Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΣΔΑΓΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΣΔΑΓΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

O φούρνος του Τσίπρα...

του Χριστοφορου Κασδαγλη, απο το The Press Project...
Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας, έγραφε ο Ελύτης. Αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ ο μικρός ο μέγας, κοπιάρει ο Λυγερός. Δεν θα το έκανα θέμα, αν δεν ανίχνευα σ’ αυτό ένα σύνδρομο της μόδας, το οποίο θα ονομάσουμε «Φούρνος του Χότζα».
Διαβαστε τη συνεχεια στο  The Press Project...

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Άλλα λόγια...





Αν θέλουμε να δραπετεύσουμε από τους κοινούς μας εφιάλτες, καλό είναι να
ξανασχεδιάσουμε συλλογικά τη μοίρα μας με καινούρια υλικά, να βάλουμε σε
καινούρια σειρά όνειρα και αξίες και να μην ξανακοιτάξουμε ποτέ πάλι
πίσω.

Τέσσερις μήνες τώρα γράφω αυτή τη στήλη, και ξαφνικά
χθες το βράδυ συνειδητοποιώ πως ολοένα λέω τα ίδια και τα ίδια. Ύφεση,
ανεργία, σκάνδαλα, διαπλοκή, μνημόνια, τρόικα, νεοφιλελευθερισμός,
αυταρχισμός, κι ένα πολιτικό σύστημα που καταρρέει βρυχώμενο και
απειλώντας να συμπαρασύρει στην πτώση του ό,τι έχει απομείνει όρθιο.


Πάντα η ίδια ιστορία, γραμμένη σε διάφορες παραλλαγές, ένας φαύλος
κύκλος, πότε από τη μία και πότε από την άλλη οπτική γωνία αλλά εντέλει
με τον ίδιο πάντοτε αριθμητή και τον ίδιο πάντα άθλιο παρονομαστή. Η
ίδια εξίσωση, το ίδιο κλάσμα, το ίδιο σκοτεινό τοπίο.
Ε, λοιπόν, δεν θέλω συνεχώς να γράφω γι’ αυτά – έχει και ο μαζοχισμός
τα όριά του. Θα ’θελα να γράφω άλλα πράγματα, πιο χαρούμενα, να δω
χαμόγελα να ανθίζουν στα πρόσωπα των κουρασμένων ανθρώπων που συναντάω
στο μετρό, να δω τους σκυμμένους ώμους στο δρόμο όταν περπατάω να
ανασηκώνονται λίγο, τα σώματα να στέκονται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση,
τα μέτωπα πιο καθαρά, τα πρόσωπα πιο ήρεμα, τα μάτια πιο λαμπερά, τις
ψυχές πιο παιδικές – μ’ αυτή την άγνοια κινδύνου και με την παράλογη
αισιοδοξία που μόνο στα παιδιά την αναγνωρίζεις.


Αλλά δεν είμαι ποιητής ούτε έχω το χάρισμα του κωμωδιογράφου, οπότε
θέλω τουλάχιστον να έχω τη σκέψη μου περισσότερο στραμμένη στο μέλλον,
στο μέλλον μας, παρά στο θλιβερό παρόν και σε όλη τη σχετική
παραφιλολογία.


Όχι ότι το μέλλον, όπως το αντιλαμβάνομαι αυτή τη στιγμή, είναι το
πιο ελπιδοφόρο πράγμα στον κόσμο, έχουν φροντίσει να το υποθηκεύσουν κι
αυτό, να το προεξοφλήσουν στα διεθνή παζάρια του χρήματος. Αλλά ας μην
ξαναρχίσω το ίδιο μοιρολόι, από ’δω το πάμε, από ’κει το πάμε στην ίδια
γκρίνια ξαναγυρνάμε, στην ίδια μεμψιμοιρία που φτάνει μέχρι τα δάνεια
της ελληνικής επανάστασης, τον Τρικούπη, την ταπεινωτική ήττα του ’97,
τον εθνικό διχασμό, τη μικρασιατική καταστροφή, το αναγκαστικό δάνειο
της κατοχής, τον Εμφύλιο, τη Μακρόνησο, τη χούντα – τα θέλει μου
φαίνεται κι εμάς ο οργανισμός μας…


Το μέλλον λοιπόν δεν το βλέπω στη φαντασία μου σαν ζαχαρωτό, σαν
χαρταετό, σαν γαϊτανάκι, σαν γλυφιτζούρι ή σαν τσιχλόφουσκα -πολύ
περισσότερο όχι σαν φούσκα- αλλά αρνούμαι επίσης να το δω με τα μάτια
του καταθλιπτικού ανθρώπου που έχουμε καταντήσει όλοι μας, και δεν
περιμένουμε τίποτα καλό να μας συμβεί εκτός αν μας τύχει το λαχείο (που
δεν αγοράζουμε) ή να μεταναστεύσουμε.


Το μέλλον δεν είναι καρτούν να το βλέπεις και να χαμογελάς, δεν θέλω
να το βλέπω έτσι, αρκετά έχουμε παραμυθιαστεί μέχρι προσφάτως με την
εθνική κωλοφαρδία μας και με την ικανότητά μας να τη σκαπουλάρουμε την
τελευταία στιγμή, δεν γουστάρω πια άλλους ψευτοαισιόδοξους εθνικούς
μύθους, αλλά ούτε και τη χαζοχαρούμενη μαζική ύπνωση βάσει της οποίας
ανατίθεται το μέλλον σε κάποιους κι εμείς καθόμαστε στην πολυθρόνα να
δρέψουμε τους καρπούς – κι έπειτα ξυπνάς απότομα και αναρωτιέσαι από πού
σου ήρθε η κεραμίδα.


Αυτό το τελευταίο να το προσέξουμε λίγο, βρισκόμαστε ως έθνος σε μια
φάση που έχουμε φάει πολλές καρπαζιές μαζεμένες και δεν το ’χουμε σε
τίποτα να πιστέψουμε οποιονδήποτε μας τάζει απλώς ότι θα πάψουμε να
τρώμε κι άλλες. Το ζήτημα δεν είναι να βρεις πάλι κάποιον μεσσία να σε
σώσει βάσει φραστικών υποσχέσεων, μας τέλειωσαν οι μεσσίες ή μάλλον δεν
υπήρχαν ποτέ, φούσκες ήτανε και απλώς ξεφούσκωσαν.


Λέγοντας λοιπόν ότι δεν πρέπει για μια ακόμα φορά να ξεγελαστούμε δεν
ισχυρίζομαι ότι όλοι είναι ίδιοι, υποστηρίζω μονάχα ότι οι παρόμοιες
συνθήκες το πιθανότερο είναι να παράγουν παρόμοιες δομές, να βάζουν τον
ίδιο μηχανισμό να δουλεύει κι όταν το πάρουμε εμείς χαμπάρι να είναι
πολύ αργά και η διαδικασία να είναι μη αναστρέψιμη. Υποστηρίζω επίσης
πως παρότι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουμε είναι ακραίες, θα είναι λάθος
κι αυτή τη φορά να αφεθούμε μονάχα στο αποτέλεσμα που θα βγει από τις
κάλπες – οι εκλογές από μόνες τους ουδέποτε έδωσαν λύση στα προβλήματα
εφόσον δεν είχαν προηγηθεί άλλες διεργασίες μέσα από τις οποίες να
ωριμάσουν αιτήματα και στόχοι, να δημιουργηθεί ένα σαρωτικό κύμα αλλαγών
που να πηγάζει μέσα από την ίδια την κοινωνία.


Σκέφτομαι ότι ακόμα χειρότερο είναι να ψηφίσεις κάποιον απλώς για να
φύγει κάποιος άλλος, είναι πολυτέλειες αυτά, αντιστοιχούν στις εποχές
που πιστεύαμε ότι όλες οι πολιτικές είναι περίπου ίδιες, κι όλο το θέμα
ήταν πώς θα δανειστούμε ή πώς θα εξασφαλίσουμε μερικές επιδοτήσεις
παραπάνω.


Λέω πως είναι καιρός να πάψουμε να περιοριζόμαστε σε ποσοτικά
αιτήματα, αυξήσεις, επιδόματα και φοροαπαλλαγές, και να δώσουμε την
έμφαση στην ποιότητα, στο βαθύτερο περιεχόμενο της πολιτικής. Και την
πολιτική ακόμα να μην τη δούμε σαν τεχνική διαδικασία διαχείρισης των
πελατειακών σχέσεων, όπως μέχρι τώρα την έβλεπαν οι συντηρητικοί, αλλά
ούτε ως πεδίο άσκησης αντικαπιταλιστικής φρασεολογίας και φορμαλισμών
όπως οι αριστεροί, αλλά να τη δούμε ως μέθοδο αυτοοργάνωσης δικής μας,
μέσα από την οποία θα αποφασίσουμε το παραγωγικό και το καταναλωτικό
πρότυπο της χώρας, πώς παράγουμε πλούτο, ποιος είναι ο πλούτος που
επιθυμούμε να δημιουργήσουμε και πώς τον μοιραζόμαστε. Να δώσουμε έμφαση
στην ήπια ανάπτυξη, στην παιδεία, στην υγεία, στον πολιτισμό και στους
θεσμούς, να σκεφτούμε όχι πώς θα διατηρήσουμε το άθλιο κράτος που οι
άλλοι δημιούργησαν αλλά πώς θα το μεταρρυθμίσουμε σε λαϊκό κράτος, πώς
θα δώσουμε περιεχόμενο στην ίδια την έννοια της μεταρρύθμισης, που την
έχουν καταντήσει συνώνυμο της κατεδάφισης.


Να, τέτοια πράγματα θα ’θελα να γράφω τις περισσότερες φορές, που
μπορεί να μην απαραιτήτως αστεία και χαρούμενα αλλά έχουν να κάνουν με
την ελπίδα και με τη δυνατότητα να ζήσουμε πιο ελεύθερα και δημιουργικά.
Να απαντήσουμε στην κρίση όχι με πανικό, όχι με κανιβαλισμό, αλλά με
περισσότερη δημοκρατία. Να πάψουμε να νιώθουμε ότι γίναμε πειραματόζωα
με το ζόρι, αλλά αντιθέτως να γίνουμε εθελοντικά κομμάτι του μεγαλύτερου
κοινωνικού πειράματος χειραφέτησης που πραγματοποιήθηκε ποτέ σ’ αυτό
τον τόπο.
Δημοσιεύτηκε στο  www.ThePressProject.gr

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Με αφορμή τη Μαρία



Η μικρή Μαρία. Αναμφισβήτητα μια τραγική ιστορία. Για την ακρίβεια, χιλιάδες τραγικές ιστορίες που συμπυκνώνονται στο πρόσωπό της: οικογένειες που ξαφνικά ελπίζουν και πάλι.

Σύμφωνοι. Αλλά και μια καλή ιστορία για τα δελτία ειδήσεων, για τα πρωινάδικα, για τα talk shows. Μια ιστορία για να ξεχάσουμε τους άνεργους, την ύφεση, τη διεθνή κρίση, τα νέα μέτρα, το δημοσιονομικό κενό, την αθλιότητα των μνημονιακών πολιτικών.

Ζουμ στο δημόσιο. Γιατί θα ’πρεπε τάχα να εντοπιστεί ένα έκθετο παιδάκι για να «ανακαλύψουμε» ξαφνικά ότι το σύστημα των ληξιαρχείων είναι διάτρητο; Ότι στο δημόσιο τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τους παίρνουν δύο δύο για να… στηρίζουν πάνω τη σκάφη, όπως τα πλυντήρια στο γνωστό ανέκδοτο; Ότι οι δήμοι, παρά τον εξωραϊσμό και την προβολή του κάθε Καμίνη, παραμένουν πρωτόγονοι, κολλημένοι στη δεκαετία του ’70; Γιατί πρέπει πρώτα να γίνεται η ζημιά και μετά να ανακαλύπτουμε τις τρύπες στα συστήματα του δημοσίου;

Ζουμ στην Αστυνομία. Επαίρεται ο κ. Δένδιας για τη συγκυριακή επιτυχία και εξαπολύει νέα πογκρόμ στους καταυλισμούς των Ρομά, αυτών των διαχρονικών αποδιοπομπαίων τράγων από τον μεσαίωνα και εντεύθεν. Σε όλους εμάς που παρακολουθούμε το νέο αστυνομικό σόου σε διακαναλική πανελλήνια μετάδοση, μας πέρασε απ’ το μυαλό ότι όλες αυτές οι διαδικασίες (όπως και πολλές άλλες) δεν θα ’πρεπε επ’ ουδενί λόγω να είναι υπόθεση αστυνομικών, αλλά κοινωνικών λειτουργών; Δεν το λέω μόνο για λόγους δεοντολογικούς, το λέω κυρίως για λόγους αποτελεσματικότητας. Γιατί αν είχαμε το κατάλληλο δίκτυο επαγγελματιών, με την ανάλογη εκπαίδευση και τις απαραίτητες υποδομές, πιθανότατα δεν θα χρειαζόταν η «παρατηρητικότητα ενός μπάτσου», κάτι συμπτωματικό δηλαδή, για να εντοπιστεί η Μαρία και η κάθε Μαρία.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Αρκετά με τους διανοούμενους...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
Όλη αυτή η ιστορία μού θυμίζει νεαρούς γονείς που κάθονται πάνω απ’ το μωρό και περιμένουν φορτικά να πει το πρώτο του λογάκι. Κι αν καθυστερεί λίγο -κατά την άποψή τους- δε διστάζουν να φτάσουν μέχρι παιδοψυχίατρο.
Έτσι και η κοινωνία. Κάθεται συνεχώς πάνω από την ευγενή τάξη των διανοουμένων και τους καλεί φορτικά «να μιλήσουν», «να πάρουν θέση».
Το αστείο είναι πως αν το μωρό στην πρώτη του απόπειρα αποτύχει να προφέρει τις εγκεκριμένες λέξεις «μαμά» ή «μπαμπά» και συλλαβίσει μία μη προβλεπόμενη λέξη ή δοκιμάσει να αρθρώσει φθόγγους δικής του επινόησης (που για μένα θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον), το επίτευγμα αυτομάτως αμαυρώνεται. Ε, κάπως έτσι πάει το πράγμα και με τους διανοούμενους…
Καταρχάς είναι παραμύθι ότι οι διανοούμενοι δεν μιλάνε. Αρκετοί απ’ αυτούς φλυαρούν όλη μέρα στο twitter, στο facebook, ως τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί μαϊντανοί , ως έγκυροι αρθρογράφοι ή κόλουμνιστ σε εφημερίδες και περιοδικά. Ακόμα και οι πιο γηραλέοι θα κληθούν κάποια στιγμή σε τηλεοπτικό πάνελ και θα δοξαστούν ή θα εκτεθούν, ανάλογα με τις διαθέσεις του παρουσιαστή ή με το αν πέτυχαν το πρωί τη σωστή δοσολογία στα χάπια τους.
Αλλά ας δεχτούμε προς στιγμήν ότι οι διανοούμενοι πράγματι δεν μιλάνε. Γιατί θα ’πρεπε οπωσδήποτε να το κάνουν; Και ποιος μας λέει ότι ένας ηθοποιός, ένας έντεχνος τραγουδιστής ή ένας δόκτωρ κάποιας επιστήμης έχει να πει κάτι περισσότερο επί των γενικών θεμάτων από ό,τι ένας φοιτητής, ένας μεροκαματιάρης, ένας επιχειρηματίας ή ένας άνεργος; Για τους συγγραφείς και τους ποιητές δεν το συζητώ καν. Θα ‘πρεπε να θεωρείται δεδομένο, τουλάχιστον κατά τεκμήριο, ότι γράφουν καλύτερα από ό,τι μιλάνε.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Τσομπανάκος ήμουνα, την ατζέντα άλλαζα...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
 Ο τελικός του Ευρωμπάσκετ το 1987. Η Λιλιπούπολη. Τα τραγούδια της παρέας στη σκοπιά. Η εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι». Ο Φρέντι Γερμανός, Αλάτι και πιπέρι. Ο Φίλιππος Συρίγος σ’ εκείνα τα μαυρόασπρα σαββατιάτικα μπασκετικά απογεύματα. Ο Γιάννης Πετρίδης. Ο θείος Νώντας. Ο ξάδερφός μου ο Γιώργος Παπαστεφάνου.
Στεκόμουν απέναντι στην κατάμαυρη οθόνη της τηλεόρασης και σκεφτόμουν τι σημαίνει για μένα η δημόσια τηλεόραση. Ακόμα πιο εκκωφαντική ήταν η μαυρίλα της σιωπής στην άδεια συχνότητα της ΕΡΑ-ΣΠΟΡ.
Προφανώς όλοι έχουμε τις δικές μας εικόνες και τα δικά μας ακούσματα από τη μακρά πορεία της ΕΡΤ. Άλλος θα σου αναφέρει το θέατρο της Δευτέρας, άλλος την κινηματογραφική Λέσχη, άλλος το τρίτο πρόγραμμα, άλλος τον Κόσμος FM, ο κατάλογος είναι ατέλειωτος – και ατελείωτος.
Το περίεργο είναι ότι εκείνοι που εισηγήθηκαν και εφάρμοσαν την αποτρόπαιη απόφαση για την ΕΡΤ μοιάζει να μην έχουν ανάλογες αναμνήσεις. Σκέφτεσαι ότι ίσως να μην ήταν ποτέ παιδιά, να μην άκουσαν ποτέ τους ραδιόφωνο. Ίσως να γεννήθηκαν φορώντας γραβάτα και κρατώντας ένα μαστίγιο στο χέρι – για καρότο ούτε λόγος… Αυτό εξηγεί μάλλον το πώς έχασαν την ιστορικότητα της στιγμής, το πώς παρασύρθηκαν από λανθασμένες ερμηνείες δημοσκοπικών ευρημάτων, το πώς πίστεψαν ότι είχαν βρει το μαγικό τρυκ για ν’ αλλάξουν την πολιτική ατζέντα και υπέπεσαν στο μοιραίο πολιτικό λάθος.
Απέναντι ο Ερντογάν λέει ότι προσπαθεί να καταλάβει τους διαδηλωτές. Εκείνοι δεν έχουν καν τέτοιες ευαισθησίες. Και ο μεν και οι δε, θα πληρώσουν τώρα το τίμημα.
Αλλά δεν έχω σκοπό να εξωραΐσω τίποτα. Προφανώς υπήρξαν και πάρα πολλά σκουπίδια, το νεοελληνικό κιτς αλλά και η αισθητική της Eurovision, κρατικοδίαιτη δημοσιογραφία, κι ακόμα θύλακες διαφθοράς, κομματοκρατία και ρουσφετολογικό βασίλειο.
Προφανώς έχει κάποιο δίκιο ο κ. Κεδίκογλου όταν μιλάει για άντρο διαφθοράς και κακοδιοίκησης. Υπάρχει κι αυτή η ΕΡΤ. Με τη διαφορά ότι αυτή ακριβώς είναι η δική τους ΕΡΤ, εκείνοι την έφτιαξαν και οι συνεταίροι τους του ΠΑΣΟΚ κατ’ εικόνα και ομοίωση, εκείνοι την άλωσαν και τη λεηλάτησαν εκ περιτροπής, διασκόρπισαν τα ιμάτια του αρχείου της, έδωσαν πάσες στην ιδιωτική τηλεόραση, έστησαν μηχανισμούς, διόρισαν, έφαγαν, μοίρασαν φιλέτα και εισέπραξαν μίζες, έκλεισαν γκρίζες συμφωνίες με διεθνή στούντιο και ατζέντηδες, διαμοίρασαν συχνότητες, σκόρπισαν έσοδα, διόγκωσαν προϋπολογισμούς, εξέθρεψαν κομματικούς στρατούς και συνδικαλιστικές ηγεσίες, αδίκησαν ταλέντα και επιβράβευσαν φελλούς, έκοψαν εκπομπές στον αέρα, λογόκριναν ρεπορτάζ, έστησαν δελτία ειδήσεων, πριμοδότησαν τη γραφειοκρατία, κάλυψαν κηφήνες και αργόσχολους, κατέστρεψαν ταλέντα και καριέρες. Έφαγαν, έφαγαν, έφαγαν.
Αλλά υπήρχε δίπλα και η δική μας ΕΡΤ, η ΕΡΤ των φιλότιμων εργαζομένων όλων των ειδικοτήτων, των ομογενών και της περιφέρειας, η ΕΡΤ των ντοκιμαντέρ και των εκπομπών λόγου, η ΕΡΤ των ξαφνικών σπινθιρισμάτων, των λαθραίων επιτυχιών που καμία κλαδική και καμία διορισμένη διοίκηση δεν μπόρεσαν να ελέγξουν. Υπήρξε ακόμα η μήτρα που ήταν έτοιμη να γεννήσει μικρά αριστουργήματα στις λίγες περιπτώσεις που βρέθηκαν -σχεδόν κατά λάθος- άξιοι άνθρωποι στο τιμόνι της, αλλά ούτως ή άλλως εκείνοι δεν άντεξαν για πολύ, εκδιώχθηκαν κακήν κακώς και στη θέση τους ήρθαν άλλοι να γκρεμίσουν ότι είχε χτιστεί και να ξαναοργανώσουν τα κυβερνητικά προτεκτοράτα.
Έπειτα ήρθε η ώρα του Κεδίκογλου και του Σαμαρά, άξιων συνεχιστών του Μόσιαλου. Έλλειψη στρατηγικής, απανωτές αλλαγές στις ηγετικές θέσεις, εσωτερική φαγωμάρα, ύποπτοι σχεδιασμοί, και ένας στρατός λεγεωναρίων με βάση τη μυστική φόρμουλα 4-2-1.
Και ήρθε νομοτελειακά η ώρα του στρατηγικού λάθους. Ο σχεδιασμός φαινόταν καλός. Να αξιοποιήσουν την κούραση του κόσμου από τα χαράτσια και να παίξουν με το τέλος της ΕΡΤ, το οποίο εν τω μεταξύ είχαν ήδη σφετεριστεί εν μέρει για αλλότριες δραστηριότητες. Να εκμεταλλευτούν την απαξίωση της ΕΡΤ,  για την οποία από πολλού είχαν εργαστεί συστηματικά. Και να πετύχουν ταυτόχρονα μια πλειάδα στόχων: να επιβάλουν σιωπητήριο στην ενοχλητική τάση διαφοροποίησης των κυβερνητικών εταίρων, να εξασφαλίσουν ένα μεγάλο πακέτο απολύσεων, θυσία στις αδηφάγες απαιτήσεις της τρόικας, και να προχωρήσουν σε μια μεταρρυθμιστική κίνηση-ηλεκτροσόκ, που θα ταρακουνούσε ολόκληρη των κοινωνία.
Ο σχεδιασμός φαινόταν καλός αλλά δεν ήταν, γιατί υπάρχει και το συναίσθημα, γιατί ο κόσμος καταλαβαίνει ότι εδώ παίζεται κάτι πολύ μεγαλύτερο, είναι θέμα υπεράσπισης της δημοκρατίας και του πολιτισμού, κι ακόμα γιατί βλέπει ότι όλη αυτή η μανία να συντριβεί κάθε τι το δημόσιο παρασύρει μαζί της όλα τα πρωταρχικά δικαιώματα, το δικαίωμα στην υγεία, στην παιδεία, στην κοινωνική ασφάλιση, απειλεί το νερό που πίνουμε, τον αέρα που αναπνέουμε, τις παραλίες μας, τη φύση, τους χώρους άθλησης, ακόμα και πράγματα που ίσως είχαμε υποτιμήσει αλλά η επικείμενη απώλειά τους μας κάνει να τα εκτιμάμε με διαφορετικό μάτι όπως, ας πούμε, οι δημόσιες βιβλιοθήκες.
Ο σχεδιασμός φαινόταν καλός αλλά δεν ήταν. Βιάστηκαν να εκδηλώσουν την επίθεσή τους προσπαθώντας ν’ αλλάξουν απεγνωσμένα την ατζέντα μετά το φιάσκο της ΔΕΠΑ και της GazProm. Και τα κατάφεραν προς στιγμήν, μόνο που η καινούρια ατζέντα ήταν ακόμα δυσμενέστερη γι’ αυτούς, ενώ δίπλα η Τουρκία φλεγόταν κι εκείνη από τη δική της ξαφνική ανάταση, στέλνοντας μήνυμα στην Ελλάδα ή ίσως περιμένοντας κι ένα μήνυμα απ’ αυτήν.
Σ’ αυτήν ακριβώς τη συγκυρία εκδηλώθηκε το πρωτοφανές κίνημα συμπαράστασης και κοινωνικής διέγερσης στην Αγία Παρασκευή. Γύρω από το σήμα της ΕΡΤ παίχτηκε και παίζεται ένα μπρα ντε φερ που η κυβέρνηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κερδίσει, ακόμα κι αν αποτολμήσει να επιχειρήσει το απονενοημένο διάβημα να καταλάβει το ραδιομέγαρο. Γεγονός που θα καταδείκνυε ακόμα πιο βαθιά την αυταρχική/παρακρατική εκτροπή, το αδιέξοδό της και την υπόγεια συμμαχία της με τη Χρυσή Αυγή, ενώ τα στούντιο της δημόσιας τηλεόρασης και ραδιοφωνίας θα μεταφερθούν στην ΕΣΗΕΑ, στα πανεπιστήμια, στα σπίτια του καθενός και δεκάδες sites θα αναμεταδίδουν και πάλι το ακατάβλητο σήμα σε όλη την Ελλάδα και τον κόσμο.
Αλλά ούτε εδώ θέλω να εξωραΐσω τα πράγματα. Το πρώτο σοκ έχει περάσει, και τώρα ήρθε η ώρα οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ και τα συνδικάτα του Τύπου να περάσουν σε ανώτερες μορφές πάλης. Δεν εννοώ μονάχα απεργίες και διαδηλώσεις, εννοώ κάτι πολύ μεγαλύτερο και ακόμα πιο σημαντικό.
Από τη Δευτέρα καλό θα ήταν να δούμε πολύ περισσότερα πράγματα από το αυτοσχέδιο πρόγραμμα της ΕΡΤ. Έναντι της πρωτοφανούς συμπαράστασης του ελληνικού λαού, οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ οφείλουν ένα μεγάλο αντάλλαγμα. Να προχωρήσουν και να πειραματιστούν στην παρουσίαση ενός τηλεοπτικού προγράμματος όπως το έχουν φανταστεί κι όπως το έχουμε ονειρευτεί.
Να κάνουν ρεπορτάζ, να πάνε να καταγράψουν τις ουρές στον ΟΑΕΔ, να μπουν σε νοσοκομεία και σε σχολεία, να δείξουν τα κλειστά καταστήματα, ν’ ανέβουν στη Χαλκιδική, να καλύψουν απεργιακές κινητοποιήσεις άλλων. Να πραγματοποιήσουν μια μεγάλη έρευνα για τις ιδιωτικοποιήσεις, για το φιάσκο της ΔΕΠΑ και της GazProm (από ’κει εξάλλου άρχισαν όλα και πρέπει να το ξαναβάλουμε στην ατζέντα), αλλά και για το υποτιθέμενο success story του ΟΠΑΠ.
Να ξετρυπώσουν τους κακομοίρηδες που κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους σε  πλειστηριασμούς, να μιλήσουν για τις τράπεζες, να δείξουν τον υποτιθέμενο παραδεισένιο κόσμο της Cosco κάτω στο λιμάνι, να ταξιδέψουν στη Μανωλάδα, στην Αργολίδα και στη Λακωνία να ρίξουν τους προβολείς στα βάσανα των μεταναστών, να επισκεφθούν την Αμυγδαλέζα, την Κόρινθο και τα γκέτο των αθηναϊκών συνοικιών.
Να δώσουν δείγματα της νέας ΕΡΤ που θα χτίσουμε αύριο (της ΕΡΤ, όχι της ΝΕΡΙΤ), και να ανατροφοδοτήσουν σε υψηλότερο επίπεδο το κύμα της συμπαράστασης που δικαίως απολαμβάνουν.
Αυτή θα είναι η δική μας εκδοχή της εξυγίανσης του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Οικονομική διπλωματία και η γλώσσα του σώματος...



2012071601304_146358362_type12128
Όσοι παρακολουθούν στοιχειωδώς τα όσα γράφω, θα έχουν ασφαλώς αντιληφθεί ότι δεν είμαι κανένας ταλιμπάν του δημόσιου τομέα και ορκισμένος εχθρός των αποκρατικοποιήσεων.
Σε πείσμα της κυρίαρχης σημερινής αριστερής άποψης, πιστεύω στο σπάσιμο των κρατικών μονοπωλίων, σε μια μικτή οικονομία όπου δημόσιος και ιδιωτικός τομέας θα συνυπάρχουν, αν και θα με ενδιέφερε πολύ περισσότερο η ανάπτυξη ενός τρίτου τομέα όπου η χώρα μας υστερεί απελπιστικά: της κοινωνικής οικονομίας – συνεταιρισμοί, κολεκτίβες, μη κερδοσκοπικά σχήματα, ενώσεις παραγωγών, ενώσεις καταναλωτών και άλλες συλλογικότητες.
Πιστεύω ακόμα ότι ο κρατισμός της Αριστεράς την εμποδίζει στην ουσία να ασκήσει ικανοποιητικό έλεγχο ως αντιπολίτευση στις ιδιωτικοποιήσεις, και ιδίως στους όρους και στη διαφάνεια των διαγωνισμών – και, φυσικά, στο τελικό τίμημα. Όταν είσαι α πριόρι εναντίον κάθε ιδιωτικοποίησης, κάθε είδους αξιοποίησης της κρατικής περιουσίας και κάθε σύμπραξης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, είναι πολύ δύσκολο να υπεισέλθεις στον έλεγχο των επιμέρους παραμέτρων μιας συμφωνίας, και πολύ περισσότερο να γίνεις πειστικός στην κριτική που ασκείς.
Έτσι, λοιπόν, συμβαίνει κάτι πολύ περίεργο. Η Αριστερά μιλάει συστηματικά για «ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας», αλλά κανένας δεν την ακούει. Μόνο που, όπως και να το δει κανείς, ανεξαρτήτως της αφετηρίας από την οποία εκπορεύεται η κριτική της, δεν μπορεί κανείς παρά να παραδεχτεί ότι στην προκειμένη περίπτωση τελικά έχει δίκιο. Όπως και να το δει κανείς, όσο κι αν προσπαθήσει να το δικαιολογήσει ή έστω να το ερμηνεύσει πρόκειται απλώς για ξεπούλημα.
Ακούω την ειδησεογραφία των ημερών και τρελαίνομαι. Οι Γάλλοι ενδιαφέρονται για το νερό, οι Ρώσοι για την ενέργεια, οι Κινέζοι για υποδομές, οι Άραβες για γη, οι Τσέχοι για τον τζόγο, οι Γερμανοί για όλα – και όλοι μαζί ενδιαφέρονται για τις προμήθειες του ελληνικού κράτους και των δημόσιων οργανισμών.
Αν όλα αυτά τα σχέδια πραγματοποιηθούν, μετά δεν θα μιλάμε για κράτος, θα μιλάμε για ένα τεράστιο shops in a shop. Ένα κέλυφος που δεν παράγει και δεν πουλάει τίποτα, παρά μόνο έχει εκχωρήσει το χώρο, τις υποδομές και την πελατεία του σε μαγαζιά τρίτων, που στήνουν την πραμάτεια τους και την εμπορεύονται με προνομιακούς όρους. Για ένα πανηγυράκι, δηλαδή, όπου οι Έλληνες περιορίζονται στο ρόλο του απλού καταναλωτή προϊόντων και υπηρεσιών – με δανεικά πάντα. Μόνο που αυτά τα δανεικά πληρώνονται με τόσο επαχθείς όρους και μνημόνια ώστε δεν συμφέρουν πια, οπότε οσονούπω θα περιοριστούμε όχι πια στο ρόλο του καταναλωτή, αλλά σ’ εκείνον του θεατή. Οι άλλοι θα τρώνε κι εμείς θα βλέπουμε – φάτε μάτια ψάρια.
Εντάξει, πρέπει να αναγνωρίσουμε τις άοκνες προσπάθειες του πρωθυπουργού (άξιος ο μισθός του), που ως πλανόδιος πλασιέ πηγαίνει πότε στο Κατάρ, πότε στην Κίνα και πότε στο Αζερμπαϊτζάν (!) για να προωθήσει το υποτιθέμενο ελληνικό θαύμα – με πενιχρά πάντως αποτελέσματα. Δεν είμαι κατά της οικονομικής διπλωματίας, τομέας στον οποίο διαχρονικά υστερεί το ελληνικό κράτος, αλλά εδώ δεν μιλάμε για οικονομική διπλωματία, μιλάμε για διεθνή επαιτεία.
Παρατηρούσα τον κύριο Σαμαρά στις ειδήσεις, ενώ μιλούσε σε διάφορους κινέζους επίσημους και επιχειρηματίες (κινέζος επιχειρηματίας: το πιο σύντομο μαρξιστικό ανέκδοτο). Η γλώσσα του σώματός του τα ’λεγε όλα: Εδώ οι φτηνές ευκαιρίες. Οικόπεδο στη νοτιοανατολική άκρη της ηπείρου, πύλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σε Ασία και σε Ευρώπη. Με έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό (και εσχάτως πολύ φθηνό). Με όλα τα assets της χώρας, τα περιουσιακά της στοιχεία, τα πλεονεκτήματά της, στο σφυρί, επίσης πάμφθηνα, γιατί ήρθε η κρίση και μας έκοψε τα πόδια και οι διεθνείς πιστωτές μάς έβαλαν το μαχαίρι στο λαιμό.
Καταρχήν, είναι πολύ σκοτεινά τα κίνητρα όλης αυτής της υστερίας. Πρόκειται για την ανάγκη να γίνει το κράτος πιο μικρό και ευέλικτο; Να επικεντρωθεί στα επιτελικά  καθήκοντά του και ν’ αφήσει το επιχειρείν για τους ιδιώτες; Ή μήπως πρόκειται απλώς για την αδήριτη ανάγκη να μειωθεί το χρέος όπως όπως; Πρόκειται για προσπάθεια εξορθολογισμού της παραγωγικής δομής του Δημοσίου, βάσει της οποίας θα απαλλαγεί από «κοστοβόρες» δραστηριότητες και θα μειώσει τα ελλείμματά του, ή μήπως πρόκειται για ευθυγράμμιση με νεοφιλελεύθερες συνταγές που προβλέπουν την εκχώρηση κάθε επικερδούς δραστηριότητας στο κεφάλαιο, προς όφελος της παγκοσμιοποίησης;
Βλέποντας τα πράγματα από την ανάποδη οπτική γωνία, πώς στα κομμάτια θα βελτιωθεί ο επιτελικός ρόλος του κράτους, όταν στερείται από όλα τα εργαλεία άσκησης οικονομικής πολιτικής – πρώτα από τις όποιες δυνατότητες άσκησης νομισματικής πολιτικής, και τώρα από κάθε αναπτυξιακό βραχίονα που θα έδινε αναπτυξιακό τόνο και ρυθμό στην οικονομία; Και πώς να μειωθεί το χρέος όταν ξεπουλάς στη χειρότερη δυνατή συγκυρία, και με τους αγοραστές να κανονίζουν κατά το δοκούν τους κανόνες του παιχνιδιού; Κι ακόμα, πώς απαλλάσσεται τάχα το Δημόσιο από «κοστοβόρες» δραστηριότητες, όταν για να εξυγιάνει -δήθεν- το τραπεζικό σύστημα χωρίζει τις προβληματικές (ή οιωνεί προβληματικές) τράπεζες σε καλές και κακές, φορτώνεται το «κακό» κομμάτι και εκχωρεί το «καλό» στους ιδιώτες, δίνοντάς τους και μπόνους από πάνω για να ανακεφαλαιοποιήσουν τις επιχειρήσεις τους που τις έριξαν έξω;
Κι ένα τελευταίο. Εντάξει, ξέρουμε ότι η τρόικα ήρθε στην Ελλάδα για να επιτηρήσει τη δημοσιονομική προσαρμογή, για να ελέγξει την υλοποίηση της συμφωνίας με τους πιστωτές. Πολύ φοβάμαι όμως ότι και η τρόικα οικονομική διπλωματία ασκεί στα μέρη μας, και μάλιστα με τρόπο πολύ πιο αποτελεσματικό από ό,τι το κάνει ο πρωθυπουργός και η κουστωδία του στα δαπανηρά τους ταξίδια. Οικονομική διπλωματία ασκεί και η τρόικα στη χώρα μας – η δική τους γλώσσα του σώματος αυτό προδίδει επίσης.
Κι εμείς απλώς τους κοιτάμε – με τη δική μας γλώσσα έξω.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Παιδεία: Ντέρμπι σε λάθος γήπεδο...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
            
 Δεν θα κάτσω να το πολυκουβεντιάσω αν η ΟΛΜΕ έκανε καλά ν’ αποφασίσει απεργίες μέσα στις Πανελλαδικές. Δεν θα συνεχίσω αυτή την κουβέντα, για τον απλούστατο λόγο ότι κατά τη γνώμη μου όλη αυτή η σύγκρουση διεξάγεται σε λάθος γήπεδο. Το κλειδί της τεράστιας λαθροχειρίας βρίσκεται, νομίζω, στη δήλωση του υπουργού Παιδείας, καθώς εξερχόταν προχθές από το Μέγαρο Μαξίμου: «Το δικαίωμα των νέων να διαγωνιστούν στην πρώτη πιο κρίσιμη εξέταση της ζωής τους σε ένα περιβάλλον ομαλότητας και ηρεμίας είναι ιερό»

Νάτη η κομπίνα! Ανακάλυψαν ξαφνικά το ιερό δικαίωμα των μαθητών στις… εξετάσεις! Μέχρι τώρα αναγνωρίζαμε το δικαίωμα στην υγεία, στην εργασία, στην κοινωνική ασφάλιση, στην παιδεία. Αυτό μάλιστα, κύριε καθηγητά, το δικαίωμα των παιδιών στην παιδεία, ναι! Αλλά το ρηξικέλευθο «δικαίωμα στις εξετάσεις» από πού κι ως πού σας προέκυψε;

Τι είναι οι Πανελλαδικές; Ένα στρεβλό, παρωχημένο, χρεοκοπημένο σύστημα, μια ελληνική πατέντα που έρχεται διαχρονικά να συγκαλύψει τις πάγιες και διαρκείς παθογένειες του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Την αδυναμία παροχής υψηλού επιπέδου υπηρεσιών εκπαίδευσης στην ελληνική νεολαία. Την αδυναμία όξυνσης της κριτικής σκέψης. Την αδυναμία καλλιέργειας του πολιτισμού. Την αδυναμία των πανεπιστημίων να επιλέξουν με αξιόπιστο τρόπο, στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησής τους, τους φοιτητές τους. Την αδυναμία του κράτους να εμπεδώσει στην πράξη τη συνταγματική επιταγή για την παροχή δωρεάν παιδείας.

Κάπως, έτσι, λοιπόν, φτάσαμε ανεπαισθήτως στο… ιερό δικαίωμα στις εξετάσεις. Στο ιερό δικαίωμα, δηλαδή, της νεολαίας να μπει στο χειρουργείο και στην εντατική, χωρίς να πάσχει από την παραμικρή ασθένεια.

Μπορείτε, κύριοι, να εγγυηθείτε στα παιδιά μας ισότητα ευκαιριών; Δεν μπορείτε. Γι’ αυτό ομνύεται στις εξετάσεις και τις θεοποιείτε. Μπορείτε να τους εξασφαλίσετε ένα σύγχρονο σετ γνώσεων, να τους μεταδώσετε μεθοδολογία έρευνας και μελέτης, να τους συνδέσετε με τα κείμενα της ελληνικής γραμματείας διαχρονικά, να τους μυήσετε στη σύγχρονη επιστημονική γνώση, στο πείραμα και στην απόδειξη, στην αμφισβήτηση και στο ερευνητικό πνεύμα, να τους καλλιεργήσετε την αρμονία σώματος και πνεύματος, να τους εισαγάγετε στα σύγχρονα ρεύματα της τέχνης, του λόγου και της σκέψης, να τους διασφαλίσετε την άρτια εκμάθηση τουλάχιστον δύο γλωσσών – διαβατήριο για την ένταξη στην παγκόσμια κοινότητα;

Δεν μπορείτε, γι’ αυτό μετατρέπετε σε φετίχ τις εξετάσεις και εφευρίσκετε το αστείο «δικαίωμα» σ’ αυτές. Δεν μπορείτε, γι’ αυτό στοχοποιείτε τους δασκάλους και τους καθηγητές προκειμένου να μεταθέσετε σ’ αυτούς το βάρος της τεράστιας ευθύνης σας.

Επικαλείσθε την κρίση, αλλά η κρίση είναι μονάχα το πρόσχημα. Ας το δούμε λίγο αυτό. Έχουμε, λέτε, ακριβή παιδεία. Ουδέν ορθότερον! Αλλά η παιδεία δεν είναι ακριβή κυρίως λόγω των ωρομίσθιων καθηγητών (μια παραφωνία για την οποία εσείς φέρετε την ευθύνη στο ακέραιο), ούτε βέβαια των μόνιμων. Η παιδεία είναι ακριβή λόγω του οργίου της παραπαιδείας, των φροντιστηρίων, των ινστιτούτων ξένων γλωσσών, των ΚΕΚ και όλων αυτών των εξαμβλωμάτων που έχει δημιουργήσει η κακώς εννοούμενη ιδιωτική πρωτοβουλία με τη στήριξή σας.

Λέτε, λοιπόν, ότι είστε μεταρρυθμιστές και Ευρωπαίοι. Ιδού το πεδίο για να κάνετε μεταρρυθμίσεις, αυθεντικές μεταρρυθμίσεις και όχι προκρούστειες μνημονιακές επεμβάσεις. Καταργείστε τις εξετάσεις τώρα! Σπάστε το καρκίνωμα της παραπαιδείας που ρουφάει τον προϋπολογισμό της ελληνικής οικογένειας (ό,τι αφήσατε, τέλος πάντων απ’ αυτό, με τις περικοπές, τους φόρους και τα χαράτσια σας). Αποδομήστε την παπαγαλία και την τυποποίηση της γνώσης, που αποτελούν τα βάθρα στα οποία βασίζεται η φροντιστηριακή σας εκπαίδευση.

Κι αν εκεί βρίσκατε  αντιμέτωπους ένα μέρος των καθηγητών, τότε ας τους τσακίζατε. Θα είχατε μαζί σας όλη την κοινωνία… Αυτή όμως δεν θα ήταν μια οριζόντια παρέμβαση όπως οι δικές σας, τα ξερά μαζί με τα χλωρά, τα ήμερα με τα άγρια. Θα ήταν μια στοχευμένη παρέμβαση που θα έδινε εργαλεία στον ευσυνείδητο εκπαιδευτικό να κάνει καλύτερα τη δουλειά του και θα πέταγε έξω από το σύστημα τον φαύλο και τον διεφθαρμένο. Και τότε θα μπορούσατε να κάνετε με πειστικό τρόπο και άλλα βήματα: να εφαρμόσετε μια γνήσια και αντικειμενική αξιολόγηση, που παριστάνετε ότι τη θέλετε μονάχα για να την έχετε ως φόβητρο για τους καθηγητές και ως εργαλείο εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών σας. Κι ακόμα, θα μπορούσατε να σπάσετε την επετηρίδα και να πριμοδοτήσετε τους νέους και τους άξιους έναντι των κουρασμένων, των λουφαδόρων ή των προβληματικών (υπάρχουν και τέτοιοι, εσείς τους αναθρέψατε μέσα στην αναξιοκρατία που εγκαθιδρύσατε, στο κομματικό κράτος, με τις αποσπάσεις και τα ρουσφέτια σας).

Αλλά εσείς μονάχα μνημονιακές περικοπές ξέρετε να απεργάζεστε. Πού; Στην παιδεία! Στο μοναδικό πεδίο που θα ’πρεπε ν’ αφήσετε αλώβητο, αν όχι να επανεπενδύσετε σ’ αυτό, αν θέλατε πραγματικά να βγει η χώρα από τη δομική της κρίση και το σπιράλ της μιζέριας στην οποία διαχρονικά την έχετε καταδικάσει.

Σας ακούω συχνά να απολογείστε στους στρατιωτικούς και στα σώματα ασφαλείας για τις περικοπές που τους επιβάλλετε, να τους υπόσχεστε γονατιστοί ότι σε πρώτη ευκαιρία θα τους αποκαταστήσετε στην προτέρα οικονομική τους κατάσταση. Κανείς δεν θα διαφωνούσε μ’ αυτή σας την ευαισθησία, αν δεν ιεραρχούσατε πριν απ’  αυτούς την παιδεία και την υγεία (αλλά η περίπτωση της υγείας είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση, έτσι που την έχετε κι αυτήν καταντήσει με τις διαχρονικές πολιτικές σας).

Αντ’ αυτού όμως εσείς τι κάνετε; Επιχειρείτε να βάλετε ακόμα πιο βαθιά το μαχαίρι στον κορμό της παιδείας, να εξοικονομήσετε από ’κει τις απολύσεις που με άφρονα τρόπο δεσμευτήκατε να πραγματοποιήσετε και τώρα δεν ξέρετε πώς.

Και, το χειρότερο; Προσπαθείτε να ταπεινώσετε τους καθηγητές. Λες και υπάρχει περίπτωση ένας καθηγητής ταπεινωμένος να διδάξει ήθος και να μεταδώσει ικανότητα σκέψης στα παιδιά, να τους εμπνεύσει την αγάπη και την έφεση για τη γνώση, να διεγείρει μέσα τους ευαισθησίες και δεξιότητες.

Συνεχίστε έτσι και μη σας νοιάζει. Μια σπίθα θα είναι αρκετή για να βάλει φωτιά στον άνυδρο μνημονιακό σας κάμπο. Αν δεν έρθει σήμερα θα ’ρθει αύριο. Αν δεν έρθει στο χώρο της παιδείας θα έρθει από αλλού, π.χ. από το ποδόσφαιρο. Άλλη αρμοδιότητα κι αυτή -εντελώς συμπτωματικά- του υπουργείου Παιδείας, όπου εφαρμόζετε παρόμοιες πολιτικές. Σάββατο οργανώσατε την επιστράτευση των καθηγητών για να καθαρίσετε με την παιδεία. Λίγο αργότερα καθαρίσατε με το ποδόσφαιρο – επιστρατεύοντας εκεί τη διαιτησία…

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Ψόφησε το γομάρι και μας έμεινε το… σαμάρι...



5
Αντώνη, σε έχω χάσει! Πού είναι εκείνη η εποχή που έτρεχες στα Ζάππεια και μας έδινες ελπίδα και προοπτική για ν’ αντέξουμε τα υφεσιακά μέτρα της τρόικας και να πειστούμε για τη σωτηρία της πατρίδας. Πού είναι εκείνη η εποχή, Αντώνη, που πήγαινες πάνω κάτω και ζητούσες εκλογές και αυτοδυναμία ώστε εφαρμόσεις απερίσπαστος το αναπτυξιακό σου πρόγραμμα, να μειώσεις τη φορολογία των φυσικών προσώπων και των επιχειρήσεων, τους άμεσους και τους έμμεσους φόρους, με δέσμες μέτρων και με συνταγές σίγουρες.
Τώρα σε περιμένω κάπου να σε συναντήσω, αλλά εσύ πουθενά. Σε περιμένω στη Βουλή να μου δώσεις θάρρος και να αντιπαρατεθείς στους μνημονιακούς υπουργούς και στα άδικα και ατελέσφορα μέτρα. Τίποτα. Ακόμα και στην ώρα του πρωθυπουργού, δικό σου προνόμιο βάσει του κανονισμού της Βουλής, ακόμα κι εκεί άφαντος είσαι. Κάποιον άλλον αφήνεις πάντα στο πόδι σου, μέχρι που συλλογιέμαι ότι κάτι θέλεις να μας πεις μ’ αυτό, ότι ίσως όταν φτάσει εκείνη η καταραμένη ώρα των επόμενων εκλογών -που κανείς βέβαια δεν τις θέλει, κατά τα λεγόμενά σου- μήπως πάλι κάποιο στουρνάρι αφήσεις στο πόδι σου να διεκδικήσει την πρωθυπουργία και χάσει ο τόπος την καλή τη ράτσα και ξεπέσει. Και πώς να τις θέλει, δηλαδή, ο κόσμος τις εκλογές, που τόσα περίμενε από τις προεκλογικές διακηρύξεις και από τις μετεκλογικές προγραμματικές σας συμφωνίες και τίποτα από όλ’ αυτά δεν είδε, μέχρι που άρχισε να υποπτεύεται ότι δεν είσαι εσύ που κυβερνάς, Αντώνη.
Σε περιμένω να σε δω και να σε καμαρώσω, αλλά εσύ έχεις άλλες ασχολίες, ύψιστες απ’ ό,τι φαίνεται, μιλάς με τον Ύψιστο και κανονίζεις την πορεία σου. Κι αν ο Ύψιστος κάποια στιγμή δεν ανταποκριθεί, έχεις άλλους ύψιστους εσύ στους οποίους απευθύνεσαι για να πάρεις γραμμή. Σε περιμένω, Αντώνη, να εμφανιστείς, γιατί είσαι ο τελευταίος σ’ αυτή τη χώρα που αρνήθηκε να γίνει δηλωσίας και το εκτιμώ πολύ αυτό. Όλοι οι άλλοι πήγαν και υπέγραψαν ό,τι τους ζήτησαν, για να σωθεί η πατρίδα βέβαια, αλλά εσύ βράχος, ούτε για να σωθεί η πατρίδα δεν υπογράφεις, έχεις την αξιοπρέπειά σου εσύ.
Μονάχα σε προστατευμένα περιβάλλοντα μπορώ να σε παρακολουθήσω πλέον, από την τηλεόραση μονάχα, είναι γνωστή άλλωστε η φωτογένεια και οι τηλεοπτικές σου επιδόσεις – έτσι δεν σάρωσες και τον Τσίπρα στο ντιμπέιτ στις τελευταίες εκλογές και του πήρες την μπουκιά μέσα απ’ το στόμα;
Αχ, αυτοί οι επικοινωνιολόγοι, πήγαν τότε να σε καταστρέψουν. Σου ’λεγαν, οι άσχετοι, ότι δεν πρέπει να εκτεθείς σε δημόσια αντιπαράθεση και διάλογο, αλλά εσύ ήξερες τι έκανες, βγήκες στο γυαλί και τα πήρες όλα δικά σου. Έχε το νου σου, όμως, γιατί και τώρα μου φαίνεται ότι οι επικοινωνιολόγοι σου βυσσοδομούν εις βάρος της δημόσιας εικόνας σου. Σ’ έχουμε χάσει, Αντώνη, κι είμαστε ορφανοί. Δεν μας νοιάζει που δεν υπάρχουν δουλειές, δεν μας ενοχλεί που τις  τελευταίες οικονομίες μας τις ρουφάει η εφορία με το καλαμάκι, δεν μας πειράζει που τα μαγαζιά είναι ξενοίκιαστα ή άδεια. Αλλά δεν αντέχουμε στην ιδέα ότι μας γυρίζεις την πλάτη και συνομιλείς μονάχα με ξένους ηγέτες ή με τους άλλους δύο πολιτικούς αρχηγούς – κι από δημόσιες εμφανίσεις τίποτα. Μέχρι στο συνέδριο του Economist θα ’ρθω την άλλη φορά να σε παρακολουθήσω, γιατί έχω κάνει μαύρα μάτια να σε δω. Αχ, αυτοί οι επικοινωνιολόγοι, να μην έχουν εμπιστοσύνη στον λαοπρόβλητο λαϊκό ηγέτη, τον μακράν καταλληλότερο για πρωθυπουργό, και να τον κρύβουν μέσα στη γυάλα του Μαξίμου και πίσω από τα τιτιβίσματα του Μουρούτη.
Μερικοί διατείνονται ότι, όπως όλοι οι προκάτοχοί σου, σ’ έχουν κλεισμένο μέσα σ’ ένα γυάλινο πύργο ο Φαήλος κι ο Χρύσανθος και δεν έχεις επαφή με τα προβλήματα. Εγώ το ξέρω καλά όμως, το άκουσα και στο διάγγελμά σου τις προάλλες, γιατί οι επικοινωνιολόγοι σού έχουν πει ότι διαγγέλματα δεν πειράζει να εκφωνείς, εκεί που υπάρχει αντίλογος μόνο να μην πηγαίνεις, το άκουσα στο διάγγελμά σου, λοιπόν, ότι πονάς πάρα πολύ για τα βάσανα των υπηκόων σου, ότι δεν θα τους δώσεις ποτέ ψεύτικες υποσχέσεις, αλλά ότι παρ’ όλα αυτά τα δύσκολα πέρασαν. Υπάρχουν βέβαια ορισμένες απειλές ακόμα για την πατρίδα, αλλά με την κοινή προσπάθεια θα ξεπεραστούν κι αυτές.
Εντάξει, μεταξύ μας, δεν θα ’πρεπε να ξεπεραστούν οι απειλές για την πατρίδα και τόσο γρήγορα, η βιασύνη ποτέ δεν ωφελεί – πρέπει πρώτα να διευθετηθεί η αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος προς όφελος ορισμένων τζακιών, να ξαναξεκινήσει η κατασκευή των μεγάλων αυτοκινητόδρομων προς όφελος κάποιων άλλων, κι ας μην υπάρχουν πια αυτοκίνητα να τρέξουν σ’ αυτούς, δεν πειράζει, να αξιοποιηθούν καταλλήλως κάποια φιλέτα του δημοσίου, γενικώς το κράτος να απελευθερωθεί από τα βαρίδια του που θα τα φορτωθούν κάποια κορόιδα κι έτσι εμείς θα γλιτώσουμε.
Με τα δικά σου βαρίδια δεν ξέρω τώρα τι πρόκειται να κάνεις. Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενες να συγκυβερνάς με Βενιζέλο και Κουβέλη, αν το ’ξερες ουδέποτε θα είχες κυνηγήσει εκείνες τις εκλογές, καλός ήταν ο Παπαδήμος κα μετά έβλεπες τι θα ’κανες. Αλλά σου ’λαχε εσένα να πιεις το πικρό ποτήρι, να μη σε αφήνουν να ασκήσεις απερίσπαστος τις συνταγματικές προνομίες σου ως πρωθυπουργός και να σε παρενοχλούν σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορείς να εφαρμόσεις ούτε το οικονομικό σου πρόγραμμα και τις φοροαπαλλαγές, να σ’ εμποδίζουν να βγάλεις τις κουκούλες από τους κουκουλοφόρους και να ανακαταλάβεις τις πόλεις. Τίποτα δεν σου επιτρέπουν να κάνεις όπως το θες, κι ας συμφωνούν σε τελική ανάλυση μαζί σου ακόμα και στην αστυνόμευση, στη μη παραχώρηση ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών, στο χαράτσι, στις απολύσεις στο Δημόσιο και στον υπερφυσικό ΦΠΑ. Αλλά ενώ εσύ θυσιάζεσαι καθημερινά για να σώσεις την πατρίδα, εκείνοι μονάχα την παρτίδα και το πολιτικό κόστος κοιτάνε και προσπαθούν να σου το επιρρίψουν εσένα – ευτυχώς που εσύ δεν λογαριάζεις τίποτα. Πόσο, δηλαδή, ακόμα πολιτικό κόστος μπορεί να φορτωθεί ένας πρωθυπουργός που εφαρμόζει τις δικές σου πολιτικές;
Θα μου πεις τώρα ότι διαπραγματεύεσαι, ότι δημιούργησες πλεόνασμα, ότι έριξες το επιτόκιο των δανείων και τα επιμήκυνες. Ξέρω, ξέρω, όλ’ αυτά είναι πέρα για πέρα αλήθεια, αλλά για κάποιο μυστήριο λόγο ο ελληνικός λαός αρνείται να καταλάβει το έργο σου και πηγαίνει και αυτοκτονεί σωρηδόν, παρατάνε τα σπίτια τους και τρέχουν σε συσσίτια για να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις στη διεθνή κοινή γνώμη, κάνουν ό,τι μπορούν, τέλος πάντων για να αποδομήσουν το έργο σου, να ανεχθούν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται, να συντηρήσουν τις εστίες της ανομίας και να ενισχύσουν τα άκρα – έτσι, από πείσμα.
Το μόνο, βρε Αντώνη, που δεν καταλαβαίνω είναι τι ακριβώς πρεσβεύεις εσύ στον μάταιο τούτο κόσμο. Σε ήξερα για υπερπατριώτη, να όμως τώρα που αφήνεις στην άκρη και την ΑΟΖ και το Σκοπιανό (όχι ότι προσωπικά θα ήθελα να δω να εφαρμόζονται οι πολιτικές σου σ’ αυτά τα θέματα). Ακόμα και την Κύπρο την άφησες στην τύχη της, και ευτυχώς που βρέθηκε ο Σάλλας να πάρει τις κυπριακές τράπεζες από το υστέρημά του και με δικό του ρίσκο και κάπως σώθηκε το παιχνίδι. Τα σύνορα με την Αλβανία που άνοιξες κάποτε και καμάρωνες τα έκλεισες πάλι – αυτό δεν το καταλαβαίνω. Φιλελεύθερος ήσουν και ήθελες να μειώσεις τους φόρους αλλά τίποτα, αυτοί όλο και αυξάνονται σε πείσμα του φιλελευθερισμού σου. Θρήσκος είσαι, αλλά κι αυτό το πράγμα να βάλεις τη συνεδρίαση της Βουλής για τα επαχθή εφαρμοστικά μέτρα ανήμερα τη Μεγάλη Πέμπτη δεν συνάδει. Ακραιφνής δεξιός ήσουν, και τόσον καιρό ανέχεσαι να κυβερνάς μαζί με σοσιαλδημοκράτες και με αριστερούς. Τι θέλεις σ’ αυτό τον κόσμο, Αντώνη, και τι επιδιώκεις, ούτε κι εσύ δεν το ’χεις ξεκαθαρίσει μου φαίνεται. Υποθέτω όμως ότι το κάνεις για το καλό της πατρίδας, οπότε εντάξει.
Εκεί που σε παραδέχομαι είναι στον χειρισμό της ποίησης. Δεν σου το ’χα, ρε συ Αντώνη, να παίζεις τον Ελύτη στα δάχτυλα, κι ας είχε πάρει θέση υπέρ της Πολιτικής Άνοιξης, της Χαμένης Άνοιξης λέω εγώ, αλλά αυτό δεν ανήκει στο σώμα της ποιήσεως οπότε δεν είσαι υποχρεωμένος να το καταλάβεις.
Σε θαύμασα πριν από λίγον καιρό που ξετρύπωσες εκείνο το καταπληκτικό απόσπασμα από τον «Μικρό ναυτίλο» του Ελύτη: «Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Εντάξει, μερικοί κακοπροαίρετοι λένε ότι το απήγγειλες λάθος, πως ούτε τρεις αράδες δεν μπορείς να διαβάσεις σωστά, είπες «εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα» και όχι «εάν αποσυνδέσεις». Αλλά αυτό είναι για μένα λεπτομέρεια. Είτε έτσι το πεις είτε αλλιώς, το νόημα δεν αλλάζει, ίσως μάλιστα η δική σου εκδοχή να είναι ακριβέστερη – πώς στα κομμάτια μπορούσε να φανταστεί ο Ελύτης πού θα φτάσει η χώρα επί των ημερών σου. Εντάξει, λοιπόν, την αποσύνθεσες την Ελλάδα, τα κατάφερες, μπράβο σου.
Τα άλλα, τώρα, την ελιά και το αμπέλι και το καράβι, άσ’ τα, είναι δική μας δουλειά. Έτσι που τα κατάφερες, σιγά μη σου αναθέσουμε και τη λεπτή, επίπονη και απαιτητική αποστολή της ανασύνθεσης της χώρας – μη χάσουμε.

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Παραλήρημα για την επόμενη μέρα...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
Παρατηρώ γύρω μου ανθρώπους που δεν είναι διατεθειμένοι να παραδεχτούν ότι αυτή η κρίση άλλαξε για πάντα το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούμε και εργαζόμαστε (ή, εξίσου πιθανό πια- δεν εργαζόμαστε). Το βλέπουν, αλλά αρνούνται να το παραδεχτούν. Έχουν την απαίτηση να γυρίσουμε πίσω στο 2009, να συνεχίσουμε να ζούμε με τις ίδιες συνήθειες, με τις ίδιες αξίες, με τα ίδια λεφτά.
Κι επειδή αυτό είναι φύσει αδύνατον, πολύ φοβάμαι ότι ο πληθυντικός αριθμός πάει περίπατο και η απαίτηση μετατρέπεται ως εξής: Να συνεχίσει εκείνος να ζει με τις ίδιες συνήθειες, με τις ίδιες αξίες, με τα ίδια λεφτά. Κι οι άλλοι, η χώρα, η κοινή μας συλλογική μοίρα, ας παν να κουρεύονται.
Παρατηρώ ότι αυτού του είδους η λογική δεν έχει χρώμα, κόμμα ή ενιαία χαρακτηριστικά. Είναι μια οριζόντια κάστα που μπορείς να τη συναντήσεις σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, σε διαφορετικές ηλικίες και σε άτομα από όλο ανεξαιρέτως το πολιτικό φάσμα. Αυτό κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα, γιατί τέτοιες νοοτροπίες νοθεύουν τις πολιτικές, ανακατεύουν τα ξερά με τα χλωρά και θολώνουν την εικόνα, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που στα καταθετικά κεφάλαια των τραπεζών αναμειγνύονται το μαύρο χρήμα με τις υγιείς αποταμιεύσεις. Έχεις την εντύπωση ότι τα δικά σου λεφτά, που τα μάζεψες δεκάρικο-δεκάρικο, θα νοθεύσουν τα μεγάλα ποσά; Όχι, το αντίθετο θα συμβεί. Τα βρόμικα λεφτά θα νοθεύσουν τα δικά σου! Έχεις την εντύπωση ότι άμα μπουν μέσα στο πλυντήριο ρούχα καλά και ρούχα σκάρτα, αγορασμένα απ’ το καλάθι, υπάρχει περίπτωση τα καλά να είναι εκείνα που θα ξεβάψουν και θα δώσουν καλό χρώμα στα σκάρτα; Ε, κάπως έτσι γίνεται και στην ελληνική κοινωνία, ιδίως μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες της κρίσης και της σύγχυσης, που σου παίρνουν τα μυαλά και σε δυσκολεύουν να σκεφτείς με ψυχραιμία.
Ο ατομικισμός, φυσικά, δεν αποτελεί καινούριο φρούτο. Είναι η επιτομή της καπιταλιστικής κουλτούρας, που παρεισέφρησε ανεπαίσθητα από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέσω της τηλεόρασης και των lifestyle περιοδικών, αλλά κυρίως μέσα από τα καινούρια εργασιακά ήθη και τα πρότυπα που υιοθετήθηκαν και διαδόθηκαν με την ανοχή μας. Απλώς σε συνθήκες ευφορίας δεν φαινόταν και τόσο πολύ, δεν σε πολυπείραζε να σου πάρει ο άλλος με πονηριά τη σειρά στην ουρά, στο βαθμό που θα έφτανες κι εσύ κάποια στιγμή στο ταμείο να εισπράξεις. Υπήρχαν λεφτά για όλους, ή, τέλος πάντων για τους περισσότερους, κι αυτό δημιουργούσε μια επίπλαστη αίσθηση συλλογικότητας, που μπορεί να μην ήταν και τόσο συλλογικότητα αλλά δεν σε πείραζε, ή δεν  αντιλαμβανόσουν καν το επίπλαστο του πράγματος, μια και υπήρχε μια μερίδα φαΐ για τον καθένα – έστω και ανισομερής.
Υφίσταται όμως και μια αισιόδοξη πλευρά σε όλη αυτή την εικόνα: Η μεγάλη πλειοψηφία όσων θέλουν την επιστροφή στο 2009 ανήκει στις κατηγορίες του πληθυσμού που έχουν πληγεί λιγότερο από την κρίση. Ακούγεται αντιφατικό αυτό – θα περίμενε κανείς να λιγουρεύονται το λαμπρό, αν και επίπλαστο, παρελθόν όσοι απ’ τα ψηλά έπεσαν στα χαμηλά, όσοι γκρεμίστηκαν μέσα σε μήνες ή μέσα σε λίγα χρόνια και βρέθηκαν ξαφνικά στην ανάγκη.
Καλώς ή κακώς, όμως, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ο άνεργος καταλαβαίνει πολύ καλύτερα τις αιτίες (γιατί τις ζει στο πετσί του), από εκείνον που υπέστη απλώς κάποιες περικοπές στο μισθό του ή από τον άλλον που ξενοικιάστηκε ένα από τα ακίνητά του, που του χρωστάνε μερικά νοίκια ή αναγκάστηκε να τα μειώσει.
Το σοκ έχει βοηθήσει τον άνεργο, τον επισφαλώς ή τον απλήρωτο εργαζόμενο, τον αγρότη που δεν έχει πού να πουλήσει τα προϊόντα του, τον μαγαζάτορα που η κρίση και οι μεγάλες αλυσίδες και τα Mall σάρωσαν την επιχείρησή του, να σκεφτεί τη ζωή του, τη ζωή μας, απ’ την αρχή. Κι όποτε καταφέρνει να παραμερίσει τις προσωπικές ενοχές για τις δικές του αποφάσεις που τάχα τον έφεραν στη σημερινή κατάντια, διακρίνει πολύ πιο καθαρά το αδιέξοδο των παλιών πολιτικών αλλά και τη ματαιότητα των σημερινών. Πάνω απ’ όλα καταλαβαίνει ότι αυτές οι σημερινές πολιτικές δεν είναι παρά συνέχεια των παλιών, ότι δεν είναι πολιτικές διάσωσης της οικονομίας και της χώρας, είναι πολιτικές επιβίωσης των δυνάμεων εξουσίας που έφεραν τα πράγματα ως εδώ.
Αυτή νομίζω πως είναι και η αφετηρία για τη δημιουργία του καινούριου μπλοκ που διεκδικεί την εξουσία στην ελληνική κοινωνία και θα ανατρέψει τις αδιέξοδες πολιτικές. Ένα μπλοκ που ξεκινάει από όσους δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν, απ’ αυτούς που βλέπουν τα όνειρά τους να γκρεμίζονται, εκείνους που θέλουν να προστατέψουν από τη λαίλαπα τα παιδιά τους, αλλά καταλαβαίνουν πως δεν το μπορούν. Δεν το μπορούν όσο οι δομές της εξουσίας παραμένουν οι ίδιες, όσο τα βάρη πέφτουν στο ίδιο πάντα κομμάτι της κοινωνίας και κάποιοι εξακολουθούν να ευημερούν -σχετικά έστω-, διατηρώντας ζηλότυπα το δικαίωμα (κληρονομικώ ή ταξικώ δικαίω) να διαφεντεύουν τις τύχες μιας χώρας που λεηλάτησαν, μιας κοινωνίας που εκείνοι ποτέ δεν πίστεψαν στις δημιουργικές της δυνάμεις και γι’ αυτό η μόνη τους έγνοια ήταν πώς να την υποθηκεύσουν για χάρη μιας πρόσκαιρης ρευστότητας.
Τώρα, η μόνη ρευστότητα που απέμεινε είναι η ρευστότητα των εξελίξεων. Αυτό το κλίμα της αβεβαιότητας για το αύριο, η ομίχλη που σκεπάζει τους ορίζοντες, ο καταιγισμός αρνητικών γεγονότων που στροβιλίζει την κοινωνία συνεχώς προς το χειρότερο. Χτες η Ελλάδα, σήμερα η Κύπρος, αύριο η Ιταλία, όλες αυτές οι «μεμονωμένες» περιπτώσεις αποτυχίας, που ενοχοποιούνται ως μεμονωμένες για να αποσιωπήσουν τη μεγάλη ιστορική αποτυχία της Ευρώπης και του καπιταλιστικού συστήματος. Προχτές η δημοσιονομική κρίση, χτες το σπιράλ της ύφεσης, σήμερα ο εξοντωτικός οικονομικός πόλεμος και αύριο… Αύριο, η πιθανότητα ενός αληθινού πολέμου.
Σ’ αυτή τη ρευστότητα καλούμαστε να βάλουμε τέλος. Όμως, αυτό δεν μπορούν να το πετύχουν οι παλιές ελίτ, αλλά ούτε και όσοι φαντασιώνονται επιστροφές στα παλιά μεγαλεία. Είναι αργά πια γι’ αυτούς. Η εξίσωσή τους δεν βγαίνει, τα νούμερά τους είναι απατηλά, τα σενάριά τους έχουν πάντα αρνητικό πρόσημο. Είναι απλό: Εκείνοι είναι που χρεοκόπησαν, ασχέτως αν έχουν ακόμα τη δύναμη (αλλά ως πότε θα τη διατηρούν;) να μετακυλίουν τη χασούρα σε μας. Να, όπως εμείς μετακυλίσαμε με το PSI ένα μέρος της δικής μας χασούρας στην Κύπρο και μετά κλαίγαμε για τη συμφορά που τους βρήκε – ένα τέτοιο πράμα.
Αυτό μπορεί να το πετύχει μονάχα ένα νέο μπλοκ εξουσίας στο οποίο θα ηγεμονεύσουν όσοι δεν έχουν να χάσουν πολλά και, κυρίως, εκείνοι που δεν έχουν να χάσουν πια τίποτα. Όσοι θέλουν να υπάρξουν στον τόπο δουλειές. Όσοι πραγματικά θέλουν μια Ελλάδα που θα αποφασίσει ν’ αρχίσει πάλι από την αρχή να παράγει πλούτο, βασισμένη στα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και όχι σε ρόλους μεταπράτη ξένων προϊόντων, υπηρεσιών και αξιών. Μια Ελλάδα ευρωπαϊκή μεν αλλά όχι όμηρο των Ευρωπαίων, ανοιχτή στον κόσμο αλλά όχι ξέφραγο αμπέλι, κοσμοπολίτικη αλλά όχι μιμητική. Μια Ελλάδα φτωχή αλλά δημιουργική, που θα βάλει και πάλι πάνω- πάνω στις προτεραιότητές της το μέτρο, τη φύση, το κοινωνικό κράτος, την αγροτική παραγωγή, τον ήπιο τουρισμό, τη φιλοξενία. Μια Ελλάδα που θα υπερβεί τις δομικές υστερήσεις της και θα συναντηθεί με την καινοτομία, με τη συνεργατικότητα και την παιδεία. Μια Ελλάδα που θα αναγνωρίσει και θα εξοβελίσει τα ελαττώματά της, τις πελατειακές σχέσεις, τον μεταπρατισμό, τον εγωκεντρισμό, την εσωστρέφεια, την πατριδοκαπηλία και τον ατομικισμό.
Μια Ελλάδα, τέλος, που θα αποφασίσει συνειδητά ότι δεν θέλει πια να ζει με τα ψέματα και με ανεδαφικά οράματα. Ούτε με τη δόξα του παρελθόντος, ούτε με κοιτάσματα πετρελαίου που θα έλυναν τάχα, ως διά μαγείας, το πρόβλημα, ή με άλλες βολικές λύσεις του τύπου «Τράπεζα της Ανατολής». Ούτε πάντως με πολιτικές υποσχέσεις που δεν πατούν στα πραγματικά δεδομένα αλλά στο ευκταίο και το φαντασιακό, μονάχα προς άγραν πρόσκαιρων ψήφων και εντυπώσεων, για να κερδηθεί τάχα χρόνος ή απλώς επειδή ο λαός δεν αντέχει ν’ ακούσει την αλήθεια και προτιμάει να αποκοιμιέται μέσα σε ψεύτικα σενάρια ευφορίας.
Ξέρω ότι είναι δύσκολο. Ξέρω ότι θα περάσουμε δύσκολα. Ξέρω ότι στο δρόμο αυτόν θα χρειαστεί να αναμετρηθούμε με οργανωμένα συμφέροντα, με αυταπάτες, με λαϊκιστικές υποσχέσεις και ψευδοοράματα, με τον πτωχοπροδρομισμό και με θεωρίες συνωμοσίας – με όλ’ αυτά τα συμπτώματα της υπανάπτυξης που μας κρατούν καθηλωμένους δεκαετίες τώρα, που διαιρούσαν το λαό και επέτρεπαν σε μια μικρή αλλά ισχυρή ελίτ να καθορίζει τις τύχες της χώρας προσδεδεμένη σε ξένα άρματα, με το μυαλό πάντα στο κέρδος και σε μια ανάπτυξη στρεβλή, μυωπική και ανάπηρη.
Κι επειδή σ’ αυτή την πορεία το μεγαλύτερο μερίδιο θα πέσει στην Αριστερά, ξέρω ότι ενδέχεται επίσης να αναμετρηθούμε με ιδεολογήματα, με δογματισμούς και με συλλογικές εμμονές, με κολλήματα και προπατορικά τραύματα.
Αυτό που λέγεται συχνά εκ του πονηρού, ότι η κρίση μπορεί να γίνει ευκαιρία, ίσως και να ισχύει. Όχι όπως το εννοούν εκείνοι που συνήθως το λένε, κουνώντας επιτιμητικά το δάχτυλο, αλλά όπως θα το εννοήσουν -και θα το επιβάλουν-, εφόσον βγουν από τα λαγούμια όπου τους έχει κλείσει η κοινωνική απομόνωση και η ηττοπάθεια, εκείνοι που δεν είχαν ως τώρα μιλιά να μιλήσουν. Ή, ακόμα κι αν είχαν, απλώς συλλάβιζαν τους φθόγγους και τη γραμματική των άλλων.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ευχαριστώ το φίλο μου το Ναπολέοντα για τις ορθογραφικές διορθώσεις. Δεν μου συμβαίνει συχνά. Αλλά ο παραληρηματικός λόγος βλάπτει, φαίνεται, την ορθογραφία.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Τ’ άδειο μας… πορτοφόλι η Κύπρος το πληρώνει...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
Θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής: κι εγώ ένιωσα ένα σκίρτημα με την απόφαση της κυπριακής βουλής που είπε όχι στο Eurogroup – κάποιος έπρεπε να το κάνει επιτέλους. Σκίρτησα, λοιπόν, αλλά δεν έπεσα στον πειρασμό να θριαμβολογήσω κιόλας. Ήξερα, και το ’χα ήδη γράψει, ότι η ζημιά είχε ήδη γίνει.
Η ζημιά είχε ήδη γίνει, το μέλλον του κυπριακού τραπεζικού συστήματος είχε ήδη προδιαγραφεί, μαζί και της οικονομίας και της Κύπρου ολόκληρης – χώρια οι παράπλευρες συνέπειες στην ελληνική οικονομία που ακόμα και τώρα, μια εβδομάδα μετά, είναι δύσκολο να υπολογιστούν.
Ήξερα επίσης ότι πολύ καλά ότι τα υπερβατικά σενάρια για διάσωση της Κύπρου έξω από το πλαίσιο της Ε.Ε. ήταν όχι μόνο αφελή αλλά και επικίνδυνα. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο πρόεδρος Χριστόφιας, προτού πάρει τη δραματική απόφαση να ζητήσει ευρωπαϊκή διάσωση της κυπριακής οικονομίας, είχε προηγουμένως βολιδοσκοπήσει τη ρωσική ηγεσία η οποία του το είχε ξεκόψει: Δεν πρόκειται να κάνουμε κινήσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παρέμβασή μας στα εσωτερικά της Ε.Ε.. Βρείτε τα με το Eurogroup πρώτα, και μετά όλα τ’ άλλα τα συζητάμε. Θα ήταν παιδικό να πιστεύει κανείς ότι αυτό που δεν πέτυχε ο Χριστόφιας υπό σχετικά άνετες συνθήκες, θα το κατόρθωνε ο Αναστασιάδης κάτω από τα πιεστικά δεδομένα  που είχαν εν τω μεταξύ διαμορφωθεί, τα οποία ήταν επιβαρυμένα και από τους μονομερείς χειρισμούς της κυβέρνησης Αναστασιάδη στο θέμα του κουρέματος των καταθέσεων.
Ήξερα ότι όλη αυτή η παραφιλολογία για τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελούν και στην περίπτωση της Κύπρου (πολύ περισσότερο βέβαια στη δική μας), φυγή από την πραγματικότητα, αναζήτηση της εύκολης λύσης εκεί που οι εύκολες λύσεις έχουν πλέον προ πολλού εξαντληθεί, προεξόφληση εθνικών φαντασιώσεων περισσότερο, παρά πραγματικών μελλοντικών εσόδων.
Το λέω αυτό ανεξάρτητα από το αν θα επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η εκμεταλλευσιμότητα των κοιτασμάτων αυτών, βάζοντας εδώ και μια υποσημείωση,  ότι δεν θεωρώ καθόλου αυτονόητο ότι η ύπαρξη και η εκμετάλλευσή τους (στην Κύπρο αλλά ακόμα περισσότερο στην Ελλάδα) θα αποδειχτεί τελικά επωφελής. Από οικονομική, από περιβαλλοντική και από τουριστική άποψη, πολύ δε περισσότερο από την άποψη της δυνατότητας των δύο χωρών να αποκρούσουν τους γεωστρατηγικούς κινδύνους που αυτή ακριβώς η προοπτική συνεπάγεται. Για να το πω με άλλα λόγια, διαισθάνομαι ότι μόνο συμφορές, ξένες επιβουλές και περιβαλλοντικές καταστροφές θα φέρει ο εντοπισμός μεγάλων κοιτασμάτων πετρελαίου ή φυσικού αερίου, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. (Ειδικά για το Αιγαίο, που είναι μια «στενή» θάλασσα, κλαίω από τώρα τα νησιά, τον τουρισμό και την -όποια- αλιεία).
Αντιμετωπίζω με δέος την κυπριακή κρίση. Ως Έλληνας, ως Ευρωπαίος και ως αριστερός.
Αν και δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδικό στα κυπριακά ζητήματα, ως Έλληνας νιώθω δέος, γιατί ξέρω ότι η Κύπρος, για μία ακόμη φορά, πληρώνει τα δικά μας σπασμένα, το «άδειο μας πρόσωπο» που έλεγε ο Σαββόπουλος, πριν προσχωρήσει σε έναν εύπεπτο συντηρητισμό. Δικαίως η σημερινή περιπέτεια της Κύπρου, που πυροδοτήθηκε από τις ακροβασίες της Marfin και από τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου, συγκρίνεται με το πραξικόπημα του Σαμψών, που οδήγησε στον Αττίλα. Αλλά νιώθω δέος επίσης γιατί ξέρω πολύ καλά, πως αν η μικρή Κύπρος, παρά τις αντίθετες εκτιμήσεις των μυώπων Γερμανών ιθυνόντων, αποτελεί συστημικό κίνδυνο, η διάχυση του κινδύνου αυτού θα περάσει πρώτα από την τελεσίδικη κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και της ελληνικής οικονομίας.
Ως Ευρωπαίος νιώθω δέος γιατί με την απόφαση του Eurogroup άνοιξαν μια για πάντα οι ασκοί του Αιόλου. Γιατί κανένας καταθέτης στη Νότια Ευρώπη, αλλά πολύ σύντομα και στη Βόρεια, δεν πρόκειται να αισθανθεί ξανά ασφαλής, και θα σπεύδει να δυναμιτίζει τις τράπεζες σε κάθε ένδειξη επικείμενης κρίσης. Κι ακόμα, γιατί ξέρω πως η εμπέδωση της -γερμανικής εμπνεύσεως- δημοσιονομικής πειθαρχίας περνάει αναγκαστικά από τη συντριβή κάθε αντίστασης. Η Κύπρος αποτελεί γι’ αυτούς  ιδανική περίπτωση. Αν σηκώσουν κεφάλι οι Κύπριοι έρχονται από πίσω οι Ιταλοί, οι Ισπανοί, οι Πορτογάλοι, οι Έλληνες. Αν συντριβούν οι Κύπριοι, που είναι συγκριτικά πιο ανώδυνη περίπτωση, θα το ξανασκεφτούν όλοι οι άλλοι.
Ως αριστερός, τέλος, δεν μπορώ να μη λάβω υπόψη μου την αποτυχία της αριστερής διακυβέρνησης στην Κύπρο. Μια πικρή ιστορία αναβλητικότητας, έλλειψης σχεδίου και εντέλει αποτυχίας, που μπορεί να μη σχετίζεται ευθέως με τα εδώ τεκταινόμενα, αλλά δεν μπορεί να μη βάλει σε σκέψεις κάθε αριστερό στοχαστή.
Δεν γνωρίζω κατά πόσον η διακυβέρνηση Χριστόφια γνώριζε και, πολύ περισσότερο, είχε συναινέσει στο σενάριο κουρέματος των καταθέσεων – κι αν ναι, κάτω από ποιους όρους και προϋποθέσεις.
Εκείνο όμως για το οποίο είμαι απολύτως σίγουρος είναι ότι αν και αναγκάστηκε να οδηγήσει την Κύπρο στη λογική των μνημονίων, έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει το πικρό ποτήρι και να πασάρει την καυτή πατάτα στον επόμενο πρόεδρο. Λογικό από πολιτικάντικη άποψη, αλλά εντελώς ανεδαφικό από την άποψη ενός πολιτικού οργανισμού που διαθέτει στρατηγική και σχέδιο, και φιλοδοξεί να βγάλει μια χώρα κι ένα λαό από την οικονομική κρίση με αξιοπρέπεια και με αριστερή προοπτική.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Τον λένε Βαγγέλη...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
Πεσμένο άνθρωπο δεν βαράω ποτέ – είναι θέμα αρχής. Τώρα λοιπόν που πήρες κάπως τα πάνω σου, με τη στοχοποίηση του Παπακωνσταντίνου και με το ψευτοσυνέδριο του ΠΑΣΟΚ, μπορώ, κύριε Βενιζέλο, να σου πω μερικά λόγια που σκέφτομαι από καιρό.
Σου ζητάω εκ των προτέρων συγνώμη που δεν θα είμαι τόσο ευγενικός όσο ο  Πρετεντέρης τις προάλλες στην Ανατροπή.
Κατ’ αρχήν, κρίμα τ’ όνομά σου.Κάποιος που έχει παρακολουθήσει την πολιτική σου διαδρομή θα μπορούσε να πιστέψει ότι δεν σε έλεγαν καν Βενιζέλο, ότι σε έλεγαν Τσοχατζόπουλο ή Παπαγεωργόπουλο, κι ότι βρήκες έναν τρόπο, με κάποιο συνταγματικό άρθρο, με κάποια διάταξη νόμου, τροπολογία ή προεδρικό διάταγμα, με κάποια κοινή υπουργική απόφαση έστω, να σφετεριστείς το ιστορικό όνομα γιατί η φαντασίωση της ιστορικότητας είναι για σένα μεγάλο πράγμα.
Ξέρω βέβαια πως δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Αλλά ως οικονομολόγος, πιστεύω στον νόμο της «φθίνουσας οριακής απόδοσης». Όσο περισσότερο κάρβουνο βάζεις στη μηχανή, τόσο η επιπλέον απόδοσή της μειώνεται. Για σκέψου λίγο: Ελευθέριος, Σοφοκλής, Νικήτας – και τώρα Ευάγγελος. Ή, καλύτερα, Βαγγέλης. Υποθέτω ότι ίσως το προτιμάς, γιατί θέλεις να πιστεύεις ότι είσαι τραχύς και αγοραίος, και όχι το βουτυρόπαιδο που πίστευαν πάντοτε οι άλλοι.
Άκου τώρα τι βρήκα να επικαλεστώ – την ιδιότητά μου του οικονομολόγου. Εντάξει, σπούδασα οικονομικά προ αμνημονεύτων χρόνων, αλλά είμαι οικονομολόγος όσο είσαι εσύ εξπέρ στα οικονομικά, που μου ’γινες και υπουργός Οικονομίας – από εθνικό καθήκον, όπως συνηθίζεις να λες. Μεταξύ μας, όταν το καλοσκέφτομαι λέω πως είμαι τόσο οικονομολόγος όσο είσαι εσύ… συνταγματολόγος. Όχι ο συνταγματολόγος που ήσουν στο πανεπιστήμιο, πράγμα για το οποίο δεν έχω γνώμη, αλλά ο συνταγματολόγος που κατάντησες νομοθετώντας και πολιτευόμενος, πράγμα για το οποίο, αν μου το επιτρέπεις, έχω σαφέστατη γνώμη.
Στέκεσαι, λοιπόν, ενώπιον της ιστορίας και νομίζω ότι τώρα, στα δυσμά του πολιτικού σου βίου, ήρθε η στιγμή να σκεφτείς τι ψυχή θα παραδώσεις. Για θυμήσου, υπουργός Οικονομικών, Ανάπτυξης, Δικαιοσύνης, Πολιτισμού, Τύπου… Κι έπειτα κάτσε και σκέψου τι οικονομία έχουμε, τι ανάπτυξη, τι δικαιοσύνη, τι πολιτισμό και τι Τύπο. Θα μου πεις ότι πέρασες κι από το Πεντάγωνο, αλλά εκείνη την εποχή, Βαγγέλη, σιγά μη σε ενδιέφερε η Εθνική Άμυνα. Είχες βάλει πλώρη γι’ αλλού εσύ,  και το μόνο που σε ενδιέφερε ήταν τι θα γίνει με την πρωθυπουργία.
Αλλά το παιχνίδι το είχες χάσει βέβαια νωρίτερα, το ξέρεις, το 2007, με τη βιασύνη σου και με την υπερφίαλη αυτοπεποίθησή σου, όταν πίστεψες ότι ήταν στα χέρια σου και εξαρτιόταν από τη θρυλούμενη ρητορική ικανότητά σου. Κι ωστόσο, δεν κατάφερες να νικήσεις ούτε τον ηττημένο, δεν μπόρεσες να υπερνικήσεις την αντίσταση ούτε του Γιώργου Παπανδρέου στη χειρότερη στιγμή της πολιτικής του καριέρας – προτού βέβαια να έρθει η επόμενη, που κι αυτήν πάλι κατ’ ουδένα τρόπο μπόρεσες να εκμεταλλευτείς.
Τώρα όμως το παιχνίδι τελειώνει σιγά σιγά. Κεντροαριστερά δεν υπάρχει σήμερα – το κλείσατε το μαγαζί. Κι όσο για τη δεξιά, της οποίας ξέρω καλά πως καθόλου δεν θα σε πείραζε να ηγηθείς, γιατί η ιδεολογία δεν είναι το φόρτε σου και γιατί εθνικό είναι για σένα ό,τι συμφέρει το Βενιζέλο, η ηγεσία της δεξιάς, λέω, είναι αγκαζέ.
Πρόσεξε, δεν ισχυρίζομαι ότι η κεντροαριστερά πέθανε, ότι δεν θα ξαναϋπάρξει στον τόπο μας, λέω μόνο πως αναγκαία συνθήκη για να υπάρξει είναι να παραιτηθείς εσύ απ’ τη θέση σου κι από κάθε άλλη ηγετική φιλοδοξία (τι λέω τώρα ο αφελής), ώστε να μπορέσουν οι άλλοι να ξανασταθούν στα πόδια τους για να μπορέσουν κάποτε να πετάξουν από πάνω τους τη ρετσινιά που εσύ κι η παρέα σου κολλήσατε στην παράταξή σας.
Στο πρόσωπό σου δεν βλέπω, όπως θα νόμιζες ή θα ήλπιζες, έναν νέο Ανδρέα Παπανδρέου ούτε έναν νέο Κωνσταντίνο Καραμανλή (όπως προείπα, εσένα ουδόλως θα σε ενοχλούσε η δεύτερη εκδοχή, δεν πάσχεις από τέτοιες ιδεοληψίες εσύ). Το κακό είναι ότι στο πρόσωπό σου δεν βλέπω ούτε καν έναν Γιώργο Παπανδρέου ή έναν Κώστα Καραμανλή.
Στο πρόσωπό σου, κύριε Βενιζέλο μου, βλέπω κατά κάποιον τρόπο τον ομόσταυλό σου Άκη Τσοχατζόπουλο. Ξέρω, δεν τον τιμάς πια, αλλά κάποτε τον τιμούσες, έτσι δεν είναι; Μη φοβάσαι, πάντως, δεν το λέω αυτό με σκοπό να ποινικοποιήσω την περίπτωσή σου. Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο! Προσωπικά δεν διψάω για αίμα πολιτικών και για δημόσιες τιμωρίες – για ισόβια, Γουδιά και εξορίες πάνω σε ελικόπτερα. Αντιθέτως, δεν μου αρέσει καθόλου η προσωποποίηση των ευθυνών, πιστεύω ότι συσκοτίζει τη μεγάλη εικόνα που είναι ο διεφθαρμένος χαρακτήρας ολόκληρου του πλέγματος εξουσίας που μαζί οικοδομήσατε, καλλιεργήσατε, που ωφεληθήκατε απ’ αυτό, που το υποθάλψατε και το τελειοποιήσατε.
Κι ακόμα στο πρόσωπό σου βλέπω εμμέσως τον Βασίλη Παπαγεωργόπουλο για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Και για έναν ακόμη: Δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο που πολιτευτήκατε και εκλεγόσασταν και οι τρεις σας στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Στις ίδιες δομές εξουσίας αναφερόσασταν, τις ίδιες αρχές υπηρετούσατε (πατρίς θρησκεία, οικογένεια), το ίδιο σάπιο καθεστώς εξωραΐζατε και οι τρεις. Τη Θεσσαλονίκη των παραθρησκευτικών οργανώσεων, των παρακρατικών και των μαυραγοριτών και των τοκογλύφων, χωρίς να σημαίνει ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θέλω να πάρει η μπάλα τον κάθε απλό ψηφοφόρο ο οποίος τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος, και ενδεχομένως μη έχοντας αρκετή διορατικότητα ή εμφανώς καλύτερες επιλογές, σας ψήφιζε και σας σταύρωνε.
Ξέρω, θα πεις ότι τα λέω όλ’ αυτά επειδή σε ζηλεύω. Ίσως και να ’χεις δίκιο. Ζηλεύω την προσαρμοστικότητά σου. Ζηλεύω τον κυνισμό σου και την ικανότητά σου να ξεφεύγεις απ’ τις κακοτοπιές με περίτεχνες χορευτικές πιρουέτες. Μα πάνω απ’ όλα, ζηλεύω την καριέρα σου.
Το πρόβλημα είναι ότι εσύ δεν καμαρώνεις για την καριέρα σου, είσαι συνεχώς  ανικανοποίητος με ό,τι -καλώς ή κακώς- κατάφερες. Εσύ ζηλεύεις διαρκώς την  καριέρα κάποιων άλλων, που κατάφεραν εύκολα ή δύσκολα να γίνουν πρωθυπουργοί, πρόεδροι της Δημοκρατίας, Εθνάρχες (είχες μεγάλες φιλοδοξίες εσύ). Τα άλλο σου πρόβλημα είναι ότι, τελικά, δεν θα τα καταφέρεις.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Ναρκωμένη Πολιτεία...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
Μπορεί εσύ να νομίζεις ότι το νομοσχέδιο για τα ναρκωτικά, που ψηφίζεται σήμερα,  δεν σε αφορά. Πως έχει να κάνει με κάποιους άλλους, εκεί έξω. Μπορεί να νομίζεις ότι είναι μια παλιά εκκρεμότητα μόνο, που θέλει ρύθμιση, ότι ουδεμία σχέση έχει με την κρίση που ζεις στο πετσί σου, όπως κι εγώ.
Λάθος, φίλε μου.
Το ότι ζούμε σ’ ένα χρεοκοπημένο κράτος δεν είναι καθόλου άσχετο με τις φυλακές που έχουν φρακάρει, μ’ αυτές τις δαπανηρές αποθήκες ψυχών που πληρώνουμε με τους φόρους μας, μόνο και μόνο για να αναπαράγουν την παραβατικότητα. Καθόλου άσχετο με μια δικαιοσύνη που έχει χάσει προ πολλού το δρόμο της και δεν μπορεί ούτε καν να εκδικάσει τις υποθέσεις που συσσωρεύονται.  Καθόλου άσχετο με την αδυναμία της αστυνομίας να επικεντρωθεί στη δίωξη του εγκλήματος (αν και αυτή είναι μια πονεμένη ιστορία που δεν έχει σχέση μόνο με τα ναρκωτικά, αλλά και με τον εμφυλιοπολεμικό ρόλο που διαχρονικά επιτελεί).
Αλλά εδώ που τα λέμε, ο αντιναρκωτικός αγώνας του κράτους δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένας δεύτερος -παρατεταμένος- εμφύλιος. Ακόμα κι οι πιο αφελείς έχουν αντιληφθεί ότι η έως τώρα ακολουθούμενη αντιναρκωτική πολιτική έχει αχθεί σε πλήρες αδιέξοδο, οδηγώντας στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα απ’ αυτά που υποτίθεται ότι επεδίωκε.
Οδηγεί σε αύξηση της χρήσης και στο πέρασμα μεγάλου μέρους των χρηστών από την κάνναβη στην ηρωίνη. Προστατεύει τον έμπορο και χαντακώνει τον χρήστη. Προάγει την εγκληματικότητα, την παραοικονομία και την γκετοποίηση των πόλεων. Δημιουργεί τεράστια συμφόρηση στις φυλακές, στα δικαστήρια και στα αστυνομικά τμήματα, με μεγάλο οικονομικό κόστος.
Θα ’λεγε βέβαια κάποιος πραγματιστής ότι η αντιναρκωτική πολιτική έχει αναδείξει έναν ανθηρό οικονομικό κλάδο -από τους λίγους εναπομείναντες στη χώρα-, δημιουργώντας θέσεις εργασίας: Δικηγόροι, δικαστικοί επιμελητές, δεσμοφύλακες, αστυνομικοί, πληροφοριοδότες, ντίλερ, βαποράκια και άλλα εξαρτώμενα επαγγέλματα.
Ναι, αλλά δημιουργεί επίσης πολλές στρεβλώσεις: Τεράστια διαφορά της τιμής του παραγωγού από την τελική τιμή πώλησης του προϊόντος. Μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή και διακίνηση μαύρου χρήματος. Επιβάρυνση του διεθνούς εμπορικού ισοζυγίου συναλλαγών.
Όπως και να ’χει, το νομοσχέδιο έρχεται να αντιμετωπίσει ένα χρόνιο κοινωνικό πρόβλημα το οποίο συνδέεται με όλες τις παθογένειες του οικονομικού συστήματος. Το θέμα θεωρητικά έχει ωριμάσει, αλλά οι επιχειρούμενες μεταβολές είναι διστακτικές και αποφεύγουν ν’ αγγίξουν τη ρίζα του, πολύ περισσότερο σε μια συγκυρία που απαιτεί να κόψεις επιτέλους γόρδιους δεσμούς για να προχωρήσεις.
Εντάξει, το νομοσχέδιο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και καλώς θα  υπερψηφιστεί.
-Μειώνει τις ποινές για τους χρήστες, ενώ δίνει προτεραιότητα στη θεραπεία και την απεξάρτηση, αντί του εγκλεισμού στις φυλακές.
-Αυστηροποιεί τις ποινές για τους εμπόρους, με έμφαση σε όσους κινούνται σε ευαίσθητους χώρους που σχετίζονται με τη νεολαία, ενώ προσπαθεί να αμβλύνει τις συνέπειες για τα βαποράκια που απλώς εξασφαλίζουν τη δόση τους.
-Αθωώνει τα προϊόντα της κλωστικής κάνναβης (σατίβα), έστω και με μεγάλη καθυστέρηση.
Διατηρεί ωστόσο όλο το πλέγμα των συνθηκών που έχουν εγκαθιδρύσει ένα επικίνδυνο λαθρεμπόριο, το οποίο έχει κίνητρο να δημιουργεί συνεχώς νέους πελάτες και να τους κρατάει σε καθεστώς ζόφου και εξάρτησης, σε συνεχή αλληλεπίδραση με τον κόσμο του εγκλήματος που οργανώνεται γύρω από το διεφθαρμένο σωφρονιστικό σύστημα.
Ωστόσο, ειδικά σε σχέση με τις σημερινές συνθήκες της κρίσης, θα περίμενε κανείς κάτι πιο ριζοσπαστικό: Την αποποινικοποίηση της χρήσης και την πλήρη απαλλαγή της αστυνομίας, των δικαστηρίων και των φυλακών από την ενασχόλησή τους με τους χρήστες, ώστε να επικεντρωθούν στους εμπόρους και στα υπόλοιπα καθήκοντά τους. Τη διάκριση ανάμεσα σε σκληρά και μαλακά ναρκωτικά. Την αποδοχή της καλλιέργειας μικρού αριθμού δενδρυλίων κάνναβης για ατομική χρήση. Την  αντιμετώπιση των χρηστών σκληρών ναρκωτικών ως αρρώστων, και την ανάθεση του προβλήματος αποκλειστικά σε νοσοκομεία και κοινωνικές υπηρεσίες. Την επίδειξη μεγαλύτερου θάρρους στη συνταγογράφηση υποκατάστατων και στη συνύπαρξη πολλών διαφορετικών μοντέλων θεραπείας και απεξάρτησης. Και τέλος, τη θεσμοθέτηση της χρήσης της κάνναβης για θεραπευτικούς σκοπούς.
Αν και για μένα, η τελική λύση είναι πολύ πιο απλή: Η κάνναβη στα περίπτερα ή σε γλάστρες, τα σκληρά ναρκωτικά και τα υποκατάστατά τους στα νοσοκομεία!
Κι οι έμποροι; θα μου πεις.
Ποιοι έμποροι; Αν η κάνναβη πουλιέται στο περίπτερο και τα σκληρά ναρκωτικά ή τα υποκατάστατά τους συνταγογραφούνται υπεύθυνα από το ΕΣΥ, χώρος για εμπόρους δεν μένει. Οι τιμές θα πέσουν κάθετα (εκεί να δεις… εσωτερική υποτίμηση). Ιδού μια μεταρρύθμιση που θα άξιζε να υποστηριχτεί!
Είναι αλήθεια ότι η αστυνομία θα χάσει μια επικερδή δραστηριότητα, αλλά από την άλλη θα της λυθούν τα χέρια να ασχοληθεί με την εγκληματικότητα. Είναι αλήθεια ότι κάποια -εξόχως κλειστά- επαγγέλματα θα χάσουν δουλειές και τζίρους. Αλλά θα πρόκειται απλώς για μία ακόμα φούσκα που σκάει, για ένα υπερδιογκωμένο κοινωνικό πρόβλημα που θα επανέλθει στις κανονικές του διαστάσεις.
Ξέρω, θα μου πεις ότι ακούγεται σαν εξτρεμισμός. Αλλά όχι, δεν είναι. Εξτρεμισμός είναι η συνέχιση του σημερινού σκοτεινού καθεστώτος. Εξτρεμισμός είναι να διατηρείς αλώβητο τον ομφάλιο ρόλο ανάμεσα στις ευφορικές ουσίες και τα συνδικάτα του εγκλήματος, το μοιραίο «λάθος» που είχαν κάνει με την ποτοαπαγόρευση κάποτε στην Αμερική.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Χάντρες και καθρεφτάκια για αφελείς ιθαγενείς...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...

Άρχισε πάλι όλη αυτή η παραφιλολογία από κυβερνητικούς κύκλους και παπαγαλάκια, για την ανάγκη εκπόνησης ενός «εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης». Πονεμένη ιστορία για αφελείς ιθαγενείς…
Ποιος δεν θα ήθελε ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης; Που θα μας έβγαζε από τον φαύλο κύκλο να κυνηγάμε την ουρά μας, δηλαδή άπιαστους δημοσιονομικούς στόχους μέσα από μέτρα ασύλληπτης κοινωνικής αναλγησίας, που φέρνουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα απ’ αυτά που υποτίθεται ότι επιδιώκουν; Ποιος δεν θα ήθελε να τεθούν στόχοι μέσα από τους οποίους να ξαναρχίσει η Ελλάδα να παράγει πλούτο; Να τεθούν εθνικές προτεραιότητες στους παραγωγικούς τομείς, να γίνουν επενδύσεις, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, να αναστραφεί η πορεία της ύφεσης; Ποιος δεν θα συναινούσε σ’ ένα νέο εθνικό όραμα που θα μας έβγαζε από την εσωστρέφεια και τη μονοσήμαντη εξυπηρέτηση των δανειστών;
Το πρόβλημα έγκειται στον φορέα της πρότασης. Ο κυβερνητικός συνασπισμός είναι εξ ορισμού αδύνατον να εκπονήσει στα σοβαρά οποιοδήποτε τέτοιο πρόγραμμα, ανεξαρτήτως του αν θα συμφωνούσε κανείς με τη λογική και τους στόχους του.
Ο λόγος είναι απλός. Η κυβέρνηση έχει πρόγραμμα: Είναι το μνημόνιο 3! Η κυβέρνηση έχει όραμα: Είναι η εσωτερική υποτίμηση (των μισθών και των αξιών – όχι όμως και των τιμών). Η κυβέρνηση έχει προτεραιότητες: Τη συνέχιση του φαύλου κύκλου της εσωστρέφειας και τη μονοσήμαντη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των δανειστών. Η κυβέρνηση έχει στόχους: Την περαιτέρω αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού, προς όφελος της ανασυγκρότησης των μεγάλων επιχειρηματικών και τραπεζικών συμφερόντων. Την προάσπιση της διαπλοκής και  του πελατειακού συστήματος.
Δεν μπορεί λοιπόν να πρωταγωνιστήσει στην εκπόνηση προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης, για τον απλό λόγο ότι θα ήταν διαμετρικά αντίθετο με το πρόγραμμα που εφαρμόζει. Ή το ένα θα κάνει ή το άλλο – και τα δύο μαζί δεν γίνεται. Απλά μαθηματικά ό,τι κι αν λέει ο κάθε Ολάντ που επισκέπτεται τη χώρα μας και θέλει να χαϊδέψει αυτιά για να προωθήσει την οικονομική του διπλωματία.
Το παράξενο είναι ότι η Αριστερά, απαλλαγμένη από δουλείες αυτού του είδους, αποφεύγει επίσης να εισηγηθεί στην κοινωνία ένα τέτοιο σχέδιο. Μια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση είχε γίνει το περασμένο καλοκαίρι, και εκδηλώθηκε με την ομιλία του Αλέξη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ήταν μια καλή απόπειρα να διερευνηθούν οι τομείς και οι τρόποι μέσα από τους οποίους θα μπορούσε η χώρα να ξαναβάλει μπρος τις μηχανές, να σταθεί στα πόδια της, να παραγάγει και να διανείμει αγαθά αλλάζοντας το οικονομικό μομέντουμ.
Η χαρά όμως δεν κράτησε πολύ. Αντί να εμβαθύνει τη μελέτη του και, κυρίως, να ιεραρχήσει τις προτεραιότητες, αντί να στραφεί στην κοινωνία και να της ζητήσει να συνδιαμορφώσει το πρόγραμμα, σύντομα το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης επέστρεψε στην πεπατημένη. Αντί για θετικές, ιεραρχημένες και κοστολογημένες προτάσεις, γενικολογία και αναπαραγωγή των προεκλογικών κλισέ. Κι ας μεσολάβησε ολόκληρη συνδιάσκεψη, που θα ’πρεπε να είχε δώσει ώθηση σ’ αυτήν ακριβώς τη συζήτηση και να έχει γονιμοποιηθεί απ’ αυτήν.
Η αλήθεια είναι ότι η όλη προσπάθεια, εκτός από πολλή δουλειά έχει και μπόλικο ρίσκο. Θα χρειαστεί να ιεραρχήσεις τους στόχους σου και να μην αφήνεις να αιωρείται η πεποίθηση ότι όλα τα κοινωνικά αιτήματα μπορούν να λυθούν διά μιας (ούτε διά μαγείας). Μερικά ίσως και να μην επιλυθούν ποτέ… Θα χρειαστεί να πεις σε ποιους τομείς και με ποιες μεθόδους ποντάρεις για την ανάπτυξη, αφήνοντας έξω κάποιους άλλους. Θα χρειαστεί να στενοχωρήσεις κάποιους, κατονομάζοντας ποιους φορείς του δημοσίου θεωρείς άχρηστους (και προσδιορίζοντας παράλληλα τον τρόπο απορρόφησης των εργαζομένων σ’ αυτούς, σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου). Αλλά και ποιους τομείς του Δημοσίου δεν θεωρείς στρατηγικής σημασίας, που σημαίνει ότι θα μπορούσες να τους προσφέρεις προς αξιοποίηση σε επενδυτές, κάτω από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.
Ε, η υπόθεση εμπεριέχει τον κίνδυνο πολιτικού κόστους. Είναι η Αριστερά έτοιμη να το αναλάβει;

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Καταγγέλλω το κίνημα «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ»...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
Διά της παρούσης θέλω να καταγγείλω το κίνημα «Δεν πληρώνουν», που με την υπονομευτική του δράση επιδεινώνει έτι περαιτέρω τα δημοσιονομικά χάλια της χώρας, εκθέτοντάς την στο εξωτερικό και θέτοντας σε κίνδυνο τη συστημική ευστάθεια της Ε.Ε. και κατ’ επέκτασιν ολόκληρου του πλανήτη.
Όχι, δεν μιλάω για τους συμπαθείς ακτιβιστές που παραβιάζουν τις μπάρες στα διόδια. Ούτε για τους εθελοντές που επανασυνδέουν το ρεύμα στα σπίτια αναξιοπαθούντων. Ούτε γι’ αυτούς που διαχώρισαν το χαράτσι από το λογαριασμό της ΔΕΗ και πλήρωσαν μονάχα το ρεύμα. Δεν μιλάω για όσους δεν έχουν να πληρώσουν την εφορία ούτε τοις μετρητοίς ούτε σε άτοκες δόσεις, για εκείνους που έχουν πάψει να εξυπηρετούν τα δάνεια που πήραν ελλείψει ρευστότητας – ακόμα και τα βερεσέδια στα μαγαζιά της γειτονιάς.
Μιλάω για τους εργοδότες που δεν πληρώνουν μισθούς. Που δεν αποδίδουν στην εφορία τους παρακρατηθέντες φόρους μισθωτών υπηρεσιών. Που χρωστάνε τις ασφαλιστικές εισφορές από τον καιρό του Νώε – και πάντως, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, πριν από την εκδήλωση της κρίσης. Περάστε απ’ το λογιστήριο, σου λέει. Κι έπειτα ξαναπεράστε απ’ το λογιστήριο – μιαν άλλη μέρα. Κι ύστερα απλώς δεν σηκώνουν τα τηλέφωνα, δεν εμφανίζονται πουθενά. Κρύβονται. Και, εν πάση περιπτώσει, δεν πληρώνουν.
Μιλάω για τα τηλεοπτικά κανάλια που δεν εξοφλούν τους παραγωγούς, για τους παραγωγούς που δεν εξοφλούν τους εργαζόμενους σε τηλεοπτικές παραγωγές,  ακόμα και σε περιπτώσεις που… έχουν εισπράξει απ’ τα κανάλια.
Μιλάω για την εφορία, που δεν προχωράει στις επιστροφές φόρου σε μισθωτούς (από την εποχή που υπήρχε ακόμα αυτό το παράξενο φρούτο που αποκαλείτο «επιστροφή φόρου»), ούτε στις επιστροφές του ΦΠΑ σε επιχειρήσεις. Που αρνείται ακόμα και το προφανές: τον συμψηφισμό των οφειλών της με τις απαιτήσεις της.
Για τις δημόσιες υπηρεσίες που αρνούνται να πληρώσουν φως, νερό, τηλέφωνο, με αποτέλεσμα να διογκώνονται τα ελλείμματα των επιχειρήσεων και να αυξάνονται τα τιμολόγια των ιδιωτών καταναλωτών. Που δεν πληρώνουν τους εργολάβους δημοσίων έργων, οπότε εκείνοι με τη σειρά τους δεν πληρώνουν τους εργαζόμενους και τους προμηθευτές τους, που κι εκείνοι πάλι αφήνουν απλήρωτους τους δικούς τους εργαζόμενους και τους δικούς τους προμηθευτές, με αποτέλεσμα να επιτείνεται ο φαύλος κύκλος της έλλειψης ρευστότητας και, κατ’ επέκταση, της ύφεσης.
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών, όπως λέει κι ο ποιητής.

Κι ακόμα, μιλάω για τα μέλη του πιο κλειστού απ’ όλα τα επαγγέλματα, που λένε ανέξοδα λόγια και μετά κάνουν άλλα, γιατί, βλέπεις, οι πολιτικές υποσχέσεις και τα συνθήματα δεν φορολογούνται. Για τους βουλευτές της συμπολίτευσης μιλάω.  «Σκοτώνουν και δεν πληρώνουν».
Πολύ περισσότερο δεν φορολογούνται οι κωλοτούμπες, οι υπαναχωρήσεις, η διάσταση λόγων και έργων, η κοινωνική αναλγησία. Δεν φορολογούνται τα ρουσφέτια, ούτε οι μίζες. Δεν φορολογούνται οι πολιτικές αποφάσεις που εξοντώνουν κόσμο και κοσμάκη, πολύ συχνά δίχως  δημοσιονομικό όφελος, ενίοτε και με δημοσιονομική ζημιά.
Αλλά τι κάθομαι και λέω, ο αφελής. Ακόμα κι αν φορολογούνταν -σε ένα παράλληλο σύμπαν- τα λόγια και οι υποσχέσεις, οι αστοχίες των πολλαπλασιαστών και η κομματική πειθαρχία, και πάλι εκείνοι θα ’βρισκαν τον τρόπο, με κάποιο νόμο περί ευθύνης ανευθύνων ή περί ασυλίας των… ανιάτων, με κάποια ατέλεια ή με κάποια παραγραφή, να συνεχίσουν το «σκοτώνω και δεν πληρώνω». Κι αν όχι με νόμο, τουλάχιστον με κάποια τροπολογία – στα μουλωχτά…

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Ούτε Ρομπέν ούτε Μπόνι και Κλάιντ...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
 
Με τις μανάδες πάω πάσο. Πρέπει να βρουν τη δύναμη και τις λέξεις να στηρίξουν τα παιδιά τους στις δύσκολες μέρες και στα σκοτεινά χρόνια που τους περιμένουν – ό,τι κι αν έχουν κάνει. Είμαι γονιός και ξέρω. Πρέπει να βρουν τον τρόπο να τα βοηθήσουν, ίσως και να τα ξαναπλησιάσουν. Ενδέχεται επίσης να προσπαθούν να ξεπλύνουν κάποιες ενοχές – ποιος είμαι που θα τις κρίνω;

Είδα κι εγώ τα μαυρισμένα μάτια και τα πρησμένα χείλη στην τηλεόραση. Είδα επίσης το σόου της προσαγωγής των συλληφθέντων στον ανακριτή με σειρήνες, τους είδα πίσω από φιμέ τζάμια, δεμένους με χειροπέδες, να τρέχουν υποχρεωτικά συνωθούμενοι από χτισμένα κορμιά και χτισμένα πρόσωπα. Σημείωσα την ηλικία τους. Διαπίστωσα και πάλι τη μιντιακή υπερβολή και τη δημοσιογραφία της κλειδαρότρυπας. Διέτρεξα κι εγώ όλη την γκάμα των σκέψεων που διέτρεξαν κι όλοι οι άλλοι, όσοι τουλάχιστον διαθέτουν στοιχειώδη ευαισθησία.

Αλλά, με συγχωρείτε, δεν είμαι διατεθειμένος να μπω στο τριπάκι του Ρομπέν των Δασών, ούτε του Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι, ούτε των Μπόνι και Κλάιντ. Δεν πρόκειται εδώ για δοκίμιο επαναστατικής ιστορίας, ούτε για μεσαιωνικό μυθιστόρημα, ούτε για κινηματογραφική ταινία. Κι όσο για τις κοινωνιολογικές και τις ψυχαναλυτικές παραμέτρους ασφαλώς και τις λαμβάνω υπόψη, αλλά τις βγάζω έξω από τη δημόσια συζήτηση. Τις αφήνω για τους κοινωνιολόγους και τους ψυχαναλυτές.

Τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε εξέλιξη μεγάλοι  κοινωνικοί αγώνες για την απαλλαγή της χώρας από το βραχνά της λιτότητας και της υπερχρέωσης. Πρόκειται για αγώνες μαζικούς και ειρηνικούς. Κάθε άλλη στρατηγική που επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα μέσα από δυναμικές μειοψηφικές ενέργειες ή να λειτουργήσει δήθεν καταλυτικά για να συνεγείρει τις μάζες, δεν είναι απλώς ξένη προς αυτό τον αγώνα – είναι απολύτως εχθρική. Είναι εχθρική γιατί ενδυναμώνει τους δυναμικούς βραχίονες της εξουσίας. Γιατί παροξύνει τη στρατηγική της έντασης, που ευνοεί τον αυταρχισμό. Γιατί δίνει άλλοθι και τροφή στη βία των δυνάμεων καταστολής και των ακροδεξιών μορφωμάτων.

Εντάξει με τους μύθους του παρελθόντος, όλοι ταυτιστήκαμε κάποτε με ήρωες και αντιήρωες, αλλά εν πάση περιπτώσει πρόκειται για άλλες εποχές και για άλλες συνθήκες. Δεν ακυρώνουμε τους επαναστάτες αλλοτινών καιρών, απλώς συνεχίζουμε τον αγώνα με τα μέσα που προσφέρει η δική μας ιστορική συγκυρία.

Ξέρω, όλοι μισούμε τις τράπεζες, έχουμε δάνεια, υποθήκες, προσημειώσεις, μετοχές που κάηκαν, ομόλογα που ξεφτιλίστηκαν, πανωτόκια, ψιλά γράμματα στα συμβόλαια. Παγκόσμιες φούσκες που στο διάβα τους παρασέρνουν ζωές και όνειρα, κυβερνήσεις, προϋπολογισμούς – το κράτος πρόνοιας, την ήπια ανάπτυξη, την ίδια την ισορροπία του περιβάλλοντος.

«Μια τράπεζα ή μια εταιρεία δεν μπορούν να περιμένουν, είναι όντα που δεν ανασαίνουν αέρα, που δεν τρώνε κρέας. Ανασαίνουν κέρδη, τρώνε τόκους. Αν τους λείψουν αυτά πεθαίνουν, όπως πεθαίνεις εσύ όταν σου λείψει ο αέρας και το κρέας. Είναι κρίμα βέβαια, μα έτσι είναι. Ακριβώς όπως σου το λέω.»

Τα ξέρουμε από παλιά αυτά, τα έγραψε ο Στάινμπεκ με κόκκινα γράμματα στα «Σταφύλια της Οργής» από το ’39. Αυτό που έχει αλλάξει είναι πως εκείνο το θηρίο μεγάλωσε, έγινε παγκόσμιο τέρας. Αν δοκιμάσεις να το πυροβολήσεις θα σε πάρει παραμάζωμα, θα πουλήσει μετά το τομάρι σου στην τηλεόραση και θα βγει κι από πάνω κερδισμένο. Θέλει τρόπο, θέλει σχέδιο για να το κατανικήσεις, πρέπει να μετατρέψεις την οργή σε γνώση, το συναίσθημα σε πείσμα. Θέλει ευρηματικότητα και φαντασία, θέλει συσπείρωση, θέλει διεθνή ερείσματα και συμμαχίες ακλόνητες.

Καταλαβαίνω πολύ καλά την αυθόρμητη συμπάθεια προς τον κυνηγημένο και τον αιχμάλωτο. Από δω εμείς με τα ρούχα, κι από κει εκείνοι με τις στολές.

Αλλά δεν είναι έτσι. Η αντεξουσιαστική βία κι αυτή ένστολη είναι, κι ας φοράει πολιτικά.

Διαπιστώνω ότι η βάναυση συμπεριφορά της αστυνομίας μετά τη σύλληψη γίνεται αφορμή για συμπάθεια και -από ορισμένες πλευρές- για εκ των υστέρων συνηγορία στην παραβατικότητα.

Αλλά δεν είναι έτσι. Κάθε λογική βασανισμού είναι εξίσου καταδικαστέα, είτε πρόκειται για αντάρτες των πόλεων είτε για επαγγελματίες ληστές τραπεζών, για βιαστές, για νεοναζιστές τραμπούκους, για σίριαλ κίλερς. Τελεία και παύλα – απαγορεύονται τα βασανιστήρια! Είναι έξω από κάθε έννοια πολιτισμού, αστικού, εναλλακτικού ή σοσιαλιστικού.

Ζούμε την πιο δύσκολη περίοδο της τελευταίας εξηκονταετίας. Υπάρχει θέμα επιβίωσης, έχουν τελειώσει τα καλαμπούρια. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να παριστάνουμε τον συνήγορο του διαβόλου, ούτε ν’ αφήνουμε να ορίζουν την τύχη μας λογής λογής αποκλίνουσες συμπεριφορές.

Θέλετε, φίλοι μου, να σωθούμε, σώζοντας μαζί και τη χώρα; Σύμφωνοι, αλλά τότε πρέπει εμείς πρώτοι να δείξουμε γιατί η ένοπλη βία και οι ληστείες αποτελούν αντικοινωνική συμπεριφορά και πολιτική οπισθοδρόμηση. Με τρόπο ρητό, λιτό, καταλυτικό. Αν δεν το κάνουμε εμείς -και μάλιστα πειστικά- θα το φροντίσει η αστυνομία. Κι έπειτα θα αναλάβουν εργολαβικά η κυβέρνηση, το δικαστικό σύστημα, τα ΜΜΕ.

Κι εμείς θα μείνουμε πάλι στη γωνία να διαμαρτυρόμαστε και να οργανώνουμε πολιτικές λιτανείες. Συμπαθούντες και συμπαθείς – πλην όμως ανεπαρκείς.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Μια μαχαιριά από τον Μπαράκ Ομπάμα...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
081216_obama_henderson«Οι δυνατότητες της Αμερικής είναι απεριόριστες, διότι κατέχουμε όλες τις ιδιότητες που απαιτεί ένας κόσμος χωρίς σύνορα: Νεότητα, δυναμική, ποικιλομορφία και ανοιχτούς ορίζοντες. Ατέλειωτες δυνατότητες για ρίσκο και ένα χάρισμα επαναπροσδιορισμού…».
Απόσπασμα από τη χθεσινή ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα, κατά την τελετή της ορκωμοσίας του.
Μια αποστροφή που με γέμισε μελαγχολία. Όχι γιατί δεν ήταν ωραίο αυτό που είπε, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους, δικιάς μας -εσωτερικής- κατανάλωσης.

Ελάτε τώρα φίλοι μου, βάλτε το χέρι στην καρδιά, ανεξαρτήτως της πολιτικής τοποθέτησης του καθενός: Αυτά που ο Αμερικανός πρόεδρος διακηρύσσει με υπερηφάνεια για τη χώρα του, ισχύουν, έστω και στο ελάχιστο, για τη δική μας; Μπορούμε τάχα να ισχυριστούμε ότι είμαστε χώρα νεανική, δυναμική, χώρα ανοιχτών οριζόντων; Ότι επιδεικνύουμε ιδιαίτερη ροπή προς την ανάληψη κινδύνων και ότι μας χαρακτηρίζει το χάρισμα του επαναπροσδιορισμού;
Θα μου πεις να μη μεγαλοπιάνομαι, άλλο η υπερδύναμη και άλλο η καθημαγμένη από την κρίση και από τις μνημονιακές πολιτικές Ελλάδα.
Μα, ακριβώς εκεί είναι το θέμα! Αφήνω στην άκρη τις πελώριες αμαρτίες της αμερικανικής πολιτικής (δεν είναι αυτό το θέμα μου εδώ) και ψάχνω να βρω την πηγή πίσω από την αισιοδοξία του προέδρου, που τόσο εμάς μας λείπει. Κοιτάζοντας προς το μέλλον, ο Ομπάμα δεν ποντάρει στον υλικό πλούτο, στη στρατιωτική υπεροχή ή στην πολιτιστική επιρροή της χώρας του. Δεν προσβλέπει στην Γουόλ Στριτ, ούτε στο Πεντάγωνο και τη CIA, ούτε στο Χόλυγουντ – ούτε καν στη Σίλικον Βάλεϊ. Ηθικές αξίες και ζωτικές ιδιότητες επιζητεί.
Νεότητα, δυναμική, ποικιλομορφία, ανοιχτούς ορίζοντες, θέληση για ρίσκο και διάθεση επαναπροσδιορισμού εκεί. Δημογραφική κάμψη, στασιμότητα, ομοιομορφία, εσωστρέφεια, φοβικότητα, δουλικότητα και προσκόλληση στις χειρότερες παραδόσεις εδώ.
Ναι, αλλά εκείνοι καταπιέζουν τους μαύρους, λέγαμε κάποτε. Ώσπου άρχισαν να τους εκλέγουν και να τους επανεκλέγουν. Οι ρατσιστές…

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Ερωτικό γράμμα σε παλιούς συνοδοιπόρους...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
BADMAN AFISAP9290112Είναι καιρός που θέλω να σου πω μερικά πράγματα αλλά συνεχώς το αναβάλλω. Πάντα μεσολαβεί κάτι άλλο, πιο επίκαιρο ή πιο επιτακτικό.
Εντάξει, έχουμε διαφορετικές απόψεις. Εσύ θέλεις να σώσεις τη χώρα συνεργαζόμενος με τα κόμματα του μνημονιακού τόξου, γιατί πιστεύεις ότι πρόκειται για μονόδρομο και για την τελευταία ευκαιρία προς αποφυγήν της ανοιχτής χρεοκοπίας και της μαζικής εξαθλίωσης. Κι εγώ πάλι βλέπω ότι όλ’ αυτά δεν οδηγούν πουθενά, ότι το σπιράλ της λιτότητας συνεχώς βαθαίνει, ότι η διάλυση του κοινωνικού ιστού είναι νομοτελειακή και κατακλυσμιαία, ότι ανάπτυξη δεν πρόκειται να έρθει ούτε σε τρία ούτε σε εκατό τέρμινα, ότι οι επιχειρούμενες μεταρρυθμίσεις αποτελούν μονάχα πρόσχημα απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, ότι το πολιτικό σύστημα έχει χάσει τη στοιχειώδη ικανότητα να αυτοκαθαρθεί και να βγει από το αδιέξοδό του.
Εντάξει, έχουμε διαφορετικές απόψεις, αλλά μέσα σ’ αυτές τείνει να εξαφανιστεί εντελώς η κοινή μας αφετηρία.
Ναι, μιλάγαμε κάποτε μαζί για την Ευρώπη, έχουμε υπάρξει η πιο συνεπής ευρωπαϊκή πολιτική δύναμη και έχουμε πληρώσει, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, το τίμημα γι’ αυτό. Δεν ήταν όμως άνευ όρων η επιλογή μας, λέγαμε «ναι στην Ευρώπη των εργαζομένων, όχι στην Ευρώπη των μονοπωλίων». Μιλούσαμε για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων, για την ευρωπαϊκή Αριστερά, για ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μέσα από διαρθρωτικές αλλαγές και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Πώς έφτασες να υπερασπίζεσαι την Ευρώπη του κεφαλαίου, του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, της λιτότητας, της αυταρχικής στροφής; Πώς έφτασες να συμπορεύεσαι με τη Μέρκελ και με τους ακραίους συντηρητικούς, όταν το θέμα είναι να νικηθεί ακριβώς η δική τους πολιτική για να ανασάνουν και να αναπτυχθούν οι κοινωνίες; Λέγαμε ότι η Ευρώπη δεν είναι ούτε κόλαση ούτε παράδεισος, δεν είναι λούνα παρκ αλλά πεδίο ταξικής πάλης. Σύμφωνοι, αλλά το σε ποιο μετερίζι αυτής της πάλης ανήκουμε το είχαμε λυμμένο, έτσι δεν είναι;
Μιλάγαμε μαζί για μεταρρυθμίσεις. Πώς κλείνεις τώρα τα μάτια στο γεγονός ότι βαφτίζονται «μεταρρυθμίσεις» όλα τα μέτρα απορρύθμισης του κοινωνικού κράτους και εξαθλίωσης των εργαζομένων και της μεσαίας τάξης, ενώ οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις, λειτουργικό και αναδιανεμητικό φορολογικό σύστημα, αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου σε οικολογική κατεύθυνση, αποκέντρωση της εξουσίας, αποδόμηση της τραπεζοκρατίας, αποκομματικοποίηση του κράτους, απογείωση της παιδείας, μηχανοργάνωση, πάνε συνεχώς στις καλένδες;
Και το Μνημόνιο; Επί δύο χρόνια (2010-2012) ψήφιζες στη Βουλή σε όλες τις ψηφοφορίες μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τις άλλες αντιμνημονιακές δυνάμεις. Τι άλλαξε έκτοτε και έκανες στροφή 180 μοιρών και ψηφίζεις τα ακριβώς ανάποδα, πέρα από τη συμμετοχή του κόμματός σου στην κυβέρνηση; Και πόσο αυτό διαφέρει από τη στροφή του Σαμαρά, που από το Ζάππειο πέρασε εν μια νυκτί στην Αλεξάντερπλατς;
Και ο νυν υπέρ πάντων αγών για τη διάσωση του Βενιζέλου τι σου λέει; Πόσα μπορεί να καταπιεί κανείς προκειμένου να σώσει κάποιον ο οποίος είναι καταδικασμένος να καταστραφεί;
Έπειτα, δεν καταλαβαίνω αυτή την άρτι εκδηλωθείσα εμμονή σου με την ανομία. Αυτή τη μονομερή υστερία σου με τα κακώς κείμενα. Εντάξει, στην Ελλάδα οι νόμοι υπάρχουν για να παραβιάζονται: Φορολογικοί νόμοι, νόμοι για την πολεοδομία, για το πολιτικό χρήμα, για τη λειτουργία των θεσμών, για τα πανεπιστήμια, ακόμα και για το κάπνισμα. Ούτε κι εμένα μ’ αρέσει αυτό το χύμα, αυτό το «γιατί έτσι γουστάρω», αυτός ο χυλός όπου βυθίζονται οι πολίτες και οι φτωχοδιάβολοι, ενώ  επιπλέουν τα παντός είδους λαμόγια – μεγάλα και μικρά.
Αλλά το επιλεκτικό κόλλημά σου με την ανομία δεν το καταλαβαίνω. Εντάξει, σε ενοχλούν τώρα αυτά που ενοχλούσαν ανέκαθεν τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, φυσικό είναι με όλη αυτή την όσμωση της συγκυβέρνησης, αν και με προβληματίζει το γεγονός ότι όλο και περισσότερο σε ενοχλούν κι εκείνα που ενοχλούν τη Χρυσή Αυγή, η οποία επιβάλλει σταδιακά την ατζέντα της. Όχι μονάχα στην κυβέρνηση, αλλά και σε σένα.
Από την άλλη, δεν βλέπω πια να σε ενοχλούν αυτά που ενοχλούν κυρίως εμένα, αυτά που μέχρι πρό τινος ενοχλούσαν κι εσένα: Η ανομία των καναλιών, η ανομία του τραπεζικού συστήματος και των διεθνών αγορών, η ανομία των μεγάλων φοροφυγάδων, η ανομία των φοροελεγκτικών μηχανισμών που χρηματίζονται, που αδρανούν σκόπιμα, που μονίμως αλληθωρίζουν υπέρ των μεγάλων συμφερόντων. Η ανομία στον ΕΟΤ, η ανομία με τη Siemens, η ανομία των πολεμικών εξοπλισμών, η ανομία του πελατειακού συστήματος, η ανομία της μίζας, η ανομία της αστυνομικής βίας.
Πάντως, ανάμεσα σ’ αυτά που με ενοχλούν, που σε ενοχλούσαν, ουδέποτε συγκαταλεγόταν η «ανομία των καταλήψεων». Άκουγα τις προάλλες τον εκπρόσωπο Τύπου της ΔΗΜΑΡ να μιλάει για την ανομία στη βίλλα Αμαλία και ξαφνικά δεν καταλάβαινα τίποτα, ερχόταν από άλλον πλανήτη, όχι από τον πλανήτη της Αριστεράς, από το πρώην κοινό μας σπίτι. Ουδέποτε η Αριστερά, ούτε η ΔΗΜΑΡ, είχε στο πρόγραμμά της και στην ατζέντα της ως πρόβλημα τις μακροχρόνιες καταλήψεις άδειων σπιτιών στην Αθήνα από ελευθεριακές ομάδες.
Για την Αριστερά, η οποία ουδέποτε πρωτοστάτησε ή συμμετείχε σ’ αυτές, το φαινόμενο υπήρξε στοιχείο της βιοποικιλότητας του αστικού οικοσυστήματος. Ένας κοινωνικός αυτοσχεδιασμός, μια γόνιμη παρέκκλιση, ένα εργαστήριο συλλογικού πειραματισμού, όπως αυτά που υπάρχουν σε όλες τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις χωρίς να αντιμετωπίζονται ως άντρα ανομίας. Καμιά φορά μπορεί και να ενοχλούν, είναι λάθος όμως να δαιμονοποιούνται και να καταστέλλονται άκριτα. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ένα ευρύτερο σχέδιο αποπροσανατολισμού και εμπέδωσης του αυταρχισμού.
Και εν πάση περιπτώσει, πού πήγε η συνέπεια λόγων και έργων; Εγώ αγωνιώ κάθε μέρα με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, να μη μαξιμαλίζει, να μην υπόσχεται πράγματα που δεν θα μπορέσει μετά να υλοποιήσει. Και ξέρεις γιατί; Γιατί πρώτιστο μέλημα για την Αριστερά πρέπει να είναι η συνέπεια λόγων και έργων! Εσύ πότε πρόλαβες να ασπαστείς το δόγμα ότι στην πολιτική άλλα λέμε και άλλα κάνουμε, ότι υπάρχουν πράγματα που γίνονται και δεν λέγονται και πράγματα που λέγονται και δεν γίνονται; Αυτά ανήκουν σε άλλη πολιτική κουλτούρα από τη δική μας – δεν νομίζω να διαφωνείς σ’ αυτό…
Και η στάση σου απέναντι στους παλιούς συντρόφους σου, του ΣΥΡΙΖΑ, σου φαίνεται εσένα φυσιολογική; Τόσα χρόνια μαζί, στο ίδιο κόμμα, και τώρα ξαφνικά ανακάλυψες στο πρόσωπό τους τον πιο μισητό αντίπαλο;
Τώρα, εκ των υστέρων, αντιλαμβάνομαι ότι τόσα χρόνια πρέπει να καταπίεζες μεγάλο θυμό μέσα σου. Αλλά και πάλι, θυμήσου ότι και ο Λεωνίδας Κύρκος, ο οποίος δεν ήταν καθόλου ήπιος όταν επρόκειτο για πολιτικές αντιπαραθέσεις, μιλούσε για «συντρόφους της άλλης πλευράς», όχι με τη φρασεολογία που χρησιμοποιείς εσύ σήμερα και το μένος που βγάζεις προς τα έξω. Και δεν απευθυνόταν σε όμορους χώρους στο πλαίσιο της ανανεωτικής Αριστεράς αλλά στους ανθρώπους του ΚΚΕ, που ούτε λίγο ούτε πολύ μας κατηγορούσαν ως προδότες, αναθεωρητές, δεξιούς, αν όχι και πράκτορες.
Πρόσεξε, δεν θα σου βγάλω εγώ την ταμπέλα του αριστερού από πάνω σου αν δεν θέλεις. Αρκεί να μην το κάνεις εσύ πρώτος, μόνος σου, με τα λάθη σου και με τις παραλείψεις σου. Λύσε το εσύ το θέμα μέσα σου, και πες μας και σ’ εμάς για να ξέρουμε. Ό,τι αποφασίσεις θα το δεχτώ, όπως λένε τα μοντέρνα ζευγάρια.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Ποινικοποίηση στα μέτρα τους...

Χριστόφορος Κάσδαγλης...
11794_1
Εντάξει, ο Παπακωνσταντίνου είναι ο εύκολος στόχος. Ποιος δεν θα ’θελε να δει να τιμωρούνται η αλαζονεία των πρώτων μνημονιακών μέτρων και ο παρείσακτος που αναγορεύθηκε σε τσάρο της οικονομίας και έκοβε με ευκολία μισθούς και συντάξεις.
Αυτά ως προς τις εντυπώσεις. Γιατί ως προς τη νομική ουσία, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι καθόλου δεν έχουν αποδείξει, μέχρι στιγμής, πως ο Παπακωνσταντίνου ήταν εκείνος που αλλοίωσε τη λίστα Λαγκάρντ. Είχε, λέει, το κίνητρο και την ευκαιρία… Μα αν ήταν έτσι, σε κάθε φόνο θα ενοχοποιούσαμε αμέσως τους κληρονόμους του θύματος!
Ναι, αλλά υπήρχε μέσα στο σπίτι και άλλος ύποπτος. Ο οποίος αποδείχτηκε ότι κρατούσε στα χέρια του επί ένα χρόνο το όπλο του εγκλήματος, και μονάχα όταν στριμώχτηκε το παρέδωσε στις αρχές. Κι έπειτα άρχισε να τρέχει στους δρόμους με το δάχτυλο προτεταμένο φωνάζοντας «Κλέφτης, κλέφτης, πιάστε τον!», προσπαθώντας στρέψει αλλού το κυνηγητό, να βγει απ’ το κάδρο και να επιρρίψει όλες τις ευθύνες στον συνένοχό του.
Κι οι άλλοι; θα πεις. Γιατί το κάνουν οι άλλοι κυβερνητικοί;
Οι άλλοι, μάτια μου, δεν ψάχνουν για τον ένοχο. Πτώμα για να πατήσουν ψάχνουν  και να βγουν στην άλλη όχθη με τα πόδια κατά το δυνατόν στεγνά. Ο Βενιζέλος είναι το σωσίβιό τους. Δεν προσφέρεται για ανθρωποθυσία – προς το παρόν.
Δεν μου αρέσει και δεν με εκφράζει η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. Ποτέ δεν έφερε καλό σ’ αυτό τον τόπο. Δίκη Κολοκοτρώνη, δίκη των Έξι, Ιδιώνυμο, Αναγκαστικός Νόμος 509/1947, χουντικά στρατοδικεία, μεταπολιτευτικά ειδικά δικαστήρια.
Οι δίκες πολιτικών προσώπων διχάζουν, χωρίς να προσφέρουν κάτι στην αυτογνωσία του έθνους αλλά και χωρίς να συμβάλλουν -όπως θα περίμενε κανείς- στην κάθαρση από την τραγωδία.
Οι δίκες πολιτικών προσώπων αποπροσανατολίζουν από το εκάστοτε πραγματικό πρόβλημα – στοχοποιούν πρόσωπα και αθωώνουν πολιτικές. Ζουμάρουν σε συγκεκριμένα άτομα, αφήνοντας απέξω τα συμφέροντα που καθοδήγησαν τις πράξεις τους: τις ιδεολογίες, τα ιδεολογήματα, τις κρυφές ατζέντες.
Ειδικά σε συνθήκες κρίσης, οι δίκες πολιτικών προσώπων είναι πιθανό να χορτάσουν μια ορισμένη εκδικητική μανία του πλήθους, αφήνοντας αλώβητες τις δομές και τους συσχετισμούς πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που τη δημιούργησαν. Ικανοποιούν ενδεχομένως το λαϊκό θυμικό, όχι όμως και το λαϊκό συμφέρον.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος μιλάει για σκευωρία. Πάγιο επιχείρημα που επικαλέστηκαν  κατά καιρούς πολιτικοί όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Δημήτρης Τσοβόλας, ο Άκης Τσοχατζόπουλος, ο Γιώργος Βουλγαράκης, ο Αριστοτέλης Παυλίδης, ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος, ο Παναγιώτης Ψωμιάδης. Δεν ξέρω πώς γίνεται το επιχείρημα να επανέρχεται κάθε φορά χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι επιστρατεύεται οσάκις τα υπόλοιπα λογικά επιχειρήματα έχουν τελειώσει. Μια άλλη ότι ο καθένας που το χρησιμοποιεί παίρνει κουράγιο από την ατιμωρησία που πέτυχε ο προηγούμενος.
Προσωπικά, θα ήμουν εξαιρετικά επιφυλακτικός αν τα κόμματα της αξιωματικής αντιπολίτευσης άφηναν τα επείγοντα καθήκοντά τους να προασπίσουν την επιβίωση των λαϊκών και των μεσαίων στρωμάτων, να οργανώσουν την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών, και επιδίδονταν σε εκστρατεία κυνηγητού μαγισσών  ποινικοποιώντας και προσωποποιώντας τις παραμέτρους της κρίσης.
Αλλά εδώ δεν πρόκειται περί αυτού. Ήταν τα τρία κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση τα οποία έσπευσαν δρομέως να καταθέσουν την πρόταση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής παραμονές πρωτοχρονιάς, λες κι έτρεχαν να προλάβουν την προθεσμία για την… εκταμίευση της επόμενης δόσης.
Η ποινικοποίηση, λοιπόν, δεν προέκυψε, όπως σε άλλες περιπτώσεις, από τη σπουδή της αντιπολίτευσης – ήταν τα ίδια τα κυβερνητικά κόμματα που επέλεξαν  αυτό το δρόμο. Ε, αν τώρα εκείνα θέλουν να προωθήσουν την πιο ανώδυνη λύση, να «θυσιάσουν» τον εκτός πολιτικού παιχνιδιού Παπακωνσταντίνου και να απαλλάξουν από κάθε ποινική ευθύνη το Βενιζέλο, η αντιπολίτευση δεν έχει κανένα λόγο να τους κάνει τη χάρη.

Ροη αρθρων