Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

στην λίμνη των κύκνων σε μια μακρινή πόλη που δεν έμαθα ακόμη να προφέρω το όνομά της

a/man/called/…
31112542
Διαβάζω αμήχανα τα ονόματα αυτών που θα ορκιστούν, επιχειρώ μουδιασμένος συμβολισμούς ψάχνοντας τσιγάρο, ούτε καν να θυμώσω μπορώ, είναι η πρώτη μέρα μετά από πέντε εβδομάδες που αναζητώ αλκοόλ αλλά νιώθω αρκετά κουρασμένος για να αναμετρηθώ με ανοιχτήρι και δύστροπους φελλούς. Το τριήμερο πέρασε με πηγαινέλα στον θάλαμο 9, ένα περιποιημένο τετράκλινο -που αδυνατεί όμως να κρύψει τα χρονάκια του- με θέα τον κάμπο και την βροχή που δε λέει να εγκαταλείψει αυτό τον τόπο. Θαρρείς και πασχίζει να ξεπλύνει τη βρωμιά που ξεχύνεται ακόμη κι από κει που δεν μπορεί να τρυπώσει ανθρώπου νους.


Τηλέφωνο, ο φίλος μου, από κείνη την πόλη που πεισματικά επιμένω να μη μάθω να προφέρω. Γιατί αν μάθω σημαίνει ότι συνθηκολόγησα, θα μου πεις τι είναι μια ήττα ακόμη μπροστά σε τέτοιο θαυμαστό παλμαρέ συντριβών, μα το θέμα -σκέφτομαι- είναι να αντέξεις τα νοκ ντάουν τάχα μου όρθιος. Για να σπάσεις τα νεύρα αυτού που περιμένει να σε δει ένα με το χώμα. Να μη του δώσεις τη λυσσαλέα χαρά να αντικρίσει το μάγουλό σου κολλημένο στο πάτωμα.
Μου λέει πολλά. Δεν τολμάω να τον ρωτήσω πότε θα βρεθούμε. Τον πρώτο καιρό ευχόμουν να γίνει κάτι, δεν ξέρω τι, ίσως κάτι σαν θαύμα και να επιστρέψει. Τώρα δαγκώνω χείλια, γλώσσα, μυαλό, μην τυχόν κι μου ξεφύγει κανένα «πότε έρχεσαι;». Το μόνο που κάνω πλέον είναι να ρωτάω τους άλλους τρεις «πότε φεύγετε;».
Δεν υπάρχουν μεγάλα σπίτια με λογικές τιμές εδώ πέρα, μου λέει αγχωμένος, όσο συνεχίζω να σκέφτομαι τα ονόματα αυτών που θα ορκιστούν και θέλω να του απαντήσω «κάθε τιμή λογική είναι, αρκεί να μείνεις για πάντα εκεί» αλλά σιωπώ, απαντώντας με κείνο το χλιαρό συγκαταβατικό «μην απογοητεύεσαι, κάτι θα βρεθεί να σας βολέψει».
Αντί καληνύχτας, μου ΄χει μια ιστορία..
Έχει αφύσικη ζέστη εδώ και βδομάδες, χτες και σήμερα δείχνει 32 το θερμόμετρο, είπα να τολμήσω μια βουτιά στη λίμνη κι ας τις σιχαίνομαι και τις φοβάμαι τις λίμνες, νομίζω ότι είναι τρύπες γεμάτες με νερόφιδα, βδέλλες, τέρατα, γλίτσα, εξαφανισμένα πτώματα και νερό. Καλά ήταν όμως. Ζεστή, καθαρή, γεμάτη κόσμο, βρήκα μια σχετικά ήσυχη γωνιά και πλατσούριζα, γύρισα ανάσκελα και φόρτιζα, έφτασα στο 70%, ετοιμάστηκα να βγω έξω. Άκουσα έναν θόρυβο μισό μέτρο πίσω μου, ταράχτηκα. Ρε συ, δεν θα το πιστέψεις. Ήταν μια οικογένεια κύκνων που πέρασαν πλάι μου ο ένας πίσω απ΄ τον άλλον, έξη ήτανε, τόσο κιμπαρλίκι, τόση ομορφιά πια, μα τόση ομορφιά!
Μια οικογένεια κύκνων. Όχι φίλοι, κολλητάρια, συγγενείς, ξαδέρφια. Οικογένεια. Αυτή τη λέξη διάλεξε ο φίλος μου, τίποτε λιγότερο.
Εκεί που είστε να μαζευτείτε όλη η οικογένεια και να μείνετε κι ας ματώνει, ακόμη, το τραύμα. Τρόπος θα βρεθεί να επουλωθεί. Εδώ ως και η μικρότερη πληγή θα κακοφορμίσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων