Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Ορφανεύει ο συγγραφέας...

 Αγεφύρωτη η πόλωση μεταξύ κράτους και σοβαρού δημιουργού
Χωρίς συγγραφέα δεν υπάρχει βιβλίο, ούτε και κανένα άλλο επάγγελμα στην αλυσίδα του βιβλίου. Αυτή η πρώτη ύλη είναι, όπως συχνά συμβαίνει, ο πιο αδύνατος κρίκος. Χαίρομαι που η συγγραφή ενός βιβλίου, ιδιαίτερα ενός βιβλίου που προάγει τον πολιτισμό, θεωρείται εργασία από τους οργανωτές αυτής της εκδήλωσης. Η αντίληψη της συγγραφής ως μορφής εργασίας είναι καταγεγραμμένη και στο καταστατικό της Εταιρείας Συγγραφέων που ιδρύθηκε το 1981 (και υπήρξα ένα από τα 100 ιδρυτικά της μέλη), της εγκυρότερης από όσες εταιρείες υπάρχουν. Ούτε κι αυτή δεν έχει επιτύχει κάτι ως προς τα βασικά αιτήματα των συγγραφέων, παρά τις μακροχρόνιες, επίπονες προσπάθειες, και την αισιοδοξία του καταστατικού της. Το κλίμα της εποχής, τα πρώτα δηλαδή χρόνια της μεταπολίτευσης, και η δική μας γενιά κυρίως, πίστεψαν στην ουτοπία να μπορέσει να θεωρηθεί, έστω η πεζογραφία, σαν εργασία ικανή να συντηρήσει στοιχειωδώς τον συγγραφέα. Αποδείχτηκε ότι, για πολλούς λόγους, αυτό εξακολουθεί να είναι ανέφικτο στη χώρα μας.
Για να μην υπάρξει η παραμικρή παρεξήγηση, θα ήθελα να διευκρινίσω τούτο: στην Ελλάδα οι καλοί τουλάχιστον συγγραφείς ποτέ, ούτε και τώρα βέβαια, δεν γράφουν για το χρήμα. Αν αυτό ήταν το αντικείμενο του πόθου τους, τότε 1) ή θα κατέληγαν, ακόμη και με αξιώσεις λόγου, στα είδη που ονομάζουμε παραλογοτεχνία και σταθερά είναι τα πιο ευπώλητα, ή 2) θα έθεταν άλλους στόχους στη ζωή τους. Το γράψιμο ήταν και είναι μια υπόθεση ψυχής και μυαλού, θυμού και λόγου, μια βαθύτατα ευγενής κοινωνική και προσωπική φιλοδοξία – αλλά παράλληλα πρέπει να θεωρείται και σαν μια μορφή πλήρους εργασίας, ειδικά για όσους δεν ασκούν άλλο επάγγελμα.

Κατ’ ευφημισμόν τιμητική σύνταξη και κατάργηση θεσμών
Περιορίζομαι στον συγγραφέα ως εργαζόμενο, αφού γι’ αυτό πρέπει να μιλήσω σήμερα. Αναφέρω τηλεγραφικά κάποιες καταγραφές μου πριν από την κρίση για το ίδιο θέμα, για να καταλάβουμε και την προβολή τους στο κρίσιμο παρόν.

Ο συγγραφέας είναι από τους λίγους πολίτες που παραμένει ανασφάλιστος από τη δουλειά του, αλλά και χωρίς σύνταξη από τη δουλειά του. Για να μπορεί να έχει το Δελτίο, το περίφημο μπλοκάκι, που χωρίς αυτό δεν μπορεί να λάβει από πουθενά καμιά αμοιβή, αναγκάστηκε να εγγραφεί στον πανάκριβο Ο.Α.Ε.Ε. Είναι χρονιές που όλες του οι αμοιβές πάνε εκεί ή δεν αρκούν ούτε γι’ αυτό. Όσοι μπήκαμε αργά, περιμένοντας κάποιο αποτέλεσμα από τις πολυετείς, πλην όμως τελικά άκαρπες προσπάθειες της Εταιρείας Συγγραφέων, εκτός από την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την παροχή Δελτίου, πληρώνουμε υποχρεωτικά στον Ο.Α.Ε.Ε. και για μια σύνταξη που δεν θα προλάβουμε να πάρουμε λόγω ηλικίας.
Υπάρχει και η λεγόμενη τιμητική σύνταξη, ετήσια και πολύ περιορισμένη αριθμητικά. Οι υποψήφιοι που τη διεκδικούν κάθε χρόνο είναι από 36 διαφορετικά καλλιτεχνικά επαγγέλματα (μουσικοί, ζωγράφοι, καραγκιοζοπαίκτες κ.λπ., που ανάμεσά τους βρίσκονται και οι συγγραφείς). Άρα οι συγγραφείς τη λαμβάνουν, αν τη λάβουν, με το σταγονόμετρο. Αξιοσημείωτο είναι ότι η προϋπόθεση για να τη διεκδικήσει κάποιος είναι να έχει πάρα πολύ σημαντικό και ποικιλοτρόπως αναγνωρισμένο έργο. Δεν δίνεται φυσικά σε όλους που υποβάλλουν τα δικαιολογητικά τους· κάποιοι εγκρίνονται από την αρμόδια κρατική επιτροπή, κάποιοι άλλοι απορρίπτονται. Ούτε κι έχουν λείψει ποτέ τα κάθε είδους παρατράγουδα. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για μια σύνταξη απορίας, φιλανθρωπίας, και όχι για τη σύνταξη που θα αντάμειβε έναν δημιουργό για το πολύ σημαντικό και αναγνωρισμένο έργο του, το οποίο προαπαιτείται.
Πέρυσι, μέσα στη δίνη της κρίσης, άλλαξε και ο νόμος της κατ’ ευφημισμόν τιμητικής σύνταξης, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο. Ο αριθμός των επαγγελμάτων έμεινε ο ίδιος, όπως και η απαίτηση σπουδαίου και αναγνωρισμένου έργου. Όμως 1) ο αριθμός υποβολής αιτήσεων περιορίστηκε σε 15 από 30 που ήταν· 2) οι οικονομικές προϋποθέσεις για την υποβολή αίτησης συμπιέστηκαν στο ένα τρίτο. Δηλαδή, τρία χρόνια πριν από την υποβολή της αίτησης θα πρέπει να έχει κανείς ανά έτος εισόδημα λιγότερο από 8.640 ευρώ (ή αθροιστικά στα τρία αυτά έτη λιγότερο από 25.000), ενώ ίσχυαν ακριβώς τα τριπλάσια νούμερα πριν από την κρίση· 3) η ίδια η σύνταξη που ήταν πάνω από 1.000 ευρώ, περιορίστηκε στα περίπου 800. Φυσικά, όπως συμβαίνει πλέον με τους συνταξιούχους, έχοντας αυτή τη σύνταξη ο συγγραφέας δεν θα μπορεί να εισπράττει πάνω από 5.000 ετησίως από τα βιβλία του.
Όσον αφορά τα συμβόλαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι παλιότερα δεν υπογράφονταν σχεδόν καθόλου. Σήμερα, αν δεν αλλάξει κι αυτό, το συμβόλαιο που υπογράφουν οι πιο γνωστοί μυθιστοριογράφοι με τον εκδότη μας έχει συνήθως δεκαετή διάρκεια, ενώ ο ορίζοντας κίνησης ενός καλού μυθιστορήματος είναι 6 με 9 μήνες πάνω-κάτω, και ακολουθεί μετά μεγάλη ακινησία. Το ποσοστό του συγγραφέα είναι συνήθως 15%, για μυθιστόρημα τουλάχιστον (και οι κραυγαλέες παραβάσεις προς τα άνω είναι συχνά αδιαφανείς), όταν ο βιβλιοπώλης έχει γύρω στο 45%. Η περιορισμένη αγορά βιβλίου, που έχει τραυματιστεί σοβαρά από την κρίση, δεν εξασφαλίζει βέβαια ούτε αυτές τις σταθερές.
Οι μεταφράσεις της ποιοτικής ελληνικής λογοτεχνίας είχαν αυξηθεί ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες. Ελαττώθηκαν πολύ μετά το 2004, κυρίως επειδή έπαψε να υφίσταται ο θεσμός κρατικής ενίσχυσης και προώθησής τους, πάντα μετά από κρίση επιτροπής. Τα τελευταία χρόνια έχουν σχεδόν σταματήσει, κατοπτρίζοντας ίσως και την ευρωπαϊκή απαξίωση για οτιδήποτε το ελληνικό. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις αφορούν έργα μαζικότερης λογοτεχνίας. Με την υπογραφή πάντως συμβολαίου με έναν έγκυρο ξένο εκδοτικό οίκο, ο συγγραφέας εισπράττει ένα διεθνώς καθορισμένο μέτριο ποσόν (δεν ισχύει πάντα, π.χ. για τις πρώην σοβιετικές ή άλλες). Πέραν τούτου ουδέν, ούτε και μπορεί να υπάρξει έλεγχος. Υπάρχει συχνά η εντύπωση ότι πολλά συμβαίνουν προκειμένου να απορροφηθούν τα διαθέσιμα κονδύλια, χωρίς μέριμνα για το μέλλον του μεταφρασμένου βιβλίου στην άλλη χώρα.
Σήμερα μόνο η Ακαδημία Αθηνών επιχορηγεί ελάχιστες μεταφράσεις, μετά από κρίση επιτροπής, με εμπόδια ωστόσο. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει με πολλές χώρες μικρών γλωσσών, που έχουν αναπτύξει μια πολύ υποστηρικτική και επιθετική πολιτική για τη μετάφραση και προώθηση της αξιόλογης λογοτεχνίας τους.
Σε πολλές χώρες, μολονότι οι αναγνώστες μετριούνται ακόμη και σε εκατομμύρια, οι συγγραφείς έχουν κατοχυρώσει πολλούς τρόπους βιοπορισμού. Αμείβονται για οποιαδήποτε δημόσια παρουσία τους (ομιλίες, συζητήσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, σεμινάρια, αναγνώσεις, επισκέψεις σε πανεπιστήμια, όπου και καλούνται να διδάξουν για ένα διάστημα με αμοιβή). Αποζημιώνονται προφανώς για οτιδήποτε δημοσιεύουν σε εφημερίδες και περιοδικά, αλλά και για τη συμμετοχή τους οπουδήποτε στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Αυτά στην Ελλάδα παρακάμπτονται με το επιχείρημα ότι έτσι γίνεται διαφήμιση του συγγραφέα, λες και στο εξωτερικό, όπου υπάρχει αμοιβή, δεν συμβαίνει το ίδιο (κάποιες σχετικές, οι μόνες ίσως, προσπάθειες του Μάνου Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα δεν τελεσφόρησαν).
Υπάρχει ακόμη και μέσα στον χώρο του βιβλίου η άποψη ότι η κατάργηση της ενιαίας τιμής στο βιβλίο δεν θα το βλάψει, επειδή το πρόβλημα δεν είναι αυτή, όσο η έλλειψη φιλαναγνωσίας. Διαφωνώντας μ’ αυτό το λαϊκίστικο και νεοφιλελεύθερο σόφισμα, θα υποστήριζα ότι μόνο η ενιαία τιμή μπορεί να αναπτύξει τη φιλαναγνωσία, υπερασπιζόμενη το καλό βιβλίο και τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα απέναντι στην ισοπέδωση από τα φτηνά μπεστ σέλερ και την εξαφάνιση των βιβλιοπωλείων. Ιδίως των πιο μικρών ή των επαρχιακών βιβλιοπωλείων.
Η φιλαναγνωσία αφορά άμεσα τον συγγραφέα. Είναι σημαντική για τη λειτουργία του ως ενός ζωντανού κοινωνικού κύτταρου, ενός συζητητή, και όχι ως ενός ανθρώπου που υπάρχει μόνο πίσω από λέξεις και σελίδες. Γι’ αυτό και θεωρώ σημαντική την επαναλειτουργία και βελτίωση του υπό κατάργηση αυτό τον καιρό Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, του Ε.ΚΕ.ΒΙ., που πριν αρχίσει να πετσοκόβεται με την κρίση, είχε τις τελευταίες δεκαετίες δώσει –για πρώτη φορά στην Ελλάδα– μεγάλη ώθηση στη φιλαναγνωσία με τη δημιουργία λεσχών ανάγνωσης σε όλη τη χώρα. Αυτές οι λέσχες άνθησαν και εκτός του Ε.ΚΕ.ΒΙ., καλώντας συχνά τον συγγραφέα να συζητήσει για ένα του έργο που είχε διαβαστεί από τα μέλη της Λέσχης. Δεν περιοριζόταν φυσικά μόνο σ’ αυτό η υποστηρικτική για το βιβλίο δράση του Ε.ΚΕ.ΒΙ., όπως και του «θυγατρικού» του και ήδη νεκρού Κέντρου Μετάφρασης, του Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ., όσο κι αν υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις για τη λειτουργία τους.
Ο συγγραφέας πάντως ορφανεύει με την απώλεια αυτών των δύο θεσμών. Θεσμών που καταργούνται σήμερα από τον εξής, θα έλεγα, συνδυασμό: από τη μια της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας εν ονόματι της κρίσης, από την άλλη ευρύτερων και ανεξέλεγκτων αλλαγών στον χάρτη του βιβλίου εν ονόματι της παγκοσμιοποίησης, αλλά και της ραγδαίας εξάπλωσης του διαδικτύου. Διότι το έντυπο καλό βιβλίο κινδυνεύει θανάσιμα και από τη διαρκή ενασχόληση, ιδιαίτερα των νέων, στο διαδίκτυο, παρόλο που ασφαλώς δεν παραγνωρίζω τη μεγάλη χρησιμότητά του για πάρα πολλά. Η ελληνική γλώσσα, ωστόσο, που χρησιμοποιείται στο διαδίκτυο μοιάζει με μια σχεδόν διαφορετική γλώσσα, μια γλώσσα συρρικνωμένη έως και ανελλήνιστη (φτάνει να δει κανείς τη φρικαλεότητα εκείνων των αυτόματων μεταφράσεων και θα καταλάβει). Γι’ αυτούς τους λόγους η ουσιαστική ενίσχυση της φιλαναγνωσίας, ιδίως για τους νέους, επείγει, με όποιον τρόπο και να προκληθεί.
Τα μικρά και τα περιφερειακά βιβλιοπωλεία εξακολουθούν να είναι εστίες πολιτισμού και κυριολεκτικά ανθρώπινης επικοινωνίας μέσα στις απρόσωπες εποχές που ζούμε: παρουσιάσεις, λέσχες ανάγνωσης, υπογραφές, αναγνώσεις, συζητήσεις και αντιρρήσεις, παρέες, φιλίες κ.λπ. Πρόκειται δηλαδή για εστίες φιλαναγνωσίας. Η λειτουργία τους ξεκίνησε από τη μεταπολίτευση και αυξήθηκε με καλπάζοντα ρυθμό τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς υποστηρίχτηκε και από τους νέους θεσμούς. Στο ίδιο πνεύμα, της ζωντανής παρουσίας του συγγραφέα και της δυνατότητας συζήτησης «για τα πάντα», θα τοποθετούσα και τις επισκέψεις συγγραφέων σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης, αλλά και αλλού, ιδιαίτερα σ’ αυτή την περίοδο που ζούμε.
Ωστόσο η φιλαναγνωσία, που θα τραυματιστεί βέβαια αν σταματήσει η ενιαία τιμή, είναι κάτι περισσότερο από όσα, λόγω της επικαιρότητάς τους, έχω αναφέρει. Αποτελεί πάντα θέμα συνολικής κοινωνίας, όσο και πολιτικής βούλησης των κυβερνώντων. Το κόστος της είναι ελάχιστο και το συμβολικό κέρδος μεγάλο (αλλά και το έντυπο βιβλίο δεν κοστίζει περισσότερο από μια, έστω και πιο σπάνια πια, έξοδο για φαγητό, θέατρο, συναυλίες κ.λπ.). Όπως, δηλαδή, βλάπτεται το βιβλίο με κάποιες κυβερνητικές ενέργειες, έτσι μπορεί να αναπτυχθεί και με ορισμένες άλλες.

Απαξίωση από το κράτος
Παρατηρώ, εντούτοις, ότι στα χρόνια της κρίσης έχει κάπως ελαττωθεί η υποκρισία του κράτους, τα μεγάλα δηλαδή λόγια ότι η «λογοτεχνία είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας» και άλλα τέτοια. Κατά τη γνώμη μου, κανείς δεν πρέπει να μιλά με τόσο τονισμένες λέξεις, ούτε με υπερβολική αισιοδοξία για τον ήδη βαριά τραυματισμένο χώρο του έντυπου καλού βιβλίου, και τον πολιτισμό που αυτό το βιβλίο κουβαλά. Κι ενώ με την κρίση έχει μάλλον μειωθεί η κρατική λεκτική υποκρισία, από την άλλη έχει γιγαντωθεί η απαξίωση του κράτους για τους συγγραφείς και τους θεσμούς του βιβλίου, όπως έχει φανεί από πολλές ενέργειες.
Η πόλωση μεταξύ κράτους και σοβαρού δημιουργού μοιάζει πλέον αγεφύρωτη. Διάφοροι κυβερνώντες, και όχι μόνο, αγνοούν ή καμώνονται πως αγνοούν ότι η καλή λογοτεχνία σήμαινε και σημαίνει γλώσσα, ήθος, αντίσταση, ιδέες, ψυχισμό, αγωγή, βοήθεια στις δυσκολίες της ζωής, κοινωνική ευαισθησία – ή μήπως, για άλλη μια φορά στην ιστορία, αυτά είναι που θέλουν να προλάβουν; Όμως, ούτε κράτος, ούτε έθνος, ούτε ο πραγματικός, ούτε ακόμη κι ο φαντασιακός μας κόσμος υπάρχουν χωρίς την επικοινωνία με τις λέξεις (δεν επικοινωνούμε διά της μουσικής, για παράδειγμα, αλλά με τις λέξεις μας). Οι παγκοσμιοποιημένες αγορές, και άλλα διάφορα, πλήττουν, όπως είναι επόμενο, τις μικρές γλώσσες. Τα σύγχρονα ελληνικά είναι μια τέτοια γλώσσα. Τολμώ να πω ότι τα αρχαία ελληνικά μπορεί και να μην πληγούν. Η απαξίωση αφορά πάντα τη σύγχρονη Ελλάδα.
Τελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω κάτι δικό μου, που ίσως δεν είναι αποκλειστικά δικό μου, γιατί όσα συμβαίνουν στον χώρο του βιβλίου συνήθως αφορούν περισσότερους. Έχω συχνά την αίσθηση μιας ματαίωσης. Δηλαδή, τόσα βιβλία από τόσο πολλούς ανθρώπους, τόσα άρθρα, τόσες προσπάθειες, τόσες ζωές αναλωμένες στα γράμματα και τις τέχνες, τι κατάφεραν; Να φτάσουμε στην πτώχευση από την αδηφαγία των εχόντων θέσεις εξουσίας – όχι όλων βέβαια, αλλά απίστευτα τόσο πολλών; Να χάσουμε την εθνική και ατομική μας αξιοπρέπεια ως δημιουργοί, και να γίνουμε περίγελος των ξένων – όσο κι αν η γνώμη τους κατά βάθος δεν μας ενδιαφέρει; Να ξαναγεννιέται, να γεννιέται μάλλον πρώτη φορά στην Ελλάδα αυτός ο εγκληματικός ναζισμός, με υψηλά και ανυποχώρητα ποσοστά; Να τυφλώνεται από την ίδια του την κοσμοθεωρία το ένοπλο αντάρτικο πόλης; Να καταστραφεί η ζωή όχι μόνο των πιο αδύναμων, των πιο φτωχών, των πιο αθώων ίσως, αλλά και ολόκληρων κοινωνικών κατηγοριών;
Δεν ξέρω. Ούτε είμαι τόσο αισιόδοξη. Εντέλει η λογοτεχνία, η ιστορία, η τέχνη μιλούν αποκλειστικά και μόνο σε όποιον θέλει να τις ακούσει. Φαίνεται πως αυτοί, που ποτέ δεν ήταν πολλοί, σήμερα είναι λιγότεροι.
Και ο συγγραφέας τι κάνει; Υποθέτω αυτό που πάντα έκανε. Γράφει για να εμβαθύνει, να επικοινωνήσει, να καταλάβει τη διαφορετική σήμερα κοινωνία, και για ακόμη μια φορά το ανθρώπινο δράμα. Για να αντισταθεί μέσα από το έργο του κυρίως. Τουλάχιστον να προσπαθήσει για όλα αυτά.


Το άρθρο αυτό αποτελεί αναλυτική εκδοχή της εισήγησης που παρουσιάστηκε στις 12.2.2014, στην Ημερίδα «Εργαζόμενοι στο χώρο του βιβλίου και εκδοτική αγορά» του κύκλου «Τρεις Τετάρτες για το Βιβλίο» που οργάνωσε ο Τομέας Βιβλίου του Τμήματος Πολιτισμού του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων