Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Η εφιαλτική αμφιβολία των φιλελεύθερων...

Του Κώ­στα Βερ­γό­που­λου, απο την Εποχη...
Ο  ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΣΕ ΑΙΩΝΙΑ ΣΤΑΣΙΜΟΤΗΤΑ
Την πέ­τρα που τά­ρα­ξε τα νε­ρά στις συ­ζη­τή­σεις για το μέλ­λον του κα­πι­τα­λι­σμού, δεν την έ­ρι­ξε κά­ποιος ε­γνω­σμέ­νος αμ­φι­σβη­τίας, αλ­λά έ­νας α­πό τους πιο φλο­γε­ρούς υ­πε­ρα­σπι­στές τού συ­στή­μα­τος: ο Λό­ρε­νς Σά­με­ρς.
Πρώην πρό­ε­δρος του Χά­βαρ­ντ, πα­σί­γνω­στος α­πό το πά­θος του για την τρα­πε­ζι­κή α­πορ­ρύθ­μι­ση, ό­ταν κα­τεί­χε τη θέ­ση τού υ­πουρ­γού Οι­κο­νο­μι­κών στη δεύ­τε­ρη κυ­βέρ­νη­ση Κλί­ντον (1999-2001).
Μέ­χρι που ο­ρί­στη­κε α­πό τον Μπά­ρακ Ομπά­μα διευ­θυ­ντής του Εθνι­κού Οι­κο­νο­μι­κού Συμ­βου­λίου των Η­ΠΑ, θέ­ση που δια­τή­ρη­σε ως το 2010, πρό­σφε­ρε τις συμ­βου­λές του στον κό­σμο της οι­κο­νο­μίας (έ­να κερ­δο­σκο­πι­κό fund του εί­χε χο­ρη­γή­σει 5,2 ε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια με­τα­ξύ 2008 και 2009), κυ­ρίως μέ­σω κα­λο­πλη­ρω­μέ­νων (μέ­χρι και με 135.000 δο­λά­ρια) δια­λέ­ξεων. Γι’ αυ­τό κα­νείς δεν πε­ρί­με­νε ό­τι θα προ­κα­λέ­σει τό­ση  αμ­φι­σβή­τη­ση και τα­ρα­χή.
Η πέ­τρα έ­πε­σε στη διάρ­κεια της ε­τή­σιας Διά­σκε­ψης  του ΔΝΤ στην Ουά­σι­γκτον, στις 7 και 8 Νο­εμ­βρίου 2013. Μή­πως ο κα­πι­τα­λι­σμός ο ί­διος έ­χει αιχ­μα­λω­τι­σθεί  στην πα­γί­δα της «αιώ­νιας στα­σι­μό­τη­τας», α­να­ρω­τή­θη­κε ο φί­λος των τρα­πε­ζι­τών. «Εδώ και τέσ­σε­ρα χρό­νια κα­τορ­θώ­σα­με να α­πο­τρέ­ψου­με  τον χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό πα­νι­κό, ε­κτα­μιεύ­τη­κε χρή­μα με βά­ση έ­να σχέ­διο δια­σώ­σεων, η α­γο­ρά της τρα­πε­ζι­κής πί­στης ε­ξυ­γιάν­θη­κε (…) Ωστό­σο, ο ρυθ­μός α­νό­δου της οι­κο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας δεν με­τα­βλή­θη­κε και οι­κο­νο­μι­κή με­γέ­θυν­ση πα­ρέ­μει­νε ι­σχνή». Ο Σά­με­ρς συ­νέ­χι­σε τον συλ­λο­γι­σμό του α­πό τους «Φάϊναν­σιαλ Τάι­μς»: δια­πι­στώ­νει ό­τι, με την πρα­κτι­κή των σχε­δόν μη­δε­νι­κών ε­πι­το­κίων, η κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα των Η­ΠΑ δεν έ­χει πλέ­ον  πε­ρι­θώ­ριο συ­μπλη­ρω­μα­τι­κών ε­λιγ­μών, ώ­στε να δώ­σει νέα ώ­θη­ση στην οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα και υ­πο­βάλ­λει το ε­ρώ­τη­μα μή­πως  οι φού­σκες α­πο­τε­λούν  το α­να­γκαίο κα­κό  της οι­κο­νο­μι­κής με­γέ­θυν­σης.

Τέσ­σε­ρις βα­σι­κοί δεί­κτες, ό­λοι προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι πτω­τι­κά, ε­ξη­γούν αυ­τή τη με­λαγ­χο­λι­κή διά­πι­στω­σή του: η διαρ­κής πτώ­ση των φυ­σι­κών ε­πι­το­κίων, δη­λα­δή του πο­σο­στού κέρ­δους, ε­δώ και τρεις δε­κα­ε­τίες· η υ­πο­χώ­ρη­ση της πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας της ερ­γα­σίας ε­δώ και δε­κα­τρία χρό­νια· η συρ­ρί­κνω­ση της ε­σω­τε­ρι­κής ζή­τη­ση α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1980· και, τέ­λος,  η υ­πο­χώ­ρη­ση των πα­ρα­γω­γι­κών ε­πεν­δύ­σεων και του α­κα­θά­ρι­στου σχη­μα­τι­σμού στα­θε­ρού κε­φα­λαίου α­πό το 2001, πα­ρά τις μα­ζι­κές ε­νέ­σεις νο­μι­σμα­τι­κών ε­νι­σχύ­σεων, που ε­φαρ­μό­στη­καν τό­σο α­πό τον Άλαν Γκρίν­σπαν ό­σο και α­πό το διά­δο­χό του στην προ­ε­δρία κε­ντρι­κής τρά­πε­ζας των Η­ΠΑ, Μπεν Μπερ­νά­κι.
Απο­τέ­λε­σμα:  οι κά­το­χοι κε­φα­λαίων δεν α­να­ζη­τούν πια πώς θα με­γι­στο­ποιή­σουν τα κέρ­δη τους με­σώ της πα­ρα­γω­γής, αλ­λά αυ­ξά­νο­ντας το με­ρί­διο τους α­πό την προ­στι­θέ­με­νη α­ξία –α­κό­μη και με τί­μη­μα τη συρ­ρί­κνω­ση της οι­κο­νο­μι­κής με­γέ­θυν­σης.
Το σύ­στη­μα βρί­σκε­ται σε α­διέ­ξο­δο, κα­θώς κα­νέ­να φάρ­μα­κο δεν φαί­νε­ται  ι­κα­νό να το βγά­λει α­πό αυ­τό και α­ντι­με­τώ­πι­ζε ε­πι­πλέ­ον κοι­νω­νι­κές δυ­σκο­λίες, που ε­πι­βα­ρύ­νουν α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο την «διά­βρω­ση» του οι­κο­δο­μή­μα­τος. Από τη μια, η ό­ξυν­ση των α­νι­σο­τή­των α­πο­στα­θε­ρο­ποιεί  τις με­σαίες τά­ξεις, που θεω­ρού­νται εγ­γυή­τριες της στα­θε­ρό­τη­τας της κοι­νω­νίας, των θε­σμών και της δη­μο­κρα­τίας. Από την άλ­λη, η μα­ζι­κή α­νερ­γία συ­νε­πά­γε­ται ταυ­τό­χρο­να αύ­ξου­σα α­πώ­λεια ει­σο­δή­μα­τος για τη χώ­ρα και δυ­νη­τι­κών κερ­δών για το κε­φά­λαιο.

Οι ε­πι­χει­ρή­σεις δεν ε­πεν­δύουν

Όταν α­κού­στη­καν οι δυο λέ­ξεις «αιω­νία στα­σι­μό­τη­τα», οι α­ντι­δρά­σεις έ­πε­σαν βρο­χή. Των προο­δευ­τι­κών ή­σαν α­μή­χα­νες, φα­νέ­ρω­ναν έκ­πλη­ξη για­τί α­να­γνώ­ρι­ζαν τον ε­αυ­τό τους στη δια­πί­στω­ση ε­νός ι­δε­ο­λο­γι­κού α­ντί­πα­λου τους. Οι συ­ντη­ρη­τι­κοί, α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, α­ντέ­δρα­σαν ε­πί­σης  αρ­νη­τι­κά, κα­θώς ε­ξορ­γί­σθη­καν  βλέ­πο­ντας έ­ναν δι­κό τους άν­θρω­πο  να τους αμ­φι­σβη­τεί. Στους τε­λευ­ταίους πά­ντως, ο αι­ρε­τι­κός ει­δι­κός υ­πεν­θύ­μι­σε ό­τι «δεν πρέ­πει να συγ­χέ­ου­με την πρό­βλε­ψη με την σύ­στα­ση».
Ο φό­βος του Σά­με­ρς θεω­ρή­θη­κε αρ­χι­κά σαν α­πό­η­χος της διά­γνω­σης που δια­τυ­πώ­θη­κε  στη δε­κα­ε­τία 1930 α­πό τον Αμε­ρι­κα­νό οι­κο­νο­μο­λό­γο Άλβιν Χάν­σεν (1887-1975). Όμως, η «αιώ­νια στα­σι­μό­τη­τα» ε­κεί­νου βα­σι­ζό­ταν κυ­ρίως στην ε­πι­βρά­δυν­ση της δη­μο­γρα­φι­κής α­νά­πτυ­ξης  και στην ε­ξάν­τλη­ση των με­γά­λων τε­χνο­λο­γι­κών και­νο­το­μιών, που θα μπο­ρού­σαν να εμ­φυ­σή­σουν μια νέα πνοή  στο κα­πι­τα­λι­στι­κό  σύ­στη­μα. Η α­νά­λυ­σή του συ­νά­ντη­σε ε­κεί­νην του Τζ. Μ. Κέι­νς (1883-1946), που ε­πί­σης  δεν ή­ταν αι­σιό­δο­ξος για το μέλ­λον του κα­πι­τα­λι­σμού, αλ­λά  πει­σμέ­νος ό­τι η κρί­ση έ­πρε­πε και μπο­ρού­σε να α­πο­φεύ­γε­ται. Πά­ντως, ο Σά­με­ρς δεν ε­πι­κα­λεί­ται ού­τε το δη­μο­γρα­φι­κό πα­ρά­γο­ντα ού­τε ο­ποια­δή­πο­τε ε­ξάν­τλη­ση των τε­χνο­λο­γι­κών και­νο­το­μιών. Θε­με­λιώ­νει την ε­κτί­μη­ση του στην πρα­κτι­κή  ε­μπει­ρία των τριών τε­λευ­ταίων δε­κα­ε­τιών.
Η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη δε­ξιά τού προ­σά­πτει ό­τι α­ντι­στρέ­φει  την  σχέ­ση αι­τίου και αι­τια­τού: οι χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές φού­σκες δεν διευ­κο­λύ­νουν  την με­γέ­θυν­ση, αλ­λά ο­δη­γούν σε α­διέ­ξο­δο.  Τα πε­νι­χρά οι­κο­νο­μι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα των δυ­τι­κών χω­ρών δεν ε­ξη­γούν τον υ­περ­δα­νει­σμό τους, άλ­λα α­ντί­θε­τα προ­κύ­πτουν α­πό αυ­τόν. Το πρώην μέ­λος του διευ­θυ­ντη­ρίου της Ε­ΚΤ Λο­ρέ­ντσο Μπί­νι Σμά­γκι ε­κτι­μά ό­τι «δεν εί­ναι η λι­τό­τη­τα που α­δυ­να­τί­ζει τη με­γέ­θυν­ση, το α­ντί­θε­το συμ­βαί­νει: η α­δύ­να­μη με­γέ­θυν­ση κά­νει τη λι­τό­τη­τα α­πα­ραί­τη­τη.»
Ορι­σμέ­νοι φτά­νουν να ε­πι­κα­λού­νται τον Κέι­νς ε­να­ντίον του Σά­με­ρς: ε­νώ ο βρε­τα­νός οι­κο­νο­μο­λό­γος πρό­τει­νε « ευ­θα­να­σία  για τους ρα­ντιέ­ρη­δες» -οι χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές  φού­σκες  δεν στα­θε­ρο­ποιούν την οι­κο­νο­μία, άλ­λα ο­δη­γούν στο α­ντί­θε­το α­πο­τέ­λε­σμα, α­φού ε­πι­δο­τούν τους ρα­ντιέ­ρη­δες.
Όταν ο πρώην υ­πουρ­γός του Κλί­ντον συ­νη­γο­ρεί υ­πέρ της α­πο­κα­τά­στα­σης του «ε­νά­ρε­του κύ­κλου» της με­γέ­θυν­σης, οι ορ­θό­δο­ξοι κρι­τι­κοί τού α­ντι­πα­ρα­θέ­τουν τις α­ρε­τές της «ε­πε­κτα­τι­κής λι­τό­τη­τας», που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι προ­ε­τοι­μά­ζει την ε­πα­νεκ­κί­νη­ση της οι­κο­νο­μίας «ε­ξυ­γιαί­νο­ντας» τις βά­σεις της. Αν το ση­με­ρι­νό πρό­βλη­μα εί­ναι πράγ­μα­τι μα­κρο­χρό­νιο, α­πο­φαί­νο­νται, α­παι­τού­νται  λύ­σεις ε­πί­σης μα­κρο­χρό­νιες και ό­χι  στιγ­μιαίες. Και α­να­φέ­ρουν πα­ρα­δείγ­μα­τα διαρ­θρω­τι­κών  «λύ­σεων»: μείω­ση της φο­ρο­λο­γίας  των ε­πι­χει­ρή­σεων ή, ό­πως διεκ­δι­κούν οι ρε­που­μπλι­κά­νοι στις Η­ΠΑ, «α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της οι­κο­νο­μίας α­πό το συ­ντρι­πτι­κό βά­ρος του κοι­νω­νι­κού κρά­τους», που το εμ­φα­νί­ζουν ως «το πιο δα­πα­νη­ρό του κό­σμου». Τέ­λος, άλ­λοι, ό­πως ο Κέ­νεθ Ρο­γκόφ α­πό το Χάρ­βαρ­ντ, υ­πο­δει­κνύουν ό­τι η α­δυ­να­μία της με­γέ­θυν­σης α­πό το 2008 δεν α­ντα­να­κλά μια μα­κρο­χρό­νια τά­ση, αλ­λά κυ­ρίως την α­νι­κα­νό­τη­τα των κυ­βερ­νώ­ντων να δια­χει­ρι­στούν το χρέ­ος, χω­ρίς να βλά­ψουν τη με­γέ­θυν­ση.
Από την πλευ­ρά  των προο­δευ­τι­κών, ο Νο­μπε­λί­στας Πωλ Κρού­γκμαν προ­συ­πο­γρά­φει τη δια­πί­στω­ση του Σά­με­ρς, αλ­λά αν­τλεί  δια­φο­ρε­τι­κό συ­μπέ­ρα­σμα α­πό  την ι­δέα της στα­σι­μό­τη­τας ως «νέ­ου κα­νό­να» του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος. Σύμ­φω­να με αυ­τόν, εί­ναι πα­ρα­πλα­νη­τι­κή η δια­βε­βαίω­ση  ό­τι δο­κι­μά­στη­καν ό­λα τα μέ­σα για την ε­πα­νεκ­κί­νη­ση της οι­κο­νο­μίας χω­ρίς α­πο­τέ­λε­σμα : μό­νον  το ό­πλο της νο­μι­σμα­τι­κής πο­λι­τι­κής έ­χει ε­φαρ­μο­στεί, μέ­σω της μείω­σης των ε­πι­το­κίων και της δη­μιουρ­γίας συ­μπλη­ρω­μα­τι­κής ρευ­στό­τη­τας. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, και το δη­μο­σιο­νο­μι­κό ό­πλο, η δη­μό­σια δα­πά­νη που θα μπο­ρού­σε να χρη­σι­μο­ποιη­θεί για την  δρα­στη­ριο­ποίη­ση των δη­μό­σιων ε­πεν­δύ­σεων, πράγ­μα που θα ε­πέ­τρε­πε να α­ντι­σταθ­μί­ζε­ται  η συρ­ρί­κνω­ση των ι­διω­τι­κών.

Λε­φτά υ­πάρ­χουν...

Για την ώ­ρα, πα­ρό­τι δια­θέ­τουν ση­μα­ντι­κό θη­σαυ­ρο­φυ­λά­κιο, οι με­γά­λες ε­πι­χει­ρή­σεις δεν ε­πεν­δύουν σε πα­ρα­γω­γι­κές ε­πεν­δύ­σεις. Στις 22 Ια­νουα­ρίου 2014, οι «Φαϊνάν­σιαλ Τάι­μς» ση­μειώ­νουν ό­τι οι μη χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές ε­ται­ρίες των Η­ΠΑ κα­τεί­χαν 2,8 τρισ. δο­λά­ρια, α­πό τα ο­ποία πε­ρί τα 150 δισ. στα χρη­μα­το­κι­βώ­τια της Apple. Από την πλευ­ρά του, ο  Τζέι­μς Σα­φτ πα­ρα­τη­ρού­σε στους Τάι­μς Νέ­ας Υόρ­κης: «Οι ε­πι­χει­ρή­σεις προ­τι­μούν  να συσ­σω­ρεύουν χρή­μα ή να το χρη­σι­μο­ποιούν για να α­γο­ρά­ζουν με­το­χές, πα­ρά για να δη­μιουρ­γούν αυ­ξη­μέ­νη  πα­ρα­γω­γι­κή ι­κα­νό­τη­τα.» Το άυ­λο ε­νερ­γη­τι­κό α­ντι­προ­σώ­πευε κα­τά μέ­σο ό­ρο το 5% του ε­νερ­γη­τι­κού των ε­ται­ριών των Η­ΠΑ στη δε­κα­ε­τία 1970, ε­νώ το 2010 εί­χε α­νέλ­θει  σε 60%.
Με­τα­ξύ 2010 και 2013, η κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα των Η­ΠΑ διο­χέ­τευ­σε 4 τρισ. δο­λά­ρια στην α­με­ρι­κά­νι­κη οι­κο­νο­μία. Όμως, α­ντί  να αυ­ξη­θεί  η ρευ­στό­τη­τα  της α­με­ρι­κά­νι­κης οι­κο­νο­μίας, ση­μα­ντι­κό μέ­ρος αυ­τού του πο­σού διέρ­ρευ­σε στο ε­ξω­τε­ρι­κό, σε ι­διαί­τε­ρα α­πο­δο­τι­κές κερ­δο­σκο­πι­κές το­πο­θε­τή­σεις, κυ­ρίως στις α­να­δυό­με­νες χώ­ρες. Η «δια­θέ­σι­μη» σή­με­ρα ρευ­στό­τη­τα  στην οι­κο­νο­μία των Η­ΠΑ εί­ναι μι­κρό­τε­ρη απ’ ό,τι το 2008. Το αυ­τό α­κρι­βώς  ι­σχύει και για την Ευ­ρώ­πη.
Μια οι­κο­νο­μία που αρ­νεί­ται την ε­πα­νεκ­κί­νη­ση, τη στιγ­μή που το χρή­μα ρέει; Πρό­κει­ται για έ­να γνω­στό πρό­βλη­μα:  η «πα­γί­δα ρευ­στό­τη­τας», που ε­πε­σή­μα­νε  ο Κέι­νς κα­τά την δε­κα­ε­τία 1930. Μία μό­νο λύ­ση βγά­ζει α­πό αυ­τή­ν: προ­σφυ­γή στο δεύ­τε­ρο ερ­γα­λείο της οι­κο­νο­μι­κής πο­λι­τι­κής, τις δη­μό­σιες δα­πά­νες. «Σε πε­ρίο­δο ύ­φε­σης», υ­πο­γραμ­μί­ζει ο Κρού­γκμαν, «κά­θε δα­πά­νη εί­ναι κα­λή. Η πα­ρα­γω­γι­κή δα­πά­νη εί­ναι κα­λύ­τε­ρη, αλ­λά α­κό­μη και η μη πα­ρα­γω­γι­κή εί­ναι κα­λύ­τε­ρη α­πό το τί­πο­τα».

Μια πα­ρά­δο­ξη ι­δέα στην Ευ­ρώ­πη

 Πα­ρό­τι οι θια­σώ­τες των  φι­λε­λεύ­θε­ρων δια­νο­η­τών ό­πως η Άιν Ρα­ντ, ο Φρί­ντριχ Χά­γεκ και ο Μίλ­τον Φρί­ντμαν, ε­ξα­κο­λου­θούν να υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται τις α­νι­σό­τη­τες, ως δή­θεν  α­πα­ραί­τη­τη προϋπό­θε­ση για την ε­πα­νεκ­κί­νη­ση και την ευη­με­ρία, στις Η­ΠΑ έ­χει  αρ­χί­σει η συ­νει­δη­το­ποίη­ση των  βλα­βε­ρών συ­νε­πειών τους. Στην ο­μι­λία του στις 4 Δε­κεμ­βρίου 2013 και κα­τό­πιν στις 29 Ια­νουα­ρίου 2014, ο πρό­ε­δρος Ομπά­μα ό­χι μό­νο κα­τήγ­γει­λε τις α­νι­σό­τη­τες  ει­σο­δή­μα­τος και πλού­του –που δεν παύουν να ο­ξύ­νο­νται– αλ­λά  ε­πι­πλέ­ον ξε­κα­θά­ρι­σε ό­τι «η α­νι­σό­τη­τα σκο­τώ­νει  την α­νά­πτυ­ξη και την α­πα­σχό­λη­ση».
 Ο πρώην υ­πουρ­γός Εργα­σίας του Κλί­ντον Ρό­μπερτ Ράιχ α­φιέ­ρω­σε έ­να ντο­κι­μα­ντέρ  με τίτ­λο «Ανι­σό­τη­τα για ό­λους», με α­ντι­κεί­με­νο την ε­πι­δεί­νω­ση των α­νι­σο­τή­των στις Η­ΠΑ. Ο μέ­σος ε­τή­σιος μι­σθός το 1978 ή­ταν 48.000 δο­λά­ρια, ε­νώ σή­με­ρα  πε­ριο­ρί­σθη­κε σε 34000 δολ­λα­ρια  με ό­ρους α­γο­ρα­στι­κής δύ­να­μης. Από την άλ­λη, το μέ­σο ει­σό­δη­μα στα νοι­κο­κυ­ριά του 1% του πιο πλού­σιου τμή­μα­τος του πλη­θυ­σμού στις Η­ΠΑ, που ή­ταν 393.000 δο­λά­ρια το 1978, σή­με­ρα φτά­νει το 1,1 ε­κα­τομ­μύ­ριο. Κα­τά την τε­λευ­ταία 5ε­τια,  το πλου­σιό­τε­ρο 1% του πλη­θυ­σμού  καρ­πώ­θη­κε το 90% της αύ­ξη­σης του Α­ΕΠ και το 99% του πλη­θυ­σμού  το υ­πό­λοι­πο 10%. Τε­τρα­κό­σια  ά­το­μα στις Η­ΠΑ δια­θέ­τουν ό­σα και 150 ε­κα­τομ­μύ­ρια α­με­ρι­κα­νοί πο­λί­τες. Ωστό­σο, ε­νώ στις Η­ΠΑ α­ντι­με­τω­πί­ζουν ό­λο και πιο α­νοι­χτά τη σχέ­ση α­νά­με­σα στην  α­νι­σό­τη­τα και στην στα­σι­μό­τη­τα της οι­κο­νο­μίας, στην Ευ­ρώ­πη, και ι­δίως στη Γερ­μα­νία, η ι­δέα αυ­τή ε­ξα­κο­λου­θεί να θεω­ρεί­ται α­κό­μα «αλ­λό­κο­τη».
Η τρέ­χου­σα κα­τά­στα­ση θυ­μί­ζει μια άλ­λη πε­ρίο­δο της ι­στο­ρίας, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε α­πό μια συ­γκρί­σι­μη υ­περ­συσ­σώ­ρευ­ση πλού­του: τη δε­κα­ε­τία 1920, που κα­τέ­λη­ξε στο κραχ του 1929 και στη Με­γά­λη Ύφε­ση. Για­τί, λοι­πόν, αρ­νού­νται πά­λι τη σχέ­ση αι­τίου και αι­τια­τού, α­νά­με­σα  στην φτω­χο­ποίη­ση  της πλειο­ψη­φίας του πλη­θυ­σμού και στην οι­κο­νο­μι­κή ε­πι­βρά­δυν­ση; Οι δα­πά­νες τε­τρα­κο­σίων α­τό­μων δεν πρό­κει­ται πο­τέ να εί­ναι ί­σες με τις δα­πά­νες 150 ε­κα­τομ­μυ­ρίων α­με­ρι­κα­νώ­ν: ό­σο τα ει­σο­δή­μα­τα συ­γκε­ντρώ­νο­νται στην κο­ρυ­φή, τό­σο η ε­θνι­κή δα­πά­νη πε­ρι­στέλ­λε­ται προς ό­φε­λος της α­πο­τα­μίευ­σης και της χρη­μα­τι­στι­κο­ποίη­σης, εις  βά­ρος των ε­πεν­δύ­σεων και της α­πα­σχό­λη­σης. Όταν η πε­ριου­σία των πιο πλού­σιων ε­παυ­ξά­νε­ται  ό­χι μέ­σω της πα­ρα­γω­γής, αλ­λά μέ­σω της ό­λο και πιο ι­σχυ­ρής α­πο­μύ­ζη­σης της προ­στι­θέ­με­νης α­ξίας, η με­γέ­θυν­ση ε­πι­βρα­δύ­νε­ται και η α­νερ­γία ε­κτι­νάσ­σε­ται, ε­νώ το σύ­στη­μα ρο­κα­νί­ζει τις ί­διες τις προϋπο­θέ­σεις α­να­πα­ρα­γω­γής του.
Ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, που ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ό­τι θα βγά­λει τον κα­πι­τα­λι­σμό α­πό την κρί­ση του, τον βύ­θι­σε α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο σ’ αυ­τήν. Εί­ναι πλέ­ον φα­νε­ρό ό­τι  δεν βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σε έ­να «νέο μο­ντέ­λο» του κα­πι­τα­λι­σμού, αλ­λά σε έ­να βα­θύ α­διέ­ξο­δο του…

(Δη­μο­σιεύ­τη­κε στο τεύ­χος Απρι­λίου 2014 της «Μο­ντ Ντι­πλο­μα­τίκ»)



Γλωσσάρι

• Άυλο ενεργητικό Διακρίνεται από το υλικό ενεργητικό (γη, ακίνητα, πρώτες ύλες…) και καλύπτει ταυτόχρονα καθετί που αφορά τις γνώσεις και τις δεξιότητες της επιχείρησης, την εμπορική εικόνα της, τις ευρεσιτεχνίες, την πνευματική ιδιοκτησία της, την ποιότητα της οργάνωσής της, των εμπορικών τεχνικών της κ.λπ.
• Ακαθάριστος σχηματισμός σταθερού κεφαλαίου Είναι το τμήμα του ΑΕΠ που διατίθεται για την επένδυση σταθερού κεφαλαίου.
•Παραγωγική επένδυση Επένδυση που αυξάνει την παραγωγή και την απασχόληση, σε αντίθεση με τις τοποθετήσεις κεφαλαίου, που γεννούν κέρδη, αλλά χωρίς να δημιουργούν παραγωγή ούτε απασχόληση.
• Φυσικό επιτόκιο Έννοια που χρησιμοποίησε ο σουηδός οικονομολόγος Κνουτ Βίκσελ (1851-1926) για να διακρίνει τη «φυσική» απόδοση του κεφαλαίου, δηλαδή την αύξηση της παραγωγής που προκαλείται από την προσθήκη μιας επιπλέον μονάδας κεφαλαίου, από τη «νομισματική» απόδοση, που ισούται με το ισχύον επιτόκιο.
• Προστιθέμενη αξία Το σύνολο του πλούτου που παράγεται σε ένα έτος. Διακρίνεται σε δύο τμήματα: μισθούς και κέρδη. Όταν αυξάνει το ένα, το άλλο αυτόματα μειώνεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων