Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Γιατί ο πατριωτισμός δεν χαρακτηρίζει πολιτικές παρατάξεις...

Tου Θόδωρου Παρασκευόπουλου, απο την Εποχη...
Ενα κρίσιμο ερώτημα για φιλοσόφους είναι: ποια ήταν πατριωτική στάση στη Μικρασιατική Εκστρατεία; Ήταν οι κομμουνιστές, αλλά και ο Ιωάννης Μεταξάς, που την απέρριπταν απάτριδες ή έστω λιγότερο πατριώτες από τον Βενιζέλο και από τον βασιλιά; Ή, για να δούμε ένα διεθνές παράδειγμα, ήταν πιο πατριώτες οι Αμερικανοί που πολέμησαν στο Βιετνάμ
από εκείνους που λιποτάκτησαν ή συνεργάστηκαν κιόλας με τους Βιετναμέζους; Ήταν πιο πατριώτες οι Γερμανοί που πολεμούσαν στην Ελλάδα τον ΕΛΑΣ από εκείνους τους 800 περίπου που προσχώρησαν στους εχθρούς της Βέρμαχτ;
Στην πρόσφατη ελληνική ιστορία, τώρα, ποιος ήταν πατριώτης: Ο Σαμαράς και ο Παπανδρέου που παρουσιάστηκαν αδιάλλακτοι στο Μακεδονικό και έριξαν τον Μητσοτάκη, ο ένας για να κάνει κόμμα και ο άλλος για να πάρει τη ρεβάνς, ή ο Θεωνάς που μαχαιρώθηκε σε αντιεθνικιστική εκδήλωση του ΚΚΕ; Ήταν, υπό το φως μάλιστα των κατοπινών εξελίξεων, πιο πατριωτική στάση η απόρριψη του σχεδίου Ανάν για την Κύπρο ή η αποδοχή του; Είναι, πάλι στην Κύπρο, πατριωτική στάση η επιδίωξη ενός κοινού κυπριακού φρονήματος ή η περιχαράκωση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων στη μητέρα-πατρίδα και το λεγόμενο εθνικό κέντρο τής κάθε εθνοτικής ομάδας των Κυπρίων; Στην πραγματικότητα κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί να απαντηθεί με το επιχείρημα του πατριωτισμού.

Άγονη συζήτηση

Στην περίπτωση της Ελλάδας, εάν, όπως πιστεύω εγώ, το κεντρικό ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην επόμενη δεκαετία είναι η ελληνοτουρκική φιλία και όχι, όπως πιστεύουν άλλοι, η υπερίσχυση της Ελλάδας στην ελληνοτουρκική αντιπαλότητα, αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να κριθεί με όρους «πατριωτισμού»!
Εξίσου δεν μπορεί να κριθεί με όρους «πατριωτισμού» η μεταναστευτική πολιτική. Για ποιον λόγο είναι πατριωτικότερη η θέση ότι στην Ελλάδα, χώρα με εμφανές και έντονο δημογραφικό πρόβλημα, πρέπει να περιοριστεί ο αριθμός των ανθρώπων που έρχονται από άλλες χώρες και θέλουν να εγκατασταθούν εδώ, από τη θέση ότι χρειαζόμαστε μια πολιτική υποδοχής και κοινωνικής ένταξης των προσφύγων και των μεταναστών, οι οποίοι στο κάτω κάτω έρχονται για να δουλέψουν και να δημιουργήσουν;

Γι αυτούς, λοιπόν,  τους λόγους η συζήτηση για «τον πατριωτισμό» σε συνάρτηση με αληθινά προβλήματα είναι άγονη: οδηγεί σε γενικότητες και εμποδίζει την ορθολογική πραγμάτευση του κάθε θέματος ειδικά, αλλά και του ίδιου του ζητήματος του πατριωτισμού. Κι έτσι, από την άλλη, η αναφορά στον πατριωτισμό προκαλεί καχυποψία και ανακλαστικές αντιδράσεις – άγονες κι αυτές, και εκτρέπει τη συζήτηση σε γενικότητες περί «του διεθνισμού». Ακόμα, με αυτόν τον τρόπο, σχηματίζονται κάτι σαν «εμπορικά σήματα» που διεκδικούν την καθαρότητα της φυσιογνωμίας τους και δεν καυγαδίζουν μεταξύ τους γόνιμα για το περιεχόμενο, αλλά για τη σχέση περιεχομένου και εμπορικού σήματος. Η πολιτική διεξάγεται με όρους μάρκετινγκ και όχι πολιτικής. Κι επειδή το πολιτικό μάρκετινγκ είναι ανοησία (βλέπεις, ο στίβος της πολιτικής δεν είναι αγορά), το «brand name» είναι έκφραση ιδεοληψίας – στην καλύτερη περίπτωση, γιατί στη χειρότερη είναι προσπάθεια δημιουργίας και εκμετάλλευσης ιδεοληψιών.

Πολιτικό μάρκετινγκ και «πατριωτισμός»

Όταν, λοιπόν, διατυπώνεται το αίτημα μιας «πατριωτικής συμμαχίας» ή ενός «πατριωτικού κόμματος», εμένα μου φαίνεται ύποπτο, διότι υποτάσσει εξ αρχής την αντιμετώπιση αληθινών ζητημάτων σε ιδεοληψίες και σε επιδιώξεις που δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο. Είναι απολύτως αδύνατο ένα κόμμα που βρίσκεται στην κυβέρνηση ή διεκδικεί να κυβερνήσει να μην είναι «πατριωτικό», ανεξάρτητα από την ιδεολογική του τοποθέτηση. Νομίζω, λοιπόν, εξ αντιδιαστολής, ότι θα ήταν λάθος να κρίνουμε την πολιτική Σαμαρά με όρους πατριωτισμού. Και μπορεί οι διαπραγματεύσεις του Σαμαρά με την ηγεσία της ΕΕ να οδηγούν σε αυτά που οδηγούν, αλλά δεν εξυπηρετούν «ξένα» συμφέροντα, παρά κοινά, ελληνικά και ξένα: η ιδιωτικοποίηση των παραλιών, ας πούμε, ή των κρατικών επιχειρήσεων δεν είναι αντιπατριωτική· αν ήταν, τότε θα ήταν αντιπατριωτικές οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της Βρετανίας κ.λπ που αυτά τα κάνουν από καιρό. Τη συρρίκνωση της δημοκρατίας και την αφυδάτωση των θεσμών λαϊκής κυριαρχίας δεν την επιδιώκει και δεν την απεργάζεται κανένας επειδή δεν είναι πατριώτης, την απεργάζονται για να εφαρμόζουν πολιτική που ωφελεί το κεφάλαιο ή καλύτερα: ορισμένα κεφάλαια – την κοινωνική τάξη δηλαδή που οδήγησε ίσαμε σήμερα «την πατρίδα» στο ύψος και στο βάθος.
Πόσο διαβρωτικά για την πολιτική σκέψη λειτουργούν οι θεωρίες του πολιτικού μάρκετινγκ φαίνεται από την επίκληση του εκ ναζισμού κινδύνου για να θεμελιωθεί το αίτημα του «πατριωτισμού». Όντως οι ναζιστές επιδιώκουν να καταλάβουν ένα «κενό στην πολιτική αγορά». Η προφανής, όσο και αφελής, συμβουλή κάθε πολιτικού μαρκετίστα θα είναι να μην αφήσει, ας πούμε η Αριστερά, τέτοιο κενό που θα μπορεί να το καταλάβει ο αντίπαλος. Όμως, ο λόγος για τον οποίο οι νεοναζί προβάλλουν «τον πατριωτισμό» είναι για να συσκοτίσουν και να μεταφέρουν την πολιτική διαπάλη σε ένα γενικό και θολό πεδίο, μακριά από τις αληθινές κοινωνικές συγκρούσεις. Η κραυγαλέα μεροληψία των ναζί υπέρ των «ελλήνων εφοπλιστών», των «ελλήνων επιχειρηματιών», βασίζεται ακριβώς στην ιδεοληψία του «πατριωτισμού» και των «κοινών συμφερόντων του έθνους»!

Για ένα «πατριωτικό κόμμα»

Το αίτημα για ένα «πατριωτικό κόμμα» υπονοεί είτε ότι τα άλλα κόμματα, συγκεκριμένα τα κυβερνητικά, δεν είναι πατριωτικά – και, επομένως, ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται να θέσει τον πατριωτισμό στο επίκεντρο της πολιτικής του δράσης – είτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι επαρκώς πατριωτικός και πρέπει να γίνει. Ωστόσο, πατριωτισμός στην πολιτική δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο από την υποστήριξη των συμφερόντων της πατρίδας, δηλαδή της Ελληνικής Δημοκρατίας, στον διεθνή στίβο· κι αυτό, φυσικά, γίνεται από όλα τα κόμματα, ανάλογα με την αντίληψη που διαμορφώνουν γι’ αυτά τα συμφέροντα. Ως εκ τούτου, οι κατηγορίες του «πατριώτη» ή του «πατριωτικού κόμματος», στην πραγματικότητα δεν έχουν περιεχόμενο στην πολιτική συζήτηση – την τερματίζουν, ταυτίζοντας τις πολιτικές επιδιώξεις με υπέρτατες αρχές, ορθολογικά ανεξέλεγκτες, και τον πολιτικό αντίπαλο με αδιευκρίνιστες αρνητικές ιδιώτητες. Πατριωτισμός δεν μπορεί να είναι άλλο από ένα αίσθημα ευθύνης για τον τόπο στον οποίο ζούμε. Τι ακριβώς συνεπάγεται αυτό το αίσθημα ευθύνης δεν έχει σχέση με το αίσθημα το ίδιο, πηγάζει από ένα σύμπλεγμα συνθηκών και όρων και είναι διαφορετικό ανά ομάδες, κοινωνικές τάξεις, ιδεολογικά ρεύματα. Είναι, ας πούμε, απολύτως βέβαιο και διαπιστωμένο ότι πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη (και στην Ελλάδα) θεώρησαν και εξακολουθούν να θεωρούν (ακριβώς εξ αυτού του συμπλέγματος συνθηκών και όρων) ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική, η κυριαρχία των επιχειρηματικών συμφερόντων, η επιβολή του γερμανικού μοντέλου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι προς όφελος του τόπου τους, δηλαδή των ανθρώπων που ζουν σε αυτόν, ακόμα και αν συνεπάγεται την κηδεμονία των κυβερνήσεων των χωρών τους από την ενωσιακή γραφειοκρατία. Αν θελήσει κανείς να πολεμήσει τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, ακόμα και τον νεοφιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, με την επίκληση πατριωτισμού, δεν αφαιρεί από τους ναζί ή τους ακροδεξιούς τον χώρο στον οποίο κινούνται: ολισθαίνει στον δικό τους χώρο. Αυτό δεν συμβαίνει γιατί ο πατριωτισμός δεν είναι ευγενές αίσθημα ή γιατί οι αριστεροί δεν έχουν αίσθημα ευθύνης για τον τόπο τους. Συμβαίνει, γιατί συσκοτίζει την αληθινή διχοτομία της κοινωνίας: κάνει δηλαδή ακριβώς αυτό που επιδιώκουν οι ναζί και οι ακροδεξιοί.
Το άτεχνο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη «Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας;», που έδωσε τον τίτλο ετούτου του άρθρου. καταλήγει με το «βαθύτερο» νόημα του πατριωτισμού, όπως το καταλάβαινε ο ποιητής: «καὶ κάτι πού ’χουμε μὲς τὴν καρδιὰ/ καὶ λάμπει ἀθώρητο σὰν ἥλιου ἀχτίνα/ καὶ κράζει μέσα μας: Ἐμπρὸς παιδιά!» Η γενικόλογη προτροπή: «Ἐμπρὸς παιδιά!» είναι χαρακτηριστική ενός αβαθούς πατριωτισμού που εμποδίζει τη νηφάλια και ορθολογική συζήτηση προβλημάτων και επιδιώξεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων