Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

2014, χρονιά ανατροπής;

Η καινούργια χρονιά βρίσκει την ελληνική κοινωνία σε μια οριακή κατάσταση: η απόλυτη, προβλέψιμη από την αρχή των Μνημονίων, καταστροφή συνετελέσθη. Τα λαϊκά στρώματα, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της πάλαι ποτέ «μεσαίας τάξης», είναι σε απόγνωση. Η πλειονότητα των Ελλήνων επιθυμεί να εγκαταλείψει τη χώρα και για ένα ογκούμενο τμήμα των νέων ανθρώπων το μεγάλο φευγιό έχει αρχίσει.
Ας μη συνεχίσουμε για πολύ την απαρίθμηση, ο καθένας μπορεί εύκολα να τη συνεχίσει αντλώντας από την άμεση εμπειρία του.
Και όμως, αυτό το αδιανόητο για καιρό ειρήνης κόστος καταβλήθηκε χωρίς να έχει λυθεί κανένα από τα προβλήματα που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση, με πρώτο απ' αυτά το δημόσιο χρέος. Παρά την ασύστολη πλύση εγκεφάλου στην οποία επιδίδονται κυβέρνηση και ΜΜΕ, ελάχιστοι πλέον πιστεύουν ότι «τα πιο δύσκολα έχουν περάσει» και ότι ο κατήφορος θα σταματήσει. Αυτό συνιστά και την ειδοποιό διαφορά της ελληνικής κατάστασης σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Διότι, αν και η κρίση, που είναι κρίση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, τους χτυπά όλους, τους χτυπά άνισα· ίσως όλο και πιο άνισα. Δεν θα αναπτύξουμε εδώ αυτό που έχουμε κατ' επανάληψη τονίσει σε αυτή τη στήλη, δηλαδή τον καθοριστικό ρόλο σ' αυτή την πολωτική δυναμική της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του ευρώ. Ας σταθούμε μόνο στο πολιτικό του αποτέλεσμα: το ευρωπαϊκό σχέδιο, δηλαδή το στρατηγικό ηγεμονικό σχέδιο των αρχουσών τάξεων της Γηραιάς Ηπείρου, είναι υπό κατάρρευση στα μάτια των Ευρωπαίων πολιτών, που συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο τη βάναυσα αντιδημοκρατική και αντιλαϊκή του φύση.

Η ελληνική περίπτωση εντάσσεται ασφαλώς σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο, διαφέροντας όμως στο εξής: στη χώρα μας έχουμε να κάνουμε με τη χρεοκοπία της ίδιας της άρχουσας τάξης και του πολιτικού της προσωπικού ως συνόλου - και όχι απλώς μιας μερίδας του. Με άλλα λόγια, μόνο στην Ελλάδα, προς το παρόν τουλάχιστον, έχουν διαρραγεί σε αποφασιστικό σημείο οι προϋπάρχουσες σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης και αυτό το σχετικά σπάνιο στην ιστορία των κοινωνιών φαινόμενο υποδηλώνει μια μείζονα εθνική κρίση.
Η άρχουσα τάξη της χώρας παραμένει κυρίαρχη, αλλά είναι απονομιμοποιημένη ως διευθύνουσα τάξη, ως τάξη ικανή να ηγηθεί της κοινωνίας και να αποσπάσει τις αναγκαίες συναινέσεις για να την οδηγήσει σε κάποια βιώσιμη κατεύθυνση. Καθοριστικής σημασίας παράγοντας σ' αυτή την ιστορική αποτυχία είναι ο συνδυασμός της οικονομικο-κοινωνικής κατάρρευσης με την εθνική ταπείνωση, τη σύνθλιψη -μέσω του μηχανισμού της τροϊκανής κηδεμονίας- της ικανότητας της άρχουσας τάξης να λειτουργεί ως «εθνικά κυρίαρχη» και τη ραγδαία υποβάθμιση της διεθνούς της θέσης.
Αυτή η διάσταση μάς οδηγεί στην άλλη όψη του ειδικού χαρακτήρα της ελληνικής περίπτωσης: στη χώρα μας ο κύριος όγκος της κοινωνικής διαμαρτυρίας έχει στραφεί προς την Αριστερά, σε αντίθεση με την κυρίαρχη τάση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου κύριος κερδισμένος ώς τώρα της κρίσης είναι η Ακροδεξιά, ακόμη και σε χώρες με ισχυρή αριστερή παράδοση, όπως η Γαλλία.
Καθοριστικός παράγοντας σ' αυτή την εξέλιξη στάθηκε βέβαια η ένταση των λαϊκών κινητοποιήσεων των δύο πρώτων χρόνων των Μνημονίων. Εξίσου καθοριστική υπήρξε όμως και η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι οι κινητοποιήσεις από μόνες τους αδυνατούν να φέρουν αποτέλεσμα, με άλλα λόγια, ότι χρειάζεται πολιτική εναλλακτική λύση, την οποία όπως ξέρουμε επωμίστηκε από την άνοιξη του 2012 και μετά ο ΣΥΡΙΖΑ. Στην Ελλάδα λοιπόν, δυστυχώς και πάλι, προς το παρόν μόνον εδώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τίθεται θέμα πολιτικής τομής από τα (και από την) αριστερά.
Θα διαφωνήσουμε λοιπόν με όσους θεωρούν ότι αυτό ισοδυναμεί με κάποια υποχώρηση ή, όπως λέγεται, με απλή «ανάθεση». Η διαμόρφωση σχέσεων εκπροσώπησης μεταξύ ενός αριστερού κόμματος και ενός κρίσιμου όγκου δυνάμεων που αναζητούν μιαν άλλη πορεία είναι ένδειξη δύναμης του λαϊκού παράγοντα (και όχι το αντίθετο), ακριβώς γιατί είναι σε θέση να διατηρεί ανοιχτή την προοπτική της ανατροπής ακόμη και σε μια περίοδο υποχώρησης της κίνησης των μαζών - και τέτοιες στιγμές είναι αναπόφευκτο να υπάρχουν σε κάθε περίοδο παρατεταμένης και συνολικής σύγκρουσης. Και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά όσοι, εντός και εκτός χώρας, είναι αποφασισμένοι να ματαιώσουν με κάθε τρόπο μια τέτοια προοπτική.
Αποτελούν τα παραπάνω λόγους επανάπαυσης; Πρόκειται για ακριβώς το αντίθετο: σημαίνουν απλώς ότι ο πολιτικός φορέας που καλείται να παίξει έναν κεντρικό ρόλο στη συγκυρία έχει τεράστιες ευθύνες για την πορεία του εγχειρήματος. Σημαίνουν ότι η διαμόρφωση των καινούργιων όρων της συνάντησης της δράσης των «από κάτω» και της κεντρικής πολιτικής παρέμβασης, από την οποία εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση η έκβαση της παρούσας αναμέτρησης, αποτελεί σε καθοριστικό πλέον βαθμό δική του υπόθεση. Μια υπόθεση από την οποία θα κριθεί και ο ίδιος. Αυτό είναι και το, κυριολεκτικά ιστορικής σημασίας, ανοιχτό στοίχημα της χρονιάς που αρχίζει.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων