Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Μια ιστορική νίκη σε ρευστούς καιρούς...

Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, Red Note Book...
1. Μια ιστορική νίκη διεθνούς εμβέλειας
Αυτά τα τελευταία χρόνια είπαμε πολλές φορές ότι “τίποτα δεν πάει χαμένο”. Αν όμως τις περισσότερες ήταν για να πάρουμε θάρρος μπροστά στα δύσκολα,
την Κυριακή το βράδυ η φράση αυτή αποκτούσε το πιο πλήρες της νόημα. Θυμήθηκα το βράδυ των ευρωεκλογών του 2009, τότε που φεύγαμε από τα Προπύλαια με κλάματα. Σε κάποιο κανάλι ο Τσακαλώτος θυμόταν την υποψηφιότητά του στην Πρέβεζα το 2004, τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπιζόταν ως κόμμα του περιθωρίου. Κανείς, νομίζω, δεν μπορεί να καταλάβει τι συνέβη την Κυριακή αν δεν έχει στο νου αυτή τη διαδρομή.
Μ” αυτές τις σκέψεις άρχισα να ψάχνω πώς καταγραφόταν το αποτέλεσμα στα ξένα μέσα: Οι Financial Times έγραψαν ότι “θριαμβεύει ο ΣΥΡΙΖΑ”. Ο Guardian ότι “νίκησε η σκληρή Αριστερά”. Το Reuters ότι “στην Ελλάδα γράφεται διαφορετική ιστορία”. Εδώ, πάλι, οι μνημονιακοί πανηγύριζαν, αλλά το τεχνητό κλίμα δεν έβγαινε ούτε καν στα πρωτοσέλιδα. Πανηγύριζαν γιατί είχαν ηττηθεί μόνο με 4 μονάδες διαφορά, γιατί κέρδισαν το Δήμο της Αθήνας στο νήμα κι ας έχασαν την Περιφέρεια – γιατί ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχασαν μαζί μόλις 11 μονάδες από το 2012, ενώ το λογικό (;) θα ήταν να εξαφανιστούν.
2. Καμία νίκη δεν είναι τελική, ιδίως σε καιρούς ρευστότητας (Να μην υποτιμάμε τον αντίπαλο)
Αλλά γιατί θα ήταν λογικό να εξαφανιστούν; Όλα τα τελευταία χρόνια κάναμε κόπο για να εξηγήσουμε ότι στην κρίση δεν χάνουν όλοι.
Ότι το Μνημόνιο δεν είναι κόλπο ή συνωμοσία των ξένων εναντίον των ελλήνων, αλλά success story για τους πλούσιους που πείθει και κάποιους από τους μεσαίους: είτε γιατί αυτοί “δεν είναι σαν τους φτωχούς” (συνεπώς απλά δεν τους βλέπουν και δεν τους ακούν), είτε γιατί οι ίδιοι δεν καταστράφηκαν, όπως άλλοι μεσαίοι (άρα νιώθουν ότι μπορούν να αποφεύγουν τη σύγκρουση ή να τοποθετούνται στην αντίθετη πλευρά) [1]. Κάναμε κόπο για να δείξουμε ότι το πρόγραμμα “εθνικής σωτηρίας” αφορούσε μόνο στα λόγια το ελληνικό χρέος, γιατί στην πραγματικότητα ήταν πρόγραμμα αναδιανομής εισοδήματος προς τα πάνω – και ως τέτοιο πέτυχε απόλυτα. Ότι η λιτότητα, τα μνημόνια και τα μεσοπρόθεσμα ήταν εργαλείο για να φτιαχτεί μια νέα διαστρωμάτωση μέσα στην κρίση: μια “νέα Ελλάδα” που έχει κερδισμένους, αλλά και χαμένους που τους αρκεί απλά να επιβιώνουν. Γιατί αυτά να μην αποτυπωθούν στις εκλογές, στα ποσοστά της ΝΔ, της Ελιάς ή του Ποταμιού;
3. Η (προσωρινή) επιβίωση του Κέντρου: ένα δίλημμα για τον ΣΥΡΙΖΑ
Η κοινωνική νηνεμία, οι αντοχές τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων μέσα στην κρίση, και συνακόλουθα οι τάσεις “απόδρασης” από τη σύγκρουση, εξηγούν, εν μέρει τουλάχιστον, την πολιτική επιβίωση του Κέντρου: μια σειρά από επιτυχίες στις αυτοδιοικητικές εκλογές (όπως νωρίτερα σε διάφορες επαγγελματικές ενώσεις) [2], και μαζί το 15% που πήραν αθροιστικά στις ευρωεκλογές η Ελιά και το Ποτάμι.
Μιλάω κατ” αρχάς για επιβίωση του Κέντρου, και όχι της Κεντροαριστεράς: τόσο γιατί η ΔΗΜΑΡ συνετρίβη, όσο και γιατί Ποτάμι και ΠΑΣΟΚ/Ελιά μόνο κατ” ευφημισμόν μπορούν να λέγονται Κεντρο“αριστερά”.
Χρειάζεται να δούμε το φαινόμενο στις διαστάσεις του:
* Σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ, χρειάστηκε η μεταμφίεση σε Ελιά, που κι αυτή δεν απέτρεψε την απώλεια 1/3 περίπου των δυνάμεών του του 2012 (298.295 ψήφους).
* Σε ό,τι αφορά τους εκλεκτούς της ΔΗΜΑΡ, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού στην αυτοδιοίκηση, οι ίδιοι συνέδεσαν τη δυναμική τους με τον αντικομματισμό, έβαλαν δηλαδή το λιθαράκι τους στην εμβάθυνση της μεταδημοκρατικής συνθήκης (“τα κόμματα είναι περιττά – το θέμα είναι η κυβέρνηση”), και μολονότι υποδυόμενοι τους “ακομμάτιστους”, επικράτησαν επωφελούμενοι ενός τεράστιου προπαγανδιστικού μηχανισμού, και βεβαίως της στήριξης μνημονιακών κομμάτων και κυβερνητικών αξιωματούχων.
* Σε ό,τι δε αφορά το Ποτάμι, ένα κόμμα-μη κόμμα με δυσανάλογα μεγάλη μιντιακή προβολή, ο επικεφαλής του σίγουρα έχει επίγνωση: τίποτα δεν εγγυάται ότι το ποσοστό σε μια εκλογική μάχη δεύτερης τάξης θα διατηρηθεί και στις εθνικές εκλογές, όπου τα πολιτικά διλήμματα εντείνονται.
Έστω και έτσι, όμως, ο χώρος μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ παραμένει πολιτικά κρίσιμος. Ποιο είναι λοιπόν το συμπέρασμα για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στη συνθήκη αυτή;
* Αν ο ΣΥΡΙΖΑ αμβλύνει τη ριζοσπαστική του ρητορική, γίνεται ευάλωτος στην κριτική περί “νέου ΠΑΣΟΚ”, που φιλοτεχνούν από κοινού ΝΔ και ΚΚΕ. Ειδικά σε ό,τι αφορά το ΚΚΕ, στις ευρωεκλογές ανέκτησε, όπως είχε προβλεφθεί, μέρος μετακινούμενων προς τον ΣΥΡΙΖΑ ψηφοφόρων, επενδύοντας στο σενάριο ότι “η κυβέρνηση Αριστεράς θα είναι μια κυβέρνηση ψευδό-Αριστεράς”· όπως σημείωνε πρόσφατα ο Γιάννης Μαυρής, αυτή η κατηγορία ψηφοφόρων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ ενδέχεται να αντιπροσωπεύει το 3-4% του εκλογικού σώματος [3].
* Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει παραχωρήσεις στη μεταδημοκρατική συνθήκη, αφεθεί δηλαδή στο άστρο “χαρισματικών” προσωπικοτήτων, χωρίς προγραμματικές, κοινωνικές και ιδεολογικοπολιτικές δεσμεύσεις, ο ίδιος είναι αδύνατο να αντιμετωπίσει τον ανερχόμενο μπερλουσκονισμό και την επιθετικότητα των πλουσίων, δείγματα της οποίας είχαμε ήδη (Πειραιάς, Ν. Φιλαδέλεφεα, Βόλος, Αριστοτέλης Χαλκιδικής κ.α). Ισχύει και αντίστροφα: όπου τέτοια φαινόμενα αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς, είναι εκεί που ριζοσπαστικές κινήσεις στηρίχτηκαν στην αυτόνομη μαζική δράση των πολιτών ενάντια στην κοινοπραξία δεξιάς-επιχειρηματικών συμφερόντων.
* Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ενισχύσει μια ρητορική “εθνικού ακροατηρίου” ή οικειοποιηθεί μοτίβα δεξιού λαϊκισμού που ακούγονται ευχάριστα σε τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, προκειμένου να τα αποσπάσει από τη ΝΔ και τα κόμματα του μνημονιακού Κέντρου –παραγνωρίζοντας ότι τα κόμματα αυτά δεν αμφισβητούν την ηγεμονία της Δεξιάς και, επιπλέον, ότι φοβούνται/απεχθάνονται τον ΣΥΡΙΖΑ–, τότε είναι πιθανό να συμβάλει με τις καλύτερες των προθέσεων σε μια ακόμα πιο συντηρητική ηγεμονία. Ότι η οικειοποίηση ξένων θεματικών αποβαίνει υπέρ των αυθεντικών εκφραστών τους, επιβεβαιώθηκε μόλις πρόσφατα στο δήμο της Αθήνας: ενώ ο Κασιδιάρης συνειδητά είχε στραφεί σε ρητορική με “αντισυστημικό” περιεχόμενο, ο Σπηλιωτόπουλος, επικεντρώνοντας την καμπάνια του στους μετανάστες, έριχνε ουσιαστικά νερό στο μύλο της Χ.Α (Καθημερινή, 25.5.2014). Μη ενδίδοντας στο κλίμα αυτό, αλλά υπερασπιζόμενος φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά της Αριστεράς χωρίς να “στενεύει” την απεύθυνσή του, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης βρέθηκε στο δεύτερο γύρο, αφήνοντας πίσω τον Σπηλιωτόπουλο.
Ο πιο πρόσφορος λοιπόν τρόπος για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το Κέντρο είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να αναδείξει την πρόσδεσή του στη ΝΔ και, την ίδια στιγμή, να δείξει στα κόμματά του ότι μόνο μια ατζέντα για τους μισθούς, τις συντάξεις και την ασφάλεια που εγγυώνται τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα μπορεί να αναιρέσει τη συρρίκνωσή τους, εμποδίζοντας ταυτόχρονα την άνοδο της Ακροδεξιάς, που ευνοεί η ταύτιση του “χώρου μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ” στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα.
4. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανάχωμα στη ριζοσπαστικοποίηση της Δεξιάς
Η ανοησία περί “ταύτισης ΣΥΡΙΖΑ-Χρυσής Αυγής”, που προπαγάνδισαν ΝΔ και κόμματα του Κέντρου, με την επιβεβαίωση ότι η Χρυσή Αυγή αιμοδοτείται κυρίως από ΝΔ και Ανεξάρτητους Έλληνες, εκφράζει δηλαδή τη “ριζοσπαστικοποίηση της Δεξιάς”. Αυτό, εξάλλου, επιβεβαιώνουν και οι υψηλές καταγραφές της σε προπύργια της Δεξιάς στην περιφέρεια, όπως η Λακωνία και η Καστοριά, ή η σύμπραξη του φασιστικού No Politica με το Μώραλη.
Δεν πρόκειται, βεβαίως, για μια οποιαδήποτε “ριζοσπαστικοποίηση”. Ιδίως στην πρωτεύουσα, μιλάμε για συμπαγή ναζιστική ψήφο: στους 5 ψηφοφόρους του Κασιδιάρη, οι 4 ψήφισαν και Παναγιώταρο, συσχέτιση που σύμφωνα με ερευνητές δεν εμφάνισε κανένα άλλο κόμμα (Καθημερινή, 25.5.2014). Και πάλι στην πρωτεύουσα, στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους της ΓΑΔΑ όπου είναι εγγεγγραμμένοι 2.738 αστυνομικοί, η Χρυσή Αυγή πήρε από 16,32% ως 22,32%, όταν ο μέσος όρος της στην Α” Αθηνών ήταν 7,81% (tovima.gr, 26.5.2014). Την ίδια στιγμή, το 12,2% των ανέργων και το 11% των νέων 18-24 που την ψήφισαν Χρυσή Αυγή, όσο και το εθνικό 9,4% των νεοναζί, μια από τις χαμηλότερες εκλογικές καταγραφές της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, μπορούν βάσιμα να αποδοθούν στην παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ: αυτός είναι το πιο αποτελεσματικό ανάχωμα στην άνοδο των φασιστών – κι αυτό είναι ένα απ” όσα χρειάζεται να κρατήσουμε για την επόμενη μέρα.
5. Παρακαταθήκες
Οι εκλογές δεν είναι μόνο ψήφοι και ποσοστά. Είναι συλλογικότητες που κινητοποιήθηκαν, αγώνες μιας προηγούμενης περιόδου που άφησαν το ίχνος τους θεσμούς, ήττες που χρειάζεται να μας προβληματίσουν ουσιαστικά, αλλά και νίκες-πολύτιμα σκαλοπάτια: για να πείσουμε ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι, για να δοκιμάσουμε στην πράξη δρόμους παραγωγικού μετασχηματισμού, για να αποκτήσει ρίζες από σήμερα η αυριανή κυβέρνηση της Αριστεράς [4]. Η Περιφέρεια Αττικής μπορεί να παίξει εδώ σημαντικό ρόλο. Όπως το μπορούν και οι δήμοι που κέρδισαν υποψήφιοι της Αριστεράς, όχι μόνο γιατί επωφελήθηκαν από τη δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ (είδαμε ότι σε πολλές περιπτώσεις αυτό δεν ήταν αρκετό), αλλά και γιατί ανέλυσαν με συγκεκριμένο τρόπο την κατάσταση σε κάθε δήμο, πολιτευόμενοι αναλόγως, και χωρίς, κατά κανόνα τουλάχιστον, να απεμπολούν τα ριζοσπαστικά τους χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει εδώ στην Ανοιχτή Πόλη και το Γαβριήλ Σακελλαρίδη: Γιατί αξιοποίησαν μια δεκαετή εμπειρία κινημάτων πόλης, πάνω στην οποία στηρίχτηκε τα προηγούμενα χρόνια η Ανοιχτή Πόλη. Γιατί ο ίδιος δεν είδε τον ΣΥΡΙΖΑ ως “βαρίδι” σε έναν κατά τεκμήριο συντηρητικό δήμο, δεν πολιτεύτηκε δηλαδή ως “υπερκομματικός”, δεν αρκέστηκε όμως να είναι απλώς ο “υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ”. Γιατί δεν έκανε μια καμπάνια χωρίς κοινωνικές αναφορές ή με άξονα τον εαυτό του, και δεν εκχώρησε τη στρατηγική του σε “ειδικούς” της επικοινωνίας, αλλά στηρίχτηκε σε εκατοντάδες δημιουργικούς ανθρώπους, μιλώντας προγραμματικά και πολιτικά, με βάση τις αξίες της Αριστεράς – γι” αυτό και ενέπνευσε ακόμα περισσότερους. Γιατί συγκρούστηκε όσες φορές χρειάστηκε, χωρίς όμως να κραυγάζει, να υποτιμά ή να μηδενίζει τους αντιπάλους του. Γιατί η ρητή απόρριψη των ψήφων των νεοναζί ήταν μια κίνηση ηθικού μεγαλείου, στον αντίποδα της ψηφοθηρίας και του πολιτικού κυνισμού. Και γιατί ο ίδιος παρέμεινε ανθρώπινος, καμία σχέση δηλαδή με τους επαγγελματίες της πολιτικής. Για όλους αυτούς τους λόγους, η Ανοιχτή Πόλη κατοχύρωσε ένα παράδειγμα για την Αριστερά: μια μέθοδο και μια “λογική” που δεν εξαντλείται στην αυτοδιοίκηση, αλλά έχει να μας πει πολλά για την υπόθεση την υπόθεση μιας αριστερής κυβέρνησης.
_______________
Σημειώσεις
[1] Βλ. συνέντευξη Ηλία Νικολακόπουλου στην Εποχή, 27.4.2014 (http://goo.gl/8lRbC2)
[2] Βλ. σχετικά: Δημήτρης Μπελαντής, “H Kεντροαριστερά και το βιοπολιτικό διοικητικό κράτος”, Red Notebook 22.5.2014 (http://goo.gl/J93rAd)
[3] Γιάννης Μαυρής, “Ρευστά κόμματα σε ρευστούς καιρούς”, Εφημερίδα των Συντακτών, 14.2.2014. Σημείωνε στο άρθρο αυτό ο ίδιος ότι “η επανάκαμψη της εκλογικής επιρροής του ΚΚΕ (7,5%, +1%), παρά τις διακυμάνσεις που εμφανίζει, συνεχίζεται σταθερά κατά τη διάρκεια του μετεκλογικού 20μήνου, με αποτέλεσμα σήμερα το ΚΚΕ να επιστρέφει πλέον εκλογικά, στη ζώνη του 7,5% (κυμαίνεται από 6-7,5% το τελευταίο εξάμηνο). Κινείται, δηλαδή, προς τη ζώνη της εκλογικής επιρροής των Βουλευτικών του Μαΐου 2012 (8,5%) και του Οκτωβρίου 2009 (7,5%)”.
[4] Παναγιώτης Δήμας-Γιάννης Μάργαρης, “Τρεις άξονες για την τοπική αυτοδιοίκηση”, Red Notebook 26.2.2014 [http://goo.gl/qaxcns]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων