Λάμπρος Μπαλτσιώτης, απο το Περιοδικο Χρονος...
Με αφορμή τη Σαμπιχά Σουλεϊμάν: Οι Ρομά της Θράκης και οι πολιτικές απέναντί τους.
Η ιστορία
Σε όλα τα Βαλκάνια στις αρχές του 20ού αιώνα διαβιούσαν και συνεχίζουν να ζουν ομάδες που ετεροκαθορίζονται από τις γειτονικές τους ως γύφτοι και/ή τσιγγάνοι.
Ο χαρακτηρισμός με αυτούς τους δύο ετυμολογικά όρους διατρέχει λίγο-πολύ όλες τις βαλκανικές γλώσσες, από τα τουρκικά μέχρι τα αλβανικά και ακόμη βορειοδυτικότερα. Οι ομάδες που αναφέραμε δεν ήταν απαραίτητα μετακινούμενες αλλά μπορεί να ήταν και εδραίες ή να εδραιοποιήθηκαν σταδιακά με το πέρασμα του καιρού. Υπήρχαν δηλαδή ομάδες που ετεροπροσδιορίζονταν με τις ίδιες ονομασίες αλλά με εξαιρετικά διαφορετικά χαρακτηριστικά.1 Πέραν τούτων, διαφοροποιούνταν τόσο θρησκευτικά (ορθόδοξοι χριστιανοί, μουσουλμάνοι σουνίτες και μουσουλμάνοι ετερόδοξοι) όσο και γλωσσικά.
Οι γύφτοι/τσιγγάνοι των Βαλκανίων μιλούσαν και μιλούν όχι μόνο τη ρομανί αλλά και όλες τις άλλες βαλκανικές γλώσσες (ως μητρικές): αλβανικά, βουλγαρικά/μακεδονικά, ελληνικά, ρουμανικά, τουρκικά. Η ρομανί που μιλούν δεν είναι ενιαία, αλλά ανάλογα την περιοχή και τον απώτερο τόπο προέλευσης εμφανίζονται διαφορετικές διάλεκτοι, με μεγαλύτερη ή μικρότερη αλληλοκατανόηση.2 Όσοι ομιλούν τη ρομανί είναι αυτοί που συνήθως και αυτοπροσδιορίζονται, και σε αρκετές περιπτώσεις πλέον στην κυρίαρχη και επίσημη κάθε φορά γλώσσα, ως Ρομά. Άλλες ομάδες εξακολουθούν και σήμερα να αυτοπροσδιορίζονται με ονομασίες γύφτοι/τσιγγάνοι ή και άλλες (π.χ. ντόπιοι κ.λπ.) και στην Ελλάδα αλλά και στα Βαλκάνια. Η χρήση ή μη της ρομανί δεν είναι πάντα δείκτης ενσωμάτωσης: κάποιες ομάδες ελληνόφωνων «Χαλκιδαίων» είναι μετακινούμενες και σαφώς λιγότερο ενταγμένες από ρομανίφωνους γύφτους της περιοχής νότια των Σερρών, εδραίους αγρότες και δύσκολα κατηγοριοποιήσιμους σαν κάτι «διαφορετικό». Αν συνδυαστεί όμως η κοινή με την κυρίαρχη εθνική ομάδα γλώσσα και θρησκεία (λόγω της σημασίας της τελευταίας στη συγκρότηση των βαλκανικών εθνικισμών), εδραίοι γύφτοι/τσιγγάνοι αρχίζουν να θεωρούν αυτή την εθνική ομάδα ως ομάδα τους, αλλά και η κυρίαρχη ομάδα να τους θεωρεί μέλη της.
Η ιστορία
Σε όλα τα Βαλκάνια στις αρχές του 20ού αιώνα διαβιούσαν και συνεχίζουν να ζουν ομάδες που ετεροκαθορίζονται από τις γειτονικές τους ως γύφτοι και/ή τσιγγάνοι.
Ο χαρακτηρισμός με αυτούς τους δύο ετυμολογικά όρους διατρέχει λίγο-πολύ όλες τις βαλκανικές γλώσσες, από τα τουρκικά μέχρι τα αλβανικά και ακόμη βορειοδυτικότερα. Οι ομάδες που αναφέραμε δεν ήταν απαραίτητα μετακινούμενες αλλά μπορεί να ήταν και εδραίες ή να εδραιοποιήθηκαν σταδιακά με το πέρασμα του καιρού. Υπήρχαν δηλαδή ομάδες που ετεροπροσδιορίζονταν με τις ίδιες ονομασίες αλλά με εξαιρετικά διαφορετικά χαρακτηριστικά.1 Πέραν τούτων, διαφοροποιούνταν τόσο θρησκευτικά (ορθόδοξοι χριστιανοί, μουσουλμάνοι σουνίτες και μουσουλμάνοι ετερόδοξοι) όσο και γλωσσικά.
Οι γύφτοι/τσιγγάνοι των Βαλκανίων μιλούσαν και μιλούν όχι μόνο τη ρομανί αλλά και όλες τις άλλες βαλκανικές γλώσσες (ως μητρικές): αλβανικά, βουλγαρικά/μακεδονικά, ελληνικά, ρουμανικά, τουρκικά. Η ρομανί που μιλούν δεν είναι ενιαία, αλλά ανάλογα την περιοχή και τον απώτερο τόπο προέλευσης εμφανίζονται διαφορετικές διάλεκτοι, με μεγαλύτερη ή μικρότερη αλληλοκατανόηση.2 Όσοι ομιλούν τη ρομανί είναι αυτοί που συνήθως και αυτοπροσδιορίζονται, και σε αρκετές περιπτώσεις πλέον στην κυρίαρχη και επίσημη κάθε φορά γλώσσα, ως Ρομά. Άλλες ομάδες εξακολουθούν και σήμερα να αυτοπροσδιορίζονται με ονομασίες γύφτοι/τσιγγάνοι ή και άλλες (π.χ. ντόπιοι κ.λπ.) και στην Ελλάδα αλλά και στα Βαλκάνια. Η χρήση ή μη της ρομανί δεν είναι πάντα δείκτης ενσωμάτωσης: κάποιες ομάδες ελληνόφωνων «Χαλκιδαίων» είναι μετακινούμενες και σαφώς λιγότερο ενταγμένες από ρομανίφωνους γύφτους της περιοχής νότια των Σερρών, εδραίους αγρότες και δύσκολα κατηγοριοποιήσιμους σαν κάτι «διαφορετικό». Αν συνδυαστεί όμως η κοινή με την κυρίαρχη εθνική ομάδα γλώσσα και θρησκεία (λόγω της σημασίας της τελευταίας στη συγκρότηση των βαλκανικών εθνικισμών), εδραίοι γύφτοι/τσιγγάνοι αρχίζουν να θεωρούν αυτή την εθνική ομάδα ως ομάδα τους, αλλά και η κυρίαρχη ομάδα να τους θεωρεί μέλη της.

