Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

freaks peaks...

a/man/called/…
4balconiΨιχαλίζει. Στη μέση του μονόδρομου μια σκεβρωμένη γριά βλέπει τον κόσμο (έστω, αυτόν που ζει ανάμεσα Μπιζανίου και  Σαρανταπόρου) απ’ το ένα και τριάντα, ίσως και χαμηλότερα, με άσπρο (κάποτε) παντελόνι πιτζάμας, ρόμπα βυσσινί (άσχημο βυσσινί, σάπιο δέκα μέρες στα τελάρα), μπαστούνι στο ένα χέρι, τσιγάρο στο άλλο.
Όλες κι όλες δέκα ξανθιές τρίχες ανταριασμένες, είναι διπλωμένη στα δυο, παλεύει ένα βήμα κάθε δέκα δευτερόλεπτα. Μα το τσιγάρο τσιγάρο. Περπατησιά και ρουφηξιά, μια ατέλειωτη τζούρα, για να πάρει κουράγιο πριν το επόμενο βήμα. Έχω δει τον Μάρλει να ρουφάει αλλά αν ο σχωρεμένος αντίκριζε αυτή τη γριά, θα μπλάβιαζε απ’ τη ντροπή του. Παλεύω να παρκάρω με την όπισθεν, δεν την βλέπω, παγώνω και βγαίνω έξω, είναι στη μέση του δρόμου, έχει βάλει ρότα για το πεζοδρόμιο που έχει τη μοναδική τρύπα ανάμεσα σε διακόσια αυτοκίνητα στη σειρά, από την Καυτατζόγλου ως την Κατσιμίδη. Ευτυχώς δεν εμφανίζεται άλλο αυτοκίνητο, στα τρία-τέσσερα λεπτά που χρειάζεται για να ανέβει στο πεζοδρόμιο και να χαθεί πίσω από τον κάδο με τα σκουπίδια, παρκάρω με σφυγμούς τριψήφιους, παίρνω τα μπαγκάζια μου, κλειδώνω, η γριά δεν υπάρχει πουθενά. Έχει γίνει καπνός η ίδια. Δεν άνοιξα τον κάδο, το ομολογώ, δεν είχα κουράγιο και για άλλα.

Μέσα στην οικοδομή, δέκα σκαλιά μέχρι το πλατύσκαλο του ισόγειου. Με υποδέχεται η γνώριμη πατατίλα γιαχνί, ίδια κι απαράλλαχτη εδώ και σαρανταπέντε χρόνια. Έχουν ποτίσει τα πάντα μ΄αυτή τη μυρωδιά, σε κάθε κοινόχρηστο χώρο, σκάλες, μωσαϊκά, εξώπορτες, φώτα, διακόπτες, γραμματοκιβώτια, πατάκια, ακόμη και τα κουδούνια. Παίρνω όρκο πως και οι άνθρωποι που ζουν από το ημιυπόγειο ως τον τέταρτο, το ίδιο μυρίζουν. Να τελειώσει στην ώρα της η μικρή να φύγει από δω μέσα, δεν θ΄αντέξω να μυρίζει σύβραση και καμένα λάδια αντί  αφρόλουτρα και Silver Rain. Έχω φτάσει στον πρώτο, μικρή στάση για μισή ανάσα, ρημάδια χρόνια. Από την πόρτα απέναντι, ξεπροβάλλει γέρος με τόσο βαμμένο μαλλί που αν ζήσει δυο χρόνια ακόμη είναι ικανός να εξαντλήσει όλα τα στοκ της L’Oreal, ίσως και της Koleston αν ζήσει τέσσερα. Eίναι ντυμένος σαν τον Τζεπ Γκαμπαρντέλα αλλά δείχνει -στα σίγουρα- καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος. Περνάει δίπλα μου, σχεδόν ώμο με ώμο, χωρίς να ανταποδώσει το «γειά σας», μυρίζει κλεισούρα, ναφθαλίνη, ληγμένη κολώνια, βιάγκρα, μα πάνω απ΄όλα πατάτες γιαχνί. Λυγίζω απ΄ την τόση ομορφιά αλλά βρίσκω κουράγιο να συνεχίσω για τον δεύτερο.
Ένα αγόρι με μαλλί σαν του Χένρι Σπένσερ, χώνει κάτω από κάθε χαραμάδα πόρτας φυλλάδια από μια ακόμη πιτσαρία που αγωνίζεται να βρει ξέμπαρκα φοιτητάκια για να ταΐσει. Στις δυο οικογενειακές δώρο ενάμιση λίτρο πέπσι, στις δυο μακαρονάδες δώρο τρία σκορδόψωμα, με μια πίτσα και μια μακαρονάδα σπέσιαλ δώρο ένα κουτάκι μπίρα, ατέλειωτα δώρα με φτηνιάρικη γκούντα και γλιτσιασμένα μανιτάρια κονσέρβας. Είναι σκυμμένος στη δικιά μας πόρτα, στέκομαι όρθιος μισό μέτρο πίσω του, βγάζω τα κλειδιά, σηκώνεται ατάραχος και μου χαμογελάει. Φοράει σιδεράκια, είναι αξύριστος, το μαλλί έχει να λουστεί από την περιφορά του Επιτάφιου, τα μισολιωμένα σταράκια του μυρίζουν ποδαρίλα αλλά τίποτε δεν μπορεί να κατατροπώσει τις πατάτες γιαχνί σ’ αυτή την οικοδομή. Μοιράζει ακόμη λίγα σκορδόψωμα δώρο σε δυο άλλες εξώπορτες και συνεχίζει απτόητος για τον τρίτο, στο Γκουαντάναμο -που λέει και η μικρή-. Εκεί που ο μέσος όρος ηλικίας κοντεύει τα ενενήντα. Στον όροφο των αποκλεισμένων, αφού μέχρι ν΄ ανέβουν και να κατέβουν τρεις ορόφους με τα πόδια -όσοι είναι όρθιοι ακόμη- τελειώνει η μια εποχή και έρχεται η επόμενη. Μέχρι να μη ξημερώσει άλλη εποχή.
Πολλές -πάμπολλες- φορές, τα άπαντα του Ντέιβιντ Λιντς κυκλοφορούν λυτά σε δρόμους και δρομάκια που δεν τα χωρά ο νους σου. Μερικές νύχτες σαν έχει υγρασία στους δρόμους και μυρίσεις πατάτες γιαχνί, μου περνάει απ’ το μυαλό ότι  κι ο Tod Browning αμολάει κάθε νύχτα το τσίρκο του -που το πρωί κρύβεται στα γκρεμούλια τριγύρω- σ’ αυτή τη γειτονιά, καταπάνω μου..
φωτογραφία : arcphotodays

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων