Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Θα αφήσουμε όλα τα «λουλούδια» να ξανανθίσουν;

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...

Μελαμψές φυλές κοντοπόδαρες/ Σειλινοί του κράτους / που ξερνάει και να ’τους/ τσιφτετέλληνες/ με γονείς ληστές / των συντρόφων τους θύτες/ για αμνηστία αλήτες/ τώρα διοικητές. / Κράτος ασυστόλων/ και πεσμένων κώλων/ κωλοέλληνες. /      Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη / που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό /  στο Datsun μιας φυλής που ζει φευγάτη  /  απ’ ό,τι ελληνικό στον κόσμο αυτό.... 
  / Μασκαρλίκια δες/ στο Άλφα της Αξίας/ της Αρχής της Μίας λουτροκαμπινές.  / Τιμωρός καιρός/ πέντε αιώνες δύσης/ εθνικής θα ζήσεις/ από δω και μπρος / μ’ αγγλικές αλφαβήτες/ μαλλιαροί μου Ελλαδίτες/ θλιβερές μου πορδές.

Σκαλιστές σκιές/ μακρυχέρηδες/ με το φως σπασμένο κρατικοποιημένο, / Αχ οι Έλληνες! Δεν ακούει κανείς / στο χειρότερο/ του Ελληνισμού κομμάτι/ στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα,/ τη θάλασσα, την πόλη, το ιερό, / πλημμύρισε σκουλίκια η μητέρα/ το ρόδο καταγής βγάζει καπνό.  / Δεν υπάρχει ελπίς στην Ελλάδα ζεις.
(Διονύσης Σαββόπουλος, Κωλοέλληνες)

Θα πρέ­πει νά ’ταν μια κρύα Κα­θα­ρή Δευ­τέ­ρα του 1989 που α­νε­βή­κα­με στη χιο­νι­σμέ­νη Πάρ­νη­θα για να κά­νου­με υ­παί­θρια, κα­τά το έ­θι­μο, Κού­λου­μα με τον εν­νιά­χρο­νο γιο μου (που αι­σίως δια­νύει α­πλή­ρω­τος τον έ­να­το μή­να, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει τυ­χε­ρός που «δου­λεύει» και κα­τα­γρά­φε­ται ως ερ­γα­ζό­με­νος χά­ριν «των στα­τι­στι­κών της ε­ξου­σίας»), τη Στέλ­λα και την Τζέ­λα. Ήταν τα πρώ­τα δύ­σκο­λα χρό­νια στον α­πό­η­χο του χω­ρι­σμού μου.



Το α­πό­γευ­μα φρίτ­τα­με και πα­γώ­να­με α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο στο πα­γω­μέ­νο δια­μέ­ρι­σμα των Αμπε­λο­κή­πων α­κού­γο­ντας α­πό τον Αθή­να 9,84 τις υ­πο­κλα­πεί­σες συ­νο­μι­λίες για τον Κο­σκω­τά, τον Κου­τσό­γιωρ­γα και τον Αντρέα Πα­παν­δρέ­ου. Με τον και­ρό α­κό­μα και οι υ­πο­κλο­πές α­πέ­κτη­σαν αί­γλη κι ε­γκυ­ρό­τη­τα, ώ­στε να ε­πι­κα­λού­νται με κα­μά­ρι «τον ε­πί­ση­μο κο­ριό της ΕΥΠ» δι­κα­στές και α­θλη­τι­κο­γρά­φοι του SKY «στη δί­κη της Δευ­τέ­ρας». Ακό­μη και οι δί­κες έ­δω­σαν τό­ση υ­πό­στα­ση στο εί­ναι μας που ταυ­τι­στή­κα­με μα­ζί τους, τις συ­νη­θί­σα­με και τις α­πο­μυ­θο­ποιή­σα­με σαν το συ­νά­χι και την ίω­ση. Έπα­ψαν να μας ε­νο­χλούν.

Ανι­στό­ρη­τα τό­τε, θεω­ρού­σα την κα­τρα­κύ­λα αυ­τή ως μια απ’ τις χει­ρό­τε­ρες του σύγ­χρο­νου ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Στην ακ­μή του ό­λο αυ­τό το μόρ­φω­μα α­πό πα­ρά­νο­μους διο­ρι­σμούς, προ­α­γω­γές-ε­ξαν­δρα­πο­δι­σμούς και υ­πο­τα­γή στον πρά­σι­νο ή­λιο για να ε­πι­ζή­σεις, να δου­λέ­ψεις, ή να με­τα­τε­θείς. δυ­να­μι­κές α­περ­γο­σπα­σίες χά­ριν του σο­σια­λι­στι­κού ο­ρά­μα­τος, ά­λω­ση Βου­λής και συν­δι­κά­των με φα­νε­ρές ψη­φο­φο­ρίες, δια­πό­μπευ­ση αν­θρώ­πων και δια­στρέ­βλω­ση κά­θε α­λή­θειας, που κα­τα­λά­βα­με έ­κτο­τε πως ό­φει­λε να υ­πη­ρε­τεί πι­στά μο­νά­χα το συμ­φέ­ρον της αλ­λα­γής.
Πού να τολ­μή­σεις να πεις πως τέ­τοια έ­κα­νε κι ο «υ­πεύ­θυ­νος προ­πα­γάν­δας του Ράιχ», Γκέ­μπε­λς, ε­μπνευ­στής α­κό­μα και του ε­μπρη­σμού του Ράιχ­στα­γκ τον Φλε­βά­ρη του 1933. (Συγ­γε­νείς α­κό­μα και στις οι­κο­νο­μι­κές α­τα­σθα­λίες, α­φού στη διάρ­κεια της θη­τείας του, ο πά­μπτω­χος Γκέ­μπε­λς, α­πέ­κτη­σε οι­κο­νο­μι­κή ευ­μά­ρεια και δύο πο­λυ­τε­λείς ε­ξο­χι­κές κα­τοι­κίες στις λί­μνες Κό­στα­ντς και Βάν­ζεε.
Με τον πά­ντα δια­κρι­τι­κό, έ­να­ντι των συ­νερ­γα­τών του, Χίτ­λερ να λέει το πε­ρί­φη­μο: «Εί­πα­με να κά­νει έ­να μι­κρό δω­ρά­κι στον ε­αυ­τό του, αλ­λά αυ­τός το πα­ρά­κα­νε»). Εμείς α­πλώς δια­βά­ζα­με τους ύ­μνους για τη θαυ­μα­τουρ­γή τη­λε­σκη­νο­θε­σία Μπρι­σίμ –πα­ρε­μπι­πτό­ντως ο Γκέ­μπε­λς με­γα­λουρ­γού­σε στο ρα­διό­φω­νο– και α­ντι­τάσ­σα­με τις λι­γο­στές πά­νι­νες ση­μαίες μας, στα πρα­σι­νο­γά­λα­ζα πλα­στι­κά ση­μαιά­κια μιας χρή­σης κι αυ­τά, σαν τις σερ­βιέ­τες.

Αφο­πλι­στι­κά πε­ριέ­γρα­φε το ό­λο μόρ­φω­μα στο σκε­τς «Μ’ α­ρέ­σω» της Ελεύ­θε­ρης Σκη­νής στο Θέ­α­τρο Βέ­μπο (1982) ο Μί­μης Χρυ­σο­μάλ­λης στο α­ξέ­χα­στο «βουλ­κα­νι­ζα­τέρ ο Λά­κης»: […] Εμέ­να και το αί­μα που τρέ­χει στις φλέ­βες μου εί­ναι πρά­σι­νο, πιο πρά­σι­νο κι απ’ το γρα­σί­δι στο γή­πε­δο της Λεω­φό­ρου… Αντρέ­ας και ξε­ρό ψω­μί, Αντρέα προ­χώ­ρα μό­νος σου, Αντρέα εί­σαι πά­νω απ’ ό­λα, πά­νω κι απ’ μέ­να που έ­τσι και πε­ρά­σω απ’ το Κο­λω­νά­κι α­κρι­βαί­νουν 50 δραχ­μές το ουί­σκι, Αντρέα εί­σαι φίρ­μα, Αντρέα εί­σαι δύ­να­μη, Αντρέα εί­σαι αυ­τάρ­κης/ με­τά α­πό σέ­να ο Λά­κης…

Κι έ­κλει­νε το νού­με­ρο ο Χρυ­σο­μάλ­λης ε­ξί­σου προ­φη­τι­κά με το «οι κυ­βερ­νή­σεις πέ­φτου­νε αλ­λά ο Λά­κης μέ­νει/ μας διοι­κεί, μας τυ­ραν­νά/ μας γο­να­τί­ζει, μας που­λά/ κι ό­λους μας κο­ροϊδεύει».
Όσο σκλη­ροί κι αν εί­ναι οι στί­χοι του Σαβ­βό­που­λου που προ­τάσ­σω δεν παύουν να εί­ναι α­να­τρι­χια­στι­κά α­κρι­βείς, καί­ρια πε­ρι­γρα­φι­κοί και δυ­σά­ρε­στα προ­φη­τι­κοί στο «πέ­ντε αιώ­νες δύ­σης/ ε­θνι­κής θα ζή­σεις/ α­πό δω και μπρος…». Κι αν κά­ποιοι σπεύ­σουν να με ψέ­ξουν για τον Σαβ­βό­που­λο ή να με ταυ­τί­σουν με τα ελ­λη­νο­πρε­πή κι ε­θνο­κε­ντρι­κά του θα πρέ­πει να θυ­μί­σω του­λά­χι­στον τη «Συ­γκέ­ντρω­ση της Ε­ΦΕΕ», το η­χο­γρα­φη­μέ­νο λο­γο­κρι­μέ­να α­πό την κυ­βέρ­νη­ση Κα­ρα­μαν­λή «Μα­κρύ ζεϊμπέ­κι­κο για τον Νί­κο» [Κο­εμτ­ζή] και βέ­βαια τη «Θα­νά­σι­μη μο­να­ξιά του Αλέ­ξη Ασλά­νη». Έργο τό­σο πο­λι­τι­κό που 57 Τα­τσό­που­λοι και 60 Ψα­ρια­νοί, ε­κλεγ­μέ­νοι με ευ­λο­γίες α­ρι­στε­ρής η­γε­σίας και ψη­φο­φό­ρων για να μη ξε­χνιό­μα­στε, δεν μπο­ρούν να φτά­σουν.

Αφή­νω σε άλ­λους την υ­πη­ρε­σία ύ­μνων και α­να­θέ­μα­τος που κα­τά και­ρούς δια­μορ­φώ­νε­ται συ­γκυ­ρια­κά εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, ε­νώ θα έ­πρε­πε να προ­βλε­φθεί α­πό έ­ναν πο­λι­τι­κό φο­ρέα που εί­ναι υ­πο­χρεω­μέ­νος μάλ­λον να χα­ρά­ζει πο­λι­τι­κή α­πό του να γα­λου­χεί ο­πα­δούς. Άλλω­στε τους προ­α­να­φερ­θέ­ντες Τα­τσο­που­λο­ψα­ρια­νούς μάλ­λον η μά­να μου τους έ­βα­λε στη λί­στα. Χα­λα­ρός ο έ­νας με γι­λε­κά­κια α­λά φω­το­ρε­πόρ­τε­ρ, μπα­ρου­το­κα­πνι­σμέ­νος τσο­λιάς ο άλ­λος με τις ευ­λο­γίες του Προ­το­σάλ­τε, (και θη­τεία στο Συ­γκρό­τη­μα), τι να σου κά­νει α­γράμ­μα­τη γυ­ναί­κα; Ενέ­δω­σε. Χτυ­πά­ει τώ­ρα το κε­φά­λι της στον άλ­λο κό­σμο αλ­λά ποιος να την α­κού­σει; Αυ­τοί (και δυ­στυ­χώς κι άλ­λοι σε πα­ρελ­θόν, πα­ρόν και μέλ­λον) τρού­πω­σαν.

Δει­νο­πα­θή­σα­με πολ­λές φο­ρές α­πό γρα­φι­κούς. Ας μην α­κο­λου­θή­σουν τώ­ρα και οι α­πε­ρί­γρα­πτοι.


Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων