Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

strange museum....

a/man/called/…
wet-pavement-on-manhattan-street-corner-robert-englebright
Βγήκε από κείνη τη φαρδιά γυάλινη πόρτα που έγραφε απ΄έξω «Διαγνωστικό Κέντρο». Περασμένες εννιά το πρωί. Περασμένα εξήντα. Μόνος του. Έξη μέτρα μακριά μου.
Τον είδα να ανοίγει τον μεγάλο φάκελο και να βγάζει το μόνο λευκό που υπήρχε μέσα. Εκείνο που πολλές φορές είναι πιο κατράμι κι από τα φιλμ των σωθικών σου. Το χειρότερο, ήθελα να του φωνάξω, που μπορείς να κάνεις, το χειρότερο. Δεν διαβάζεις πορίσματα στο δρόμο, μπορεί ξαφνικά να πέσει ο ουρανός στο κεφάλι σου και να μη ξανασηκωθείς ποτέ.
Σταμάτησε στη γωνία στο πεζοδρόμιο. Ένα βήμα μακριά από τη διάβαση. Και διάβαζε. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσην ώρα διάβαζε και τι καταλάβαινε, δεν ξέρω καν τι είχε μέσα αυτός ο φάκελος. Πνευμόνια, κόκκαλα, αγγεία, συκώτι, μυαλά, πάγκρεας. Αν κρίνω από το παγωμένο του πρόσωπο, όμως, κάτι βαρύ. Ήδη το δεξί χέρι κρεμόταν κάτω, ξέψυχο, κρατώντας τον φάκελο. Μόνο το αριστερό άντεχε να στέκεται στο ύψος του για να βοηθάει το σκυμμένο κεφάλι και τα μάτια να διαβάζουν.

Για μια στιγμή σκέφτηκα να κλείσω το παράθυρο, μπας και θολώσουν λίγο τα τζάμια και δεν τον βλέπω. Το χέρι αδιαφόρησε για την εντολή. Έκλεισα τη μηχανή, άγνωστο γιατί, ίσως ελπίζοντας ν’ ακούσω το ντουπ ντουπ που έβγαινε από μέσα του και μπορέσω να το μεταφράσω.
Από την ίδια πόρτα βγήκε ένα ζευγάρι, αν άθροιζες τα χρόνια και των δυο τους δύσκολα θα ξεπέρναγες τα δικά του. Κρατούσαν κι αυτοί, εκείνη δηλαδή, έναν άσπρο φάκελο στα χέρια. Δεν τον άνοιξαν καν, βγήκαν έξω, στο πεζοδρόμιο μπροστά του και φιλήθηκαν. Στόμα με στόμα. Πολύ. Και ξανά. Σχεδόν το άκουγα, σχεδόν το ζήλεψα αυτό το λυτρωτικό φιλί.
Στεκόταν ακριβώς μπροστά του και μου κρύβαν τη θέα. Μόνον όταν τα στόματά τους χωριζόντουσαν –για λίγο, πολύ λίγο- έβλεπα το σκυμμένο κεφάλι πάνω απ το άσπρο χαρτί. Μετά πάλι ενώναν τα χείλια τους και τον ξανάχανα. Αυτό δεν ξέρω πόσο κράτησε, ίσως μισό λεπτό, ίσως ένα, ίσως ακόμη πιο λίγο, στόματα που ενώνονταν, στόματα που χωρίζανε. Κι ανάμεσά τους ένα σκυμμένο κεφάλι που διάβαζε. Δεν θα μάθαινα ποτέ τι. Δεν θα ‘θελα να ξέρω κιόλας.
Εκείνο που σίγουρα ξέρω είναι πως ούτε ο Κλιμτ, ούτε ο Doisneau αξιώθηκαν ποτέ να βάλουν τέτοιας ποιότητας φιλί σε κάδρο. Τόσο μπερδεμένο, τόσο σκληρό και υγρό μαζί. Αμφιβάλλω αν ακόμη κι ο ίδιος ο Rodin θα τολμούσε να σκαλίσει εκείνο το σκυμμένο κεφάλι πίσω. Που όταν σηκώθηκε και κοίταξε ψηλά, στον ουρανό που ακόμη κρεμόταν κουτσά στραβά πάνω απ’ τα κεφάλια μας, δεν είμαι βέβαιος αν είπε -και σε ποιόν- «γιατί;» ή «ευχαριστώ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων