Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Προς το τέλος του «πολέμου κατά των ναρκωτικών»...

Polet François , μεταφραση Λογοθέτης Χάρης, monde diplomatique.gr...
Εδώ και καιρό, η Ουάσινγκτον έχει επιβάλει τη δική της λύση για τη μάστιγα των ναρκωτικών : τον πόλεμο εναντίον τους, κατά προτίμηση έξω από το δικό της έδαφος. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η σχετική συναίνεση σταδιακά αποδυναμώνεται.
« Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών είναι μια αποτυχία [1] ». Η έκθεση που δημοσιεύτηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2013
στην ιστοσελίδα της British Medical Journal δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αμφιβολίες : οι απαγορευτικές πολιτικές -που έχουν συνδεθεί με το όνομα του Αμερικανού προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος, στις 17 Ιουλίου 1971, είχε χαρακτηρίσει τα ναρκωτικά ως « υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο »- δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Μάλιστα, μεταξύ 1990 και 2010, η μέση τιμή των οπιούχων (ηρωίνη και όπιο), καθώς και της κοκαΐνης, μειώθηκε κατά 74% και 51%, αντίστοιχα, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό και τη μεγαλύτερη καθαρότητα των προϊόντων. Μήπως είναι καιρός να δοκιμαστεί μια άλλη μέθοδος για την αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών, όπως γίνεται ήδη σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ ή στην Ουρουγουάη ;
Μια καταφατική απάντηση δεν σημαίνει την υποβάθμιση του φαινομένου. Με σχεδόν 200 εκατομμύρια καταναλωτές, η αγορά των ναρκωτικών κάνει τζίρο που υπολογίζεται σε 300 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο, δηλαδή σχεδόν όσο το ΑΕΠ της Δανίας. Η διαιώνιση του προβλήματος, όμως, δεν πρέπει να συσκοτίζει κάποιες βαθιές αλλαγές που έχουν συντελεστεί.
Όπως και παλαιότερα, τρεις χώρες των Άνδεων, η Βολιβία, η Κολομβία και το Περού, εξασφαλίζουν σχεδόν το σύνολο της παγκόσμιας προσφοράς κοκαΐνης. Το Αφγανιστάν παράγει σταθερά πάνω από το 80% των οπιούχων που πωλούνται παγκοσμίως. Άλλα ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων αυτών με προορισμό την Ευρώπη περνά πλέον από την αφρικανική ήπειρο, προκαλώντας σοβαρά φαινόμενα αστάθειας στις τοπικές οικονομίες και τους τοπικούς θεσμούς.

Όπως και σε άλλους οικονομικούς κλάδους, η παγκόσμια ζήτηση έχει τονωθεί από τις ανάγκες των αναδυόμενων οικονομιών. Ενώ η ζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες διαρκώς υποχωρεί μετά το 2006, η κατανάλωση των Βραζιλιάνων έχει εκτοξεύσει τη χώρα τους στη θέση της δεύτερης αγοράς κοκαΐνης στον κόσμο. Άλλες ήπειροι, άλλα προϊόντα, ίδιες αλλαγές : η αύξηση της ζήτησης ηρωίνης στην Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία αντισταθμίζει τη μείωσή της στη Δυτική Ευρώπη. Επομένως, παρόλο που οι κύριες αγορές παραμένουν στον Βορρά (μεταξύ τους και η Ρωσία), παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση του κέντρου βάρους που, σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον, μπορεί να καταστήσει κυρίαρχες τις ροές στο εσωτερικό του Νότου.
Λίγοι οικονομικοί κλάδοι, όσο τα διεθνή κυκλώματα εμπορίας ναρκωτικών, έθεσαν τόσο συστηματικά σε εφαρμογή τις κατευθύνσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, η οποία παρότρυνε να αξιοποιηθούν οι τεράστιες ευκαιρίες που προσφέρει η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας. Τα κυκλώματα αυτά, αξιοποιώντας την έκρηξη των θαλάσσιων και αεροπορικών διηπειρωτικών μεταφορών, καθώς και την επικράτηση της « πολιτικής ανοικτών θυρών » που περιορίζει τους τελωνειακούς ελέγχους, θεωρούνται πλέον σε θέση, σύμφωνα με τον διεθνή Οργανισμό Ελέγχου των Ναρκωτικών, να « αγοράζουν τις υπηρεσίες ειδικών στην πληροφορική για να ξεφεύγουν από την αστυνομία, να συντονίζουν τις αποστολές φορτίων και να “ξεπλένουν” τα έσοδα [2] ». Άλλωστε, η απορρύθμιση και η εμφάνιση περισσότερο ή λιγότερο νόμιμων χρηματοοικονομικών λεωφόρων που περνούν από τους φορολογικούς παραδείσους, έχουν προσφέρει στα κυκλώματα αυτά άπειρες δυνατότητες ανακύκλωσης των κερδών τους.
Τα μαφιόζικα δίκτυα έχουν επωφεληθεί από τη μαζική ολίσθηση στη φτώχεια των χαμένων της παγκοσμιοποίησης. Τα οικονομικά θύματα της παγκοσμιοποίησης, στην πόλη ή στην ύπαιθρο, αποτελούν έναν ανεξάντλητο « εφεδρικό στρατό » για την παραγωγή και τη διακίνηση των ναρκωτικών. Ωστόσο, η πολιτική οικονομία της αγοράς αυτής μιμείται καταπληκτικά τις ανισότητες των διεθνών αλυσίδων αξίας, είτε πρόκειται για τον αγροτοδιατροφικό τομέα είτε για την κλωστοϋφαντουργία : το 2008, μόνο το 1,5% των κερδών από την πώληση της κοκαΐνης στις Ηνωμένες Πολιτείες έφτανε στους μικρούς παραγωγούς κόκας, ενώ τα δίκτυα που οργανώνουν τη διακίνηση στο αμερικανικό έδαφος καρπώνονταν το 70% [3], πριν το επενδύσουν στη βιομηχανία πολυτελών ειδών ή στους διάφορους κλάδους που επιτρέπουν το « ξέπλυμα » βρόμικου χρήματος (ακίνητα, καζίνο, τουρισμός).
Η διεθνής συνεργασία στο ζήτημα της καταπολέμησης των ναρκωτικών ξεκινά το 1909. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που μόλις έχουν « αγοράσει » τις Φιλιππίνες από τους Ισπανούς, καλούν έναν μικρό αριθμό κρατών στην πόλη της Σαγκάης, για να τα πείσουν ότι πρέπει να ξεριζωθεί η μάστιγα του οπίου στην Άπω Ανατολή. Ηθικό καθήκον ; Το εγχείρημα παρέχει, πρωτίστως, τη δυνατότητα να σπάσει το βρετανικό μονοπώλιο στο εμπόριο του οπίου, με ταυτόχρονο προσεταιρισμό των κινεζικών αρχών. Ήδη διαφαίνονται τα κύρια χαρακτηριστικά του διεθνούς καθεστώτος που θα επιβληθεί κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα : απαγορευτικός προσανατολισμός, προτεραιότητα στην καταπολέμηση της προσφοράς, καθοριστική επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών...

Στρατηγική προτεραιότητα για την Ουάσινγκτον

Τρεις δομές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όλες με έδρα τη Βιέννη, αποτελούν τη θεσμική αρχιτεκτονική που εγγυάται τη λειτουργία του συστήματος. Η Επιτροπή για τα Ναρκωτικά, όπου συμμετέχουν 53 χώρες με τετραετή θητεία, είναι το αποφασιστικό όργανο, στο εσωτερικό του οποίου έχουν διαμορφωθεί οι τρεις κύριες συμβάσεις κατά των ναρκωτικών [4]. Ο INCB, που θεωρεί εαυτόν « ημι-δικαστικό όργανο », εξετάζει τις εθνικές πολιτικές των περισσότερων από 180 κρατών που έχουν υπογράψει τα κείμενα. Οι δύο αυτοί οργανισμοί υποστηρίζονται διοικητικά από το Γραφείο κατά των Ναρκωτικών και του Εγκλήματος των Ηνωμένων Εθνών (UNODC). Μάλιστα, το UNODC παρέχει τεχνική υποστήριξη στα κράτη για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, ιδιαίτερα μέσω του προγράμματος ελέγχου εμπορευματοκιβωτίων που εφαρμόζεται σε δώδεκα χώρες.
Ο χειρισμός του ζητήματος των ναρκωτικών χαρακτηρίζεται από μια ανισορροπία Βορρά-Νότου. Η αγορά αυτή, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για την αγορά όπλων -εγκωμιασμός της παραγωγής (δημιουργία θέσεων εργασίας στον Βορρά) και καταδίκη της αγοράς από τις χώρες του Νότου- χαρακτηρίζεται γενικά από την ενοχοποίηση των χωρών παραγωγής (ή κατανάλωσης « φτωχών » προϊόντων, όπως το όπιο, η κάνναβη ή η κόκα). Στις χώρες αυτές πέφτει πολύ συχνά και το βάρος των ελέγχων.
Το συγκεκριμένο καθεστώς, ωστόσο, απολαμβάνει ένα επίπεδο πολιτικής συναίνεσης που υπάρχει σε ελάχιστα άλλα διεθνή συστήματα. Η διπλωματική μαχητικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών εδώ και έναν αιώνα έχει παίξει σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα μέσω μιας μονομερούς διαδικασίας « πιστοποίησης » που έχει στόχο την ετήσια κατάταξη των κρατών ανάλογα με τον σεβασμό που δείχνουν απέναντι στις « υποχρεώσεις τους, οι οποίες απορρέουν από τις διεθνείς συμφωνίες κατά των ναρκωτικών ».
Ορισμένες φορές, βέβαια, η αμερικανική αδιαλλαξία προσαρμόζεται ή και ανατρέπεται λόγω των γεωπολιτικών ανησυχιών του Λευκού Οίκου. Από τη Βιρμανία και τη Σικελία μέχρι τη Νικαράγουα, οι επιταγές του Ψυχρού Πολέμου οδήγησαν πολύ συχνά τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες να συμμετάσχουν στη δημιουργία δικτύων διακίνησης ναρκωτικών, για να χρηματοδοτηθεί ο πόλεμος κατά της κομμουνιστικής « απειλής ».
Όμως, η ανατροπή του προέδρου του Παναμά Μανουέλ Νοριέγα, πρώην συμμάχου των ΗΠΑ και διαβόητου εμπόρου ναρκωτικών, από τους Αμερικανούς πεζοναύτες, τον Δεκέμβριο του 1989, εγκαινιάζει μια περίοδο κατά την οποία, με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο « πόλεμος κατά των ναρκωτικών » γνωρίζει μια γεωστρατηγική αναβάθμιση. Πρόκειται για εκδίκηση της Drug Enforcement Administration (DEA) έναντι της CIA : ο πόλεμος κατά του εμπορίου ναρκωτικών δεν θυσιάζεται πια στον βωμό των γεωπολιτικών συμφερόντων, αλλά, αντίθετα, γίνεται ο βασικός μοχλός προώθησής τους.
Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών εντάσσεται στον ευρύτερο πόλεμο « κατά της τρομοκρατίας ». Για τους στρατηγικούς εγκεφάλους του Πενταγώνου, η κατάσταση στο Αφγανιστάν δείχνει ότι η τρομοκρατία και τα κυκλώματα εμπορίας ναρκωτικών αλληλοτροφοδοτούνται, κάποτε, μάλιστα, συγχωνεύονται, στις ζώνες μη δικαίου που αφήνουν τα κράτη-παρίες. Πάντως, οι βαρόνοι των ναρκωτικών που συνδέονται περισσότερο ή λιγότερο με τις τοπικές σύμμαχες κυβερνήσεις σπάνια ενοχλούνται.
Παρ’ ότι είναι πρωτοποριακή, η κίνηση της Ουρουγουάης, της πρώτης χώρας που νομιμοποιεί τη χρήση της κάνναβης για μη ιατρικούς σκοπούς, δεν έρχεται ως κεραυνός εν αιθρία. Αρκετά μέτωπα εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, στη βάση μιας κοινής διαπίστωσης : όχι μόνο το ισχύον σύστημα δεν είναι αποτελεσματικό, καθώς ο αριθμός των καταναλωτών δεν μειώνεται, αλλά προκαλεί και μια σειρά παρενέργειες που δεν μπορούν πια να γίνουν αποδεκτές.
Ένα πρώτο μέτωπο, που άνοιξε πάνω από δέκα χρόνια πριν, προβάλλει την αρχή του « περιορισμού των κινδύνων », η οποία ιεραρχεί τα ζητήματα δημόσιας υγείας πάνω από τον στόχο του περιορισμού της κατανάλωσης ναρκωτικών. Η αρχή αυτή μεταφράζεται σε προγράμματα που χορηγούν σύριγγες, στο άνοιγμα χώρων διάθεσης ουσιών και στις δοκιμές ποιότητας των προϊόντων, μέτρα που εφαρμόζονται σήμερα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, η επίμαχη διατύπωση παραμένει εκτός των αποφάσεων της Επιτροπής για τα Ναρκωτικά, εξαιτίας της λυσσαλέας αντίδρασης των κρατών που υποστηρίζουν την απαγόρευση, με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία.

Λατινοαμερικάνικη εξέγερση

Η αδιαλλαξία αυτή προκαλεί, σύμφωνα με τον ερευνητή Ντέιβιντ Μπιούλι-Τέιλορ, μια διαδικασία « ήπιας αποσκίρτησης », όπου αρκετά κράτη (μεταξύ τους η Γερμανία, η Ολλανδία, η Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Πορτογαλία και η Βραζιλία) « παρακάμπτουν το δόγμα της απαγόρευσης, αξιοποιώντας τις εύπλαστες διατυπώσεις των συνθηκών, ενώ, ταυτόχρονα, παραμένουν τεχνικά εντός των νομικών περιορισμών τους [5] ». Επιπλέον, αναδύονται όλο και μεγαλύτερες προστριβές μεταξύ του INCB και της υπηρεσίας των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση του Aids.
Η αποποινικοποίηση της κατοχής μικρών ποσοτήτων κάνναβης παρέχει τη δυνατότητα σεβασμού στο γράμμα των διεθνών κειμένων -τα οποία απαγορεύουν τη νομιμοποίηση- με ταυτόχρονη παράκαμψη του πνεύματός τους. Πολλά κράτη της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής που επέλεξαν τον συγκεκριμένο συμβιβασμό ωθούνται από διαφορετικές εκδοχές ενός κοινού κράματος πρακτικών ανησυχιών (περιορισμός των μέσων που διατίθενται στην καταστολή των καταναλωτών) και φιλοσοφικών διλημμάτων : η κατανάλωση μαλακών ναρκωτικών ανήκει στη σφαίρα της ελεύθερης αυτοδιάθεσης του ατόμου.
Σήμερα, τον ρόλο της πρωτοπορίας, τον οποίο διαδραμάτιζε για πολλά χρόνια η Ολλανδία, με το σύστημα των coffee shops, που βασιζόταν στην αποποινικοποίηση της πώλησης, αναλαμβάνει η Ουρουγουάη, καθώς και οι αμερικανικές πολιτείες του Κολοράντο και της Ουάσινγκτον. Και αυτό προς μεγάλη απογοήτευση του διευθυντή του INCB. Ο Ρεϊμόν Γιανς δεν παρέλειψε να προειδοποιήσει το Μοντεβιδέο για τις επιπτώσεις ενός εγχειρήματος που απειλεί « το οικοδόμημα των συνθηκών » και δεν δίστασε να απαιτήσει από τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα να στηριχτεί στον ομοσπονδιακό νόμο -που απαγορεύει τη νομιμοποίηση- για να ακυρώσει τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων που οδήγησαν στη νομιμοποίηση της κάνναβης στις δύο αμερικανικές πολιτείες.
Ένας τρίτος άξονας αντίστασης συγκροτείται, από το 2012, στην ίδια την καρδιά της περιφέρειας όπου ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών διεξήχθη με τον μεγαλύτερο βολονταρισμό και με τη βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Με επικεφαλής τους προέδρους Χουάν Μανουέλ Σάντος (Κολομβία) και Ότο Πέρες Μολίνα (Γουατεμάλα) και με την αξιοσημείωτη υποστήριξη του Μεξικάνου προέδρου Ενρίκε Πένια Νιέτο, η κίνηση αυτή επιδιώκει την απεμπλοκή από έναν « πόλεμο » που είναι αδύνατον να κερδηθεί και που αυξάνει την εγκληματικότητα και τη διαφθορά, ενώ, ταυτόχρονα, ασκεί τεράστια πίεση στα δικαστικά συστήματα. Με αδιανόητο για άλλη εποχή θάρρος, οι πρόεδροι των κρατών της Κεντρικής Αμερικής που συναντήθηκαν τον Μάρτιο του 2012 στην Τεγουσιγάλπα (Ονδούρα) ενέκριναν (παρουσία του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν !) την πρόταση της Γουατεμάλας για αναζήτηση εναλλακτικών μηχανισμών καταπολέμησης του εμπορίου ναρκωτικών, όπως η αποποινικοποίηση της διακίνησης της κοκαΐνης με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πρωτοβουλία αυτή φέρνει σε αμηχανία την Ουάσινγκτον, πόσω μάλλον αφού λαμβάνει χώρα στην άμεση σφαίρα επιρροής της και προωθείται από συντηρητικές πολιτικές προσωπικότητες. Αν και η αποδυνάμωση των απαγορευτικών αντιλήψεων μοιάζει χωρίς επιστροφή, ιδιαίτερα για την αμερικανική κοινή γνώμη, το μέλλον του διεθνούς καθεστώτος ελέγχου παραμένει μεσοπρόθεσμα δύσκολο να προβλεφθεί. Ελαστικοποίηση των συνθηκών ; Επέκταση των « ήπιων αποσκιρτήσεων » ; Πολλαπλασιασμός των ξεκάθαρων ρήξεων τύπου Ουρουγουάης, για τις οποίες δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί πώς θα επιβάλλουν κυρώσεις τα Ηνωμένα Έθνη ; Οι συσχετισμοί δυνάμεων στο εσωτερικό της διπλωματίας των ναρκωτικών θα κρίνουν.

Notes

[1] « International “war” on illegal drugs is failing to curb supply », BMJ Open, 30 Σεπτεμβρίου 2013.
[2] « Rapport 2008 », OICS (INCB), Βιέννη, 2009.
[3] « Rapport mondial sur les drogues 2010 », Office des Nations unies contre la drogue et le crime, Βιέννη, 2010.
[4] Η Ενιαία Σύμβαση για τα Ναρκωτικά (1961), η Σύμβαση για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες (1971) και η Σύμβαση για την Καταπολέμηση του Παράνομου Εμπορίου Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών (1988).
[5] David Bewley-Taylor, « The contemporary international drug control system : A history of the UNGASS decade », IDEAS Reports, London School of Economics, Οκτώβριος 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων