Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Προγραμματικός λόγος της Αριστεράς: Συνέχεια και ασυνέχεια....

Όσο πλησιάζει η ώρα των εκλογικών αναμετρήσεων, τόσο πιο επιτακτικά μπαίνουν μια σειρά ερωτήματα σχετικά με το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ «αν» ή «όταν» — και, κυρίως, σχετικά με το τι μπορεί να κάνει. Η συζήτηση αυτή φαίνεται να επαναφέρει μια προαιώνια αντιπαράθεση στην Αριστερά: την αντίθεση μεταρρύθμισης και επανάστασης, διαδρομής και στιγμής, βημάτων (συνέχειας) και ρήξης (ασυνέχειας). Από αυτή την προβληματική διαπερνάται και η εσωκομματική διάταξη και οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής και ο δημόσιος λόγος του κόμματος. 


Έργο του Σαλβαντόρ Νταλί

Οι απαντήσεις που δίνονται τείνουν, σχεδόν πάντοτε, να συγκλίνουν προς τον έναν από τους δύο πόλους. Ωστόσο, τα ιστορικά παραδείγματα δείχνουν τα όρια και των δύο κατευθύνσεων. Τι μπορεί να υπάρχει πέρα από το δίπολο «μεταρρύθμιση vs. επανάσταση»; Στις γραμμές που ακολουθούν, προσπαθώ να αξιοποιήσω τις θεωρητικές παραδοχές της γαλλικής επιστημολογικής σχολής, οι οποίες εδράζονται σε μια ειδική διαλεκτική που έχει εξαιρετική σημασία για τη σημερινή συγκυρία. Και, στη συνέχεια, θα δώσω ένα σχετικό παράδειγμα που μπορεί να ενισχύσει τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ προς μια ανάλογη κατεύθυνση.
Η γαλλική επιστημολογική σχολή (οι επεξεργασίες  του Γκαστόν Μπασελάρ και του Ζωρζ Κανγκιλέμ, όπως έχουν ενσωματωθεί στην αλτουσεριανή επιστημολογία για την περιγραφή του επιστημολογικού εμποδίου και της επιστημολογικής τομής)[1] ανατρέπει τη διπολική σχέση συνέχειας-ασυνέχειας, αναδιατάσσοντας τις έννοιες σε μια νέα διαλεκτική, όπου η μια προϋποθέτει την άλλη. Αυτή η απόπειρα, σε πρώτη ανάγνωση, φαίνεται αντιφατική και μη ρεαλιστική: Πώς γίνεται να συζητάμε ταυτόχρονα για συνέχεια και ασυνέχεια, και, μάλιστα, πώς γίνεται η συνέχεια να προϋποθέτει διαλεκτικά την ασυνέχεια και το αντίστροφο;
Η συνύπαρξη συνέχειας και ασυνέχειας δεν πρέπει να ιδωθεί σωρευτικά· δεν έχουμε μια «συνέχεια» «ασυνεχειών», αλλά μια σχέση αμφίδρομης προϋπόθεσης: Μια δομή παράγει ιστορία μέσα από ένας είδος επερώτησης – κάθε στάδιο είναι μια τομή ως προς την πρότερη κατάσταση, ιδρύει μια μη ανακλητή μετάβαση που συνοδεύεται από την καθοριστική μεταβολή της ίδιας της δομής. Η τελευταία γίνεται αντιληπτή μόνο στο νέο πλαίσιο αναφοράς. Στον βαθμό που δυο τέτοιες διαδοχικές στιγμές διακρίνονται ως διαφορετικές (ασυνέχεια), η μεταφορά από τη μια στην άλλη παράγει ιστορία (συνέχεια).
Ένα από τα κρίσιμα σημεία, εδώ, είναι ότι η επερώτηση αντανακλά τη διαφορά πρότερης και νέας δομής: Η νέα δομή δεν είναι μια «άλλη», «παράλληλη» δομή, αλλά μια εξέλιξη της πρότερης δομής. Ωστόσο, το αμετάκλητο συμβάν της τομής καταργεί κάθε σχετικισμό και εισαγάγει μια προσδιορίσιμη δυνατότητα ορθολογικής κριτικής της πρότερης διάταξης μέσα από τη νέα. Κάθε βηματισμός, κάθε προχώρημα που εγγράφεται μέσα σε μια τέτοια διαλεκτική συνέχειας-ασυνέχειας αποτρέπει το ενδεχόμενο παλινδρόμησης: η δομή κινείται στον χρόνο όταν αναγνωρίζει τις διαφορές από το δικό της παρελθόν ως αγεφύρωτες.
Ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας ανάλυσης για το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ;
Στον προγραμματικό λόγο του, η βασικότερη ίσως συνθήκη είναι η εμπλοκή του κόσμου της εργασίας. Η μετάφραση αυτής της κρίσιμης πρόβλεψης με τους όρους  της διαλεκτικής συνέχειας-ασυνέχειας, όπως έχουν τεθεί πιο πάνω, είναι η εξής: Απευθυνόμαστε στον κόσμο της εργασίας και επιδιώκουμε τη συμμετοχή του στην οργάνωση και υλοποίηση ενός σχεδίου, που θα αλλάξει συνειδήσεις, θα καθιερώσει την ταξική αναφορά ως καίριο στοιχείο του πολιτικού λόγου, θα ανατρέψει τις σημερινές κυρίαρχες πολιτικές σε Ελλάδα και Ευρώπη, και θα οργανώσει, τελικά, τον κόσμο της εργασίας ως τάξη. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρει και δεσμεύσει την κοινωνία με τον τρόπο αυτό σε ένα σχέδιο, κι όχι απλώς με τη λογική της ανάθεσης, τότε η κοινωνία θα δεσμεύσει αργότερα τον ΣΥΡΙΖΑ στην υλοποίηση του σχεδίου αυτού που θα έχει ήδη αλλάξει συνειδήσεις, θα έχει ήδη συγκροτήσει τον κόσμο της εργασίας ως τάξη. Άρα, δεσμευόμαστε για να δεσμευτούμε, αναφερόμαστε ουσιαστικά σε μια κοινωνία που έχει μεταβληθεί με τρόπο μη αναστρέψιμο και η οποία –αφού έχει αλλάξει πραγματικά– είναι έτοιμη να μας εγκαλέσει και να μας επαναφέρει στο σχέδιο που έχει ήδη ετοιμαστεί και συμφωνηθεί. Αν η κοινωνία έχει κινηθεί προς τα «μπρος», ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορεί να κινηθεί προς τα «πίσω».
Πως μπορεί να συμβεί αυτό;
Στις αποφάσεις του ιδρυτικού μας συνεδρίου περιλαμβάνονται δυο σημαντικές προτάσεις: Η καθιέρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και η ενίσχυση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, η οποία πρόκειται να αποτελέσει έναν από τους πυλώνες της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Αν οι δύο προτάσεις συνδεθούν, τότε μπορεί να υπηρετήσουν τη διαλεκτική συνέχειας-ασυνέχειας, όπως την έχουμε συζητήσει ως τώρα. Οι άνεργοι που θα λαμβάνουν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα θα μπορούν να επιλέγουν το σχήμα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας στο οποίο θα ενταχθούν. Αντί να παραπέμπουμε τη μισή κοινωνία –που σήμερα είναι εκτός εργασίας– σε ένα απροσδιόριστο χρονικά αποτέλεσμα της παραγωγικής ανασυγκρότησης, την εμπλέκουμε αμέσως σε παραγωγικές διαδικασίες, όπου ο έλεγχος της παραγωγής είναι εφικτό να γίνεται από τον κόσμο της εργασίας, όπου η παραγωγή είναι εφικτό να αναφέρεται στις κοινωνικές ανάγκες, όπου η ανεργία είναι εφικτό να ανατραπεί από την ίδια την εργασία των ανέργων. Ο συνδυασμός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας θα εντάξει τους ανέργους σε μια συνολική κίνηση της κοινωνίας προς την κατεύθυνση που θέλουμε, και θα μεταβάλει συνειδήσεις.
Ο συνδυασμός που προτείνουμε αναιρεί σε ενεστώτα χρόνο τον κοινωνικό αποκλεισμό των ανέργων, ενώ ακυρώνει κάθε μεθόδευση διαχείρισης του ποσοστού ανεργίας μέσα από επιδόματα ανεργίας και ανάλογα βοηθήματα. Ακόμη: Οι άνεργοι δεν θα είναι αναγκασμένοι να αναθέσουν στο κόμμα να τους βρει δουλειά, το κόμμα δεν θα επιφυλάξει τέτοιον ρόλο στα μέλη του. Η εμπλοκή της κοινωνίας στο σχέδιό μας, με τους όρους που αναφέρθηκαν, συνδέει κόμμα και κοινωνία σε συστοιχία, όπου το κόμμα λειτουργεί ως ελκυστής για την κοινωνία και το αντίστροφο: το κόμμα οργανώνεται με στόχο να αντιληφθεί τη λειτουργία του, όταν αυτή καταφέρνει να μεταβάλει την κοινωνία, ενώ η κοινωνία παίρνει στα χέρια της το δικό της μέλλον όταν έχει αντιληφθεί ότι η διαδικασία στην οποία έχει εμπλακεί παράγει επιλέξιμα αποτελέσματα. Και, το κυριότερο, το ένα συμβαίνει μόνο μέσα από το άλλο. Μέσα από τη διαλεκτική αυτή αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο ο όρος «δημοκρατικός σοσιαλισμός». Η πορεία που περιγράφουμε μειώνει τις πιθανότητες μιας πολιτικής μεταρρυθμίσεων που θα μας οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην ενσωμάτωση. Απομακρύνει, επίσης, ένα μέλλον όπου δεν θα μας έχει μείνει καμία άλλη επιλογή πέρα από την υπεράσπιση των κυβερνητικών κτιρίων.
Ανάλογες εκδοχές της διαλεκτικής συνέχειας-ασυνέχειας θα μπορούσαν να αναζητηθούν σε διάφορες κλίμακες: στην αυτοδιοίκηση, στην οικολογική διάσταση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, στην ευρωπαϊκή κλίμακα. Σε κάθε περίπτωση, η διαλεκτική συνέχειας-ασυνέχειας μας επιτρέπει να παράξουμε χώρους ετεροτοπικούς, όπου εμείς θα είμαστε το παράδειγμα για το δικό μας εγχείρημα, όπου η επερώτηση των θέσεων θα καταστεί συγκροτητικό και αναντικατάστατο στοιχείο των διαδικασιών — οι οποίες τότε θα είναι αναπόδραστα δημοκρατικές.
Ο Τάσος Χοβαρδάς διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

[1] Μια εξαιρετική ανάλυση, προς αυτή την κατεύθυνση, έχει κάνει ο Γιώργος Φουρτούνης, «Ο Λουί Αλτουσέρ και η επιστημολογική αντινομία του Μαρξισμού», περ.  Κριτική, τχ. 1 (2005),  σ. 5-16 [goo.gl/Yn8r9f].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων