Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

όταν η απορρύθμιση εκτοπίζει τη ρύθμιση...

Εργασία και φτώχεια στα χρόνια της κρίσης
Μια τραγική πραγματικότητα, μια ομολογία ενοχής. Πρόσφατη Έκθεση της
Κομισιόν (European Commission, Employment and social developments in
Europe 2013) επιβεβαιώνει ότι το να βρει κανείς δουλειά στην Ευρώπη και
ιδιαίτερα στις δημοσιονομικά δοκιμαζόμενες χώρες δεν σημαίνει ότι θα
ξεφύγει και από τη φτώχεια. Μόνο στο 50% των περιπτώσεων η εξεύρεση
εργασίας αποτέλεσε τη λύση για τη φτώχεια.
Η εργασία και η φτώχεια ήταν μέχρι πρόσφατα δύο διαφορετικοί κόσμοι.
«Κι αυτό γιατί η απασχόληση αποτελούσε το κύριο μέσο φυγής από την
κατάσταση της ένδειας». Τα τελευταία χρόνια αναδεικνύεται μια ανάστροφη
–με δυναμική– τάση, σύμφωνα με την οποία η ίδια η εργασία συντηρεί πλέον
μέρος της φτώχειας. Η έκταση του φαινομένου αποδεικνύει από μόνη της
την εντροπία του εργατικού δικαίου, καθώς και την εν μέρει αποτυχία
(ανεπάρκεια) των κοινωνικών μεταβιβάσεων.
«Οι εργαζόμενοι φτωχοί δεν είναι νέο φαινόμενο». Στις νεωτερικές
κοινωνίες συναντούσαμε πάντα εργαζομένους που, παρά την εργασία τους,
δεν απέφευγαν τη θλιβερή μοίρα της φτώχειας. Εδώ, ανήκαν εργάτες με
σπέρματα αμοιβής η οποία δεν εγγυόταν ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης για
τους ίδιους και τις οικογένειές τους.
Υπήρχε ένας περιβάλλων κύκλος
φτώχειας που, ενώ δεν αποτελείτο από ανθρώπους του περιθωρίου,1
δεν ήταν πλήρως ενταγμένος στην αγορά εργασίας. Έτσι, στη λεγόμενη
φτωχολογιά της Ελλάδας του Μεσοπολέμου, στο «μεροδούλι-μεροφάι», θα
μπορούσε κανείς να εντάξει κάποιες ενδιάμεσες ζώνες, δηλαδή άτομα που
ανήκαν στους «μη δηλώσαντες ή μη ορίσαντες ακριβώς το επάγγελμα». Τα
πρόσωπα της κατηγορίας αυτής δεν ασκούσαν ένα επάγγελμα, αλλά
χαρακτηρίζονταν από μια επαγγελματική ρευστότητα. Επρόκειτο για την
περιφέρεια του εργατικού κόσμου που τεμνόταν με το περίγραμμα των
φτωχικών στρωμάτων.
Άλλοτε η ύπαρξη στρωμάτων φτωχών εργαζομένων κυρίως στις πόλεις δεν
προκαλούσε καμία έκπληξη ούτε δικαιολογούσε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ήταν μια πολυσυλλεκτική κατηγορία που δεν αναφερόταν σε αναγνωρίσιμες
ταξινομήσεις επαγγελμάτων. Η έκταση του φαινομένου δεν ήταν ικανή ακόμη,
τόσο ποσοτικά όσο και ποσοτικά, να ανατρέψει παγιωμένες κατηγορίες ούτε
να αμφισβητήσει τις βασικές λειτουργίες της εργασίας. Ήταν ένας
προθάλαμος είτε προς την ομαλοποίηση είτε προς την εξαθλίωση, ένα
μεταβατικό στάδιο σε μια προσωπική διαδρομή. Εν τω μεταξύ, η μαζική
είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας και η βελτίωση των μισθών, κατά
τους νεωτερικούς χρόνους, είχαν περιορίσει το φαινόμενο της ενεργού
φτώχειας.
«Με την κρίση δημόσιου χρέους ο όρος εισήλθε από την περιφέρεια της
κοινωνίας στο κέντρο της». Πλέον δεν συνιστά περιθωριακό φαινόμενο, αλλά
αποτέλεσμα μιας βίαιης δημοσιονομικής (νεοφιλελεύθερης έμπνευσης)
προσαρμογής. Η συνταγή διάσωσης της οικονομίας, πέρα από τη
δημοσιονομική πειθαρχία, οδηγεί σε ανατροπή του εργασιακού μοντέλου, σε
αλλαγή παραδείγματος στο εργατικό δίκαιο. Το αποτέλεσμα είναι η έκρηξη
όχι μόνο του αριθμού των άνεργων φτωχών αλλά και των εργαζόμενων φτωχών.
Η βαθιά περικοπή μισθών, χωρίς ανάλογη μείωση των τιμών, μετατοπίζει
μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων στην κατηγορία των εργαζόμενων φτωχών.
Μια υπόμνηση. Μπορεί οι περισσότεροι εργαζόμενοι φτωχοί να
τοποθετούνται στη ζώνη των χαμηλόμισθων, η πλειονότητα ωστόσο των
χαμηλόμισθων δεν ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. «Η χαμηλόμισθη
απασχόληση συμβάλλει αναμφισβήτητα στη φτώχεια, χωρίς όμως η σύνδεσή της
με αυτή να είναι αναπόδραστη». Ενδέχεται ο χαμηλόμισθος να αποδράσει
από τη φτώχεια χάριν των εισοδημάτων κάποιου από τα λοιπά μέλη της
οικογένειας.
Μετά τα μνημόνια παρατηρείται μια επιστροφή στην παροχή εργασίας
χωρίς προστατευτικούς κανόνες. Η αύξηση των εργαζόμενων φτωχών προέκυψε
από τη μετεξέλιξη της αγοράς εργασίας η οποία εμφανίζεται διασπασμένη
και ετερόκλητη. «Η τελευταία έχει απολέσει πλέον την ομοιογένειά της,
δημιουργώντας νέες κοινωνικές ανάγκες». Πέρα από την πρωτογενή αγορά
εργασίας αναπτύσσεται με κυριαρχικές τάσεις μια δευτερογενής που
περιλαμβάνει μια «περιφερειακή» και εύθραυστη απασχόληση, όπου η
προσωρινότητα έχει υποκαταστήσει τη σταθερότητα της θέσης εργασίας. Μόνο
έτσι μια οικονομία, κατά το επικρατούν νεοφιλελεύθερο δόγμα, μπορεί να
αντισταθεί στις πιέσεις της παγκοσμιοποίησης. Από την πλευρά του, το
εργατικό δίκαιο, αντί να αναχαιτίσει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, τίθεται
στην υπηρεσία του.
Το εργατικό δίκαιο, σύμφωνα με τις αγορές, θεωρείται δύσκαμπτο.
Λ.χ. η έκθεση «Doing Business» (2005) χαρτογραφεί τις χώρες ανάλογα με
τα εμπόδια που ορθώνει η εργατική τους νομοθεσία (στην απόλυση, στον
χρόνο εργασίας κ.α.) στις επιχειρήσεις. «Η ένδειξη της δυσκαμψίας της
αγοράς εργασίας τιμωρεί εκείνα τα κράτη που προστατεύουν ικανοποιητικά
τους εργαζομένους τους». Αντίστροφα, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας
–και η υποτιθέμενη ενθάρρυνση της απασχόλησης– μεθοδεύεται μέσω ενός
νομικού δαρβινισμού, όπου η απορρύθμιση εκτοπίζει τη ρύθμιση
(προστασία).
Ο όρος εργαζόμενοι φτωχοί υποδεικνύει «μια ρήξη (κρίση) στον
προστατευτικό ρόλο του εργατικού δικαίου ή έναν κίνδυνο εντροπίας».
Κατά βάση, θέτει σε δοκιμασία «το ελάχιστο των ελαχίστων, δηλαδή την
οικονομική ασφάλεια του ατόμου μέσω της παροχής εργασίας».
Η καταπολέμηση της φτώχειας ως στόχος ενυπήρχε στο εργατικό δίκαιο. Η
προστασία του αδύναμου μέρους απέβλεπε στην οικονομική του ασφάλεια.
«Σήμερα, αυτός ο στόχος βάλλεται διττώς». Στη μεν περίπτωση της πλήρους
απασχόλησης (τυπική σύμβαση εργασίας) αμφισβητείται η αρχή του κατώτατου
μισθού, που διολισθαίνει προς τα όρια της απόλυτης φτώχειας. Ο μισθός
αποσυνδέεται από την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, των αναγκών της
διαβίωσης του ατόμου. Στη δε περίπτωση της μερικής απασχόλησης ο μισθός
είναι ανεπαρκής, λόγω του ότι η μορφή αυτή απασχόλησης οδηγεί σε μια
ανάλογα (pro rata temporis) μειωμένη αμοιβή.
«Η απασχόληση έχει αξία στον βαθμό που προστατεύει τους ανθρώπους από
τη φτώχεια. Μόνο ως ποιοτική γινόταν πάντα αποδεκτή η εργασία». Κι αυτό
όμως τείνει να αλλάξει με την εμφάνιση της επισφαλούς εργασίας, μιας
εργασίας που προσφέρει στον εργαζόμενο ελάχιστες έως καθόλου εγγυήσεις
ως προς τη διατήρηση ενός αποδεκτού επιπέδου διαβίωσης, καθώς και ως
προς τη σταθερότητά της. Άραγε η χαμηλή ποιότητα της θέσης εργασίας
είναι προθάλαμος για καλύτερες εργασίες ή ένα διαρκές και ανυπέρβλητο
μειονέκτημα; Η πράξη απέδειξε ότι τα ημιειδικευμένα και ανειδίκευτα
άτομα τείνουν να παγιδευτούν στην προσωρινή απασχόληση και να
παραμείνουν «μόνιμα χαμηλόμισθοι».
«Οι μεταρρυθμίσεις του εργατικού δικαίου μετά το Μνημόνιο προκάλεσαν
την έκρηξη της προσωρινότητας και της μερικής απασχόλησης». Αποτέλεσαν
τη θρυαλλίδα στην όλη εξέλιξη. Χάρη στη θεσμοθέτηση της δυνατότητας του
εργοδότη για μονομερή προσφυγή στην εκ περιτροπής εργασία (άρθρο 17,
παρ. 3 ν. 3899/2010), η επιλογή των ατυπικών συμβάσεων γίνεται πλέον
εκβιαστικά.
Από την άλλη πλευρά, όσο ισχύουν τα μνημόνια εξάλλου, η εγγυητική
λειτουργία του κατώτατου μισθού τείνει να εκλείψει. Ειδικότερα, με την
Π.Υ.Σ. 6/2012 μειώνονται τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων της
Εθνικής Γενικής Σ.Σ.Ε. Επέρχεται άμεση μείωση των κατώτατων
μισθών/ημερομισθίων της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. «κατά 22% σε σύγκριση με τα κατώτατα
όρια μισθών και ημερομισθίων που προέβλεπε η Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. την 1.1.2012».
Για τους νέους εργαζομένους ηλικίας κάτω των 25 ετών η μείωση είναι
«32%». Εκτός από τη μείωση του κατώτατου μισθού της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., με την
παρ. 29 του κεφ. Ε του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής
Πολιτικής θεσπίζεται και το πάγωμα του κατώτατου μισθού μέχρι το τέλος
του προγράμματος.
Το «make work pay» αποτελεί θεμελιακό αίτημα/αξίωμα τόσο από
οικονομική όσο και από νομική άποψη. Κατά το Σύνταγμα, «πρώτα έρχεται το
δικαίωμα στην εργασία που εμπεριέχει και το δικαίωμα να ζει κανείς
αξιοπρεπώς από την εργασία του και μετά (επικουρικά) η υποχρέωση του
κράτους να συνδράμει όσους δεν μπορούν να εργαστούν».
Το δικαίωμα για εργασία αφυδατώνεται αν δεν μπορεί να προστατεύσει
τους εργαζομένους από τη φτώχεια. Μέσω της εγγύησης της αξιοπρεπούς
αμοιβής, κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα ο κατώτατος μισθός και η τακτική
αναπροσαρμογή του. «Ο κατώτατος μισθός δεν επιτρέπει να διολισθήσουν οι
εργαζόμενοι στην κατηγορία των “εργαζόμενων φτωχών”» (working poors).
Οι πολιτικές ενθάρρυνσης της απασχόλησης μέσω μείωσης των κατώτατων
μισθών «δεν θεωρούνται συμβατές με την προστασία της αξιοπρέπειας των
εργαζομένων», ενώ συγχρόνως εμφανίζονται αμφισβητήσιμες από οικονομική
άποψη. Μια βασική λειτουργία του μισθού είναι η αναπαραγωγή της
εργασιακής δύναμης. Η διαμόρφωση του κατώτατου μισθού κάτω από ένα
επίπεδο, ικανό να εξασφαλίζει τη διαβίωση, οδηγεί στην εκπτώχυνση. Και
από οικονομική άποψη δεν είναι δυνατόν η εργασία να μην καλύπτει την
αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Στο παρελθόν, όλο το καπιταλιστικό
σύστημα στηρίχτηκε σε αυτόν τον βιολογικά αναγκαίο μισθό. Η αναίρεση της
αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης οδηγεί στην αναίρεση ενός από τα
στοιχεία του βιομηχανικού καπιταλισμού.
Με τον όρο εργαζόμενοι φτωχοί δεν πρόκειται απλώς για
προσθήκη νέας κατηγορίας φτωχών ή εργαζομένων στις ήδη υπάρχουσες. Το
ζήτημα είναι πιο ανατρεπτικό. Πρόκειται για μια νέα πρόκληση γύρω από τα
νομιμοποιητικά θεμέλια της κοινωνίας. «Οι εργαζόμενοι φτωχοί
συσκοτίζουν τα όρια ανάμεσα στις κανονικότητες και το περιθώριο. Οι
επάξιοι (νεο)φτωχοί (deserving poor) αναιρούν την (καπιταλιστική) ηθική
της εργασίας που δέχεται την εργασία ως κύριο, ηθικά αποδεκτό τρόπο για
να κερδίσει κανείς τη ζωή του.2 Κατά βάθος, οι εργαζόμενοι
φτωχοί μας θέτουν ενώπιον βασικών (νέων) επιλογών ως προς τον τρόπο
αναδιανομής του εισοδήματος στις σύγχρονες κοινωνίες».
Από τη στρατολόγηση των αργόσχολων για την επάνδρωση των εργοστασίων
μέχρι την ενσωμάτωση της εργασίας (απασχόλησης) στην κεϋνσιανή αντίληψη
(les trente glorieuses) η εργασία ήταν και είναι ο κύριος τρόπος
ενσωμάτωσης των ατόμων στην κοινωνία. «Η ενσωμάτωση μέσω της εργασίας,
ακρογωνιαίος λίθος των νεωτερικών κοινωνιών, απειλείται σήμερα από το
φαινόμενο των εργαζόμενων φτωχών».
Ειδικότερα, η εμφάνιση των εργαζόμενων φτωχών συσκοτίζει τη διάκριση
ανάμεσα σε επάξιους (deserving poor) και ανάξιους (undeserving poor)
φτωχούς. Η νέα αυτή κατηγορία καθιστά ανώφελη τη διάκριση ανάμεσα σε
πραγματικούς φτωχούς και κατεργάρηδες. Άλλοτε επικρατούσε η αντίληψη ότι
το να εργάζεται κανείς δεν αφορά μόνο την οικονομία, αλλά ταυτόχρονα
αποτελεί ηθικό ζήτημα. «Από τη στιγμή όμως που η εργασία δεν εξασφαλίζει
τα προς το ζην, παύει να αποτελεί και υπόδειγμα ορθής συμπεριφοράς».
Έτσι, δεν μπορείς να επιβάλλεις στους ανθρώπους την εργασία, όταν
αμείβεις την ημερήσια εργασία μ’ ένα μικρό ποσό που δεν εξασφαλίζει
πολλές φορές ούτε τη φυσική τους επιβίωση.
Αν κλονιστεί η ηθική αξία της εργασίας, θα χαθεί και η κοινωνική συνοχή, θα αμφισβητηθεί το κοινωνικό συμβόλαιο.3
Κι αυτό γιατί φράσσεται ένας βασικός τρόπος τού να ανήκει κανείς σε μια
συλλογικότητα. Κάθε κοινωνία ανταπέδιδε στα άτομα με βάση την
«εργασία-προσφορά» του καθενός. Δεν υπάρχουν δωρεάν γεύματα, πρέπει να
προσφέρεις στους άλλους κάτι που να έχει αξία χρήσης. Αυτό το θεμέλιο
τίθεται υπό αμφισβήτηση με την εμφάνιση και την ανάπτυξη του φαινομένου
των εργαζόμενων φτωχών. Η εργασία παύει να ανταποδίδει αυτό που θα
έπρεπε, δηλαδή να επιτρέπει να ζήσει κανείς αξιοπρεπώς από αυτήν.
Πέρα από τη στατιστική πλευρά, οι «εργαζόμενοι φτωχοί» δεν προκάλεσαν
ακόμη το ενδιαφέρον των προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα.
Και γι’ αυτό δεν έχουν συγκροτηθεί σε νομική κατηγορία. Θα λέγαμε ότι
«κινούνται σε μια ζώνη μη δικαίου», σαν να μην υπάρχουν για το κράτος ως
αυτοτελές υποκείμενο προστασίας. «Εμφανίζονται ως απόκληροι του
εργατικού δικαίου και ως ορφανά της κοινωνικής πολιτικής».
Τελειώνοντας με την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αποτέλεσε το
έναυσμα της σύντομης και αποσπασματικής μας παρέμβασης, να επισημάνουμε
ότι δεν αρκούν οι διαπιστώσεις. Η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να περιοριστεί
στην περιγραφή της σκληρής πραγματικότητας, αλλά όφειλε να προχωρήσει
στην πρόταση της θέσπισης, παρά τις δυσκολίες του εγχειρήματος, ενός
ευρωπαϊκού ελάχιστου μισθού (ακόμη και με χρηματοδότηση κοινοτικών
πόρων). Μόνο έτσι προχωράμε από τη ρητορεία περί αλληλεγγύης στην
υλοποίηση της Κοινωνικής Ευρώπης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων