Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Ο τετραγωνισμός του κύκλου: τακτική ευελιξία και στρατηγική συνέπεια...

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
 

Ακόμα και αν «ομιλεί», ο λαός δεν «αποφαίνεται». Η ιδέα της γενικής βούλησης δεν είναι παρά μια πλασματική κατασκευή. Με αυτή την έννοια, η «λαϊκή ετυμηγορία» δεν είναι ούτε πραγματικά συλλογική ούτε κατά κυριολεξίαν βούληση. Δεν είναι ούτε υπεύθυνη ούτε συνεπής ούτε ορθολογική ούτε αντιφατική ούτε «σοφή» ούτε εσφαλμένη! Απηχώντας συνεχώς μεταβαλλόμενες συγκυρίες αρκείται στο να εκφέρεται.
Δεν εκφράζει ούτε «κοινή» βούληση σταθερότητας ούτε «κοινή» βούληση ανατροπής. Ετσι, το κύριο «μήνυμα» των εκλογών είναι η υπέρβαση των παγιωμένων ισορροπιών: Αθροιστικά, οι δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις που εναλλάσσονταν ιστορικά στην εξουσία έχασαν σχεδόν τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων τους. Ο σταθερός μεταπολιτευτικός δικομματισμός έχει εκπνεύσει.
Κύριο αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών είναι η αναγκαιότητα σύμπηξης ετερόκλητων κυβερνητικών συνασπισμών ή, όπως κατά κόρον τονίζεται από τους ζηλωτές της σταθερότητας, η ανάδυση μιας «κουλτούρας» πολιτικών συνεργασιών και συνεργειών. Οι όροι λειτουργίας του πολιτικού παιγνίου αναθεωρούνται ριζικά. Αυτό όμως δεν είναι προϊόν συνειδητής, «ελεύθερης» και «ώριμης» λαϊκής επιταγής, αλλά το αποτέλεσμα ενός αδόκητου και απρόβλεπτου κατακερματισμού των πολιτικών εκπροσωπήσεων. Το κύριο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι η στρατηγική αμηχανία και αβεβαιότητα όλων των παικτών.
Πράγματι, το εξουσιαστικό παίγνιο δεν διεξάγεται πλέον πάνω στη βάση των εσωτερικευμένων κανόνων, όπου οι δύο παρατάξεις συναποδέχονται τους άρρητους όρους εναλλαγής τους στην άσκηση μιας πολιτικής εξουσίας που, ακόμα και αν «χαθεί», θα ανακτηθεί και πάλι με βεβαιότητα στο προσεχές μέλλον. Οταν οι παίκτες πολλαπλασιάζονται και οι εκλογικές πελατείες αποδιαρθρώνονται, ανατρέπονται οι συμμαχίες, συντέμνονται οι χρόνοι και μετασημασιολογούνται οι πολιτικές λέξεις και τα πολιτικά νοήματα.
Σε τέτοιες μεταβατικές εποχές οι περισσότερες πολιτικοϊδεολογικές διαζεύξεις τείνουν λοιπόν να μετατοπίζονται αποφασιστικά. Μπροστά στην ανάγκη σύμπηξης ετερόκλητων και συχνά θνησιγενών συμπράξεων, όλο και περισσότεροι παίκτες τείνουν να αποστασιοποιούνται από την παραδοσιακή πρόσληψη και αυτοτοποθέτηση όλων των πολιτικών δυνάμεων κατά μήκος ενός σαφούς, εσωτερικευμένου τοπολογικού «συνεχούς» που αντιπαραθέτει τη Δεξιά με την Αριστερά. Ακόμα και οι μεγάλες πολιτικές λέξεις που άκουγαν στο όνομα σοσιαλισμός, σοσιαλδημοκρατία, εκσυγχρονισμός ή ακόμα και «συντήρηση» ή «ανατροπή» φαίνεται να χάνουν τη νοηματική και συμβολική τους αρτιότητα.
Και το ίδιο συμβαίνει κατά μείζονα ίσως λόγο σε ό,τι αφορά τις τοπολογικά οριζόμενες κατασκευές που ονομάζονταν «κέντρα», «μεσαίοι χώροι», «κεντροδεξιές» και «κεντροαριστερές». Η συμβολική και επικοινωνιακή εμβέλεια όλων των κατεστημένων «συσπειρώσεων» και «παρατάξεων» αποδυναμώνεται γοργά.
Μοιραία λοιπόν οι άρρητες «συναινέσεις» που οριοθετούν τα Κοινωνικά Συμβόλαια αλλάζουν μορφή και περιεχόμενο. Στο πλαίσιο της «δικομματικής σταθερότητας» οι επίσημοι μνηστήρες της εξουσίας μπορούσαν να κρύβουν την ανομολόγητη σύγκλισή τους για τα θεμελιώδη πίσω από τη θεατρική ρητορεία της απόλυτης ιδεολογικής ασυμβατότητας. Αντιθέτως, η αναδυόμενη «πολυκομματική σταθερότητα» οδηγεί προοπτικά στη ριζική αποϊδεολογικοποίηση των αντιθέσεων ανάμεσα στους εν δυνάμει κυβερνητικούς εταίρους. Οι αναγκαίες τακτικές συμμαχίες οργανώνονται πλέον στο όνομα της ανάγκης, της πατρίδας ή απλώς της κυβερνησιμότητας. Η ρητορική αντιπαράθεση ανάμεσα στο κατεστημένο και στον λαό, στους έχοντες και τους μη έχοντες, στους αποκλεισμένους και στην ελίτ είναι εφεξής ανάρμοστη και «αντιπαραγωγική». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι τείνει πλέον να απαξιώνεται ως παρωχημένα «λαϊκιστική». Εις πείσμα των αντιθέσεών τους, τα κόμματα του «ευπρεπούς τόξου» ανταγωνίζονται μεταξύ τους επικαλούμενα την αφετηριακή τους συνεργασιμότητα.
Υπό τους όρους αυτούς, οι ιδεολογικές «πολυκατοικίες» της εποχής του δικομματισμού δίνουν τη θέση τους σε μια άμορφη εν δυνάμει συνοίκηση όλων των μνηστήρων που συναποδέχονται αφετηριακά το συνεργατικό παίγνιο. Η ιστορική διάζευξη Δεξιάς και Αριστεράς θα κρυφτεί πίσω από την αντιπαράθεση ανάμεσα στην ευθύνη και την ανευθυνότητα, τη σοβαρότητα και τη γελοιότητα. Φαίνεται να εγκαινιάζεται μια νέα πολιτική τοπολογία όπου, όπως συμβαίνει στον «συνεχή» και κυκλικό ιμάντα του Moebius, όλοι οι σοβαροί παίκτες μπορεί να βρίσκονται εν δυνάμει και ταυτοχρόνως εδώ και εκεί, κοντά και μακριά, δεξιά και αριστερά, μπρος και πίσω, πάνω και κάτω. Σε αυτήν ακριβώς τη μεταλλαγή ανταποκρίνονται τα αλληγορικά ή ποιητικά ονόματα που εμφανίζονται πλέον συχνά στο προσκήνιο (ελιές, ποτάμια, αστέρια, γέφυρες, χείμαρροι, αναστάσεις, ανατάσεις, ανατάξεις ή ό,τι άλλο ήθελε προκύψει). Η ιστορικά φορτισμένη πολιτική συμβολική του παρελθόντος εμφανίζεται πλέον περιττή. Πάνω στην «ευπρόσδεκτη» κινούμενη ιδεολογική άμμο, κανείς δεν χρειάζεται να δηλώσει δεξιός ή αριστερός, συντηρητικός ή προοδευτικός, σοσιαλιστής ή εκσυγχρονιστής. Μετά το «τέλος της Ιστορίας» και της «ιδεολογίας», η «καλή διακυβέρνηση» και μαζί με αυτήν η «καλή πολιτική» δεν συμφέρει να έχει σαφές ιδεολογικό στίγμα. Στη θέση της επικίνδυνης αλλαγής προτάσσονται ανώδυνες πραγματιστικές «καινοτομίες». Στο μέτρο που κανείς δεν μπορεί να ορίσει το τι «είναι» νέο, όλοι είναι σε θέση να το επικαλούνται αζημίως!
Σε αυτά ακριβώς τα πλαίσια καλείται να παίξει τον ιστορικό της ρόλο η Αριστερά. Εχοντας αναδειχθεί πρώτο κόμμα, καλείται να ανατρέψει τους συσχετισμούς και να πετύχει τις ρήξεις που ευαγγελίζεται. Η ίδια η επιτυχία της δεν της επιτρέπει να επαναπαυθεί στις δάφνες της παραμένοντας απλό κίνημα διαμαρτυρίας. Είναι λοιπόν υποχρεωμένη να κάνει ό,τι δυνατόν για να κατακτήσει την πολιτική εξουσία και να εφαρμόσει το πρόγραμμά της με δημοκρατικά μέσα σε ένα ασταθές και πολυδιασπασμένο πολιτικό σκηνικό όπου δεν έχει την πλειοψηφία. Αλλωστε, οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους της δεν έχουν καμία ιδεολογική ταύτιση με τις ιδέες της ιστορικής Αριστεράς. Εκφράζουν πρωτίστως την απελπισία και την οργή των πολιτών που δεν βλέπουν διέξοδο για τα σωρευόμενα αδιέξοδα. Τουλάχιστον επί του παρόντος, η αριστερή κυβέρνηση που μπορεί να προκύψει από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα είναι σε καμία περίπτωση το προϊόν μιας ήδη εμπεδωμένης ιδεολογικής ηγεμονίας. Και με αυτή την έννοια, η επιβίωσή της προϋποθέτει τη δυνατότητά της να επινοήσει πολιτικές συμμαχίες και συμπλεύσεις που δεν μπορεί παρά να είναι ασταθείς. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι συμμαχίες αυτές θα είναι εξαιρετικά ευάλωτες στις αμείλικτες επιθέσεις με όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, που θα δεχθεί από τους αντιπάλους της. Μολονότι λοιπόν στο πλαίσιο της πολυκομματικής και μεταϊδεολογικής σούπας, οι αναγκαίες αυτές «συμμαχίες» εμφανίζονται βραχυπροθέσμως εφικτές, μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν, ίσως μάλιστα πιο εύκολα από ό,τι συνάπτονται!
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η εγγενής δυσκολία ενός εγχειρήματος που θυμίζει τετραγωνισμό του κύκλου. Από τη μια μεριά, εις πείσμα ή ίσως και εξαιτίας των σωρευόμενων αβεβαιοτήτων, η Αριστερά είναι υποχρεωμένη να διατυπώσει ένα συγκροτημένο και μακρόπνοο σχέδιο συμμαχιών πάνω στη βάση ενός ελάχιστου κοινού προγράμματος ρήξης με τις τρέχουσες πολιτικοοικονομικές επιλογές. Στο πλαίσιο ενός εγγενώς ασταθούς, κατακερματισμένου και ιδεολογικά πτερόεντος συστήματος δεν έχει άλλη επιλογή από το να κινείται με πραγματιστικά κριτήρια. Είναι σαφές πως ακόμα και με το (έωλο) «μπόνους» των πενήντα εδρών, η επίτευξη, και πολύ περισσότερο η συντήρηση, μιας βιώσιμης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν είναι εφικτή παρά ως προϊόν συνεχών διαπραγματεύσεων, υποχωρήσεων και συνθέσεων.
Από την άλλη μεριά όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αναγκαία αυτή τακτική ευελιξία απειλεί να αλλοιώσει και να νοθεύσει την εξίσου αναγκαία οριοθέτηση των μακροπρόθεσμων στόχων. Η πολιτική ηγεμονία, δίχως την οποία η Αριστερά μοιραία θα αποτύχει, δεν είναι εφικτή χωρίς μια μακρόχρονη, επίμονη και συστηματική ιδεολογική προεργασία. Ακόμα και αν δεν μπορεί να τίθεται θέμα άμεσου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, καίρια ζητήματα όπως η οργάνωση των εργασιακών σχέσεων, οι όροι υπό τους οποίους θα μεθοδευθεί η αναγκαία ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου, η επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων, η κατοχύρωση νέων δημόσιων αγαθών και η αδιαπραγμάτευτη προστασία των ελευθεριών θα πρέπει, ήδη από σήμερα, να αποτελέσουν αντικείμενα συγκεκριμένων, χρονικά ιεραρχημένων και οικονομικά κοστολογημένων αναλύσεων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο κίνδυνος αποδυνάμωσης των στρατηγικών προγραμματισμών στο όνομα συγκυριακών αναγκών είναι πάντα εναργής. Ισως μάλιστα ο κίνδυνος αυτός να είναι ο σοβαρότερος από όλους τους κινδύνους. Αντίθετα με τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις που έχουν πάντα την ευχέρεια να αλλάζουν τις συμμαχίες και τις προτεραιότητες σαν πουκάμισα, η Αριστερά είναι υποχρεωμένη να αποδεικνύει συνεχώς την εγγενή ιδεολογική της συνέπεια. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η τακτική της ευελιξία προσκρούει σε όρια. Μη έχοντας την ευχέρεια να συμμαχήσει με τον διάβολο, παραμένει εγκλωβισμένη στα ιδανικά της. Πράγματι, το μόνο μακροπρόθεσμα στρατηγικό πλεονέκτημα της Αριστεράς είναι η ιστορική «ψυχή» της. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο μιας αριστερής κυβέρνησης που θα έχει ανατραπεί από τους αντιπάλους της είναι λιγότερο καταλυτικό από το ενδεχόμενο μιας αριστερής κυβέρνησης που θα αποδειχθεί ιδεολογικά και πολιτικά ελλιπής. Πριν από όλα τα άλλα λοιπόν, προέχει η συντήρηση της ευοίωνης ιδεολογικής δυναμικής που άνοιξε με τις εκλογές. Σχεδόν εβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά την ήττα του ΕΑΜ, η Αριστερά δεν επιτρέπεται να διακυβεύσει τη νέα ιστορική της ευκαιρία να ηγεμονεύσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων