Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Για την Γερμανική εθνική στρατηγική και την κρίση στην Ευρωζώνη...

postolis Fotiadis...

José Manuel Barroso receives Angela Merkel, German ChancellorΗ
αντίληψη των Γερμανών για την μικρή σημασία των Ευρωπαϊκών πολιτικών
δομών θα αλλάξει με τον ερχομό της Μέρκελ στην εξουσία. Σταδιακά όλο και
ισχυρότερες προσωπικότητες μετακομίζουν από το Βερολίνο στις Βρυξέλες
και αργά αλλά σταθερά προωθούνται σε θέσεις κλειδιά.

Το 2004 ο Johannes Laitenberger θα γίνει μέλος του
γραφείου του Μπαροζο. Το Νοέμβριο του 2005 γίνεται εκπρόσωπος τύπου της
Κομισιόν και το Νοέμβριο του 2009 επικεφαλής του γραφείου του Barozo με
αυξημένες αρμοδιότητες σε ζητήματα στρατηγικής εμπορίου.
Την ίδια περίοδο ο Uwe Corsepius, πρώην σύμβουλος
της Μέρκελ σε Ευρωπαϊκά θέματα επιλέγεται ως νέος Γενικός Γραμματέας στο
Συμβούλιο της Ευρώπης στην θέση του Γάλλου Pierre de Boissieu. Μερικούς
μήνες νωρίτερα τον Μάρτιο του 2009, ο Klaus Welle, ο αρχιτέκτονας της
πολιτικής που έδωσε την πρωτοκαθεδρία στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα
κυριαρχίας από το 1999 μέχρι και σήμερα, γίνεται γραμματέας του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Θα παίξει σημαντικό ρόλο στην διεύρυνση
αρμοδιοτήτων του οργάνου όσον αφορά το νομοθετικό ρόλο του και, όπως
επισημαίνουν όσοι γνωρίζουν από παραπολιτική στις Βρυξέλλες, θα
διατηρήσει την έντονη παρασκηνιακή πολιτική του δράση με μεγάλη επιρροή.
Τέλος του 2009 και ενώ η κρίση σοβεί η Γερμανία
έχει  κινηθεί ταχύτατα ώστε να εξασφαλίσει τεράστια επιρροή σε όλα τα
θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με συνέπεια θα ελέγξει και τους
σημαντικότερους θεσμούς που προκύπτουν κατά την διαχείριση της κρίσης με
σημαντικότερη την τοποθέτηση του Klaus P. Regling  στον EFSF και
μετέπειτα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας που πιθανότατα θα
μετεξελιχθεί σε κάποιου είδους Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο στην επόμενη
φάση της κρίσης.
Ποια συμφέροντα όμως εξυπηρετεί αυτή η στρατηγική;
Πριν λίγο καιρό εκδόθηκε στην Γερμανία από το
Ίδρυμα Ρόζα Λουξεμπουργκ η μελέτη των Φρεντερικ Χαινε και Τομας
Σαμπλοβσκι «Ευρωπαϊκές πολιτικές του Γερμανικού συνασπισμού εξουσίας και
οι αντιφάσεις του». Όπως αναφέρει μια πολύ καλή ανάλυση του κειμένου
από τον “Ιο της Κυριακής” (3ης Ιανουαρίου 2014) στη μελέτη
εξετάζονται αναλυτικά οι θέσεις των Γερμανών εργοδοτών απέναντι στην
κρίση αναλύοντας τις συγκλίσεις και αποκλίσεις μεταξύ Γερμανικών
οικονομικών συμφερόντων. Αυτά ομονοούν σε βασικά θέματα, παρά τις
διαφορετικές προτεραιότητες τους.
Όλοι ανεξαιρέτως απορρίπτουν την έκδοση
ευρωομολόγων. Αυτό συμβαίνει επειδή θεωρούν ότι πρέπει να διατηρηθεί το
ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που προκύπτει από τα χαμηλά επιτόκια στην
Γερμάνια και επειδή αυτό θα επιβράδυνε την λιτότητα στην υπόλοιπη Ευρώπη
υποσκάπτοντας τον ρολό και την ισχύι της Γερμανίας ως χώρα πιστωτή.
Όλοι επίσης στηρίζουν την λιτότητα στις χώρες που έχουν αποκτήσει
δευτερεύουσα σημασία για τα Γερμανικά οικονομικά συμφέροντα (Ελλάδα,
Ιρλανδία, Πορτογαλία) ενώ αποδέχονται πιο μετριοπαθείς εφαρμογές της σε
Ισπανία και Ιταλία.
Σπουδαίο εύρημα της μελέτης είναι η αντίληψη των
Γερμανών για το μέλλον της Ευρωπαϊκής αγοράς. Ενώ οι Γερμανοί
καταδικάζουν ρητορικά το καταναλωτικό μοντέλο που χρηματοδοτείται από
πίστωση στις χώρες του νότου, παρότι αυτό υπήρξε βασικό υποστύλωμα της
παραγωγής τους και βασική δυναμική του Γερμανικού μοντέλου κεφαλαιακής
συσσώρευσης, δεν το εγκαταλείπουν. Εγκαταλείπουν απλά τις αγορές που
θεωρούνται κατεστραμμένες από υπερχρέωση και ανίκανες να το
παρακολουθήσουν. Αυτές μετατρέπονται μέσα από την διαχείριση της κρίσης
σε οικονομίες μετά-σοβιετικού τύπου για να αξιοποιηθούν από τα Γερμανικά
κεφάλαια ως υποστηρικτικός χώρος με φθηνό εργατικό δυναμικό. Αυτός
ακριβώς ήταν ο ρόλος που επιφύλαξε το Γερμανικό κεφάλαιο σε χώρες όπως η
Ουγγαρία, η Τσεχία, η Λετονία και δευτερευόντως η Κροατία και η
Σλοβενία.
Η λύση που έχουν δει από το ξεκίνημα της κρίσης
φαίνεται στο πώς και προς τα που διαμορφώνεται η δυναμική του Γερμανικού
εξαγωγικού πλεονάσματος.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μελέτης του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Ifo του Μονάχου,
η Γερμάνια διαθέτει το μεγαλύτερο εξαγωγικό πλεόνασμα στον κόσμο, με
260 δισ. ευρώ για το 2013, το πλεόνασμα είναι υψηλότερο και από αυτό της
μεγαλύτερης εξαγωγικής δύναμης, της Κίνας, η οποία περιορίστηκε σε 195
δισ., ισοδυναμεί δε σε 7,3% του ΑΕΠ, ποσοστό το οποίο συνιστά υπέρβαση
του ορίου 6% που θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σύμφωνα με το Ifo, η αύξηση οφείλεται κυρίως στις εξαγωγές προς χώρες εκτός Ευρωζώνης και αναμένεται με βάση επίσημους υπολογισμούς να φθάσει στο 7,4%.
Βασικό στοιχείο της πολιτικής αντιμετώπισης της
κρίσης χρέους την Ευρωζώνη είναι ότι το Γερμανικό κεφάλαιο, όπως δείχνει
και η μελέτη των Χαινε και Σαμπλοβκι, στάματα να αντιλαμβάνεται ως
σημαντικότερη αγορά της την Ευρωπαϊκή περιφέρεια και διεκδικεί μερίδιο
στις διεθνείς αγορές. Έτσι κατανοεί την Ευρώπη ως σκαλοπάτι προς την νέα
τάξη πραγμάτων και διαμορφώνει εθνική στρατηγική πλαισιώνοντας τις
Ευρωπαίκές υποδομές με οικείο πολιτικό κεφάλαιο. Σε αυτή την στρατηγική
μπορεί να ενταχθεί και το νέο και πολύ αμφιλεγόμενο Αμερικάνο-Ευρωπαϊκό
σύμφωνο εμπορίου (TIPP) για την προώθηση του οποίου η Γερμανία έχει δείξει ζωηρό ενδιαφέρον από την έναρξη των διαπραγματεύσεων τον Ιούλιο του 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων