Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Φυγή στο αίσιο μέλλον...


Ο τουριστικός παράδεισος και το τέλος των Πανεπιστημίων.
Ολα μαζί τα αλέθει η μυλόπετρα του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού της αυταρχικής λιτότητας. Εκατόμβες ανήμπορων και απόκληρων σωρεύονται σε κάθε γωνία, νηστικοί μαθητές διδάσκονται σε ετοιμόρροπα κτίρια χωρίς θέρμανση, άρρωστοι πληρώνουν «εισιτήριο» για να νοσηλευτούν στα δημόσια νοσοκομεία, ψυχοπαθείς διώχνονται από τα δημόσια ψυχιατρεία που κλείνουν, οι αυτόχειρες και οι χρεοκοπίες πολλαπλασιάζονται, η επαιτεία επανακάμπτει ως μαζικό φαινόμενο και μερικοί άνεργοι βρίσκουν δουλειά με 380 ευρώ τον μήνα.

Ομως, αν πιστέψουμε την κυρίαρχη ρητορεία, όλα αυτά τα θλιβερά αλλά «αναπόφευκτα» σημεία των καιρών μπορεί τελικώς να αποδειχτούν αναστρέψιμα. Οταν κάποτε, με το καλό, το πρωτογενές πλεόνασμα παγιωθεί, όταν θα έχουμε βγει από το «τούνελ», όταν θα έχουμε πλέον οριστικά ευθυγραμμιστεί προς τις υποδείξεις των επαϊόντων, μπορούμε ίσως να προσβλέπουμε στη μείωση της ανεργίας, στην άμβλυνση της εξαθλίωσης, στη «λελογισμένη» αύξηση μισθών και συντάξεων, στη θέρμανση όσων σχολείων δεν έχουν εν τω μεταξύ καταρρεύσει, στη βαθμιαία μείωση των δυσβάστακτων φόρων και ακόμα, ίσως, και στην κατάργηση του νοσοκομειακού εισιτηρίου!


Ακόμα και αν παραμένει αμυδρή, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Με τους «αίσιους» αυτούς οιωνούς μπορούν τουλάχιστον να παραμυθιάζονται όσοι έχουν ακόμα την ψυχολογική άνεση να καλλιεργούν την ευπιστία τους. Πολλώ μάλλον που μερικές εξελίξεις εμφανίζονται ως ήδη δεδομένες, ανεπίστρεπτες και ευπρόσδεκτες! Πράγματι, η διαφαινόμενη και προσδοκώμενη μετατροπή της χώρας σε έναν διεθνούς εμβέλειας τουριστικό παράδεισο, ανοίγει άπειρες προοπτικές για ένα καλύτερο αύριο. Τα σχεδόν 20 σημερινά εκατομμύρια τουρίστες μπορεί να φτάσουν τα 30, τα 50 ή και τα 100. «Χώρος» υπάρχει. Πολλές βραχονησίδες παραμένουν ακόμα ακατοίκητες, πολλά ακρογιάλια αναξιοποίητα και πολλές βουνοκορφές απάτητες. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να τις «κατακτήσουμε».

Το τίμημα είναι όμως βαρύ… Ακόμα και αν «πετύχει» η προβαλλόμενη αναπτυξιακή δυναμική της μόνης ανθούσας «βαριάς» εθνικής μας βιομηχανίας, οι όροι της εθνικής μας αυτογνωσίας θα μετατοπιστούν αποφασιστικά. Κινδυνεύουμε να μετατραπούμε συλλογικά σε ένα σύστημα εξυπηρέτησης αλλοδαπών απολαύσεων και να υποτάξουμε το κοινωνικό γίγνεσθαι σε μόνιμη εξάρτηση από την πάντα μεγαλόθυμη παγκόσμια συγκυρία. Ακόμα και αν δεν πεινούν, οι μελλοντικοί Ελληνες θα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε εξ ορισμού μη παραγωγικές δραστηριότητες και επαγγελματικές εξειδικεύσεις. Και, στην καλύτερη περίπτωση, η χώρα ολόκληρη θα μετατραπεί σε ένα είδος ετερόφωτης και υποβαθμισμένης Μυκόνου. Θα τείνουμε όλοι να μιλούμε, να σκεφτόμαστε, να σχεδιάζουμε, να οργανωνόμαστε και να λειτουργούμε χάριν και για λογαριασμό των άλλων. Ακόμα και αν παραμένει ζωντανή, η δημοκρατική αυτονομία θα εμφανίζεται απλώς ως θεσμική πολυτέλεια.

Στενά αλλά ανομολόγητα συναρτημένο με τις προοπτικές αυτές εμφανίζεται το εκπαιδευτικό και πολιτισμικό μας μέλλον. Ο οικονομικός πόλεμος εναντίον των ΑΕΙ, που απειλούνται με ασφυξία και ενδεχομένως με κλείσιμο, είναι χαρακτηριστικός της νέας εποχής που φαίνεται να ανατέλλει. Μαζί με την προβλεπόμενη κατάργηση του άρθρου 17 του ισχύοντος Συντάγματος, απειλείται με επ’ αόριστον παράλυση η οποιαδήποτε δυνατότητα κοινωνικού προγραμματισμού της ανώτερης εκπαίδευσης, και μαζί με αυτήν της εκπαίδευσης στο σύνολό της. Το ζήτημα δεν εξαντλείται με την αφηρημένη αντιπαράθεση γύρω από τα λεγόμενα «ιδιωτικά πανεπιστήμια». Πράγματι, όπως δεν κουράζονται να μας επαναλαμβάνουν, τα ιδιωτικά ΑΕΙ δεν είναι πάντα κακά. Σωστά. Αλλά είναι πάντα και εξ ορισμού ευπροσάρμοστα. Είναι ικανά για το καλύτερο και για το χειρότερο. Αρκεί βέβαια να είναι προσοδοφόρα. Η εκπαιδευτική ιδιωτικοποίηση θα ελιχθεί κατ’ ανάγκην στα συγκεκριμένα περιθώρια που της ανοίγονται μέσα στην τρέχουσα συγκυρία της κρίσης.

Ετσι, μπορεί κανείς να πιθανολογήσει ότι η κερδοφόρος εκπαιδευτική διαδικασία θα αντλήσει αμέσως τα αναγκαία συμπεράσματα. Από τη στιγμή που η χώρα φαίνεται να προσανατολίζεται προς την κατεύθυνση της μονόπλευρης τουριστικής ανάπτυξης, δεν έχει παρά να ακολουθήσει αδιαμαρτύρητα. Πράγματι, όπως συμβαίνει με οποιονδήποτε μονόπλευρο σχεδιασμό, ο κατά προτεραιότητα τουριστικός σχεδιασμός θα συνοδευθεί από θεαματικές μεταλλαγές στις ατομικές στρατηγικές.

Και στο πλαίσιο αυτό, μοιραία, τόσο η εκπαιδευτική προσφορά όσο και η εκπαιδευτική ζήτηση θα τείνουν να προσαρμόζονται στα κελεύσματα της αγοράς. Σαφώς, δε, μια τουριστική χώρα «χρειάζεται», άρα μπορεί να «απασχολήσει», περισσότερους πολύγλωσσους διερμηνείς, ξεναγούς, καλούς μαγείρους, επιδέξιους ξενοδοχοϋπαλλήλους και δημοσιοσχεσίτες και λιγότερους επιστήμονες και ειδικευμένους τεχνικούς, που, ακόμα και αν και όταν τους χρειαστεί, θα μπορέσει να τους «εισαγάγει».

Η δημόσια εκπαίδευση είναι δε εξ ορισμού πολύ λιγότερο αποτελεσματική από την ιδιωτική. «Απαλλαγμένη» από τα «βάρη» της ανθρωπιστικής κουλτούρας, «απελευθερωμένη» από τις δεσμεύσεις των εθνικών παραδόσεων και φαντασιώσεων, καθημαγμένη στην προτεραιότητα της κερδοφόρας αγοραίας εργαλειακής λογικής, η ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση του προσεχούς μέλλοντος δεν θα χρειάζεται να οδηγεί τη νεολαία ούτε στη βαθιά γνώση, ούτε στην καλλιέργεια κριτικής συνείδησης, ούτε στη θεραπεία οικουμενικών αξιών όπως η χειραφέτηση, η ελευθερία και η αδελφότητα. Δεν θα χρειάζεται καν να επιμένει στην ανάγκη της άρτιας γλωσσικής έκφρασης, στην ανάπτυξη της φαντασίας και στη συνεπή νοηματική ακριβολογία. Ο νόμος της παιδείας θα οριοθετείται από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα όπως ό,τι δεν είναι αναγκαίο, χρήσιμο και αξιοποιήσιμο δεν είναι απλώς «περιττό» και εξοβελιστέο. Είναι επίσης και δαπανηρό σε χρόνο, ενέργεια και χρήμα.

Η χώρα πρέπει λοιπόν να μάθει να «αρκείται» σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο. Οι περίοδοι των εκπαιδευτικών «παχειών αγελάδων», όπου οι Ελληνες καλούνταν πριν από όλα να εθιστούν στο να σκέφτονται για λογαριασμό τους, έχουν, μας λένε, παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η νέα γενιά πρέπει να διδάσκεται εξ απαλών ονύχων ότι μόνος στόχος της εκπαίδευσης είναι η εξαργύρωσή της.

Αυτό είναι στην πραγματικότητα το επίκεντρο της σθεναρής αντίστασης των περισσοτέρων ΑΕΙ στις διαδικασίες που επαγγέλλονται της προϊούσα φίμωσή τους. Εις πείσμα όλων εκείνων που θέλουν να την ερμηνεύουν ως σύμπτωμα ενός λαϊκιστικού κορπορατισμού δεν εκφράζει παρά την αγωνία μπροστά στην τύφλωση μιας εξουσίας που δεν βλέπει ή δεν θέλει να βλέπει πέρα από τη μύτη της. Η δήλωση του πρύτανη Πελεγρίνη ότι είναι «καλύτερα να χαθεί ένα εξάμηνο από το να χαθεί το Πανεπιστήμιο» δεν φθάνει στο βάθος του ζητήματος.

Στην πραγματικότητα, αυτό που απειλείται δεν είναι μόνο το Πανεπιστήμιο και εκείνοι που επιμένουν να θεραπεύουν τη γνώση ενάντια σε όλα τα ρεύματα, αλλά το ίδιο το μέλλον της χώρας και των κατοίκων της. Ολα φαίνεται να συμβαίνουν ως εάν όλα τα περιθώρια εξέλιπαν. Εάλω η χώρα. Εάλω η φύση της και το μοναδικό φυσικό μας περιβάλλον. Εάλω η γνώση. Εάλω η αυτογνωσία. Εάλωσαν οι Ελληνες! Και ταυτοχρόνως, ερρέτωσαν οι αιρετικοί, οι «κριτικοί» και όλοι όσοι επιμένουν να παραδοξολογούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων