουριά αν εκείνο τον καιρό είχε αλλάξει ο χρόνος.
Μέχρι που μια μέρα, όμοια και σκοτεινή με όλες τις άλλες, εκεί που όλοι οι άνθρωποι της πολιτείας είχαν μαζευτεί πάλι στην κεντρική πλατεία για την κλήρωση, κάτι μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο συνέβη. Ένα μικρό παιδί, που το όνομά του κανείς δεν ήξερε, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε, άρχισε να κλαίει. Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο δεν ήταν βέβαια το ότι οι κάτοικοι της πολιτείας έβλεπαν μετά από τόσο καιρό κάποιον να κλαίει. Ούτε το ότι το παιδί έκλαιγε, ενώ είχε σταθεί τυχερό και δεν είχε κληρωθεί. Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο ήταν το ότι όλοι μονομιάς κατάλαβαν αυτά τα δάκρυα τι ήθελαν να πουν· σαν να τους αποκαλύφθηκε ξαφνικά αυτό που ήταν μέχρι τότε καλά κρυμμένο. Και αποφάσισαν να σώσουν όσους είχαν κληρωθεί και να μην ξανακάνουν πια κληρώσεις, γιατί όλοι τους, σαν από θαύμα, είχαν ακούσει τα δάκρυα του μικρού παιδιού, που κανένας δεν ήξερε το όνομά του, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε. Αυτά τα δάκρυα που έλεγαν ότι ήταν προτιμότερο να πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα, παρά να φαγωθούν μεταξύ τους.
Το ημερολόγιο έγραφε 4 Φλεβάρη, και τα Χριστούγεννα είχαν έρθει στην πολιτεία.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Μας έχουν κηρύξει πόλεμο. Τι δεν καταλαβαίνεις;

του Γιαννη Αλμπανη...
φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης

Από την Εποχή της 14/10/12
Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών θα πρέπει να οδηγήσουν στα αναγκαία συμπεράσματα (που λέγανε και οι παλιοί αριστεροί). Έχουμε και λέμε: νέα, πολύ σκληρά, αντικοινωνικά μέτρα χωρίς κανενός είδους «προίκα» για την τρόικα εσωτερικού
(η υπό συζήτηση επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους δεν μπορεί να κάνει τη διαφορά)· όξυνση της κρατικής καταστολής (βασανιστήρια στη ΓΑΔΑ, απαγορεύσεις συναθροίσεων, τρομολάγνα προπαγάνδα, προληπτικές προσαγωγές, δημοσιοποίηση φωτογραφιών συλληφθέντων διαδηλωτών)· ναζιστική, τρομοκρατική δράση της Χρυσής Αυγής με την πλήρη συνεργασία της ΕΛ. ΑΣ (τα βίντεο από τους τραμπουκισμούς στο θέατρο Χυτήριο είναι εξόχως αποκαλυπτικά). Εν ολίγοις, η ταχύτατη διολίσθηση στην «αυταρχική δημοκρατία» και η κρατικά οργανωμένη άνοδος του φασισμού αποτελούν τα αναγκαία συμπληρώματα στην κοινωνική λεηλασία του Μνημονίου. Ξαναγυρνάμε λοιπόν στα κλασικά εικονογραφημένα του εργατικού κινήματος. Τουτέστιν, στους καιρούς της καπιταλιστικής κρίσης, όταν:
α) δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για τις όποιες παροχές στους «από κάτω»,
β) οι μηχανισμοί χειραγώγησης και οι θεσμοί διαμεσολάβησης δεν μπορούν να λειτουργήσουν τόσο αποτελεσματικά όσο στο παρελθόν,
τότε όχι μόνο δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να εξασφαλιστεί ευρεία κοινωνική συναίνεση στις ακολουθούμενες πολιτικές, αλλά η οικονομική κρίση μετατρέπεται σε κρίση πολιτικής νομιμοποίησης της κυρίαρχης ελίτ. Κατά συνέπεια, πρέπει να κινητοποιηθούν οι μηχανισμοί της βίας, είτε κρατικοί (όπως η αστυνομία) είτε παρακρατικοί (η Χρυσή Αυγή), για να διασφαλιστεί η κοινωνική πειθάρχηση. Το αστυνομικό κράτος και η φασιστική τρομοκρατία μετατρέπονται στα τελευταία στηρίγματα της κλυδωνιζόμενης τρόικας εσωτερικού.
Ο αδύνατος συμβιβασμός
Αυτά τα απλά, γνωστά κι εν πολλοίς κοινότοπα φαίνεται να τα αγνοούσε (ή ήθελε να τα αγνοεί) μεγάλο μέρος της Αριστεράς. Στο διάστημα που ακολούθησε τις εκλογές αναπτύχθηκε στους κόλπους της Αριστεράς μια αυταπάτη με δύο  εκφάνσεις, που ξεκίναγαν όμως από την ίδια αφετηρία: ότι είναι δηλαδή εφικτός ένας πολιτικός συμβιβασμός με την άρχουσα τάξη και την τρόικα. Η «δεξιά» εκδοχή της αυταπάτης καλλιέργησε την εντύπωση ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ μετατοπιζόταν δεξιότερα, σε πιο «υπεύθυνες» και «ρεαλιστικές» θέσεις, θα μπορούσε εντέλει να κερδίσει την κυβερνητική εξουσία με μια σχετική ανοχή των κυρίαρχων ελίτ. Η «αριστερή» εκδοχή της αυταπάτης έβλεπε στον ΣΥΡΙΖΑ το νέο ΠΑΣΟΚ το οποίο θα διαμόρφωνε μια νέου τύπου σοσιαλδημοκρατική πλατφόρμα. Στους καιρούς όμως της πιο βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης από τη δεκαετία του ’30 δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συνεννόησης μεταξύ των τάξεων, κανένας χώρος για νέο ΠΑΣΟΚ. Οι «από πάνω» ούτε θέλουν αλλά ούτε και μπορούν να συμβιβαστούν με τους «από κάτω». Αυτό που θέλουν οι πλούσιοι (και η ζωή θα δείξει αν μπορούν…) είναι να μεταβιβάσουν εξ ολοκλήρου στους φτωχούς το κόστος της κρίσης. Μια τέτοια μεταβίβαση όμως συνεπάγεται μια τόσο μεγάλη πτώση του βιοτικού επιπέδου που κανείς δεν μπορεί να τη δεχτεί οικειοθελώς. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η αναγκαιότητα της κρατικής και παρακρατικής τρομοκρατίας, του κοινωνικούς πολέμου σε μια από τις πιο καθαρές μορφές του. Όσο για την Αριστερά θα πρέπει να διαλέξει. Ή θα ενσωματωθεί στο μνηνομιακό μπλοκ ή θα δώσει μέχρι τέλους τον αγώνα για την ανατροπή του. Μέση οδός δεν υπάρχει.
Στους δρόμους, με το κίνημα
Η απέναντι πλευρά μας το λέει με σαφήνεια. Τα ιδεολογήματα περί δύο άκρων και Βαϊμάρης μετατρέπονται σε βασικό ιδεολογικό πυλώνα της τρόικας εσωτερικού, η κυβέρνηση υιοθετεί τον λόγο της Χρυσής Αυγής για το μεταναστευτικό, το υπουργείο Δημόσιας Τάξης (προσέξτε: το υπουργείο, δηλαδή το κράτος, όχι ο υπουργός) απειλεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι θα του… κατεβάσει την κουκούλα, μέλος της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ παραπέμπεται για κακουργήματα και δημοσιοποιείται η φωτογραφία του –μέλος της νεολαίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης, για να μην ξεχνιόμαστε. Τι δεν καταλαβαίνουμε; Τι άλλο περιμένουμε για να αποδεχτούμε αυτό που είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού;
Είναι ώρα λοιπόν να οργανωθούμε, είναι ώρα να προετοιμαστούμε για ένα αγώνα μακράς διάρκειας και μεγάλης σκληρότητας. Να κάνουμε σαφές στην κοινωνία ότι δεν υπάρχουν σωτήρες κι εύκολες λύσεις, αλλά η διέξοδος μπορεί να ανοίξει από την κινητοποίηση όλων μαζί, που προϋποθέτει όμως την ενεργοποίηση του καθενός ξεχωριστά. Να κάνουμε σαφές στο λαό της Αριστεράς ότι η belle époque έχει λήξει και ότι έχουμε μπει στην εποχή της καταπίεσης και της καταστολής, εποχή ανάλογα με όσα είχαν ζήσει οι προηγούμενες γενιές. Να κάνουμε σαφές στους πολιτικούς χώρους ότι η μάχη απέναντι στην κρατική και παρακρατική τρομοκρατία δεν μπορεί να κερδηθεί ούτε με γενικόλογες επικλήσεις στην έννομη τάξη ούτε με την αναβάθμιση της βίας των λίγων και αποφασισμένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα ενεργοποιήσουμε τους θεσμούς, όπου χρειαστεί, ή ότι δεν θα σηκώσουμε το γάντι όπου οι τραμπούκοι (ένστολοι ή με πολιτικά) θα επιχειρήσουν να μας διώξουν από το δρόμο. Αυτό που σημαίνει είναι ότι τη νίκη θα μας τη δώσει το κίνημα, η μαζική, αποφασιστική και οργανωμένη κινητοποίηση. Στους δρόμους, όπου έχουμε το στρατηγικό πλεονέκτημα, με τη δράση των πολλών, που είναι το πιο ισχυρό όπλο μας. Στους δρόμους, με τη δράση των πολλών, τους τραντάξαμε. Στους δρόμους, με τη δράση ακόμα πιο πολλών, θα τους ανατρέψουμε.
Γιάννης Αλμπάνης

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Συγγνώμη, αλλά δεν θα μπορέσουμε να προσφέρουμε καφέ…

yalmpanis...


Από το I cook Greek της 14/7/12
Το να πηγαίνεις στην κηδεία κάποιου που δεν ήξερες εν ζωή είναι πραγματική αγγαρεία. Συνήθως το κάνεις είτε για λόγους κοινωνικού κομφορμισμού (το συχνότερο) είτε γιατί έχεις συναισθηματικό δεσμό με κάποιον από τους πενθούντες συγγενείς (το ευγενέστερο)…
Το να έχει όμως και πολλή ζέστη κατά τη διάρκεια της εξοδίου τελετής, κάνει τα πράγματα αφόρητα, χωρίς διάθεση υπερβολής. Ο πόνος των οικείων μουδιάζει τις αισθήσεις, καθιστώντας τους ανθεκτικούς σε αυτόν τον αρρωστημένο καύσωνα της ρύπανσης και του τσιμέντου. Για όλους τους υπόλοιπους, δεν υπάρχει προστασία καμιά. Απλά λιώνουμε…
«Συγγνώμη, αλλά δεν θα μπορέσουμε να προσφέρουμε καφέ»… Κι εκεί που είμαστε στο να φύγουμε, έχοντας αποχαιρετήσει για τελευταία φορά το μακαρίτη και μην έχοντας αποφύγει για χιλιοστή φορά τη στερεοτυπική (πλην απολύτως ορθή) σκέψη ότι «τίποτα δεν είναι η ζωή κτλ.», τότε σκάει η κεραμίδα. Και μένουμε βουβοί κι έκπληκτοι. Έκπληκτοί γιατί δεν θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε κηδεία στην Ελλάδα χωρίς ελληνικό μέτριο, παξιμαδάκια, κι εκείνο το χρωματιστό υγρό που παριστάνει το κονιάκ. Βουβοί, γιατί ο άνθρωπος στάθηκε ενώπιόν μας με αξιοπρέπεια και θάρρος για να πει μια κουβέντα πολύ πολύ δύσκολη, που ένιωσε όμως ότι έπρεπε οπωσδήποτε να την πει, από υποχρέωση και σεβασμό σε όλους αυτούς που παρευρέθηκαν στον τελευταίο χαιρετισμό.
Μια τέτοια κουβέντα είναι πολύ πολύ δύσκολη γιατί τα ταφικά έθιμά μας (τα οποία δεν ξέρω αν είναι πανάρχαια, αλλά σίγουρα η απαρχή τους χάνεται πολύ πίσω στο χρόνο) δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις θρησκευτικές τελετές και τους στολισμούς με τα λευκά λουλούδια. Εξίσου είναι συνδεδεμένα με το ποτό και το φαγητό, το κοινιάκ την προηγουμένη στο σπίτι που πενθεί, τον καφέ αμέσως μετά την κηδεία, και στο τέλος όλων, την ψαρόσουπα. Μελετημένη πολύ αυτή η πένθιμη βρώση, όχι από κάποιο επιστημονικό κέντρο που ερευνάει την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά από αμέτρητους απλούς ανθρώπους του λαού που, επί χρόνια ακόμα πιο αμέτρητα, πάσχιζαν να βρουν τρόπους για να καταπραΰνουν τον πόνο της απώλειας, τη στιγμή ακριβώς που μοιάζει αφόρητος. Έψαξαν, δοκίμασαν, και στο τέλος κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι γύρω από τις τελετουργίες του ποτού και του φαγητού φτιάχνεται η μικρή κοινότητα της συμπαράστασης και της παρηγοριάς, ότι με τα σερβιρίσματα και την κουβεντούλα η οικογένεια του μακαρίτη κρατιέται απασχολημένη και δεν αφήνεται να βυθιστεί στην απόγνωση της μοναξιάς, ότι οι προετοιμασίες για την υποδοχή του κόσμου που έρχεται να συλλυπηθεί, οδηγούν τελικά στην εξουθένωση και το λυτρωτικό αποκαμωμένο ύπνο, ο οποίος προφυλάσσει από την αναμέτρηση με το κενό, την πρώτη κιόλας νύχτα που αυτό έχει απλωθεί στα πάντα. Γι’ αυτό λοιπόν ο καφές και το κονιάκ είναι έθιμο ιερό κι απαραβίαστο, εξίσου σημαντικό με τις άλλες τελετουργίες και τους στολισμούς.
Το ότι πια στα ελληνικά νεκροταφεία ακούγεται το «συγγνώμη, αλλά δεν θα μπορέσουμε να προσφέρουμε καφέ», αποτελεί ίσως το έσχατο σημείο εξαθλίωσης της κοινωνίας μας. Είναι το σημείο εκείνο που η οικονομική κρίση μετατρέπεται σε μια μηχανή ταπείνωσης των ανθρώπων και θρυμματισμού του πολιτισμού τους. Όταν μια οικογένεια που δούλεψε σκληρά μια ζωή, και πάλεψε κόντρα σε αντιξοότητες ,και ονειρεύτηκε άλλα, φτάνει να μην μπορεί να προσφέρει το καφεδάκι για τον αγαπημένο που χάθηκε, έχουμε περάσει πια το όριο, κι από εκεί και πέρα μπορεί ο καθένας να κάνει το οτιδήποτε, γιατί πολύ απλά έχει καταλυθεί κάθε σταθερά που διαμόρφωνε το πλαίσιο της κοινωνικής ζωής. Κι ίσως ακόμα πιο εξοργιστική από την απέραντη δυστυχία που έχει φέρει η μνημονιακή διετία, είναι η στάση διαφόρων «ειδημόνων» στις τηλεοράσεις, που δείχνουν με τόσο κραυγαλέο τρόπο να μην καταλαβαίνουν ότι η συζήτηση δεν έχει να κάνει με «οικονομικούς δείκτες», αλλά με ανθρώπους που δεν μπορούν να κηδέψουν τους δικούς τους κατά πώς πρέπει.
Μετά το αρχικό σάστισμα, κινήθηκα προς το γνωστό μου που μόλις μας είχε μιλήσει. Του έσφιξα το χέρι με πολύ σεβασμό, και του είπα ένα «ζωή σ’ εσάς» αλλιώτικο απ’ ό,τι συνήθως. Δεν εννοούσα μόνο να ζήσετε για να τον θυμάστε, αλλά να ζήσετε και θα δείτε ότι στο τέλος θα βρεθεί και δουλειά, να ζήσετε γιατί η ζωή σάς αξίζει και της αξίζετε, να ζήσετε γιατί η ζωή είναι γι’ αυτούς που στέκονται αξιοπρεπείς απέναντι στην πιο μεγάλη κακουχία. Αυτοί θα φέρουν πίσω την άνοιξη.
Γιάννης Αλμπάνης

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Το “άντε γαμηθείτε” του Αλέξη Τσίπρα...

 yalmpanis...

Εδώ και πάρα πολύ καιρό, από τότε δηλαδή που θυμάμαι τον εαυτό το μου, η ενασχόληση με τα κοινά ταυτίζεται με την θεσιθηρία και τον άνομο πλουτισμό. Ο βουλευτής, ο πολιτικός εν γένει, είναι ο λαμόγιος που θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να καβατζώσει την καρέκλα και να τρώει με χρυσά κουτάλια κι αυτός και τα δισέγγονα -ο Άκης αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ιδιαίτερα τα τελευταία δύο μνημονιακά χρόνια, πέραν της λαμογιάς, η πολιτική ταυτίζεται πλήρως με το τσατσιλήκι στην τρόικα και τη βαρβαρότητα απέναντι στο λαό. Επί δύο χρόνια, πρωθυπουργοί και υπουργοί, βουλευτές και μεγαλοδημοσιογράφοι, κάθε λογής γραμματείς και φαρισαίοι, δεν έχουν πει ένα “μα δεν γίνονται αυτά” στην τρόικα και τον ΣΕΒ. Επί δύο χρόνια δεν βρέθηκε ένας σε θέση ευθύνης που να πει ότι “δεν γίνεται να εξοντώσουμε έναν ολόκληρο λαό”. Επί δύο χρόνια δεν βρέθηκε ένας που να πει “άντε γαμηθείτε” και να αναλάβει το προσωπικό κόστος της αξιοπρέπειας.
 Και φτάσαμε σήμερα 8 Μάη, δύο μέρες μετά τον εκλογικό θρίαμβο του ΣΥΡΙΖΑ, για να ακούσουμε επιτέλους αυτό το ουρανόμηκες “άντε γαμηθείτε” που περιμέναμε δύο χρόνια τώρα. Αφού επί δύο μέρες οι μνημονιακοί προσπαθούσαν να αγκαλιάσουν σαν πύθωνες τον ΣΥΡΙΖΑ με στόχο είτε να να τον σύρουν σε μνημονιακή κυβέρνηση είτε να τού χρεώσουν το πολιτικό κόστος της προσφυγής στις κάλπες και της αστάθειας· αφού επί δύο μέρες πλέκουν το εγκώμιο του ΣΥΡΙΖΑ οι ίδιοι που τον συκοφαντούσαν με κάθε δυνατό τρόπο· αφού μέχρι και ο Βενιζέλος είπε ότι θέλει τον Τσίπρα πρωθυπουργό, αρκεί βέβαια να εφαρμόσει το πρόγραμμα της τρόικας· φτάσαμε σήμερα στην ώρα της αλήθειας. Ο Τσίπρας παρέλαβε τη διερευνητική εντολή κι έθεσε τους όρους του για το σχηματισμό κυβέρνησης, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ:
 α) Άμεση ακύρωση εφαρμογής των μέτρων του μνημονίου και ειδικότερα περικοπών μισθών – συντάξεων
β) Ακύρωση νόμων που καταργούν στοιχειώδη εργατικά δικαιώματα (μετενέργεια)
γ) Προώθηση άμεσων αλλαγών στο πολιτικό σύστημα (αλλαγή εκλογικού νόμου, καθιέρωση απλής αναλογικής, κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών)
δ) Δημόσιο έλεγχο στο τραπεζικό σύστημα. Ζήτησε να δοθεί τώρα στη δημοσιότητα η έκθεση της ΒlackRock
ε) Δημιουργία διεθνούς επιτροπής λογιστικού ελέγχου για να διερευνηθεί το επαχθές του ελληνικού χρέους
 Με πιο απλά λόγια ο Τσίπρας επέλεξε να μη γίνει δωτός πρωθυπουργός της τρόικας, του ΠΑΣΟΚ, του ΣΕΒ και των ΜΜΕ. Επέλεξε να τηρήσει όσα έλεγε προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ, αρνούμενος την άμεση πρωθυπουργοποίηση του. Θα μπορούσε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να κάνει και την άλλη επιλογή, να σχηματίσει δηλαδή κυβέρνηση υπό το φύλλο συκής της “βελτίωσης του Μνημονίου”. Κάτι τέτοιο άλλωστε είχε κάνει η ηγεσία του ενιαίου τότε ΣΥΝ τον Ιούνιο του ’89, όταν συνέπραξε σε εκλογικό σχήμα για το οποίο κανείς δεν είχε κάνει λόγο προεκλογικά. Δικαιολογίες πάντοτε μπορούν να βρεθούν στην πολιτική, ειδικά μπροστά στο δέλεαρ της κυβέρνησης.
Όμως, ο Τσίπρας σήμερα κινήθηκε στον αντίποδα της επιλογής των Φλωράκη-Κύρκου του ’89. Επέλεξε να πει το δικό του μεγάλο “Όχι”, αυτό το “άντε γαμηθείτε” που περιμέναμε εδώ και δύο χρόνια για να το πει κάποιος στην τρόικα, τον ΣΕΒ και τη διαπλοκή.
 Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο. Αν δηλαδή ο Τσίπρας συμβιβαστεί τελικά ή αν εμείς θα τρώμε ξύλο από τα ΜΑΤ μιας αριστερής κυβέρνησης που θα έχουμε εκλέξει οι ίδιοι. Σήμερα όμως έχουμε αυτό το λυτρωτικό “άντε γαμηθείτε” που δικαιώνει την επιλογή μας στην κάλπη και ίσως ανοίξει νέους δρόμους. Σήμερα το απόγευμα μπορούμε να πάμε στην καφετέρια φουσκωμένοι σαν τα παγώνια. Θα ανοίξουμε και την πολύχρωμη ουρά μας.
Γιάννης Αλμπάνης, 8/5/12

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Ο Γιάννης του «Κ» « EcoLeft...

 EcoLeft...


Του Γιάννη Αλμπάνη
Θα πρέπει να το θυμίζουμε συνεχώς –ακόμα και σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές. Ο σύντροφος μας Γιάννης Μπανιάς (και οποιοσδήποτε άλλος δηλαδή) δεν έφυγε, ούτε αποδήμησε, ούτε ξεκίνησε το τελευταίο του ταξίδι, ούτε τίποτα τέτοιο. Ο Γιάννης πέθανε. Έτσι ξερά και καθόλου παρηγορητικά. Γιατί εμείς πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει «μετά», πως ό,τι είναι να το κάνουμε πρέπει να το κάνουμε εδώ και τώρα, κι ότι δεδομένης της απουσίας μιας άλλης, καλύτερης ζωής, με ξανθά παχουλά αγγελούδια και βουνά από πιλάφι, θα πρέπει να αφιερώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για να κάνουμε καλύτερη και δικαιότερη αυτήν την πραγματική ζωή τη μία και μόνη που υπάρχει.
Ο Γιάννης Μπανιάς αφιέρωσε τη ζωή του σ’ αυτόν τον σκοπό. Και τώρα που έφτασε η ώρα του (δυστυχώς πρόωρου) απολογισμού, από αυτήν την αφετηρία θα πρέπει να ξεκινάνε οι αποτιμήσεις μας. Ο Γιάννης, αυτή τη μία και μόνη ζωή που του δόθηκε, την αφιέρωσε στην Αριστερά, στον αγώνα των απλών ανθρώπων για ελευθερία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. Από την ΕΔΑ και το ΚΚΕ Εσωτερικού έως την ΑΚΟΑ και το ΣΥΡΙΖΑ, ο Γιάννης ταύτισε το βίο του με αυτόν της παράταξης. Ακόμα και στα πέτρινα χρόνια που ακολούθησαν το ’89, ο Γιάννης δεν έσπασε και παρέμεινε πιστός στην προσπάθεια να μη σβήσει το κεράκι που είχε απομείνει από τη μεγάλη κομμουνιστική πυρκαγιά των περασμένων δεκαετιών. Έμεινε μια ζωή σταθερός στον αγώνα. Και τώρα που φτάσαμε στο ύστατο σημείωμα για το Γιάννη (κοίτα να δεις…), οφείλουμε να αποτίσουμε φόρο τιμής στη σταθερότητα της στράτευσης του. Δεν είναι λίγο και γι’ αυτό δεν το έχουν κάνει πολλοί.
Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο Γιάννης Μπανιάς δεν ήταν γενικά με μια οποιαδήποτε Αριστερά. Η πολιτική δράση του, εντέλει η ίδια η ζωή του, χαράχτηκε από τη μεγάλη αναμέτρηση στο χώρο της «Ανανεωτικής Αριστεράς», που οδήγησε στη διάσπαση του ΚΚΕ (Εσωτερικού) με τη δημιουργία της ΕΑΡ και του ΚΚΕ Εσωτερικού Ανανεωτική-Αριστερά. Ο Γιάννης έδωσε από τη πρώτη γραμμή τη μάχη για να μείνει το «Κ» στον τίτλο του κόμματος.  Αυτός και οι σύντροφοι του έκριναν ότι εκείνο το «Κ» είχε τεράστια πολιτική σημασία, γιατί προσδιόριζε τον ιδεολογικό ορίζοντα της Αριστεράς. Έναν πολιτικό ορίζοντα που δεν θα πρέπει να είναι ο τοσοδούλης της διαμαρτυρίας και της γενικώς και αορίστως κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά θα πρέπει να είναι μακρινός και μεγάλος, όπως ακριβώς είναι και οι δυνατότητες της εργατικής τάξης. Το «Κ» του Μπανιά και των συντρόφων του προσδιορίζει μια Αριστερά που θέλει να αλλάξει τα θεμέλια του κόσμου, που, όσο και αν τον εξετάζει κριτικά, θέλει να παραμείνει ζωντανή η σύνδεση με τον Οκτώβρη, που επιμένει ότι ο κομμουνισμός αποτελεί το πιο δίκαιο και ευγενές όραμα. Κι επέμειναν σε αυτό το «Κ» όταν έμοιαζε τίποτα γύρω τους να μη δικαιολογεί την επιλογή τους, όταν κατέρρεαν τα καθεστώτα που είχαν καπηλευτεί και συκοφαντήσει αυτό το «Κ», όταν οι καμποτίνοι υπέγραφαν δηλώσεις μετανοίας αποδεχόμενοι ότι αυτό το «Κ» ήταν ολοκληρωτισμός, καθώς και ότι ήταν ο Κάουτσκι που είχε δίκιο, και όχι ο Λένιν. Όταν όλα πήγαιναν δεξιά, ο Μπανιάς και το ΑΑ πήγαν αριστερά.
Το «αριστερά» του Γιάννη, του ΑΑ και της ΑΚΟΑ δεν ήταν δογματισμός και ξεροκεφαλιά. Είχε ιδεολογικό ψάξιμο και πολιτική αναζήτηση, κριτική ματιά στα πεπραγμένα, τόσο γενικά του κομμουνιστικού κινήματος όσο και ειδικά της «ανανέωσης», άνοιγμα στην οικολογία και τα νέα κινήματα, δημιουργία της Εποχής – όχι ως κομματικού οργάνου, αλλά ως εφημερίδας του «χώρου» συνολικά. Ο Γιάννης δεν ήταν ο άνθρωπος που απλά αρνήθηκε την αποκομμουνιστοποίηση και πέρασε τον υπόλοιπο βίο του προσέχοντας μην αλλοιωθεί η μούμια του Λένιν. Ήταν εκεί στα αντιρατσιστικά και τις ευρωπορείες, στη Γένοβα και το Δεκέμβρη, στις δίκες για να καταρρεύσουν τα στημένα κατηγορητήρια. Με τη δική του προσέγγιση (κάπως βαριά και παλαιοκομμουνιστική στα μάτια μου), αλλά πάντοτε εκεί, οπουδήποτε ξεφύτρωνε το νέο.
Η τελευταία μεγάλη πολιτική πράξη του Γιάννη Μπανιά ήταν η συμβολή του στη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ. Η συμβολή αυτή δεν έγκειται μόνο στο ότι ο ίδιος και η ΑΚΟΑ είχαν υιοθετήσει τα τελευταία 15 χρόνια την άποψη της ενότητας και της ανασύνθεσης. Εξίσου μεγάλη σημασία είχε και η «αντικειμενική» διάσταση της πολιτικής παρέμβασής τους, το ότι δηλαδή η ΑΚΟΑ αποτέλεσε γέφυρα και δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στο Συνασπισμό και τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς που συνέπραξαν στο καινούργιο ενωτικό σχήμα. Χωρίς αυτό το δίαυλο, ακρογωνιαίος λίθος του οποίου είναι η Εποχή, η δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν πολύ πιο δύσκολη.
Κλείνοντας, θα πρέπει οπωσδήποτε να γίνει αναφορά σε δύο σημεία που πολλές φορές αποσιωπούνται, ενώ δεν θα έπρεπε. Ο Γιάννης μπήκε στην Αριστερά με περιουσία, και τελειώνει το βίο του φτωχός. Αυτή η περιουσία δεν φαγώθηκε για να κάνει πολιτική καριέρα, αλλά αφιερώθηκε στις ανάγκες της Αριστεράς. Σε εποχές που η ενασχόληση με τα κοινά ταυτίζεται με τον καριερισμό και τον παράνομο πλουτισμό, η αριστερή ανιδιοτέλεια ανθρώπων όπως ο Γιάννης πρέπει να εξαίρεται. Το δεύτερο σημείο είναι ότι η εμμονή στην επιλογή του «Κ» είχε προσωπικό κόστος. Εξαιτίας αυτής της επιλογής, ο Γιάννης όχι μόνο έχασε την ηγεσία ενός σχετικά μεγάλου κόμματος της Αριστεράς, αλλά βρέθηκε για μεγάλο διάστημα περιθωριοποιημένος, ως επικεφαλής πια μιας μικρής πολιτικής οργάνωσης. Προσωπικά πιστεύω ότι γι’ αυτό, το ότι δηλαδή επέμεινε στην άποψή του αναλαμβάνοντας το κόστος, τού αξίζει ο μεγαλύτερος έπαινος.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Ποιοι είναι στ΄ αλήθεια οι ζωντανοί και ποιοι οι πεθαμένοι;

Red NoteBook ...
Του Γιάννη Αλμπάνη

«Το φως φέγγει στο σκοτάδι, το σκοτάδι δεν μπόρεσε να το καταπνίξει»

Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο


Στο τέλος της ωραίας ταινίας Η Αποστολή, του Ρόλαντ Τζόφι, ο καρδινάλιος Αλταμιράνο αναρωτιέται ποιος είναι στ΄ αλήθεια ζωντανός: ο ίδιος που επιβίωσε υποκύπτοντας στις εντολές του Πάπα και της Πορτογαλικής Αυτοκρατορίας, ή ο πατέρας Γκάμπριελ και ο Ροντρίγκο Μεντόζα που έπεσαν μαχόμενοι για τα δίκαια των ιθαγενών;

Την Αποστολή την ξαναθυμήθηκα σήμερα, που ξαναέκανα για μια ακόμα χρονιά τις σκέψεις που κάνω κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, στις επετείους του Πολυτεχνείου. Τι θα έκανε άραγε τώρα ο Καλτεζάς; Τι θα είχαν απογίνει οι νέοι με τις φαβορίτες και τις κοτλέ καμπάνες, που ανεμίζουν την αγαθότητα της εξέγερσης στα επετειακά ασπρόμαυρα φιλμ; Αν είχε επιζήσει ο Χάρης του Αναγνωστάκη, μήπως θα είχαμε πιο πολλές πιθανότητες να αντικρύσουμε τις πολιτείες μας λουσμένες στην Αλήθεια και το αίθριο φως;

Αν και ίσως - κάθε χρόνο το ίδιο. Και είναι πραγματικά παράξενο (ή ίσως όχι και τόσο) ότι κάθε ερώτημα για το Μιχάλη, και τους πιο παλιούς του Πολυτεχνείου, και τους ακόμα πιο παλιούς, που δεν φοβήθηκαν να τα βάλουν με τη θριαμβεύουσα Αυτοκρατορία, κάθε ερώτημα για όλους αυτούς που αποφάσισαν να ορίσουν τη σύμβαση του θανάτου τους όταν δεν μπορούσαν πια να ορίσουν τη σύμβαση της ζωής τους, είναι ερώτημα σε χρόνο Ενεστώτα. Είναι ερώτημα για το τώρα και για εμάς, όχι για το τότε και για κείνους. Όλα αυτά τα εάν και ίσως, που σκέφτομαι τις μέρες του Πολυτεχνείου, είναι τα εάν και τα ίσως τα δικά μου και των συγκαιρινών μου. Για το αν θα τα καταφέρουμε με όσα τεράστια που τό΄ φερε η τύχη να πρέπει να κάνουμε, για το αν θα καταντήσουμε μικροί και τοσοδούληδες, σαν υπουργοί πρώην αγωνιστές. Γιατί όλες αυτές οι χαμένες φιγούρες των ασπρόμαυρων επετειακών φιλμ βρίσκονται εδώ ανάμεσά μας, στις δικές μας πορείες και συγκρούσεις, στο Σύνταγμα και τις γειτονιές, οπουδήποτε υπάρχουν κάποιοι που αποφασίζουν να τα βάλουν με τον Πάπα και την Πορτογαλική Αυτοκρατορία - γιατί αυτό τους φαίνεται σωστό, παρ΄ ότι όλοι λένε ότι η μάχη είναι από τα πριν χαμένη. Γιατί όσοι έπεσαν επειδή επέλεξαν να σταθούν όρθιοι, είναι οι συνομιλητές μας στις πιο ωραίες μας κουβέντες, φρουροί και ιχνηλάτες όσων πρέπει να γίνουν, όσων πρέπει να κάνουμε. Και είναι εδώ δίπλα μας, όχι μόνο γιατί κατάφεραν να ξεφύγουν από τις σφαίρες και τα γκλομπ της λήθης, αλλά (πράγμα που τελικά ήταν το δυσκολότερο) γιατί τα κατάφεραν να ξεφύγουν και από τον επίσημο εορτασμό, την Επιτροπή Φορέων, την Πρυτανεία, το «στις λίστες του κόμματός μας συμμετέχει και ο Μίκης Φιρίκης, δολοφονημένος αγωνιστής του Πολυτεχνείου.

Ωστόσο, εκτός από τους πεθαμένους που είναι ζωντανοί, υπάρχουν και οι ζωντανοί που στην πραγματικότητα μοιάζουν να έχουν πεθάνει εδώ και καιρό. Παρόντες-απόντες σε ένα καρναβάλι φαντασμάτων. Είναι όσοι υποτάχτηκαν χωρίς μάχη στους Πάπες και τα αυτοκρατορικά στρατεύματα της εποχής τους, όσοι έκαναν ιδεολογία τους φόβους τους, όσοι κατάλαβαν ότι είναι εύκολο να κοροϊδέψεις τους άλλους και επέλεξαν να κερδίσουν από αυτό. Ζωντανοί-νεκροί, που ξέρουν ότι οι μελλοντικοί βιογράφοι έχουν καταδικάσει από τώρα την σαραντάχρονη λαμπρή καριέρα τους σε μισή ακροτελεύτια αράδα, κάτω από το μεγάλο κεφάλαιο της μιας και μόνης νύχτας, που όλα έγιναν δυνατά και εκείνοι ήταν ακόμα κάποιοι άλλοι. Αυτή τη νύχτα της οποίας το έκθαμβο φως τελικά δεν σκιάστηκε σε σχεδόν σαράντα χρόνια αγορών και νεκροτομείων.

Το ερώτημα λοιπόν του κινηματογραφικού καρδινάλιου Αλταμιράνο είναι εύλογο. Ποιοι είναι αλήθεια οι ζωντανοί και ποιοι οι πεθαμένοι;

Ροη αρθρων