Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Ο τζάμπας πέθανε...

Η Αυγή online...

Καρτερός Θανάσης

Υπάρχει μια παραδοχή πίσω από κάθε κίνηση -και κάθε ακινησία- της κυβέρνησης Σαμαρά. Η ίδια παραδοχή που καθόριζε τη στάση της κυβέρνησης Παπανδρέου και της κυβέρνησης Παπαδήμου: Ότι απέναντι στους δανειστές και στους εταίρους δεν έχουμε κανένα όπλο, καμιά δυνατότητα πίεσης και, ακόμα χειρότερα, καμιά δυνατότητα αντίδρασης. Είμαστε υποχρεωμένοι να διαπραγματευόμαστε με την πλάτη στον τοίχο, όπως έλεγε ο Παπανδρέου, ή με τα μάτια στην έκθεση της τρόικας, όπως λέει ο Σαμαράς. Να κάνουμε δηλαδή ό,τι μας λένε, έστω κι αν βλέπουμε και ξέρουμε ότι αυτό καταστρέφει εκατομμύρια ζωές και τη χώρα.
Δυο εκδοχές υπάρχουν γι’ αυτή την παραλυτική εκδοχή, που έχει γίνει πεποίθηση και σε ένα μέρος των Ελλήνων. Η μία είναι ότι οι διακινητές της την πιστεύουν. Πιστεύουν δηλαδή ότι αν κουνηθούμε έστω και λίγο, αν τα στυλώσουμε, η τρόικα, οι εταίροι, οι δανειστές θα μας καταστρέψουν ολοσχερώς, θα μας ρίξουν στον Καιάδα, γιατί έχουν και τη δύναμη και τη θέληση να το κάνουν. Η άλλη είναι ότι απλώς τους βολεύει, γιατί πιστεύουν στην πολιτική που ασκείται εις βάρος της πλειοψηφίας του λαού, καθώς αυτή εξυπηρετεί μια οικονομικά ισχυρή και με μεγάλη επιρροή μειοψηφία - τους τραπεζίτες, για παράδειγμα, και όχι μόνο.
Όποια κι αν είναι τα κίνητρά της, είναι ολοφάνερο ότι αν δεν ανατραπεί αυτή η παραδοχή πάμε με μαθηματική ακρίβεια κατά διαόλου. Θα μας λιανίσουν με τις υπογραφές των πολιτικών μας ταγών. Κι αν κάποιος ακόμα αμφιβάλλει γι’ αυτό, καλείται επειγόντως να ξαναρίξει μια ματιά σε όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια. Κανένα έλεος για τους εκ των προτέρων ηττημένους ούτε από δανειστές, ούτε από τρόικες, ούτε από εταίρους. Εφαρμόστε κατά γράμμα όσα σας λέμε και αφήστε τα λόγια ήταν και είναι η ομόφωνη απαίτησή τους. Ούτε μία παραχώρηση, ούτε μία υποχώρηση, ούτε καν μια τυπική διαπραγμάτευση.
Αν υπάρχει συνεπώς ένας μονόδρομος σήμερα είναι αυτός που οδηγεί έξω από την παραδοχή της παράλυσης. Στη μια περίπτωση είμαστε χαμένοι από χέρι, στην άλλη τολμάμε, διακινδυνεύουμε, αλλά ελπίζουμε. Ακόμα κι αν έχουν άδικο όσοι υποστηρίζουν ότι στην περίπτωση αυτή η ευρωπαϊκή στρίγκλα θα γίνει αρνάκι, θα γίνει τουλάχιστον φανερό ότι ο τζάμπας πέθανε. Κι αυτό είναι το ήμισυ του παντός...

Περί της επικοινωνιακής πολιτικής της Χρυσής Αυγής...

Αφουσιά....
"Ο Έλληνας πληρώνει χρυσό το ηλεκτρικό ρεύμα για την καλοπέραση των συνδικαλιστών της ΔΕΗ, για την τρόικα, τώρα και για τα φωτοβολταϊκά. Η εκμετάλλευση της ελληνικής ενέργειας (πετρέλαιο - φυσικό αέριο) αρκεί για να καλυφθούν οι ανάγκες της χώρας. Αντ' αυτού η συγκυβέρνηση του μνημονίου τσακίζει τον Λαό με νέες αυξήσεις."


Το παραπάνω κείμενο αποτελεί δελτίο τύπου του "κόμματος" του Μιχαλολιάκου επί του θέματος της αύξησης των τιμολογίων της ΔΕΗ. Το παραθέτω διότι το θεωρώ ενδεικτικό της επικοινωνιακής πολιτικής της Χρυσής Αυγής. Ως γνήσια τέκνα του Γκέμπελς και των μεθόδων του, γνωρίζουν που πρέπει να στοχεύσουν και πώς, αφού ακόμα και η γλώσσα και η έκταση του κειμένου δεν έχουν αφεθεί στην τύχη. Χωρίς κανένα ίχνος ουσίας ή επιχειρήματος, καταγγέλλει σύστημα και Αριστερά χωρίς να προτείνει απολύτως τίποτα. Διότι, ως γνωστόν, ο σκοπός της Χρυσής Αυγής δεν είναι η επίλυση των προβλημάτων των κατοίκων της χώρας. Γι' αυτό, πέρα από την γνωστό σύνθημα "Έξω οι ξένοι" και την προστασία των συνόρων από την παράνομη μετανάστευση με νάρκες και πυραύλους, η Χρυσή Αυγή δεν έχει προτείνει απολύτως τίποτα για την έξοδο από την κρίση. Παραδείγματος χάριν, στην πρόταση "εκμετάλλευση της ελληνικής ενέργειας" δεν γίνεται κανένας απολύτως λόγος για το πώς θα αξιοποιηθεί, από ποιους και τι τελικά θα κερδίσει ο μέσος Έλληνας. Το μήνυμα είναι σαφές: "Υπάρχει λύση, η Ελλάδα είναι γαμάτη αλλά το σύστημα και η Αριστεροί συνδικαλιστές δεν την αφήνουν να φωτίσει ξανά στον κόσμο". Ο πατριωτισμός είναι προϊόν ευπώλητο σε έναν ταπεινωμένο λαό. Μέσα από την ανάδειξη ενός νοητού εχθρού, πότε ο μετανάστης και πότε οι γείτονες χώρες, κατάφερε να εκμεταλλευτεί τις συγκυρίες και να διογκωθεί. 


Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσουμε ότι όλοι η ψήφοι της Χρυσής Αυγής προήλθαν από τη στάση της απέναντι στο μεταναστευτικό ζήτημα και τον εθνικισμό εν γένει. Οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής δεν είναι ένα ομοιογενές σύνολο. Ένα μέρος τους όντως γοητεύεται απ' τις ρατσιστικές της θέσεις, είναι οι ίδιοι που ούρλιαζαν "δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ" στην Ομόνοια, ο πυρήνας της Χρυσής Αυγής. Όμως μαζί με την εθνικιστική της στάση, η Χρυσή Αυγή βασίστηκε σε κάτι ακόμα πιο δυνατό. Δίπλα σ'αυτούς που ούρλιαζαν "μολών λαβέ" υπάρχουν και εκείνοι που, ιδιάιτερα μετά το περιστατικό Κασιδιάρη- Κανέλλη, πίστεψαν στον αντισυστημικό χαρακτήρα της ως απάντηση σε ένα πολιτικό σύστημα τόσο διεφθαρμένο που να απαιτεί ακραίους χειρισμούς για να διορθωθεί. Αυτός ο χαρακτήρας γοήτευσε τους "αγανακτισμένοι" πολίτες της χώρας, άνθρωποι που πιστεύουν ότι "δεν κοιμούνται πια" αλλά ούτε έχουν "ξυπνήσει". Εκείνοι που μισούν μεν το σύστημα, εντούτοις δεν έχουν καμία υποψία για τις πραγματικές του διαστάσεις. Και αυτή η πεποίθηση δεν επικρατεί μονάχα ανάμεσα στους ψηφοφόρους της. Φαίνεται πως υπάρχουν πολλοί που τη θεώρησαν μεν πολύ ακραία για να τη στηρίξουν με την ψήφο τους, ωστόσο τη βλέπουν με συμπάθεια ακριβώς εξ αιτίας του αντι-συστημικού χαρακτήρα που προωθεί. Παραδόξως, οι τελευταίοι αποτελούν και την μεγαλύτερη απειλή. Διότι ο κίνδυνος δεν είναι η αύξηση όσων την στηρίζουν ενεργά με την ψήφο τους. Η πολύ μικρή προσέλευση κόσμου στο κάλεσμα της στη Νίκαια δείχνει ότι οι ψηφοφόροι της δεν είναι στο μεγαλύτερο τους μέρος "χρυσαυγίτες", προσωπικός στρατός του Μιχαλολιάκου. Το βαρόμετρο για την περαιτέρω πορεία της Χρυσής Αυγής είναι η στάση της κοινής γνώμης απέναντί της. Και όσο συντηρεί τον αντι-συστημικό της χαρακτήρα, ο κίνδυνος αυξάνει.


Δεν νομίζω ότι οι σκεπτόμενοι πολίτες χρειάζονται πολλά επιχειρήματα για να κατανοηθεί η πραγματική φύση του κόμματος του Μιχαλολιάκου. Η Χρυσή Αυγή δεν φτιάχτηκε για να τα βάλει με το σύστημα, διότι πολύ απλά, είναι γέννημα του συστήματος με συγκεκριμένες εντολές. Σκοπός της είναι η παρεμπόδιση της προλεταριοποίησης των εξαθλιωμένων πολιτών, φουσκώνοντας με κενά λόγια την πληγωμένη τους εθνική υπερηφάνεια, αποπροσανατολίζοντας την κοινή γνώμη από τον πραγματικό της εχθρό. Ο ρόλος της μέσα στο σύστημα επιβεβαιώνεται από την στάση άλλων στοιχείων που αποτελούν το σύστημα, τα Μ.Μ.Ε και η Αστυνομία, απέναντι της. Τις προάλλες, η χαρούμενη εικόνα των χρυσαυγιτών να μοιράζουν τρόφιμα κατέκλυσε τα κανάλια, σε μια προσπάθεια αγιοποίησης της. Ακόμα πιο πονηρή όμως ήταν μια άλλη εικόνα, του αλαφιασμένου βουλευτή της να κυνηγά έναν αστυνομικό που τάχα πήγε να εμποδίσει την "γιορτή ανθρωπιάς" που είχε στηθεί στο Σύνταγμα. Σε μια κίνηση γεμάτη υποσυνείδητο συμβολισμό, ο αγανακτισμένος βουλευτής τα βάζει με το σύστημα, βρίζοντας όχι την Αστυνομία στο σύνολο της, αλλά τους "διεφθαρμένους" Στρατηγούς της. Όσοι γνωρίζουν βέβαια τις σχέσεις της Χρυσής Αυγής με την αστυνομία και την στήριξη που χαίρει απ' αυτή, δεν πείσθηκαν απ' την στημένη εικόνα. Αλλά, όπως ανέφερα προηγουμένως, η Χρυσή Αυγή δεν απευθύνεται σε αυτούς. 


Η αριστερά προσπάθησε να αναχαιτίσει την άνοδο της Χρυσής Αυγής στοχεύοντας στην ανάδειξη της ως νεοναζιστική συμμορία. Απέτυχε. Αφενός, διότι η ξενοφοβία, ενισχυμένη από το αίσθημα της ανασφάλειας που τροφοδότησαν απλόχερα τα Μ.Μ.Ε., δημιούργησε την απαίτηση για άμεση λύση του μεταναστευτικού προβλήματος με οποιονδήποτε τρόπο. Αφετέρου, φάνηκε ότι μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων της δεν πίστεψε στις καταγγελίες περί ναζισμού, θεωρώντας τις ως άμυνα του συστήματος απέναντι στην απειλή της Χρυσής Αυγής. Έχοντας ήδη οικοδομήσει έναν κίβδηλο αντι-συστημικό χαρακτήρα, επέτυχε, και πάλι με τη βοήθεια των Μ.Μ.Ε., να αποκρούσει τις καταγγελίες.   

Στο ερώτημα, λοιπόν, πώς θα αναχαιτισθεί η Χρυσή Αυγή, η απάντηση έχει ήδη δοθεί σε πολλά άρθρα που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο: η συντονισμένη προσπάθεια των αντιφασιστικών δυνάμεων για αποκάλυψη της πραγματικής της φύσης ως γνήσιο τέκνο του συστήματος. Η στάση της στο θέμα της ΑΤΕ αποτέλεσε μια ρωγμή στην φαινομενικά άτρωτη πανοπλία της. Με βάση τον συσχετισμό δυνάμεων στην Βουλή, δεν θα είναι η μοναδική φορά που η στάση της ΧΑ θα κρίνει την σύσταση ή μη μιας εξεταστικής επιτροπής. Κάθε φορά που η Χρυσή Αυγή συντάσσεται με το σύστημα, δίνεται μια ευκαιρία για να αποκαλύψουμε τις πραγματικές της προθέσεις. Αλλά η στάση της στο ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου δεν είναι το μόνο τρωτό της σημείο. Οι σχέσεις του αρχηγού της με την ΚΥΠ και επομένως το σύστημα, η σύνδεση μελών της με την "νύχτα" και την Μαφία αλλά και περιπτώσεις όπως οι αδιαφανείς προσλήψεις στελεχών της σε δημόσιες θέσεις είναι "ολισθήματα" που πρέπει να αναδειχθούν. Κυρίως, όμως, οφείλουμε να αν αναδείξουμε την προστασία που χαίρει απ' την αστυνομία. Ανάμεσα σ' όσους υποστηρίζουν, ενεργά ή μη, την Χρυσή Αυγή, βρίσκονται άνθρωποι που βίωσαν την κρατική καταστολή στο πετσί τους 2 χρόνια τώρα. Γνώρισαν τα ΜΑΤ, τους ΔΙΑΣ και τους ΔΕΛΤΑ και πόσο αγαπούν να προστατεύουν το σύστημα. Η εμπειρία αυτή έχει εντυπωθεί βαθιά στην μνήμη αυτών των ανθρώπων και θα μπορούσε να επηρεάσει την στάση τους απέναντι στην Χ.Α αν ανακάλυπταν την σχέση της με τα ΜΑΤ. 


Υγ; Για πλήθος πολιτών, ο αναρχικός χώρος έχει εσφαλμένα συνδεθεί με το σύστημα. Η αστεία εικόνα των αγανακτισμένων να φωνάζουν ως όχλος "Ασφαλίτες, Ασφαλίτες" το περασμένο καλοκαίρι στην επίθεση απέναντι στα ΜΑΤ που προστάτευαν τη Βουλή, δείχνει ότι ο κόσμος είναι όντως αποπροσανατολισμένος, συνδέοντας τη δράση ασφαλιτών με τον αγώνα του Αναρχικού/Αντι-εξουσιαστικού χώρου. Η ευθύνη, βέβαια, βαραίνει και τον "χώρο", αφού έχει επιλέξει (και έχει αναγκασθεί εν μέρει) να κρατήσει αποστάσεις από την κοινωνία. Ίσως, ταυτόχρονα  με την διόρθωση της εσφαλμένης εντύπωσης για την Χρυσή Αυγή, να δίνεται και η ευκαιρία στον "χώρο" να αναδείξει την αληθινή του φύση


Υγ2: Είναι βέβαιο πως το κείμενο δεν καλύπτει το ζήτημα πλήρως, μα δεν είναι αυτός ο σκοπός του. Σκοπός είναι να εγείρει συζητήσεις πάνω στο θέμα της ανόδου του φασισμού και την αντιμετώπισης του. Οπότε, παρακαλείσθε θερμά να μην κρίνετε το κείμενο, αλλά να το συμπληρώσετε όπου εντοπίζετε ελλείψεις. Ο αγώνας είναι κοινός, οι θέσεις του ενός, ακόμα κι αν κρίνονται λάθος, δημιουργούν τις θέσεις του άλλου. Ευχαριστώ, σύντροφοι

Η άνοδος και η πτώση της Μελίνας Τσιλιμίγκρα ...

Red NoteBook...
Αρίστος Γιαννόπουλος

Τη Μελίνα Τσιλιμίγκρα δεν την ήξερα. Καθόλου. Διαφέρουν τόσο οι ηλικίες μας, οι  προσανατολισμοί μας και οι πολιτικές μας αναφορές, που πιθανότατα δεν θα την είχα προσέξει αν το όνομά της δεν αποτελούσε μια επιτομή της σύγχρονης Ελλάδας. Κατά την ταπεινή μου άποψη, συνδύαζε τη φευγαλέα υδραργυρική γοητεία του επίκτητου «Μελίνα», δανεισμένη από τη Μερκούρη, με την κακόηχη πεζότητα του εξ αίματος αναπόφευκτου επωνύμου, που θύμιζε  ασθένεια της αμπέλου ή εκείνους τους φιλότιμους ποδοσφαιριστές της δεκαετίας του ΄70, που περισσότερο κι απ΄ τα κλαδέματα των αντιπάλων τους στο ξερό, κινδύνευαν απ΄την καζούρα των αντίπαλων: «Παίξε, Μπατσακούτσαααα...! Τρέχα, Χαλιαμπάλιααααα...!».

Από τα λίγα (και ενδεικτικά) που ξέρω γι΄ αυτήν, η νεαρή Μελίνα, εξ Αργολίδος ορμωμένη φοιτήτρια Νομικής Αθηνών, στρατεύθηκε στη νεολαία του ΛΑΟΣ και θέλησε να αναδειχθεί στις τάξεις του, όταν τούτο το κόμμα ακόμη ανερχόταν στο κοινοβουλευτικό στερέωμα και προτού διαλυθεί, εισερχόμενο στην ατμόσφαιρα της ΝΔ, όπου και άφησε σημαντικά σωματίδιά του.

Απ΄ ό,τι φαίνεται, η φιλόδοξη κυρία Τσιλιμίγκρα θέλησε να αναδειχθεί στην «ξανθιά του κόμματος», όπως είναι (ή ήταν;) η κα Καϊλή για το ΠΑΣΟΚ και η κα Ράπτη για τη ΝΔ. Αγνοώντας, φυσικά, λόγω της νεανικής της αφέλειας και της πολιτικής της ανωριμότητας, πως η ανάδειξη των δύο αυτών γοητευτικών κυριών δεν οφειλόταν τόσο στα αναμφισβητήτως ωραία τους μάτια, όσο σε πολιτικές διασυνδέσεις, κοινωνικές διαπλοκές, τοπικές εκδουλεύσεις, οικογενειακές φιλίες, οικονομικές υποστηρίξεις και κομματικές γνωριμίες. Ξέχασα τίποτε; Ελπίζω ναι.

Έτσι, θέλοντας να γίνει γνωστή στο πανελλήνιο, η μικρή φοιτήτρια άρχισε να αναρτά δικές της συνεντεύξεις στο YouTube. Συνεντεύξεις επί παντός επιστητού, που δεν της τις είχε ζητήσει κανείς, ούτε και τις είχε πάρει κανείς για λογαριασμό κανενός Μέσου Μαζικής Ενημέρωσης. Στην εποχή του ίντερνετ, για να γίνεις γνωστός φαίνεται ότι αρκεί να κάνεις λίγη φασαρία γύρω απ΄ το όνομά σου. Και γιατί να κατηγορήσουμε, άλλωστε, τη Μελίνα, όταν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο είχε αναδειχθεί και ο ηγέτης της, ο Καρατζαφέρης; Αυτοδημιούργητος αυτοαποκαλείτο ο αρχηγός, αυτοδημιούργητη ή -έστω- αυτοανάδεικτη θέλησε να γίνει και η νεαρή Μελίνα.

Ο θόρυβος, που η ευειδής εκ Ναυπλίου φοιτήτρια έκανε γύρω από τον εαυτό της, άρχισε σιγά-σιγά να αποδίδει. Στο μεταξύ, το μαλλί της γινόταν όλο και πιο ξανθό, η επιδερμίδα της όλο και λιγότερο ορατή. Η υγιώς ματαιόδοξη Μελίνα δεν φείσθηκε εξόδων για την αυτοπροβολή της. Και σε επαγγελματίες φωτογράφους πήγε, και την φτωχική φοιτητική γκαρνταρόμπα της ανανέωσε επί το συντηρητικότερον και θεσμικότερον. Δεν μπαίνω στον κόπο να σχολιάσω τις θέσεις της, όπως αυτή τις παρέθετε στα μικρά τηλεοπτικά στούντιο του «Τηλε-Άστυ» (πρώην Tele-City), όταν επιτέλους την ανακάλυψαν οι επικοινωνιακοί σύμβουλοι του Καρατζαφέρη. Ούτε και τα ελληνικά της θα σχολιάσω, γιατί αυτά δεν είναι το θέμα μας. Η κοπέλα αυτά πίστευε, αυτά ήξερε, αυτά έλεγε. Και οι παρουσιαστές των εκπομπών κουνούσαν εμφατικά το κεφάλι τους, χαρούμενοι -πιθανώς- που είχαν απέναντί τους μια ευειδή «γλάστρα» κι όχι την χιλιοβαμμένη κουρούπα του φλύαρου αρχηγού τους.

Μέχρι που η Μελίνα Τσιλιμίγκρα άρχισε να γίνεται όντως γνωστή. Κι αυτό ενόχλησε τους «συναγωνιστές» της, ιδιαίτερα τους πολιτευόμενους στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Κι ενώ αυτή θεωρούσε εαυτήν φυντάνι, άντε βλαστάρι της πολιτικής, εκείνοι επέμεναν να βλέπουν μόνο τη συσκευασία και να τη θεωρούν γλάστρα. «Αιδώς, Αργείοι!» που θά΄ λεγε κι ο Καρατζαφέρης, αν είχε τολμήσει να πάρει θέση. Διότι οι καλοί συναγωνιστές της κας Τσιλιμίγκρα άρχισαν να διαδίδουν ότι η νεαρή Μελίνα, εκτός από τα πολιτικά βίντεο είχε πρωταγωνιστήσει και σε άλλα βίντεο του YouTube. Μην με ρωτήσετε πώς τα εντόπισαν και τι ακριβώς έψαχναν όταν τυχαία έπεσαν πάνω τους, αυτοί, οι υπερασπιστές του «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια»». Η καημένη η Μελίνα τους απάντησε πως δεν είναι αυτή η πρωταγωνίστρια και ότι την εποχή που γυρίστηκε το επίμαχο «ροζ» βίντεο, η ίδια ήταν μόλις 13 ετών. Του κάκου. Ο εσμός των ακροδεξιών μπανιστηρτζήδων νίκησε. Κανείς δεν την υπερασπίστηκε. Η Μελίνα Τσιλιμίγκρα αποχώρησε από το ΛΑΟΣ λίγο πριν τις εκλογές, που έμελλαν να είναι καταβαραθρωτικές για το δύσοσμο ισόγειο της γαλάζιας πολυκατοικίας, καθώς στο κοινοβουλευτικό φάσμα το υποκατέστησε το αληθινό υπόγειο της Γκεστάπο. Το οποίο επιτρέπει στις ξανθές να παρουσιάζονται μόνο στα εγκεκριμένα από το αρχηγό και τον Κασιδιάρη βίντεα!

Όπως λέει η ίδια (melinatsilimigkra.blogspot.gr), δεν περίμενε να την υπερασπιστεί η αριστερά, από την οποία την χωρίζουν τόσα και τόσα. Έτσι είναι, μικρή μου Μελίνα: δεν χώραγες στα τρία Κ (το γερμανικό Κουζίνα, Κρεβατοκάμαρα, Εκκλησία - τα μόνα για τα οποία θεωρούσαν οι Ναζί άξιες τις γυναίκες) και σε εκπαραθύρωσαν με τόνους λάσπης. Καλή τύχη, Μελίνα.
Αρίστος Γιαννόπουλος

Ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με...

βλέμμα...
Η διανομή τροφίμων από τη Χρυσή Αυγή, στην πλατεία Συντάγματος, μόνο σε όσους επεδείκνυαν ελληνική ταυτότητα και κατεγράφοντο τα στοιχεία του αίματός τους, προσημαίνει την ώρα μηδέν για την ελληνική κοινωνία, την ώρα της ηθικής και ψυχικής της αποσάθρωσης.
Μόνο ντροπή μπορεί να νιώσει ένας Ελληνας, ακόμη και στην πληγωμένη Ελλάδα του 2012, όταν μελανοχίτωνες μοιράζουν μακαρόνια εξετάζοντας το αίμα του πεινώντος. Ντροπή, γιατί αυτή η ωμά ρατσιστική ενέργεια διεξάγεται υπό την σκιά της δημοκρατικής Βουλής των Ελλήνων.
Ντροπή, γιατί η διάκριση αίματος ποδοπατά όλες τις παραδόσεις ελληνικού πολιτισμού, όπως κι αν τις δει κανείς, από τον Ξένιο Δία και την Αθηνά Ξενία των ομόγλωσσων αρχαίων προγόνων έως τον Καππαδόκη Μέγα Βασίλειο τον ελληνοχριστιανό ομόδοξο: «Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς που τον επώλησαν.» (Μ. Βασίλειος, Εν λιμώ και αυχμώ).
Ντροπή. Και δέος για το τι περιμένει όποιον περιφρονεί ιδρυτικές συνθήκες της ανθρωπιάς: «ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με». Ας μην αναρωτηθεί κανείς μωρός σήμερα: «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;» Η απάντηση θα είναι πάντα η ίδια, τρομερή και ισχύουσα: «Εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον» (Ματθ. 25:41-46)
Κόλαση είναι ο κόσμος του αρχέγονου αίματος και της ωμής βίας, τα μακαρόνια του μελανοχίτωνα φουσκωτού. Κι όσοι προσπερνούν τέτοιες ωμότητες, με μικροδικαιολογίες και μουρμουρητά, ας ετοιμαστούν να δείχνουν εφεξής ταυτότητα και αίμα, για να μιλούν, να σκέφτονται, να αναπνέουν.

Μια πεταλούδα στο Πεκίνο έριξε ένα δέντρο στο μπαλκόνι μου – Ελεγεία για ένα δέντρο και μια νεογέννητη Κινέζα...

Γελωτοποιός...
«You don’t need a weatherman to know which way the wind blows»
                                           Bob Dylan
Υπήρχε, κάποτε, ένα δέντρο μπροστά απ’ το μπαλκόνι μου.
Δεν ξέρω τι είδος ήταν, τι ράτσα, αλλά ήταν ελληνικό.
Δε θέλω να με νομίσετε για ρατσιστή. Απλά μου άρεσε πιο πολύ από τους φοίνικες που κάποιοι φυτεύουν στις πολυκατοικίες τους για να εκλύουν ενοικιαστές και αγοραστές.
Όπως μου αρέσουν πιο πολύ τα πλατάνια, οι λεύκες και οι ακακίες.
Όπως μου αρέσουν και οι πλατύφυλλες μουριές, αφού κάτω από τη σκιά μιας τέτοιας περνούσα τα ζεστά καλοκαίρια στο χωριό.
Αυτό το δέντρο βρισκόταν εκεί πολύ καιρό πριν βγω για πρώτη φορά στο μπαλκόνι. Βρισκόταν εκεί πριν καν χτιστεί αυτή η πολυκατοικία, με αυτό το μπαλκόνι.
Ανάμεσα στους ανθρώπους της γειτονιάς που πέρασαν για να θρηνήσουν πάνω από το τεμαχισμένο σώμα του –η πυροσβεστική είχε φροντίσει γι’ αυτό, άκουσα έναν μεσήλικα, θα ήταν πενήντα χρονών μπορεί και μεγαλύτερος, να λέει: «Το θυμάμαι από τότε που ήμουν παιδί.»
«Όλοι λυπούνται όταν πέφτει ένα δέντρο», είπε η γυναίκα του Γελωτοποιού.
Και ο γιος του έπεσε νωρίς να κοιμηθεί, εμφανώς στεναχωρημένος γι’ αυτό που είχε συμβεί.
Ήταν ασθενικό δέντρο, γερασμένο.
Πρώτο έριχνε τα φύλλα του το φθινόπωρο και τελευταίο έβγαζε καινούρια την άνοιξη. Ο κορμός του είχε σαπίσει εσωτερικά και με δυσκολία ανέβαζε τους χυμούς του.
Όμως πάνω στο κορμό του είχαν φυτρώσει επίφυτα και στα κλαδιά του έφτιαχναν τις φωλιές τους οι δεκαοχτούρες.
Ήταν το καταφύγιο των γατών όταν προσπαθούσαν να προστατευτούν από τα αδέσποτα σκυλιά και τα ξαναμμένα αρσενικά.
Κάτω από τη σκιά του έστηνε το τραπεζάκι του ο μπακάλης και έπινε μπύρες με τους φίλους του, καθώς περίμενε κάποιος να γυρίσει από το σούπερ-μάρκερ με γεμάτες σακούλες για να αγοράσει μια εξάδα νερά –ίσως και λίγες πατάτες.
Και η φυλλωσιά του, το καλοκαίρι, έκρυβε την πραγματικότητα δίνοντας μου μια ψευδαίσθηση υπαίθρου.
Τώρα που έπεσε μπορώ ξανά να δω την απέναντι πολυκατοικία. Τόσο άσπρη, τόσο τετραγωνισμένη, τόσο προβλέψιμη.
Ο κορμός του είχε σαπίσει (αυτό νομίζω το ξαναείπα), αλλά τα φύλλα του ήταν καταπράσινα και έβγαζε καρπούς, κάτι μπαλάκια που μόνο τα πουλιά μπορούσαν να εκτιμήσουν.
Θα μπορούσε να ορθώνεται για πολλά χρόνια ακόμα, ίσως περισσότερα από εμένα, αλλά μια πεταλούδα πέταξε πριν ένα μήνα πάνω από ένα εργοστάσιο κατασκευής πλαστικών φυτών στο Πεκίνο.
Μια Κινέζα, που λίγες μέρες πριν είχε ξεφορτωθεί το θηλυκό παιδί της στον κάδο απορριμμάτων, βγήκε από το εργοστάσιο καταβεβλημένη, μετά από δώδεκα ώρες δουλειάς.
Είδε την πεταλούδα και άπλωσε το χέρι της να την πιάσει, αφού σε όλες τις κουλτούρες οι πεταλούδες είναι ψυχές, και εκείνη είχε νιώσει το στήθος του νεογέννητου κοριτσιού της να πεταρίζει όταν ο άντρας της την υποχρέωσε να το πετάξει.
Το χέρι της Κινέζας εργάτριας δεν μπόρεσε να τεντωθεί –τόσες πολλές ώρες κολλώντας πλαστικά φύλλα.
Η πεταλούδα ανέβηκε λίγο πιο ψηλά και αναστάτωσε με τα φτερά της τον αέρα.
Πόση αναστάτωση μπορούν να προκαλέσουν τα φτερά μιας πεταλούδας, το χέρι μιας Κινέζας εργάτριας και η καρδιά ενός νεογέννητου;
Το κύμα του αέρα από τα φτερά της πεταλούδας έσπρωξε λίγο τα σύννεφα, μια απειροελάχιστη ώθηση, την ίδια στιγμή που σε μια μικρή βαλκανική χώρα ένας φαλιρισμένος βιοτέχνης, που δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τα κινέζικα προϊόντα, έβγαλε τα παπούτσια του και πήδηξε από το μπαλκόνι, χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν.
Και πέρασε ένας μήνας στον πλανήτη, ένας μήνας με εκατομμύρια νεκρούς και άλλα τόσα νεογέννητα. Ένας μήνας για ένα δέντρο που είχε ζήσει πενήντα χρόνια –εξακόσιους μήνες.
Η τηλεόραση δεν είπε τίποτα για ακραία καιρικά φαινόμενα, οι μετεωρολόγοι μίλησαν μόνο για συννεφιά και σποραδικές βροχοπτώσεις –πως να προβλέψεις το χάος;- και οι άνθρωποι στη συμπρωτεύουσα της μικρής βαλκανικής χώρας παρακαλούσαν το Θεό τους για λίγη δροσιά.
Και δεν το είδα να έρχεται, κανείς δεν το περίμενε –ούτε καν το δέντρο.
Σαν άρχισε η βροχή και οι κεραυνοί έκλεισα τον υπολογιστή για να τον προφυλάξω από ενδεχόμενη πτώση τάσης.
Πήγα στο παράθυρο και είδα τη θύελλα να επιβάλλεται ουρλιάζοντας.
Κράτησε ένα λεπτό, μπορεί και λιγότερο.
Μπορεί να ήταν μόνο μια στιγμή, όσο κρατούν τα όνειρα, όσο κρατάει το φτερούγισμα της πεταλούδας, όσο κρατάει η ζωή.
Μια στιγμή και το δέντρο κατέρρευσε μπροστά στα μάτια μου.
Έπεσε αδιαμαρτύρητα, χωρίς κραυγή, χωρίς θόρυβο, λες και έπεφτε μια πεταλούδα.
Έτσι πέφτουν πάντα τα κούφια δέντρα και οι κούφιοι άνθρωποι,
έτσι θα τελειώσει και αυτή η έρημη χώρα.
“This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
Not with a bang but a whimper”

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Η Φάβα της Προπαγάνδας ή η Ρητορική Περί Ανομίας από τον Δημοσιογράφο Σταύρο Θεοδωράκη...

Intellectum...
(Σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σπουδών της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης ο κριτικός γραμματισμός, η κριτική ανάγνωση των κειμένων είναι πλέον στόχος – και ορθώς- της βασικής εκπαίδευσης.)
Ο κύριος Σταύρος Θεοδωράκης επιχειρεί να κατασκευάσει μια πραγματικότητα και να αποδώσει κατηγορικά χαρακτηριστικά σε πολιτικές απόψεις και επαγγελματικές κατηγορίες. Λυπάμαι αλλά -είτε ηθελημένα είτε όχι- ο κ. Σταύρος Θεοδωράκης όταν δημοσιογραφεί φαίνεται, στο άρθρο που θα εξετάσουμε παρακάτω, πως δημοσιολογεί και προπαγανδιστικά.
Η προπαγάνδα είναι ένα αμάρτημα, το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να μελοποιηθεί και να στιχουργηθεί – ως όγδοο ή/και ως συνέπεια των υπολοίπων επτά – από τους δημιουργούς του έργου, Τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα [Die sieben Todsünden], Μπέρτολτ Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ, που βίωσαν με τον πιο δραματικό τρόπο τις συνέπειες από τέτοιου είδους ρητορικές.
Το άρθρο με τίτλο «Πόσους λάκκους έχει η φάβα;» δημοσιεύθηκε στις 23-07-2012, στον ιστότοπο του protagon.gr.
Eκεί διαβάζουμε για τη νοθεία της φάβας που πωλείται ως «Φάβα Σαντορίνης» από ορισμένες εταιρίες, ενώ κατόπιν ελέγχου αποδείχτηκε ότι «τέσσερις από τις πολυδιαφημισμένες «φάβες Σαντορίνης» ήταν κτηνοτροφικά μπιζέλια Αγγλίας! Αυτά που τρώνε δηλαδή τα γουρούνια στην Αγγλία εδώ τα τρώμε ως φάβες Σαντορίνης»!
Σίγουρα αξίζουν συγχαρητήρια στον κ. Θεοδωράκη για την αποκάλυψη αυτή, ο οποίος μέσα από την τηλεοπτική του εκπομπή «Πρωταγωνιστές» έχει προβεί και σε άλλες επιτυχίες. Αλλά κοιτάξτε τώρα τι γράφει παρακάτω. Και μην μου πείτε ότι αποκόπτω το επίμαχο απόσπασμα γιατί αν το εντάξετε στα συμφραζόμενα το πράγμα γίνεται περισσότερο προβληματικό. Πριν ολοκληρώσει το άρθρο του, ο Σταύρος Θεοδωράκης γράφει:
«Και μετά και μετά τι έκανε η Αρχή; Τιμώρησε τις εταιρίες που παραπλανούν τον κόσμο; Τους έριξε πρόστιμα; Τις έκλεισε μήπως; Δεν θέλω υστερίες. Οι οκτώ πλαστές φάβες Σαντορίνης συνεχίζουν να κυκλοφορούν ως «φάβες Σαντορίνης» και να εξαπατούν τους έλληνες καταναλωτές. Άλλωστε, όπως μονολόγησε το στέλεχος της Αρχής που μου αφηγήθηκε στην ιστορία, η αξιολόγηση είναι φράση απαγορευμένη στην αντιμνημονιακή, αδούλωτη Ελλάδα. Εδώ δεν την δέχονται οι δάσκαλοι θα την δεχτούν τα… όσπρια;».
Στη δημοσιογραφική φωνή απηχείται η φωνή της Αρχής. Ο Θεοδωράκης δημιουργεί έτσι μια σύγχυση φωνών πριν αποδώσει τα όσπρια στους δασκάλους!
Για να μπούνε έτσι και οι δάσκαλοι στη σειρά τους αλλά να μην διευκρινίζεται ποιος τους βάζει στη θέση τους. Η Αρχή ή ο δημοσιογράφος;
Έτσι η διαλογικότητα ως συνύπαρξη επιμέρους φωνών (για να θυμηθούμε και τον Μπαχτίν) υποκαθίσταται από μια «γλώσσα της επικύρωσης/εγκυρότητας λόγω ισχύος». Για να αποδοθεί κύρος σε αυτό που λέγεται και δια της αναγωγής στην αυθεντία εκείνου που το λέει, δηλαδή του εκπροσώπου της Αρχής (αρκεί ο αναγνώστης να το διαβάσει κι έτσι).
Η αξιολόγηση εννοιολογημένη μόνον ως έλεγχος και όχι ως βελτίωση. Αλλά πριν την περίοδο «Άλλωστε…Ελλάδα» έχουμε σαφέστατα τη φωνή του δημοσιογράφου. Μπορούμε κάλλιστα να διαβάσουμε και μετά από αυτή την περίοδο (που αποτελεί συμπερασματικό κλείσιμο των πρώτων ερωταποκρίσεων του Θεοδωράκη) την επόμενη περίοδο ως να απηχεί τη φωνή του δημοσιογράφου και πάλι (διαβάζεται και έτσι).
Σε επίπεδο ακόμη και μιας πρώτης ανάγνωσης προκύπτει πως ο Σταύρος Θεοδωράκης επιχειρεί – έμμεσα και άμεσα- έναν ιδεολογικό σχηματισμό λόγου που συγκροτείται στη συνάρθρωση ανομία (η ατιμωρησία των εταιριών από τις Αρχές και οι εταιρίες που πλαστογραφούν το προϊόν «Φάβα Σαντορίνης») – μνημόνιο – αξιολόγηση – εκπαίδευση.
Σε αυτόν τον ιδεολογικό – σχεδόν ιδεοληπτικό – σχηματισμό η εξίσωση είναι προφανής. Γύρω από τη λέξη μνημόνιο – δια της έμφασης στο αντίθετό του, αντιμνημόνιο – συναρθρώνονται η ανομία, η αξιολόγηση και ο δάσκαλος.
Συνακόλουθα, η ταυτότητα που επιχειρεί ο Σταύρος Θεοδωράκης είναι προφανής: αντιμνημόνιο= ανομία= άρνηση της αξιολόγησης= δάσκαλοι.
Αλλά το απόσπασμα αναγνωσμένο αυτή τη φορά εντός του κειμένου δημιουργεί ένα επιχειρηματολογικό σχήμα που νομιμοποιεί έναν τόπο κινδύνου. Στον επιχειρηματολογικό αυτό τόπο, όταν προκύπτει μια απειλή τότε κανείς πρέπει να κάνει κάτι για την αντιμετώπισή της.
Ποια είναι αυτή η απειλή; Η νόθευση της τροφής μας και επομένως η βλάβη της υγείας μας. Γιατί υπάρχει και πραγματώθηκε αυτή η απειλή; Μα γιατί δεν έγινε έλεγχος από τις Αρχές ή ακόμη χειρότερα επειδή οι Αρχές επιτρέπουν ακόμη στις εταιρίες νόθευσης της φάβας να τη διακινούν στο εμπόριο. Μέχρις εδώ καλώς τα θέτει ο Σταύρος Θεοδωράκης.
Στη συνέχεια όμως η απειλή διευρύνεται. Γίνεται απειλή ισοδύναμη της διατροφικής με άμεσες συνέπειες στη βιολογική υγεία μας. Η απειλή σωματοποιείται. Είναι η απειλή που επιτρέπει τη νοθεία και τη βλάβη.
Είναι το αντιμνημόνιο, το οποίο όπως και με τη φάβα αρνείται την αξιολόγηση και έτσι οι δάσκαλοι δηλητηριάζουν με νοθευμένα προϊόντα τους μαθητές τους. Οι δάσκαλοι είναι φορείς, επομένως, μιας ασθένειας, της αντιμνημονιακότητας, που είναι και η αιτία του νοσηρού συμπτώματος της άρνησης αξιολόγησης.
Συνεπώς τέτοιοι που είναι οι δάσκαλοι πρέπει να τιμωρηθούν από τις Αρχές. Ακριβώς όπως οι Εβραίοι στα κινηματογραφικά επίκαιρα της ναζιστικής Γερμανίας είναι άνθρωποι- φορείς της ασθένειας, αιτίες της μόλυνσης, και πρέπει να απομονωθούν και να εξοντωθούν.
Σε αυτή την κατεύθυνση μας οδηγεί – αναγκαστικά πλέον – και η αναφορά του Σταύρου Θεοδωράκη στο Ντι Εν Έι των Ελλήνων «γιατί ως γνωστόν και τα όσπρια (εκτός από τους Έλληνες) έχουν το DNA τους» (ας θυμηθούμε εδώ και το «αστείο» της Παπαχρήστου με τα κουνούπια).
Πριν, δηλαδή, ο κύριος Θεοδωράκης βυθίσει τους δασκάλους εντός της προπαγανδιστικής φάβας του,  πρόλαβε να συγκρίνει το Ντι Εν Έι του ελληνικού λαού μ’ αυτό των οσπρίων.
Ο Θεοδωράκης αναλαμβάνοντας την ανάδυση ενός – μέχρι πρότινος  ξεπερασμένου- ρατσιστικού λόγου δεν αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχουν εθνικά Ντι Εν Έι, πως υπάρχει ΤΟ Ντι Εν Έι και πως αυτού του τύπου οι συσχετισμοί και οι μεταφορές είναι λόγος μνησίκακος.
Από πού συμπεραίνει ο Θεοδωράκης είναι ότι οι δάσκαλοι ως όσπρια νοθευμένα (όπως οι Εβραίοι ως ποντίκια-φορείς των μολυσματικών ασθενειών στα τότε κινηματογραφικά επίκαιρα) είναι όλοι τους συλλήβδην εναντίον του μνημονίου;
Από πού συμπεραίνει πως όλοι οι δάσκαλοι δεν ψηφίζουν και τα κόμματα που στήριξαν το μνημόνιο;
Από πού συμπεραίνει πως δεν υπάρχουν δυνάμεις εναντίον του μνημονίου που θέλουν την αξιολόγηση (γιατί υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που δεν ψήφισαν τα Μνημόνια αλλά έχουν προτείνει και μεταρρυθμίσεις και προτάσεις για την αξιολόγηση στο χώρο της εκπαίδευσης);
Και τέλος από πού συμπεραίνει πως η αξιολόγηση στην εκπαίδευση για να είναι υγιής πρέπει να γίνεται με όρους αξιολόγησης της οικονομίας των ανοιχτών αγορών; Γιατί, ο κύριος Θεοδωράκης δεν αποδίδει την ανομία στην απάτη της «φαβικής» οικονομίας, σύμφωνα με την οποία η νοθεία γίνεται με μόνον κίνητρο την μεγέθυνση του κέρδους;
Ποια είναι η θέση του, άραγε, για τη φιλομνημονιακή γερμανική οικονομία όταν κι αυτή με τη σειρά της αντιμετώπισε το διατροφικό σκάνδαλο του αγγουριού και της ντομάτας που έστειλε αρκετούς ευρωπαίους συμπολίτες μας στο θάνατο (αφού φρόντισε πριν, ανεπιτυχώς, να τη χρεώσει στους Ισπανούς ή μήπως το ξεχάσαμε);
Εμείς οι εκπαιδευτικοί έχουμε καταθέσει προτάσεις για αξιολόγηση, ενώ έχουν ήδη λειτουργήσει πιλοτικά προγράμματα αυτοαξιολόγησης στα σχολεία. Οι δάσκαλοι προτείνουν και μέσω των συλλογικών τους οργάνων συστήματα αξιολόγησης εκπαιδευτικού έργου.
Είναι άγνωστο όμως σε ποιους δασκάλους αναφέρεται ο κ. Θεοδωράκης,  δηλαδή σε ποια βαθμίδα εκπαίδευσης.
Αλλά γιατί το αντιμνημόνιο είναι φορέας της νοθείας και όχι το άλογο, ανεξέλεγκτο πάθος των αγορών για κέρδος; Και όχι η ευθύνη της πολιτείας που δεν αντιμετωπίζει στο δημοκρατικό, πάντα, πλαίσιο τα προβλήματα; Η αξιολόγηση δεν είναι μια διαπίστωση-ρεπορτάζ φάβας. Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση είναι μια διαδικασία που εντοπίζει δυσλειτουργίες, περιγράφει τα αίτια και προτείνει λύσεις.
Στην εκπαιδευτική αξιολόγηση -ειδικός τομέας των επιστημών της αγωγής- αξιολογούνται οι πάντες, κύριε Θεοδωράκη. Αξιολογείται και το πώς αξιολόγησαν οι αξιολογητές (κατ’ επέκταση, κύριε Θεοδωράκη, αξιολογούνται και τα στελέχη του ΔΝΤ που παραδέχτηκαν πως έδωσαν λάθος «φάρμακα», όπως η Σχολή του Σικάγο και ο von Hayek στη Χιλή του Πινοσέτ).
Σε πολλές χώρες η αξιολόγηση αφορά και την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού σχεδιασμού αλλά και εκείνων που τον προτείνουν, όπως και του τρόπου που τον προτείνουν. Αξιολογούνται όλοι και από όλους. Αλλά όχι με τον τρόπο που μας την σερβίρετε, κύριε Θεοδωράκη, ύπουλα ως νοθευμένη φάβα, που ορθώς καταγγέλλετε.
Με τις δυνάμεις και τους τρόπους του χτες, λυπάμαι, αλλά δεν θα αξιολογήσουμε τους θεσμούς που πρέπει να μετασχηματισθούν για να συναντηθούν με τις δυνάμεις αλληλέγγυας μέριμνας για τον άλλο, στις κοινωνίες του αύριο.
Στη δική σας ανάγνωση, κύριε Θεοδωράκη, αξιολόγηση σημαίνει μια κάθετη από τα πάνω προς τα κάτω διαδικασία σύμφωνα με την οποία δεν αξιολογείται το πώς και οι Αρχές κάνουν τη δουλειά τους. Αλλά το ανησυχητικότερο όλων είναι πως κάθε κριτική στο μνημόνιο γίνεται συνώνυμη (με την τεχνική της κειμενικής ενδοαναφοράς) της βλάβης των πολιτών.
Τα ανθρώπινα σώματα, οι πολίτες, ασθενούν όταν κρίνουν διαρκώς και να αναστοχάζονται την πορεία τους. Μια πορεία, την οποία ειρωνεύεστε ως «αδούλωτη Ελλάδα», αποδίδοντας έμμεσα τον κατηγορικό προσδιορισμό σε δασκάλους και πολιτικές δυνάμεις που δεν ψήφισαν τα μνημόνια (φαντάζομαι και τη ΝΔ που είπε όχι στο πρώτο Μνημόνιο!) του νεοεθνικισμού.
Αλλά ότι οι δάσκαλοι θα καταλήγαμε όσπρια στη φάβα που μας ετοιμάσατε, εσείς, κύριε Θεοδωράκη, εσείς που κάποτε υπηρετήσατε στη λαϊκή επιμόρφωση και υποθέτω γνωρίζατε κάτι έστω από την εκπαίδευση του καταπιεσμένου του Φρέιρε, με εκπλήσσει δυσάρεστα. Το σωματικό σύμπτωμα που νιώθω από μια τέτοια σερβιρισμένη φάβα είναι αηδία.
Πρέπει να σας πω πως οι δάσκαλοι δεν είναι όσπρια για να τους μαγειρέψετε και κυρίως πως η δημοσιογραφία δεν είναι κανιβαλισμός. ΄Η μήπως είναι, κύριε Θεοδωράκη;

Πω­λεί­ται Κέρ­κυ­ρα ή Ρό­δος...

Εποχη...
Tου  Πε­ρι­κλή Κο­ρο­βέ­ση

To διά­βα­ζα στη «Monde»  στις 23.7.12 και δεν το πί­στευα. Ανα­γκά­στη­κα να το δια­βά­σω δυο τρεις φο­ρές, για να πει­σθώ πως εί­χα κα­τα­λά­βει σω­στά την εί­δη­ση. Ήξε­ρα βέ­βαια πως η Τρόι­κα Εσω­τε­ρι­κού κά­τω α­πό την κα­θο­δή­γη­ση της Τρόι­κας Εξω­τε­ρι­κού έ­να μό­νο έρ­γο μπο­ρεί να κά­νει: να κα­τα­στρέ­ψει ο­λο­σχε­ρώς αυ­τή τη χώ­ρα και να την ο­δη­γή­σει στη χρε­ο­κο­πία. Με­τά, να αρ­χί­σει να εκ­ποιεί ελ­λη­νι­κή γη, α­φού θα έ­χει που­λή­σει ό­λα τα υ­πό­λοι­πα. Αλλά αυ­τό το πε­ρί­με­να για αρ­γό­τε­ρα. Ένα ξε­πού­λη­μα τώ­ρα της ελ­λη­νι­κής γης μπο­ρεί να ση­μα­το­δο­τή­σει ε­ξέ­γερ­ση και να μα­ταιώ­σει σύ­ντο­μα το κυ­βερ­νη­τι­κό έρ­γο.
Η εί­δη­ση που δεν πί­στευα, ή­ταν πως ο Σα­μα­ράς, ο Βε­νι­ζέ­λος και Κου­βέ­λης έ­χουν προ­γραμ­μα­τί­σει να που­λή­σου­νε έ­να τμή­μα της Κέρ­κυ­ρας ή της Ρό­δου. Πό­σο με­γά­λο θα εί­ναι αυ­τό το κομ­μά­τι, δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται. Ού­τε α­κό­μα εί­ναι σα­φές αν αυ­τή θα εί­ναι η πα­τέ­ντα και για άλ­λα νη­σιά και αν στην πε­ριο­χή που θα που­λη­θεί θα συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και χω­ριά. Το «Πο­ντί­κι», ε­δώ και πο­λύ και­ρό, εί­χε γρά­ψει ό­τι πω­λού­νται ή­δη μι­κρά νη­σιά. Αλλά άλ­λο Κέρ­κυ­ρα και Ρό­δος. Δύο νη­σιά γέ­φυ­ρα με ό­λη την αν­θρω­πό­τη­τα που έρ­χε­ται και συν­δέε­ται με την Ελλά­δα.

Η κοι­νό­τη­τα στο DNA μας

Η κα­τα­στρο­φή που ε­τοι­μά­ζει η κυ­βέρ­νη­ση μπο­ρεί να πά­ρει πο­λύ πιο γρή­γο­ρους ρυθ­μούς α­πό ό,τι πε­ρι­μέ­νου­με. Τι θα γί­νει ό­ταν ι­διω­τι­κο­ποιη­θεί το νε­ρό της Αθή­νας και Θεσ­σα­λο­νί­κης και που­λιέ­ται σε τι­μή βεν­ζί­νης; Αυ­τό έ­γι­νε ή­δη στη Νό­τια Αφρι­κή και τη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή. Το νε­ρό εί­ναι έ­να ιε­ρό πο­λύ­τι­μο α­γα­θό. Και εί­ναι πολ­λοί που υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι οι προ­σε­χείς πό­λε­μοι θα γί­νο­νται για το νε­ρό, που με τη βίαιη κα­τα­στρο­φή τού πε­ρι­βάλ­λο­ντος γί­νε­ται ό­λο και λι­γό­τε­ρο. Με τρα­γι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Εύ­φο­ρες ε­κτά­σεις ε­ρη­μο­ποιού­νται, κα­τα­στρέ­φε­ται η α­γρο­τι­κή πα­ρα­γω­γή και ε­γκα­θί­στα­ται η πεί­να που ει­σβάλ­λει ε­πι­θε­τι­κά σε ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρα τμή­μα­τα του πλη­θυ­σμού. Να μην αρ­χί­σου­με τώ­ρα να κα­τα­με­τρά­με τις ι­διω­τι­κο­ποιή­σεις. Εί­ναι ε­ξάλ­λου γνω­στές. Ας στα­θού­με μο­νά­χα στη φι­λο­σο­φία τους.
Η κοι­νό­τη­τα εί­ναι η πρώ­τη μορ­φή ορ­γά­νω­σης που έ­χου­με α­πό τό­τε που η αν­θρω­πό­τη­τα ε­γκα­τα­λεί­πει τα ξα­δέλ­φια της, τους πι­θή­κους, και αρ­χί­ζει να δη­μιουρ­γεί θρη­σκεία, πο­λι­τι­σμό, νό­μους, α­πο­κτά­ει μό­νι­μη κα­τοι­κία, μα­θαί­νει να καλ­λιερ­γεί τη γη, α­να­κα­λύ­πτει την κτη­νο­τρο­φία και κά­νει κά­ποια ζώα κα­τοι­κί­δια ή χρη­σι­μο­ποιεί την ερ­γα­τι­κή τους δύ­να­μη. Ο α­νί­σχυ­ρος άν­θρω­πος που δεν έ­χει κο­φτε­ρά δό­ντια δεν δια­θέ­τει γαμ­ψά νύ­χια και ού­τε έ­χει τη μυϊκή δύ­να­μη του βού­βα­λου, για να μπο­ρέ­σει να ε­πι­βιώ­σει, ορ­γά­νω­σε τις κοι­νό­τη­τες. Υπάρ­χουν φυ­λές που ζουν α­κό­μα σε αυ­τόν τον αρ­χι­κό κοι­νο­τι­σμό. Ει­κά­ζε­ται πως η Άμε­ση Δη­μο­κρα­τία της κλα­σι­κής Αθή­νας ε­δώ έ­χει τις ρί­ζες της. Αλλά κα­νέ­νας ι­στο­ρι­κός δεν μπο­ρεί να το α­πο­δεί­ξει, ελ­λεί­ψει στοι­χείων. Ανά­με­σα στην «Νε­ο­λι­θι­κή Επα­νά­στα­ση» (7.000-8.000 π.Χ.) και την Αθη­ναϊκή Δη­μο­κρα­τία με­σο­λα­βούν πολ­λοί αιώ­νες.
Με άλ­λα λό­για, ο άν­θρω­πος εί­ναι προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νος να ζει σε κοι­νό­τη­τα. Αυ­τό εί­ναι κά­τι που δεν αμ­φι­σβη­τεί­ται α­πό κα­νέ­να. Ακό­μα και οι α­να­χω­ρη­τές σε κοι­νό­τη­τες ζού­σαν. Το πρό­βλη­μα εί­ναι αλ­λού. Αυ­τή η κοι­νό­τη­τα ζει για τον ε­αυ­τό της ή εί­ναι υ­πο­ταγ­μέ­νη σε μια αρ­χή, σε μια ε­ξου­σία που εί­ναι πά­νω α­πό την κοι­νό­τη­τα, με δι­κά της συμ­φέ­ρο­ντα; Σή­με­ρα, που ζού­με στην ε­πο­χη της ε­πα­νά­στα­σης του κα­πι­τα­λι­σμού και μια ε­λίτ του 1% έ­χει ό­λο τον πλού­το του πλα­νή­τη, κυ­ριαρ­χεί οι­κο­νο­μι­κά, πο­λι­τι­κά και στρα­τιω­τι­κά, κα­θε­τί που εί­ναι συλ­λο­γι­κό­τη­τα εί­ναι εχ­θρι­κό και πρέ­πει ή να δια­λυ­θεί ή να μπει στην υ­πη­ρε­σία της ε­λίτ. Εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση των συν­δι­κά­των που μπαί­νουν στην υ­πη­ρε­σία των ερ­γο­δο­τών και της κυ­βέρ­νη­σης. Σε άλ­λες χώ­ρες α­πα­γο­ρεύε­ται τε­λείως ο συν­δι­κα­λι­σμός και ε­κεί που ε­πι­τρέ­πε­ται οι με­γά­λες ε­ται­ρίες τον α­πα­γο­ρεύουν στις ε­πι­χει­ρή­σεις τους.
Εντού­τοις οι συλ­λο­γι­κό­τη­τες δεν ε­ξα­φα­νί­στη­καν, α­πλά α­ντι­στρά­φη­καν. Και οι κοι­νό­τη­τες, α­φού πρώ­τα διαι­ρε­θούν και ε­ξα­το­μι­κευ­θούν, συ­σπει­ρώ­νο­νται γύ­ρω α­πό έ­να μο­νάρ­χη, έ­να κόμ­μα, μια πο­δο­σφαι­ρι­κή ο­μά­δα κ.λπ και οι άν­θρω­ποι α­κο­λου­θούν σαν υ­πή­κοοι. Στις σύγ­χρο­νες φι­λε­λεύ­θε­ρες ο­λι­γαρ­χίες που ζού­με, το ά­το­μο πα­ρα­χω­ρεί με την ψή­φο του ό­λα τα δι­καιώ­μα­τά του σε έ­να α­ντι­πρό­σω­πο-βου­λευ­τή. Ο βου­λευ­τής με τη σει­ρά του πα­ρα­χω­ρεί τα δι­κά του δι­καιώ­μα­τα στο κόμ­μα που το α­ντι­προ­σω­πεύει ο αρ­χη­γός. Και ο πο­λί­της πα­ρα­μέ­νει στο πε­ρι­θώ­ριο για τέσ­σε­ρα χρό­νια, πά­ντα με­μο­νω­μέ­νο ά­το­μο, και ε­ντάσ­σε­ται ως κοι­νό στην τη­λεό­ρα­ση που του δια­μορ­φώ­νει συ­νεί­δη­ση. Όπου ορ­γα­νώ­νε­ται λαϊκή συλ­λο­γι­κό­τη­τα σε ε­θνι­κό ή διε­θνές πε­δίο, κα­τά κα­νό­να, κα­τα­στέλ­λε­ται κτη­νω­δώς. Η ευ­ρω­παϊκή νο­μο­θε­σία και α­στυ­νο­μία κα­τα­τάσ­σει τους α­κτι­βι­στές στους τρο­μο­κρά­τες.

Η ε­πι­βίω­ση των κοινών α­γα­θών

Εντού­τοις, κά­ποια κοι­νά α­γα­θά εί­χαν ε­πι­βιώ­σει. Ήταν αυ­τό που λέ­γα­με κοι­νω­φε­λείς δη­μό­σιες ε­πι­χει­ρή­σεις ή α­κό­μα αυ­τό που εί­χε ο­νο­μα­στεί κοι­νω­νι­κό κρά­τος και κρά­τος δι­καίου. Για το κοι­νό κα­λό υ­πήρ­χαν μια σει­ρά κρα­τι­κών ε­πι­χει­ρή­σεων, που δια­χει­ρί­ζο­νταν την η­λεκ­τρι­κή ε­νέρ­γεια, το νε­ρό, την τη­λε­φω­νία, τους δρό­μους, τις με­τα­φο­ρές, την παι­δεία, την υ­γεία κ.λπ. που δεν ή­ταν ε­μπο­ρεύ­μα­τα για να που­λη­θούν, αλ­λά κοι­νά α­γα­θά και πλου­το­πα­ρα­γω­γι­κές πη­γές για τη χώ­ρα. Να μη μι­λή­σου­με για ο­ρυ­κτό πλού­το, πε­τρέ­λαιο ή φυ­σι­κό αέ­ριο που α­νή­κει στη γη της Ελλά­δας, ά­ρα και στους κα­τοί­κους της, ά­σχε­τα αν τα δια­χει­ρί­ζε­ται το κρά­τος που θεω­ρη­τι­κά εί­ναι ο α­ντι­πρό­σω­πος τους. Και ε­δώ υ­πάρ­χει μια νέα α­ντι­στρο­φή που εί­ναι κλο­πή. Ενώ αυ­τή η δη­μό­σια πε­ριου­σία α­νή­κει στους πο­λί­τες αυ­τής της χώ­ρας, η κυ­βέρ­νη­ση θεω­ρεί τα δη­μό­σια α­γα­θά κρα­τι­κή πε­ριου­σία, στην ου­σία πε­ριου­σία του κόμ­μα­τος που εί­ναι στην κυ­βέρ­νη­ση, και τη δια­χει­ρί­ζε­ται σαν να εί­ναι κλη­ρο­νο­μιά α­πό τον πα­τέ­ρα του. Εξ ου και η νοο­τρο­πία της μί­ζας. Και αυ­τό σύμ­φω­να με ο­ρι­σμέ­νους συ­νταγ­μα­το­λό­γους α­ντι­τί­θε­ται στο Σύ­νταγ­μα, ά­ρα υ­πάρ­χουν ποι­νι­κές ευ­θύ­νες. Δη­λα­δή θα α­κο­λου­θή­σουν την ο­δό Τσο­χατ­ζό­που­λου.
Το βα­σι­κό ε­πι­χεί­ρη­μα εί­ναι πως το κρά­τος δεν μπο­ρεί να εί­ναι ε­πι­χει­ρη­μα­τίας. Από αυ­τές τις ε­ται­ρίες οι γρα­φειο­κρά­τες βα­ρό­νοι του συν­δι­κα­λι­σμού α­πο­κτούν υ­ψη­λά προ­νό­μια και εί­ναι ζη­μιο­γό­νες για το κρά­τος. Τώ­ρα πώς θα βρε­θεί έ­νας ε­πεν­δυ­τής, που ξέ­ρει κα­λά την πιά­τσα και την εγ­χώ­ρια και τη διε­θνή, για να α­γο­ρά­σει μια ζη­μιο­γό­να ε­πι­χεί­ρη­ση εί­ναι βα­θύ μυ­στή­ριο. Οι ε­πι­χει­ρη­μα­τίες, ό­ταν α­γο­ρά­ζουν μια ε­πι­χεί­ρη­ση, εί­ναι βέ­βαιοι πως θα εί­ναι κερ­δο­φό­ρα. Αλλά ας μην πά­ρου­με ντε και κα­λά πως αυ­τές οι δη­μό­σιες ε­πι­χει­ρή­σεις πρέ­πει να εί­ναι κρα­τι­κές. Τό­τε για­τί η κυ­βέρ­νη­ση δεν τις που­λά­ει στους ερ­γα­ζό­με­νους που και αυ­τοί ι­διώ­τες εί­ναι. Και με ει­δι­κούς ό­ρους, π.χ., για ΔΕ­Η, ΕΥ­ΔΑΠ κ.λπ. που έ­χουν ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη πε­λα­τεία, τα κέρ­δη τους να δια­τί­θε­νται για δη­μό­σια έρ­γα. Αλλά αυ­τό θεω­ρεί­ται κομ­μου­νι­σμός και α­να­τρο­πή της υ­πάρ­χου­σας τά­ξης της κλο­πής.

Οι­κο­νο­μι­κός να­ζι­σμός

Ο αρ­πα­κτι­κός κα­πι­τα­λι­σμός του 21ου αιώ­να εί­ναι έ­νας οι­κο­νο­μι­κός να­ζι­σμός. Αν ο να­ζι­σμός εί­χε κερ­δί­σει τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο και εί­χε ε­νώ­σει την Ευ­ρώ­πη, στην οι­κο­νο­μι­κή βά­ση δεν θα διέ­φε­ρε και πο­λύ α­πό τη ση­με­ρι­νή ΕΕ της Μέρ­κελ. Να μην ξε­χνά­με πως ο νε­α­ρός οι­κο­νο­μο­λό­γος Έρχαρ­ντ, που εί­χε α­να­λά­βει να εκ­πο­νή­σει την οι­κο­νο­μι­κή βά­ση της με­τα­πο­λε­μι­κής Ευ­ρώ­πης, έ­γι­νε με­τέ­πει­τα κα­γκε­λά­ριος της Δυ­τι­κής Γερ­μα­νίας και α­πό τους θια­σώ­τες της Ε­ΟΚ. Τό­τε δεν χρειά­στη­κε να κου­ρα­στεί και πο­λύ για να βρει ι­δέες και σχέ­δια. Τη δου­λειά την εί­χε κά­νει για τον Χίτ­λερ και την προ­σάρ­μο­σε στη νέα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Με αυ­τά τα δε­δο­μέ­να, α­κό­μα και έ­να ρε­φορ­μι­στι­κό κόμ­μα, ό­πως ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, που έ­χει έ­να με­τριο­πα­θές πρό­γραμ­μα που θυ­μί­ζει τη με­τα­πο­λε­μι­κή ευ­ρω­παϊκή σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, γί­νε­ται εξ­τρε­μι­στι­κό κόμ­μα και ε­πι­κίν­δυ­νο για την Ευ­ρώ­πη.
Να θυ­μη­θού­με την πε­ρί­πτω­ση του Το­μά Σαν­κά­ρα, ε­νός με­τριο­πα­θούς η­γέ­τη της Αφρι­κής. Μό­λις η χώ­ρα του, η Άνω Βόλ­τα, έ­γι­νε α­νε­ξάρ­τη­τη, της άλ­λα­ξε το ό­νο­μα και τη με­το­νό­μα­σε σε Μπουρ­κί­να Φά­σο, που ση­μαί­νει γη των ε­νά­ρε­των αν­θρώ­πων. Η χώ­ρα του ή­ταν ρη­μαγ­μέ­νη α­πό τους γάλ­λους α­ποι­κιο­κρά­τες. Στην ου­σία πα­ρέ­λα­βε μια έ­ρη­μο. Εξαν­τλη­μέ­νη γη, ξε­ρα­μέ­να πο­τά­μια, α­πο­δε­κα­τι­σμέ­να δά­ση. Ένα στα δύο νε­ο­γέν­νη­τα πε­θαί­νει στους πρώ­τους τρεις μή­νες. Προ­σπά­θη­σε να α­νορ­θώ­σει τη χώ­ρα κα­τα­πο­λε­μώ­ντας την πεί­να και τον α­ναλ­φα­βη­τι­σμό, να δη­μιουρ­γή­σει σύ­στη­μα δη­μό­σιας παι­δείας και υ­γείας, α­νά­στη­σε τα δά­ση και προ­στά­τε­ψε το νε­ρό. Ζή­τη­σε βοή­θεια α­πό την Πα­γκό­σμια Τρά­πε­ζα και το Διε­θνές Νο­μι­σμα­τι­κό Τα­μείο για να α­νοί­ξει πη­γά­δια. Το νε­ρό, αυ­τή η προϋπό­θε­ση ζωής, ή­ταν σπά­νιο. Και του αρ­νή­θη­καν ο­ποια­δή­πο­τε βοή­θεια. Και ο Σαν­κά­ρα εί­χε πει τό­τε: «Μας αρ­νού­νται τους πό­ρους για να α­νοί­ξου­με πη­γά­δια στα ε­κα­τό μέ­τρα για νε­ρό, αλ­λά μας δί­νουν χρή­μα­τα για να σκά­ψου­με πη­γά­δια τριών χι­λιά­δων μέ­τρων για την ε­ξα­γω­γή πε­τρε­λαίου». Συ­νέ­χι­σε να α­νορ­θώ­νει τη χώ­ρα με την πλή­ρη συ­μπα­ρά­στα­ση ό­λων.
Αυ­τό ή­ταν σκάν­δα­λο για τη διε­θνή κοι­νό­τη­τα που α­πο­φά­σι­σε να α­παλ­λα­γεί α­πό αυ­τόν το νέο Λου­μού­μπα. Η δου­λειά α­να­τέ­θη­κε σε συ­νερ­γά­τη του, τον Κα­μπα­ο­ρέ, που την ε­κτέ­λε­σε με με­θο­δι­κό­τη­τα. Η α­ντα­μοι­βή του δο­λο­φό­νου ή­ταν ε­ξου­σία ε­φ’ ό­ρου ζωής. Σή­με­ρα η Μπουρ­κί­να Φά­σο εί­ναι μια στυ­γνή δι­κτα­το­ρία στην υ­πη­ρε­σία του αρ­πα­χτι­κού κα­πι­τα­λι­σμού και μία α­πό τις πιο φτω­χές χώ­ρες της Αφρι­κής.
Η ι­στο­ρία της α­ποι­κιο­κρα­τίας μας δεί­χνει με σα­φή­νεια το μέλ­λον της Ελλά­δας. Και αυ­τό πρέ­πει να α­να­τρα­πεί ε­δώ και τώ­ρα. Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ πρέ­πει α­πό τώ­ρα να εκ­πο­νή­σει έ­να πρό­γραμ­μα που να ε­ξα­σφα­λί­ζει την πλή­ρη αυ­τάρ­κεια της χώ­ρας σε ό­λα τα α­γα­θά. Εί­ναι σκάν­δα­λο πρώ­της γραμ­μής να ει­σά­γου­με σκόρ­δα α­πό την Κί­να, λε­μό­νια α­πό την Αργε­ντι­νή και φα­κές α­πό το Μπα­γκλα­ντές. Χρειά­ζε­ται μια ε­πα­νά­στα­ση στον α­γρο­τι­κό το­μέα, που έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα να γί­νει ο οι­κο­λο­γι­κός μπα­ξές του κό­σμου. Και οι συ­νε­ται­ρι­σμοί πρέ­πει να χτί­ζο­νται α­πό τώ­ρα. Με άλ­λα λό­για, το κοι­νω­νι­κό έρ­γο του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, πρέ­πει να αρ­χί­σει ά­με­σα. Αν ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν α­φο­μοιω­θεί α­πό την κοι­νω­νία και δεν ρι­ζώ­σει γε­ρά, τό­τε ο κίν­δυ­νος να γί­νει μια κυ­βέρ­νη­ση ΔΗ­ΜΑΡ εί­ναι ο­ρα­τός α­πό τώ­ρα.

perkoz29@gmail.com

Η Τράπεζα της Ελλάδος, η Bundesbank και το Πέπλο της Σιωπής...

Protagon...
Όταν πριν δυο εβδομάδες έγραφα για το «Πέπλο της Σιωπής», κάποιοι μου απάντησαν ότι τα παραλέω. Ότι τίποτα το μεμπτό δεν έκανε ο κ. Σάλλας δανειζόμενος από την Marfin του κ. Βγενόπουλου μέσω offshore της οικογένειάς του για να αγοράσει μετοχές στην Τράπεζα Πειραιώς, στο πλαίσιο αύξησης μετοχικού κεφαλαίου που αποφάσισε το ΔΣ της τράπεζας υπό την προεδρία του.
Πράγματι, η Τράπεζα της Ελλάδος, ερωτηθείσα από το Reuters για το κατά πόσον τέτοια δάνεια προς τραπεζίτη από άλλη τράπεζα είναι θεμιτά ή όχι, απάντησε ως εξής (σε δική μου μετάφραση από το αγγλικό κείμενο που μου παρείχε το Reuters): «Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν απαγορεύει την δανειοδότηση νομικού ή φυσικού προσώπου με στόχο την συμμετοχή στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ενός άλλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.» Όταν η Τράπεζα της Ελλάδος ρωτήθηκε τι ποσοστό των 13 δις «νέων» κεφαλαίων που έχουν εισέλθει στις ελληνικές τράπεζες από το 2008 οφείλονται σε δανεισμό της μίας ελληνικής τράπεζας από μια άλλη ελληνική τράπεζα (δάνεια δηλαδή που μόνο εικονικά επανακεφαλαιοποιούν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα), η Τράπεζα της Ελλάδος αρνήθηκε να απαντήσει.
Το ερώτημα που τίθεται, δεδομένης αυτής της στάσης της Τραπέζης της Ελλάδος, είναι το εξής: Σε τι βαθμό συνάδει η στάση της Κεντρικής μας Τράπεζας με εκείνη, επ’ αυτών των τόσο σημαντικών ζητημάτων, των Κεντρικών Τραπεζών των εταίρων μας; Η απάντηση είναι ότι η στάση της Τράπεζας της Ελλάδος έρχεται σε σύγκρουση με την άποψη τουλάχιστον της Bundesbank (της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας) καθώς και των Κεντρικών Τραπεζών της  Γαλλίας, της Αυστρίας, της Ολλανδίας και της Φινλανδίας.
Αυτό προκύπτει μετά από ερώτημα που έθεσε τις περασμένες ημέρες το ίδιο το Reuters (το οποίο αποκάλυψε τα επίμαχα δάνεια του κ. Σάλλα) στις Κεντρικές Τράπεζες της Ευρωζώνης. Το ερώτημα ήταν το εξής: Έστω ότι η τράπεζα Α δανείζει είτε σε άτομο, είτε σε επιχείρηση, είτε σε offshore ονόματι Χ ένα ποσό Δ με τον σκοπό ο/η Χ να αγοράσει μετοχές στο πλαίσιο της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας Β. Σύμφωνα με τους κανόνες της Κεντρικής σας Τράπεζας, ρώτησε το Reuters, επιτρέπονται τέτοια δάνεια; Και αν ναι, θα επιβάλατε στην Τράπεζα Α να αφαιρέσει το ποσό Δ από την δική της κεφαλαιοποίηση (όπως αυτή ορίζεται από την Συμφωνία της Βασιλείας);
Όπως είδαμε πιο πάνω, η Τράπεζα της Ελλάδος ουσιαστικά υπεραμύνεται της αδράνειάς της ως προς την περίπτωση του δανείου της Marfin προς τις offshore της οικογένειας Σάλλα, απαντώντας ότι δεν είχε λόγο ούτε να εμποδίσει αυτόν τον δανεισμό ούτε και να επιβάλει βέβαια στην Marfin του κ. Βγενόπουλου να δηλώσει πως η δική του κεφαλαιοποίηση μειώθηκε κατά ένα ποσό ίδιο με το δάνειο που παρείχε στις εν λόγω offshore.
Αντίθετα όμως με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι Κεντρικές Τράπεζες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας, της Ολλανδίας και της Φινλανδίας θεωρούν απολύτως απαραίτητη την αφαίρεση αυτών των κεφαλαίων από την κεφαλαιοποίηση της τράπεζας που παρέχει τα δάνεια αυτά σε άλλους με στόχο την αγορά μετοχών σε άλλη τράπεζα. (*) Λογικό είναι: Ο στόχος των ρυθμιστικών αρχών (π.χ. Κεντρικών Τραπεζών, Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) είναι να εξασφαλίσουν πως οι εμπορικές τράπεζες διαθέτουν ικανά κεφάλαια ώστε να αντέξουν σε μια ξαφνική επιδείνωση του επιχειρηματικού κλίματος, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό, χωρίς ανά πάσα στιγμή να τρέχουν στον φορολογούμενο για βοήθεια. Πρόκειται λοιπόν για κανόνες που προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον γενικά και τους φορολογούμενους ειδικότερα.
Στην περίπτωση των τραπεζών της Ευρωζώνης, όταν ξέσπασε η Κρίση του 2008 (και κατόπιν η κρίση χρέους του 2009/10), διαπιστώθηκε ότι τα διαθέσιμα κεφάλαιά τους ήταν τόσο λίγα που οι τράπεζες ουσιαστικά ήταν νεκροζώντανες. Έτσι, οι ρυθμιστικές αρχές απαίτησαν από τις τράπεζες να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους – αρχικά αντλώντας τα από τον ιδιωτικό τομέα (από επενδυτές) και, εφόσον αυτό αποδεικνυόταν αδύνατον, από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF). Βέβαια, οι καλοί τραπεζίτες σε καμία περίπτωση σε ήθελαν το δεύτερο, την άντληση δημοσίων κεφαλαίων από το EFSF, καθώς έτσι θα έπρεπε να αποδώσουν μετοχές, και έλεγχο, στο δημόσιο (που βάζει τα χρήματα). Φυσικό ήταν να προσπαθήσουν να αντλήσουν ιδιωτικά κεφάλαια ώστε να αποφευχθεί η ντε φάκτο δημοσιοποίησή τους.
Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι κανείς σώφρων επενδυτής δεν βάζει τα χρήματά του σε ουσιαστικά πτωχευμένες τράπεζες σε μια οικονομία που φθίνει. Έστω ότι, εν μέσω ενός τόσο ζοφερού κλίματος, εμφανιζόταν κάποιος εξυπνάκιας και πρότεινε στους τραπεζίτες το εξής κόλπο: Η τράπεζα Α δανείζει στην τράπεζα Β 100 εκατομμύρια. Η τράπεζα Β προβαίνει σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 100 εκατομμύρια, τα οποία αγοράζει με τα 100 εκατομμύρια που δανείστηκε από την τράπεζα Α. Έτσι, αμέσως-αμέσως, εμφανίζεται ότι η τράπεζα Β αύξησε την κεφαλαιοποίησή της κατά 100 εκατομμύρια. «Και η κακόμοιρη η δική μας τράπεζα, τι έχει να κερδίσει;», αναρωτιέται ο εκπρόσωπος της τράπεζας Α. Τότε ο εξυπνάκιας του απαντά: «Μα είναι απλό: η τράπεζα Β τώρα θα δανείσει στην τράπεζα Α 100 εκατομμύρια με τα οποία η Α θα αγοράσει μετοχές της στο πλαίσιο μιας δικής της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου. Αυτό, μάλιστα, οι δύο τράπεζες μπορούν να το κάνουν συνέχεια, με  τα ίδια 100 εκατομμύρια να πηγαίνουν πέρα-δώθε, έως ότου τα «εικονικά» κεφάλαιά τους φτάσουν το όριο που απαιτούν οι ρυθμιστικές αρχές.» Τότε, οι τραπεζίτες θέτουν το τελευταίο τους ερώτημα στον εξυπνάκια: «Κι η Κεντρική Τράπεζα; Οι ρυθμιστικές αρχές, εν γένει, θα μας αφήσουν;»
Όπως είδαμε, η Τράπεζα της Ελλάδος, στην «φανταστική» αυτή ιστορία, θα επαναλάμβανε: «Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν απαγορεύει την δανειοδότηση νομικού ή φυσικού προσώπου με στόχο την συμμετοχή στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ενός άλλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.» Με άλλα λόγια, θα υπονόμευε τον εαυτό της και το έργο της δίνοντας την δυνατότητα στον εξυπνάκια της ιστορίας μου να προτείνει τρόπο ακύρωσης της επιβολής από την Ευρωπαϊκή Ένωση των κανόνων ελάχιστης κεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος.
Αυτός είναι ο λόγος που οι Κεντρικές Τράπεζες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας, της Ολλανδίας και της Φινλανδίας απάντησαν το ερώτημα του Reuters λέγοντας ότι, ναι μεν η δανειοδότηση της τράπεζας Β από την τράπεζα Α επιτρέπεται αλλά, σε μια τέτοια περίπτωση, θα επέβαλαν στην τράπεζα που παρέχει το δάνειο να το αφαιρεί από τα κεφάλαια που δηλώνει ότι έχει στο πλαίσιο της ρύθμισης της ελάχιστης κεφαλαιοποίησής της. Έτσι, το κίνητρο να κοροϊδέψουν οι τράπεζες Α και Β την πολιτεία (παρέχοντας εκ περιτροπής η μία δάνεια στην άλλη) αναιρείται και το μόνο κίνητρο παροχής δανείων που απομένει είναι η υγιής κερδοφορία (όταν δηλαδή δίνεται δάνειο επειδή το επιτόκιο δανεισμού είναι μεγαλύτερο από το επιτόκιο που πληρώνει η τράπεζα-χορηγός και η τράπεζα που δανείζεται είναι αρκετά φερέγγυα).
Συμπερασματικά, ενώ οι Κεντρικές Τράπεζες των σοβαρών εταίρων μας (δηλαδή των πλεονασματικών χωρών συν της Γαλλίας) δεν θα άφηναν να συναφτούν δάνεια που μόνο πλασματικά αυξάνουν την κεφαλαιοποίηση του εθνικού τραπεζικού τους συστήματος, η Τράπεζα της Ελλάδος είτε δεν έχει καταλάβει το πρόβλημα είτε κάνει ότι δεν το κατανοεί. Σε μια χώρα που το τραπεζικό σύστημα κλυδωνίζεται, που η κεφαλαιοποίησή του είναι λεπτότερη από τον ιστό μιας αράχνης, που το πτωχευμένο δημόσιο δανείζεται 30 με 50 δις για να τα δώσει στις τράπεζες (ανακαλύπτοντας «καινοτόμες» μεθόδους ώστε οι τραπεζίτες να μην αναγκαστούν να αποδώσουν κοινές μετοχές στον φορολογούμενο ο οποίος βουλιάζει στα δάνεια εκ μέρους τους), η Κεντρική μας Τράπεζα παραμένει θεατής προσπαθειών να μπουν στο περιθώριο οι επιταγές των ρυθμιστικών κανόνων της Ευρώπης. Επιβραβεύει μάλιστα τέτοιου είδους συμπεριφορές, από κοινού με την κυβέρνηση, παραδίδοντας στην τράπεζα που βρέθηκε να εφαρμόζει αυτές τις «πρακτικές» το καθαρισμένο από ζημίες, κερδοφόρο τμήμα, μιας τράπεζας όπως η Αγροτική.
Μήπως ήρθε η ώρα να επιληφθεί ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος; Τον παρακαλώ να σκεφτεί το εξής: Αν ο κ. Weideman της Bundesbank ήταν στην θέση του κ. Προβόπουλου, και ιδίως αν μία ιδιωτική τράπεζα της οποίας είχε διατελέσει ο ίδιος υψηλά ιστάμενο στέλεχος (θυμίζω ότι το τελευταλιο πόστο του κ. Προβόπουλου ήταν Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς) εμφανιζόταν να συμμετέχει σε τέτοιου είδους δανεισμό, νομίζω ο Πρόεδρος της Bundesbank θα κινείτο γρήγορα και αποφασιστικά ώστε να θέσει τέλος σε μια πρακτική που, αν μη τι άλλο, καθιστά αδύνατον στην πολιτεία να ζητά από τους πολίτες της να αγκαλιάσουν νέα, χρηστά ήθη. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο κ. Προβόπουλος θα αρνηθεί να διατάξει αλλαγή πλεύσης στους υφιστάμενούς του που αδρανούν τόσον καιρό.

(*) Η έρευνα αυτή του Reuters δημοσιεύτηκε νωρίς το πρωί σήμερα. Σε αυτήν συμπεριλαμβάνεται και η εξής δήλωσή μου: "These are loans from one bankrupt bank to another bankrupt bank… It is scandalous the troika stays silent about this form of corruption while handing over billions of taxpayers' money to these banks." [Πρόκειται για δάνεια της μίας πτωχευμένης τράπεζας στην άλλη.. Αποτελεί σκάνδαλο ότι η τρόικα παραμένει βουβή μπροστά σε αυτή την μορφή διαφθοράς την στιγμή που παραδίδονται δισεκατομμύρια ευρώ των φορολογούμενων σε αυτές τις τράπεζες.]
(**) Από όλες τις Κεντρικές Τράπεζες της Ευρωζώνης, μόνο εκείνες της Ισπανίας, του Λουξεμβούργου και της Σλοβακίας είπαν ότι δεν θα επέβαλαν αυτή την μείωση των δηλωμένων κεφαλαίων της τράπεζας Α.

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Ήρθαν...

Old Boy...

Βρέθηκα πριν λίγα βράδια με μερικούς ενδιαφέροντες ανθρώπους. Κι όταν βρίσκομαι στον ίδιο χώρο με ενδιαφέροντες ανθρώπους, προτιμώ να μένω σιωπηλός και να ακούω. Όταν πάλι βρίσκομαι στον ίδιο χώρο με όχι και τόσο ενδιαφέροντες ανθρώπους, προτιμώ να μένω σιωπηλός και να προσποιούμαι πειστικά ότι ακούω. Τεχνικά αυτό καλείται «poker silence», καθώς εκείνος που βρίσκεται απέναντί σου δεν μπορεί να γνωρίζει αν τον θεωρείς ενδιαφέροντα ή όχι. Το πιθανότερο πάντως είναι πως δεν χολοσκάει, αφού κοινό γνώρισμα τόσο αυτών που έχουν όσο και αυτών που δεν έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν, είναι πως βασικά θέλουν να το πουν. Ας το πουν λοιπόν. Μπορούν να είναι σίγουροι ότι δεν θα τους διακόψω. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρήσω πως φαίνεται να υπάρχει μια βασική ανθρωπολογική διαφορά ανάμεσα στην εποχή του Ηγεμόνα από τη Δυτική Λιβύη και τη σημερινή. Τότε για τους λιγομίλητους ανθρώπους διεδιδόταν ότι θάταν βαθείς στις σκέψεις και πως ως τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά. Σήμερα η σιωπή σου αντί για τεκμήριο βάθους εκλαμβάνεται ως εντυπωσιακό παράδοξο: καλά, μόνο να γράφει μπορεί, να μιλήσει όχι;
Ας φύγουμε όμως από δυσεπίλυτα θέματα, όπως το τι είμαι ή δεν είμαι ικανός να κάνω εγώ, και ας πάμε σε ευκολάκια, όπως το τι είναι ή δεν είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος ως είδος. Πριν λίγα βράδια λοιπόν, η συζήτηση είχε πάει (με αφορμή ένα βιβλίο ονόματι  «Το τιμωρό χέρι του λαού»), σε θηριωδίες που συνέβαιναν στην κατοχή και στον εμφύλιο, σε αντίποινα που γίνονταν σε οικογένειες και μικρά παιδιά κλπ. Αλλά και πριν την κατοχή, για μια γενικότερη βίαιη ιστορία της Αθήνας, που έχει περίπου αποσιωπηθεί από το εκπαιδευτικό μας σύστημα και δεν αποτελεί τμήμα του δημοσίου διαλόγου και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ιστορική μας συνέχεια.
Και κάπως έτσι, τα αντίποινα σε οικογένειες σου ακούγονται σήμερα ως κάτι εντελώς αδιανόητο και ξένο, σου ακούγονται σήμερα ως κάτι που συνέβη σε μια περίοδο - ανώμαλη παρένθεση, σου ακούγονται σήμερα ως κάτι που μπορούσε να συμβεί μόνο από κτήνη. Αντίστοιχα περίπου ισχύουν για τις θηριωδίες που συμβαίνουν σήμερα σε άλλες γωνιές του κόσμου, μερικές από τις οποίες όχι και ιδιαίτερα μακρινές γεωγραφικά. Μακρινές όμως στην αντίληψή μας για το ποιοί είμαστε εμείς και ποιός είναι ο κόσμος στον οποίο εμείς ζούμε. Στον κόσμο στον οποίο εμείς μάθαμε και ήταν ο μόνος γνωστός μας «περάσαμε πολύ γρήγορα από την απαξίωση της ζωής στη δαιμονοποιηση του θανάτου» (όπως είπε ένας από τους ενδιαφέροντες ανθρώπους) και «ο θάνατος νοούνταν μόνο σαν η αρρώστια σε βαθιά γηρατειά και με κατάληξη σε κάποιο νοσοκομείο» (όπως πρόσθεσε ένας άλλος).
Μπορεί όμως να απέχουμε πολύ από τον κόσμο των θηριωδιών της κατοχής ή των τωρινών θηριωδιών σε άλλα μέρη της γης, αλλά επίσης απέχουμε -λιγότερο, πάντως απέχουμε- από τον πρόσφατο δικό μας κόσμο. Τρία καλοκαίρια πριν η ίδια συζήτηση θα διεξαγόταν σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Και ακόμη και αν έγραφα ποστ με τις ίδιες τωρινές σκέψεις, θα ήταν σκέψεις που θα χουχούλιαζαν στην θαλπωρή της θεωρίας και μόνο. Αν έγραφα δηλαδή ότι δεν υπάρχει τίποτα που να αποκλείει εξ ορισμού πως μια μέρα εγώ κι εσύ θα σκοτώσουμε παιδιά, αν έγραφα ότι δεν υπάρχουν κτήνη παρά μόνο αποκτηνωμένοι άνθρωποι, αν έγραφα ότι η ανώμαλη παρένθεση δεν ήταν τα χρόνια της δεκαετίας του σαράντα, αλλά ίσως το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, αν έγραφα ότι η ανωμαλία δεν είναι η κτηνωδία ως τμήμα της κυκλικότητας των εποχών, αλλά η εξάλειψή της και η αναγωγή της σε αδιανόητο, θα τα έγραφα φορώντας ζώνη ασφαλείας.
Παραπομπή σε κάτι που διάβασα: «Ο Ιμρε Κέρτες (βραβείο Νομπέλ 2002) στο βιβλίο του «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου χωρίς πεπρωμένο» αφηγείται ότι, όταν επέστρεψε στην πατρίδα από τα στρατόπεδα των ναζιστών, τον ρώτησαν με αγωνία οι εναπομείναντες τι θα μπορούσαν να κάνουν ... Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η κουραστική επανάληψη μιας λέξης με την οποία περιέγραφαν κάθε αλλαγή: έτσι "ήρθαν" λόγου χάρη τα σπίτια με το εβραϊκό αστέρι, "ήρθε" η 15η Οκτωβρίου, "ήρθαν" οι φασίστες, "ήρθε" το γκέτο, "ήρθε" η απελευθέρωση. Λες και δεν μπορούσαν πια να αντιληφθούν τις λεπτομέρειες, δεν εκτυλίσσονταν όλα με τη συνηθισμένη διαδοχή λεπτών, ωρών, ημερών και μηνών, αλλά κατά κάποιον τρόπο μεμιάς, κάπως μέσα σε μια δίνη».
Μεμιάς, κάπως μέσα σε μια δίνη, χωρίς να την αντιλαμβανόμαστε πλήρως και χωρίς να μπορούμε να ξεχωρίσουμε περιόδους, πράξεις, ευθύνες, παραλείψεις που την προκάλεσαν, εγκαταστάθηκε μοιρολατρικά η κρίση.
Οι μεταβατικές περίοδοι αυτό ακριβώς κάνουν: διολισθαίνουν σιγά - σιγά τα όρια. Αφήνεις να «έρθουν» η μία μετά την άλλη αλλαγές που έξω από τη δίνη ούτε θα δεχόσουν να τις συζητήσεις. Ό,τι ήταν εξευτελιστικό την άνοιξη του 2010, τον Αύγουστο του 2012 είναι πια συνηθισμένη υπόθεση. Το κακό έγινε, η αφήγηση του κόσμου άλλαξε σελίδα, δεν έχει νόημα πια να επικεντρωνόμαστε στις λεπτομέρειες, ας πιούμε το ποτήρι μέχρι το τέλος, ας βάλουμε πλαφόν 1500 ευρώ ανά ασθενή, τι άλλο είναι παρά μια ακόμη λεπτομέρεια;
«Η ειρωνεία είναι πως κατηγορούσαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό ότι αποδεχόταν να θυσιάσει τον μεμονωμένο άνθρωπο στο όνομα ενός γενικότερου καλού, μιας ιδέας τελικής γενικής ευημερίας και τώρα η νεοφιλελεύθερη και η μονεταριστική εκδοχή του καπιταλισμού αποδέχεται να θυσιάσει τον μεμονωμένο άνθρωπο στο όνομα άλλων αφηρημένων ιδεών» (θα πει -πολύ λιγότερο μπακάλικα απ' ό,τι αντιγράφω από μνήμης- ένας άλλος ενδιαφέρων άνθρωπος).
Βέβαια το θέμα με την πολιτική αυτό ακριβώς είναι: πως ο καθένας θα πει ότι είναι οι δικές σου θεωρητικές αγκυλώσεις που κάνουν το κακό. Η από εκεί πλευρά θα πει ότι η καλή - ειρηνική - μη κτηνώδης παρένθεση των τελευταίων πολλών δεκαετιών είναι η παρένθεση εκείνη, που ακριβώς επειδή εξασφάλισε στον μέσο δυτικό άνθρωπο έναν κόσμο στον οποίο το να σκοτώνεις παιδιά μοιάζει αδιανόητο, είναι μια παρένθεση εντός της οποίας πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι πάση θυσία. Πως αν σήμερα μας ζητούν να ζήσει όποιος μπορεί και όποιος δεν μπορεί ας πεθάνει, δεν παύουν να είναι οι Ευρωπαίοι αυτοί που μας το ζητούν, η Δύση εις την οποία ανήκουμε, η Δύση και η Ευρώπη στην οποία χρωστάμε τα πάντα, η Δύση η οποία διασφαλίζει πως για μερικά δις ψωροπερικοπών ακόμα δεν θα αλληλοσφαζόμαστε.
Δεν ξέρω πού θέλω να καταλήξω. Μάλλον στο ότι από τη στιγμή που βλέπεις τα παιδιά στην παιδική χαρά ως τη στιγμή που τα σκοτώνεις δεν μεσολαβεί ένας μαγικός ζωμός που σε κάνει κτήνος, αλλά μια σειρά από αποφάσεις που «έρχονται» και τις νομιμοποιείς, αποφασίζοντας πως αξίζει να θυσιαστεί και αυτό και εκείνο και το άλλο, και ο άλφα και ο βήτα και ο γάμα, προκειμένου να μείνει η χώρα στο ευρώ ή να μπορούμε να πληρώσουμε και τον άλλο μήνα μισθούς και συντάξεις.

Red NoteBook - Το (υπό αναζήτηση) χάσταγκ* του ΣΥΡΙΖΑ

Red NoteBook...
 Των Πάνου Κουνενάκη και Βασίλη Χρυσού
Κανείς δεν το αμφισβητεί: ο ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίζεται πλέον σαν το πιο προχωρημένο πολιτικά, αριστερό ανασυνθετικό πείραμα στην Ευρώπη (γιατί κόμμα δεν είναι ακόμα), το οποίο, μέσα στο σεληνιακό τοπίο που αφήνει πίσω της η κρίση, στέκεται με όλες του τις δυνάμεις δίπλα στους εργαζόμενους με έντιμο τρόπο, από την αρχή των μνημονιακών πολιτικών. Αυτό έχει σε μεγάλο βαθμό εμπεδωθεί. Eπόμενος στόχος πρέπει να είναι η υγιής μετάλλαξη σε κάτι που θα σηκώσει τα νέα βάρη που επωμίζεται o χώρος μετά τις 17 Ιουνίου, διορθώνοντας ταυτόχρονα όσα παραστρατήματα έγιναν μέχρι τώρα.

Οι πρόσφατες δύο εκλογικές αναμετρήσεις,  εκτός από την ανάδειξη της πρωτοφανούς πόλωσης (λέγε με  ταξικότητα) στην ελληνική κοινωνία, μας δίδαξαν ότι το παιχνίδι στα ΜΜΕ είναι ακόμα ένα παιχνίδι που παίζουμε εκτός έδρας και με πουλημένο διαιτητή. Πολλά καινούργια ή και έμπειρα ακόμα στελέχη (μη μαθημένα όμως στην τόση τηλεοπτική έκθεση)  έμοιαζαν στα τηλεοπτικά πάνελ σαν πρόβατα οδηγούμενα στη σφαγή, αρθρώνοντας αμυντικό, αταίριαστο, απολογητικό τις περισσότερες φορές λόγο. Άλλωστε ο τρόπος που εδώ και χρόνια συντελείται ο δημόσιος διάλογος και μοιράζεται ο  τηλεοπτικός χρόνος στα κανάλια, ευνοεί περισσότερο αυτόν που γκαρίζει παρά αυτόν που επιχειρηματολογεί. Αποτέλεσμα, η αριστερά συχνά να είναι χαμένη από χέρι, πόσο μάλλον όταν οι τηλε-σπιτονυκοκυραίοι σου σκάβουν το λάκκο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την όποια παρέμβαση.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η κοινωνία βράζει. Ο κόσμος βγαίνει κατά εκατοντάδες χιλιάδες στους δρόμους, αυτοοργανώνεται εναντίον των άδικων μέτρων, επιχειρεί να σπείρει το σπόρο της δυαδική εξουσίας με τις λαϊκές συνελεύσεις και ενδυναμώνει τις γραμμές άμυνας και την αντίστασή του σε όλα τα επίπεδα. Η αντίφαση μεταξύ του κόσμου των 8 και μισή και του πραγματικού ποτέ δεν ήταν μεγαλύτερη. Στη σφαίρα όμως της γενικότερης πολιτικής αντιπαράθεσης, η μάχη δινόταν αυτή την περίοδο και σε ένα γήπεδο που εξαρχής δεν τους ήταν οικείο. Ένας κόσμος δικός μας (με ή χωρίς εισαγωγικά) απαντούσε με επιθετικότητα στην αλαζονεία και στα ψέματα της εξουσίας σε ένα άλλο πεδίο, ελεύθερο, αδιαμεσολάβητο, μη κατευθυνόμενο. Ένας κόσμος που δεν είναι  ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ εκλογικά και, κυρίως, κινηματικά.

Εδώ και λίγα χρόνια (με μια τεράστια ώθηση μετά το κίνημα των πλατειών και την όξυνση της κρίσης) μια  παράλληλη δημοσιογραφία των από κάτω αντιπολιτεύεται χωρίς να εντάσσεται οργανωτικά πουθενά. Είναι ο κόσμος που θα λέγαμε ότι ανήκει στην κοινωνική αριστερά, αυτός που ειρωνεύεται κάθε μέρα την κυβέρνηση, αποδομεί τα επιχειρήματά της, απαντάει με αστραπιαίο χιούμορ σε κάθε μπούρδα υπουργού, καλεί σε μαζέματα αλληλεγγύης μέσα και έξω από τη χώρα, ξεμπροστιάζει τα χτυπήματα των φασιστών και τους κοροϊδεύει με πανέξυπνα συνθήματα, αποκαλύπτει με ντοκουμέντα την αστυνομική βια, αρθρογραφεί ασταμάτητα, διαφωνεί και ανταπαντά, αποφασίζει συλλογικά μέσα στις ομάδες του, δικτυώνεται και προσπαθεί να οργανωθεί. Κόσμος ο οποίος δραστηριοποιείται σε αυτό που τετριμμένα ονομάζεται πλέον «κοινωνικά μέσα δικτύωσης» (κυρίως  twitter,  αλλά και σε facebook,  blogs κλπ), μεγαλώνει συνεχώς, βρίσκεται δίπλα μας σε κάθε απεργία με τις κάμερες και τα λάπτοπ του: αναδεικνύοντας τους αγώνες της Κερατέας, της Χαλυβουργίας, του Άλτερ και της Ελευθεροτυπίας, υπερασπιζόμενος τους μετανάστες όπου χτυπιούνται, δίνοντας βήμα στην εναλλακτική τέχνη και στα αλληλέγγυα παζάρια.

Κανείς δε θα διαφωνήσει ότι για τις νέες γενιές αυτός ο κόσμος έχει μεγαλύτερη αξιοπιστία από όλα τα καθεστωτικά ΜΜΕ μαζί. Αυτό το μέτωπο λειτουργούσε όλον αυτό τον καιρό (ιδιαίτερα στην προεκλογική περίοδο) παράλληλα με την ισχνή μιντιακή δύναμη του ρ/σ Κόκκινο 105.5 και της Αυγής, αλλά δυστυχώς οι χώροι αυτοί ποτέ δε διασταυρώθηκαν εκεί που θα μπορούσαν. Το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών της 17ης Ιουνίου δεν μπορεί να είναι εντελώς ανεξάρτητο από αυτή την κατάσταση. Το ότι ο φόβος τελικά  νίκησε την ελπίδα είχε να κάνει και με τον καθοριστικό τρόπο που διακινείται και κρίνεται η πληροφορία. Δυστυχώς, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φρόντισε να συντονιστεί (όσο και όπου γίνεται) μαζί με όλον αυτόν τον υπερδραστήριο νέο κόσμο που δεν αφήνει την εξουσία σε χλωρό κλαρί. Σαν συνέπεια αυτού, το βάρος της ενημέρωσης της κοινωνίας πέρασε κατά κύριο λόγο μέσα από τα κατεστημένα  ΜΜΕ και όχι από αυτά τα μέσα «αντι-πληροφόρησης» που υπερασπίστηκαν τον ΣΥΡΙΖΑ όλο το προηγούμενο διάστημα.

Η κάθε νέα συζήτηση που θα ξεκινήσει στο ΣΥΡΙΖΑ για τη δημιουργία του νέου κόμματος πρέπει να περνάει από την προάσπιση (δεδομένου ότι απειλείται) της ελευθερίας της έκφρασης στο διαδίκτυο, τη στήριξη και διάδοση της οριζόντιας, συμμετοχικής, διαδραστικής δημοσιογραφίας των πολιτών. Στόχος πρέπει να είναι αυτό το χαρμάνι των χιλιάδων «αυτόκλητων» κριτών του δημόσιου λόγου (με ταξικό πάντα πρόσημο), να επεκταθεί σε όλη τη χώρα (και ιδιαίτερα στην επαρχία) και να επισκιάσει σε λίγα χρόνια τη «σοβαρότητα» που έχει ο παθητικός δέκτης της τηλεόρασης. Αυτό, πέρα από την επείγουσα και αυτονόητη ανάγκη της δημιουργίας ενός αναβαθμισμένου δικτύου ραδιοφώνων, web tv, εφημερίδας, περιοδικού και ιστοσελίδων της εργατικής τάξης, θα μπορέσει να σταματήσει επιτέλους το παράδοξο ενός κόμματος που υποστηρίζεται τουλάχιστον από το 30% των πολιτών, αλλά μόλις από το  1% των εφημερίδων και των καναλιών.

Ενός δικτύου που θα δίνει βάρος στα «δικά μας» θέματα όπως το κινηματικό και εργατικό ρεπορτάζ, που θα αναδεικνύει συνεχώς το διεθνιστικό του χαρακτήρα μη χάνοντας επαφή με τις κάθε είδους αντιστάσεις στον υπόλοιπο πλανήτη, που θα βρίσκεται στην πρωτοπορία (και όχι στην ουρά) όσον αφορά στη χρήση νέων μέσων, που θα κρατάει πάντοτε ανοιχτές στήλες σε εφημερίδες και ραδιοφωνικές ζώνες για πολιτική ζύμωση και βήμα σε ομάδες και κατηγορίες πληθυσμού οι οποίες δε βρίσκουν έκφραση. Ενός δικτύου, τέλος, που θα εξασφαλίζει την πλουραλιστική σύνθεση, κάνοντας την αριστερή ανασύνθεση βασικό χαρακτηριστικό και των ΜΜΕ στο ΣΥΡΙΖΑ. Το πώς ακριβώς θα επιτευχθούν όλα αυτά είναι σαφώς ένα πολύπλοκο θέμα, μιας και στην περίπτωση αυτή θα έχουμε να κάνουμε με ένα μαζικό κόμμα (σύντομα ελπίζουμε) με εσωτερικές δομές, τάσεις κλπ. Όμως, όπως και αν επιτευχθεί το μπόλιασμά του με το προαναφερθέν κίνημα, είναι ζητούμενο και ευκταίο να μάθουμε και να αξιοποιήσουμε τις δομές και τους τρόπους λειτουργίας του.

Η περίοδος επιτρέπει να σχηματιστεί αυτή η κρίσιμη μάζα που θα  υπερασπιστεί, θα συνδιαμορφώσει και θα ελέγξει η ίδια την καινούρια πολιτική κουλτούρα που φέρει μαζί του ο ΣΥΡΙΖΑ και που ακόμα θα είναι έτοιμη να τραβήξει προς τα αριστερά οποιοδήποτε αυτί επιχειρήσει να στραφεί προς την αντίθετη πλευρά.


* Ο τρόπος που ορίζεται ένας ‘’τόπος συζήτησης’’ στο twitter με το σύμβολο #

Την ψήφο σου τιμούν....

Πολιτικό Κοράκι...
Ναι, ρε, σε σένα το λέω...
Σε σένα που έδωσες τη ψήφο σου σε Εφιάλτες,
Δοσίλογους και κρυπτομνημονιακούς.
ΝουΔούλικο αετόπουλο...
Πατριωτικό σοσιαληστικό ψοφίμι...
Γυμνόκωλο Δημαρίτικο σκατοσάκουλο.

Την ψήφο σου επεξεργάζονται.
Σε Βαρβαρότητα τη μετατρέπουν.
Φωτιά και τσεκούρι ψήφισες.
Σ΄αυτά συμφώνησες.
Αυτά λούζεσαι. 

Τη δραχμή φοβόσουν;; Δραχμοφονιά μου εσύ!!

Σε τρόμαξαν τα ΜΜΕ;;
Οι δημοσιοκάφροι;;
Το Σύστημα;;
Α!! στο καλό...Παρθένα μου!!
.....................................

Την ψήφο σου τιμούν οι τρόϊκες.
Τη στραβομάρα σου και τον Καναπέ σου.
Τα μπανάκια σου.
Τις μπυρίτσες σου.

Να θυμάσαι...
 Η Ψήφος σου, τον Κώλο σου σημάδεψε.
Κι αν είναι και κυβερνητικός...δεν εξαιρείται του Βιασμού!!

Τα άρματα και τα χρήματα....

kathimerini.gr...
Tου Παντελη Μπουκαλα
Αν τη βαριά κουβέντα την είχε πει Ελληνας πολίτης που βρήκε την ευκαιρία να ξεσπαθώσει στην κάμερα και να γίνει κι αυτός ήρωας της μιας μέρας, δεν θα δυσκολευόμασταν να βρούμε μια κάποια εξήγηση: «Καλά τώρα. Αφού είναι γνωστό τοις πάσι ότι από τον πρωτόγονο αντιαμερικανισμό, που παρίστανε επί χρόνια τον ώριμο αντι-ιμπεριαλισμό, περάσαμε πια στον πρωτόγονο αντιγερμανισμό. Συναίσθημα, πολύ συναίσθημα, και καθόλου κρίση, καθόλου σκέψη, Σαν τα σκυλάκια του Παβλόφ και οι αντιγερμανιστές μας, αντιδρούν μόλις ακούσουν το παραμικρό που ν’ αρχίζει από γερ-, ακόμα κι αν πρόκειται για τα γεράνια ή τους γερανούς». Κάτι τέτοια σοφά τα συνηθίζουμε.
Τον βαρύ λόγο ωστόσο δεν τον είπε αγανακτισμένος Ελληνας αλλά Ισπανός «ομότιμός» του. Ενας ανώνυμος και αναλώσιμος Ισπανός που βλέπει με πόνο και θυμό ότι, όσο κι αν επέμεναν οι ηγέτες του πως «η Ισπανία δεν θα γίνει ποτέ Ελλάδα», τώρα γεύεται τη μοίρα του Ελληνα. Τι είπε; Κάτι που λέγεται κι εδώ, χαμηλόφωνα και κάπως ένοχα ή φωναχτά: «Την πρώτη φορά οι Γερμανοί ήρθαν με τα όπλα. Τώρα έρχονται με τα χρήματα»...
Και ο Ισπανός και ο Ελληνας, αλλά κι ο Ιταλός ή ο Πορτογάλος που ίσως σκέφτονταν την ίδια φράση, ξέρουν ότι τα πράγματα διαφέρουν ριζικά. Ξέρουν πως είναι ανήθικο να εξομοιώνεται η Γερμανία του Χίτλερ, του καταστροφέα κάθε ελευθερίας, με τη σημερινή Γερμανία, που δεν είναι μόνο της Αγκελα Μέρκελ, η οποία δέχεται πολλά πυρά (όχι «συναισθηματικά» ή «πρωτόγονα») μέσα στο ίδιο το σπίτι της. Ξέρουν πως είναι άκρως προσβλητικό για τη μνήμη των εκατομμυρίων που σφαγιάστηκαν, σαπωνοποιήθηκαν ή λιμοκτόνησαν, να εξισώνονται τα μη εξισούμενα.
Ο,τι θέλει ο Ισπανός ή ο Ελληνας, δεν είναι να υβρίσει τη μνήμη νεκρών αλλά να δώσει κάποια φωνή στο μούδιασμα και τον φόβο που του προκαλεί ο κερδοσκοπικός κυνισμός της γερμανικής άρχουσας τάξης, η αδιαφορία της για το ισχνό έστω δημοκρατικό κεκτημένο της Ευρώπης και για την οικονομική μοίρα των εταίρων της. Θέλουν να ηγεμονεύσουν; Κατανοητό. Αλλά με τέτοια πολιτική, η ηγεμονία τους εμπνέει τρόμο, όχι οράματα. Και εν πάση περιπτώσει, δεν διαθέτουν και κανένα σοβαρό ηθικό πλεονέκτημα: Ποια άλλη δυτική χώρα είδε δύο απανωτούς Προέδρους να παραιτούνται, ο Χορστ Κέλερ και ο Κρίστιαν Βουλφ, επειδή σκανδάλισαν με δηλώσεις ή πράξεις τους; Ούτε δικαιούνται να υποδύονται τους προτεσταντικά άμωμους: Οι φοροφυγάδες τους δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τους Ελληνες «ομοϊδεάτες» τους.
Οξύτερα και σαφέστερα απ’ όλους πάντως τα είπε ο επικεφαλής του Γιούρογκρουπ Ζαν-Κλοντ Γιουνγκέρ, που δεν θα τον έλεγες και θιασώτη του «πρωτόγονου αντιγερμανισμού»: «Για ποιον λόγο η Γερμανία επιτρέπει στον εαυτό της την πολυτέλεια να εξυπηρετεί συνεχώς την εσωτερική της πολιτική χρησιμοποιώντας το ζήτημα του ευρώ; Για ποιον λόγο μεταχειρίζεται η Γερμανία την Ευρωζώνη σαν να είναι υποκατάστημά της;» Και απάντηση δεν έλαβε.

Οδεύοντας προς το γκρεμό...

Παρέμβαση...

Στις 21 Δεκεμβρίου τελειώνει το παγκοσμίου φήμης ημερολόγιο των Μάγια – με όλους τους οπαδούς της θεωρίας της Αποκάλυψης να πιστεύουν ότι, τη συγκεκριμένη ημερομηνία θα έλθει το τέλος του κόσμου. 

Δυστυχώς όμως, δεν είναι πολλοί οι πιστοί της Αποκάλυψης. Δυστυχώς επειδή, εάν ήταν πολλοί αυτοί οι οποίοι πίστευαν πως πλησιάζει το τέλος, θα βρισκόταν αμέσως λύση για την κρίση χρέους της Ευρωζώνης - αφού δεν θα υπήρχε κανένας λόγος πλέον να συνεχιστεί η παράλογη πολιτική λιτότητας, η οποία στηρίζεται στο μεγαλύτερο «μύθο» των τελευταίων δεκαετιών: 

στο ότι δηλαδή η οικονομία ενός κράτους μπορεί να θεραπευθεί, εάν η κυβέρνηση μειώνει διαρκώς τους μισθούς των «υπηκόων» της, αυξάνοντας παράλληλα τους φορολογικούς συντελεστές και επιβάλλοντας νέους φόρους. 

Περαιτέρω, σύμφωνα με ευρωπαίο διπλωμάτη, “εδώ και δύο χρόνια φουσκώνουμε μία σωστική λέμβο, λαμβάνοντας αποφάσεις που την γεμίζουν με αρκετό αέρα για να μην βυθίζεται - παρά το γεγονός ότι υπάρχει διαρροή. Αυτή τη στιγμή όμως, η τρύπα είναι τόσο μεγάλη που δεν μπορούμε να κρατήσουμε στην επιφάνεια τη βάρκα”. 

Το εύστοχο σχόλιο του διπλωμάτη περιγράφει ακριβώς το τεράστιο πρόβλημα της νομισματικής ένωσης. Οι προσπάθειες απόκρυψης της ασθένειας της Ευρωζώνης, με πρώτο θύμα την Ελλάδα, καθώς επίσης οι συνεχείς υποσχέσεις και οι κενές νοήματος σύνοδοι κορυφής, οι οποίες κέρδιζαν μόνο χρόνο, μας έφτασαν σε ένα σημείο που όλα βρίσκονται στο ανώτατο επιτρεπτό όριο. 

Μοναδική σωτηρία είναι πλέον η ΕΚΤ, εφόσον της επιτραπεί τελικά να επεμβαίνει στις αγορές ομολόγων, διαθέτοντας απεριόριστα μέσα – με τη βοήθεια ίσως του ESM, εάν βέβαια εφοδιαστεί με τραπεζική άδεια. 

Όσον αφορά τώρα την Ελλάδα, η κυβέρνηση της οποίας συνεχίζει ανόητα να παίρνει μέτρα ενισχυτικά της ύφεσης, ανακοινώνοντας παράλληλα πως τα ταμεία του κράτους είναι άδεια, η κατάσταση έχει ξεπεράσει τα όρια. 

Το ομόλογο της ΕΚΤ, το οποίο λήγει τον Αύγουστο, η συμπλεγματική επιμονή της Γερμανίας στην έξοδο της χώρας μας από το κοινό νόμισμα (με κριτήριο την προτεσταντική «ηθική της τιμωρίας»), ο παραλογισμός της πολιτικής υποτέλειας που ακολουθείται, η δαμόκλειος σπάθη της χρεοκοπίας που συνεχίζει να κρέμεται απειλητικά επάνω μας και τόσα άλλα, δείχνουν ξεκάθαρα το οδυνηρό τέλος του δρόμου – το αργότερο στις αρχές του 2013, μετά το τέλος των αμερικανικών εκλογών. 

Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση συνεχίζει να δανείζεται από όπου και όπως μπορεί, παρά το ότι γνωρίζει πως δεν έχει κανένα ηθικό δικαίωμα να το κάνει – αφού είναι προφανώς αδιανόητο, ανήθικο επίσης, να καταφεύγει κάποιος σε νέο δανεισμό, όταν δεν έχει καν τη δυνατότητα να εξοφλεί τον παλαιότερο. 

Απλούστερα, όπως θα έκρινε κανείς κάποιον που δανείζεται όπως-όπως, που υπογράφει ότι του δίνουν χωρίς καν να κοιτάζει τους όρους και που δεν έχει καμία δυνατότητα ή/και πρόθεση αποπληρωμής των δανεικών, έτσι κρίνεται και η Ελλάδα τόσο από τους εταίρους της, όσο και από τις αγορές – μία απολύτως προσβλητική εικόνα της πατρίδας μας η οποία, εκτός των άλλων, οδηγεί στο ναδίρ της αξιοπιστίας και στην πλήρη απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. 

Εν τούτοις, η σιωπή των αμνών συνεχίζεται - γεγονός που σημαίνει πως όλοι εμείς οι Έλληνες έχουμε συμβιβαστεί πια, αποδεχόμενοι αδιαμαρτύρητα την πορεία της χώρας μας προς την καταστροφή η οποία, κατά σειρά προτεραιότητας, είναι η εξής: 

εξαντλητικές πολιτικές λιτότητας, άνοδος των ελλειμμάτων και των χρεών, λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, εκμηδενισμός των εισοδημάτων, εξαθλίωση του πληθυσμού, χρεοκοπία και δραχμή,

Δυστυχώς όλοι εμείς δεν έχουμε καταλάβει ότι, η Ελλάδα είναι μία πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη χώρα, την οποία όμως οφείλουμε κάθε στιγμή να φροντίζουμε σωστά και να υπερασπίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις – ενώ αυτό που «διακυβεύεται» σήμερα δεν είναι το μέλλον των παιδιών μας, αλλά τα ίδια μας τα παιδιά.

Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι θα το καταλάβουμε έγκαιρα, παύοντας να κρύβουμε το κεφάλι μας στην άμμο - ευχόμενοι ανόητα να λυθούν τα προβλήματα μας είτε από μόνα τους, είτε από την «σκιώδη» διακυβέρνηση των δανειστών μας που κινεί τα νήματα, από τα οποία «κρέμεται» σύσσωμη σχεδόν η πολιτική.


Βασίλης Βιλιάρδος


Πηγή: http://www.facebook.com/viliardos/posts/434604659912339



Ροη αρθρων