Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

H πλατεία ήτανε άδεια…

του Πολυμερη Βογλη, απο τα Ενθεματα...
Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25
Η διαπίστωση είναι πλέον κοινότοπη. Στις συγκεντρώσεις, οι πλατείες είναι άδειες και τα καφέ γεμάτα. Οι αντιδράσεις του κόσμου στα μέτρα που επιβάλλει η κυβέρνηση είναι υποτονικές,
κατώτερες των προσδοκιών και των περιστάσεων. Η οργή και η απόγνωση αναλώνονται σε ιδιωτικές συζητήσεις και κλείνονται σε ιδιωτικούς χώρους, δεν εκβάλλουν στο συλλογικό και το δημόσιο. Το κλείσιμο της ΕΡΤ προκάλεσε ένα μαζικό κύμα διαμαρτυρίας, που γρήγορα αποδυναμώθηκε. Οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ή των καθαριστριών, όχι μόνο δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο κίνημα ενάντια στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων αλλά ούτε να κινητοποιήσουν μαζικά τους συναδέλφους τους. Οι «πλατείες» του 2011 μοιάζουν να αποτελούν μια πολύτιμη αλλά μακρινή ανάμνηση. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την στάση της κοινωνίας; Σ’ αυτή τη στρατηγική σύγκρουση των τελευταίων τεσσάρων ετών υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Η κοινωνία έδωσε σημαντικές μάχες ενάντια στα μέτρα του Μνημονίου, συγκρούστηκε πολλές φορές, αλλά τελικά τα μέτρα πέρασαν. Το πολιτικό κόστος για τα κόμματα ήταν σοβαρό, αλλά το κοινωνικό κόστος τεράστιο. Η κοινωνία ηττήθηκε.
   Για να επιτευχθεί αυτή η ήττα, το σύμπλεγμα εξουσίας (πολιτικές ελίτ, επιχειρηματίες και μέσα ενημέρωσης) επιστράτευσε τις πολιτικές του φόβου και της ταπείνωσης. Η διαρκής απειλή της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ και της χρεοκοπίας, η καταστροφολογία, ο λόγος περί «πολέμου», η «αγωνία» για την έγκριση της επόμενης δόσης, καλλιέργησαν ένα κλίμα γενικευμένου φόβου, στο οποίο αναπτύχθηκαν ο ατομισμός, η εργασιακή ανασφάλεια, η καχυποψία, η συμμόρφωση στις ολοένα και πιο δυσβάστακτες εργασιακές συνθήκες.
Με αυτό τον τρόπο η πολιτική του φόβου για το μέλλον έγινε εργαλείο πειθάρχησης της κοινωνίας και εξατομίκευσης των αντιδράσεων. Η συλλογική διαμαρτυρία υποχώρησε, η αλληλεγγύη αποδυναμώθηκε: όσοι μέσα στην κρίση διασώθηκαν μάλλον αδιαφόρησαν γι’ αυτούς που βυθίστηκαν. Η πολιτική της ταπείνωσης αποσκοπούσε στην άμβλυνση των κοινωνικών αντιδράσεων μέσω της ενοχοποίησης: η κοινωνία ήταν συλλογικά και αδιακρίτως υπεύθυνη για την οικονομική κρίση, άρα έπρεπε να μεταμεληθεί, να αναμορφωθεί ηθικά. Η Ελλάδα ήταν μια χώρα «διεφθαρμένων», «τεμπέληδων» και «απατεώνων», η οποία έπρεπε να τιμωρηθεί. Όταν ο τιμωρητικός λόγος εξαντλήθηκε, επιστρατεύθηκε ο πατερναλιστικός: η Ελλάδα έγινε ο «καλός μαθητής», η πρόοδος του οποίου διαρκώς ελεγχόταν και ενίοτε επιβραβευόταν. Η ηθική απαξίωση μιας ολόκληρης χώρας, σε συνδυασμό με την ταπείνωση που νιώθει ένας λαός με την εκχώρηση της κυριαρχίας του στους δανειστές, καλλιέργησαν την αίσθηση ότι η όποια αντίδραση ήταν ανώφελη και καταδικασμένη. Και, βέβαια, για όσους επέμεναν να αντιστέκονται επιστρατεύθηκαν ο στιγματισμός και η συκοφαντία, η καταστολή και τα χημικά, η επιστράτευση και οι διώξεις.
   Η ελληνική κοινωνία σήμερα είναι εν πολλοίς ηττημένη και φοβισμένη. Το επιχείρημα ότι για την υποχώρηση ευθύνεται το πολιτικό υποκείμενο είναι μέχρις ενός σημείου βάσιμο, αλλά δεν επαρκεί για να εξηγήσει την κατάσταση. Η σχέση κοινωνίας και πολιτικού υποκειμένου είναι αμφίδρομη: όσο μια κοινωνία περιπίπτει σε αδράνεια, τα περιθώρια για το πολιτικό υποκείμενο στενεύουν. Και, πάντως, σε αυτό το έδαφος της αδράνειας αναπτύσσεται και η λογική της «ανάθεσης». Η κοινωνία ζητά από το πολιτικό υποκείμενο να πράξει όσα εκείνη δεν μπορεί· στη συγκεκριμένη περίπτωση, να δεσμευθεί ότι όταν πάρει την εξουσία θα καταργήσει τα αντιλαϊκά μέτρα του Μνημονίου, θα επαναπροσλάβει απολυμένους, θα ακυρώσει ιδιωτικοποιήσεις κοκ. Με αυτό τον τρόπο, η «ανάθεση» τροφοδοτεί τον εφησυχασμό της κοινωνίας και πολλαπλασιάζει τις προσδοκίες από το πολιτικό υποκείμενο.
Αυτό που δεν έχει γίνει, πιστεύω, αντιληπτό είναι ότι τα εκατοντάδες νομοθετικά μέτρα που επιβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια έχουν διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα. Έχουν δημιουργήσει ένα πλέγμα θεσμών, ρυθμίσεων, δεσμεύσεων και συμφωνιών, τα οποία δεν ακυρώνονται ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Ό,τι χάνεται σήμερα δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να ανακτηθεί αύριο – ούτε σε ποια έκταση, με ποιο τρόπο και ποιο κόστος. Πουθενά αυτό δεν είναι πιο ορατό απ’ ό,τι στις εργασιακές σχέσεις και τα δημόσια αγαθά. Όλα αυτά που για δεκαετίες θεωρούνταν «δεδομένα» (συλλογικές συμβάσεις, αποζημιώσεις, προστασία από απολύσεις, «δώρα», ωράριο) ήταν στην πραγματικότητα κατακτήσεις, είχαν δηλαδή αποκτηθεί από τους εργαζόμενους με πιέσεις και αγώνες. Δικαιώματα που είχαν κατακτηθεί και θεωρούνταν κατοχυρωμένα για δεκαετίες, εξανεμίστηκαν μέσα στα τέσσερα τελευταία χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για τα δημόσια αγαθά: σταδιακά η γη, το νερό, η ενέργεια εκποιούνται και πωλούνται σε ιδιώτες. Η αλήθεια είναι αμείλικτη: στη σημερινή κατάσταση, εάν η κοινωνία δεν υπερασπιστεί τις κατακτήσεις της, αυτές θα χαθούν· εάν δεν προστατεύσει τα δημόσια αγαθά, αυτά θα ιδιωτικοποιηθούν. Δεν πρόκειται για απειλή που διαγράφεται αόριστα, είναι η πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων. Κι αυτή η ήττα είναι στρατηγική, καθώς αφορά το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας. Το να σκεφτούμε και να επινοήσουμε τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αναστραφεί αυτή η κατάσταση αποτελεί, πιστεύω, επείγουσα προτεραιότητα για την Αριστερά.
Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων