Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Πειραιάς-Βόλος: λιμάνια ψευδαισθήσεων....

του Γιάννη Ζαϊμάκη, απο τα Ενθεματα...
Ποδοσφαιρικές ολιγαρχίες και υβριδικά πολιτικά μορφώματα στις τοπικές κοινωνίες
zaimakisΗ διαπλοκή της πολιτικής με τις ποδοσφαιρικές ελίτ έχει μια μακρόχρονη διαδρομή, που πάντα ήταν υπόγεια και αφανής. Δίκτυα πολιτικής πατρονείας εναγκαλισμένα με ποδοσφαιρικά συμφέροντα διασφάλιζαν τη λειτουργία κρατικοδίαιτων εταιρειών και σωματείων, διευθετώντας τις οικονομικές τους ατασθαλίες.
Στις πρόσφατες εκλογές, ωστόσο, είδαμε για πρώτη φορά μια ωμή διείσδυση επιχειρηματικών κύκλων, που βρίσκονται πίσω από δημοφιλή σωματεία, στην πολιτική αρένα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η εκλογική επιτυχία τους δείχνει πως υβριδικά πολιτικά μορφώματα που αντλούν τη ρητορεία τους από τον κόσμο του λαϊφστάιλ και του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, με λαϊκό προσωπείο και επιχειρηματικό μεγαλοϊδεατισμό, διεισδύουν στο κοινωνικό σώμα διαμορφώνοντας νέα πολιτικά ήθη.
Παράγοντες όπως ο Βαγγέλης Μαρινάκης και ο Αχιλλέας Μπέος αποτελούν παραδείγματα προβεβλημένων αθλητικών προσώπων με ταχεία κοινωνική ανέλιξη που μετέφεραν στον χώρο του ποδοσφαίρου τη λογική του ευέλικτου καπιταλισμού της ύστερης νεωτερικότητας. Ευρισκόμενοι στο επίκεντρο μιας αθλητικής δημοσιότητας που κατασκευάζει είδωλα και σωτήρες, έχουν καταλάβει ιδιαίτερη θέση στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Αποτελούν τις ενσαρκώσεις του καπιταλιστικού ονείρου για γρήγορο πλουτισμό, δόξα και μια ταχεία οικονομική αναρρίχηση χωρίς ηθικούς φραγμούς. Διακεκριμένοι ποδοσφαιρικοί παράγοντες και αθλητές που λανσάρονται με επιμέλεια στους αλλοτριωμένους κόσμους του επαγγελματικού ποδοσφαίρου γίνονται οι επιτυχημένοι, ξεχωριστοί άνδρες της διπλανής πολυκατοικίας που εισέρχονται στο σπίτι μας, ενεργοποιούν τις φαντασιώσεις μας και εκπληρώνουν εφήμερες προσδοκίες.
Ο βιοπολιτικός καπιταλισμός έχει τον δικό του τρόπο να αποικιοποιεί τις κουλτούρες των οπαδών, υποτάσσοντάς τις στις οικονομικές στρατηγικές των ποδοσφαιρικών ολιγαρχιών. Ο Ολυμπιακός, ομάδα με παραδοσιακούς δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα της πόλης που έχτισε τον μύθο του πάνω στην παραδοσιακή του αντιπαλότητα με τον μητροπολιτικό ηγεμονισμό της Αθήνας, καλείται τώρα να προσαρμοστεί στις στρατηγικές του εφοπλιστικού κεφαλαίου και στο οικονομικό περιβάλλον του παγκοσμιοποιημένου επαγγελματικού ποδοσφαίρου.
Αξιοποιώντας τις οικονομικές εισροές κεφαλαίου από τον χώρο της τηλεπικοινωνίας και εφοπλιστικών ομίλων, προσαρμόστηκε εγκαίρως στη διεθνή αγορά διακίνησης ανθρώπινου ποδοσφαιρικού κεφαλαίου και στους αθλητικούς ανταγωνισμούς σε εγχώριο και ευρωπαϊκό επίπεδο, ανέπτυξε ισχυρά πελατειακά δίκτυα στην κοινωνία του ποδοσφαίρου, διαμορφώνοντας ένα σύνθετο πλέγμα εξουσίας, με ηγεμονική παρουσία στην ποδοσφαιρική κοινωνία της χώρας, στην κοινωνική και οικονομική ζωή του Πειραιά.
Το μοντέλο του «παντοδύναμου» Ολυμπιακού μεταφέρθηκε στο πεδίο της τοπικής αυτοδιοίκησης με τον συνδυασμό «Πειραιάς Νικητής» με επικεφαλής τον Γιάννη Μώραλη: έναν αυτοδημιούργητο παράγοντα με λαϊκό προφίλ, παραγοντική ευελιξία, προσαρμοστικότητα, επικοινωνιακή ικανότητα και γόητρο χτισμένο στα χρόνια της κυριαρχίας του Ολυμπιακού επί διοικήσεων Κόκκαλη και Μαρινάκη. Το πολιτικό τους εγχείρημα υπόσχεται οικονομική αναδιοργάνωση του λιμανιού, επιχειρηματικές καινοτομίες, εισροή ακριβού τουρισμού και ξένα κεφάλαια που ως διά μαγείας θα αλλάξουν την πόλη, δίνοντας διεξόδους σε μια κοινωνία που πλήττεται από μαζική ανεργία και φτωχοποίηση. Ο Πειραιάς, όπως και ο σύγχρονος Ολυμπιακός, αποκόπτεται από τις ταξικές του αναφορές (και διεκδικήσεις) γίνεται ενιαίος και πολυσυλλεκτικός, ευέλικτος και δυναμικός. Ένας φιλελεύθερος παράδεισος μιας ειδικής οικονομικής ζώνης, που μετατρέπει το πάθος των οπαδών σε εργαλείο για μια πρωτοφανή οικονομική εισβολή στο ιστορικό και πολιτισμικό υπόστρωμα της ιστορικής εργατούπολης.
***
Στην περίπτωση του Βόλου οι επιχειρηματικές στρατηγικές ενός υπερ-προβλημένου ποδοσφαιρικού παράγοντα, ακόμη και με τη μορφή της δραματοποιημένης αρνητικής δημοσιότητας, και οι απατηλές του υποσχέσεις για την υλοποίηση ενός μοντέλου ταχύρυθμης οικονομικής ανάπτυξη, βρήκαν απήχηση σε μια κοινωνία που αναζητούσε έναν σωτήρα που θα υπερέβαινε τις παραδοσιακές πολιτικές εκφράσεις, αλλάζοντας με μαγικό τρόπο την εικόνα της πόλης. Τοπικές κοινωνίες, εξαντλημένες από το έρεβος της κρίσης, εξοικειωμένες με τη λογική της εφήμερης δόξας, και του απρόσμενου που καλλιεργείται στους κόσμους της σαπουνόπερας, του ριάλιτι και του ποδοσφαιρικού θεάματος, δείχνουν ευάλωτες στην πολιτική δημαγωγία, ιδίως όταν αυτή συνοδεύεται από την υπόσχεση της ποδοσφαιρικής δόξας, την επιστροφή στον χαμένο ποδοσφαρικό παράδεισο του ιστορικού Ολυμπιακού Βόλου.
Η ποδοσφαιροποίηση της τοπικής πολιτικής σκηνής και οι εκλογικές επιτυχίες Μώραλη και Μπέου δείχνουν τη θανάσιμη γοητεία που ασκούν τηλεοπτικές περσόνες του ποδοσφαιρικού στερεώματος και τα υβριδικά πολιτικά τους μορφώματα στην κοινωνία, ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα. Μαρτυρούν την επικινδυνότητα της πολιτικής δημαγωγίας όταν χτίζεται πάνω στο διψασμένο πάθος του οπαδού για την ομάδα και αναδεικνύουν αξιοσημείωτες μετακινήσεις ακροδεξιών ψηφοφόρων και τις υπόγειες διασυνδέσεις μερίδας των οπαδικών στρατών με τη Χρυσή Αυγή. Τέλος, φέρνουν στο προσκήνιο τον επεκτατισμό και τον καιροσκοπισμό μιας ευέλικτης αστικής τάξης η οποία διασχίζει τα παραδοσιακά σύνορα του οικονομικού πεδίου και διαμορφώνει συνθήκες κοινωνικής συναίνεσης στις επιχειρηματικές της επιδιώξεις, δημιουργώντας ένα σώμα χειραγωγημένων πολιτών. Πρόκειται για κρίσιμη καμπή στην πολιτική κουλτούρα, που εγκυμονεί κινδύνους όχι μόνο για την τοπική αυτοδιοίκηση αλλά και την ίδια τη δημοκρατία.
Ο Γιάννης Ζαϊμάκης διδάσκει κοινωνιολογία στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων