Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

γενεθλιάζουσες...

nullapoenasinelege...
533029_4827908010469_1885386568_n
δεν είναι ότι μετανιώνω μωρέ. για τίποτα δεν μετανιώνω. ούτε απ’ αυτά που έκανα ούτε απ’ αυτά που μου κάνανε. όλα όμορφα ήταν μες στην ασχήμια τους. ούτε με νοιάζει το μεγάλωμα. καλύτερα δεν είμαστε τώρα;
λίγο μεγαλύτεροι, λίγο ομορφότεροι, πιο γεμάτοι, πιο σίγουροι, ελάχιστα πιο διαβασμένοι. εντάξει, πιο καλά είναι τώρα, την υποψιαστήκαμε τη φάση, την ψάξαμε, άμα έχεις φάει σφαλιάρα δεν αισθάνεσαι πληγωμένος, ζωντανός νιώθεις, τα σημάδια από τα δάχτυλα της παλάμης που σου έχωσαν το χαστούκι πάνω στο μάγουλό σου είναι απόδειξη ζωής, βγήκαμε από τη γυάλα ρε παιδί μου αυτό είναι όλο.
αλλά με πιάνει το παράπονο για ό,τι και για όποιον αφήνω πίσω μου, γιατί τώρα πια ξέρω ότι αφήνω ανθρώπους πίσω μου, δεν γίνεται αλλιώς ρε παιδιά, πρέπει να συνταιριάζουν οι ανάσες μας για να ζούμε μαζί.
ξέρεις τι δένει τους ανθρώπους; το μέλλον. το μέλλον και όχι το παρελθόν. θέλω οι γραμμές των ημερών που έρχονται κάπου να τέμνονται, τι κι αν συναντήθηκαν οι γραμμές μας παλιά, αύριο πού θα είναι η γραμμή σου, θα σε βρω ξανά μπροστά μου να φωνάξουμε μαζί, αυτό με καίει, ο γέγονε γέγονε και ούτε που με νοιάζει πια, δεν έχω παράπονο, αν θες να βγεις και να φωνάξεις εγώ την άφησα, πρόλαβα πρώτος, προχώρησα, κάντο, δεν με νοιάζει καθόλου, αλήθεια σου λέω μωρέ, μέσα μας την αλήθεια την ξέρουμε όλοι, κι εσύ κι εγώ.
είναι που εγώ δεν φωνάζω, είναι που οι μεγάλες οι αλλαγές λαμβάνουν χώρα σιωπηλά, κάπου βαθιά μέσα μου έβαλα μια νύχτα στο πουθενά το τέλος χωρίς να το πω πουθενά, κι έκανα εκείνη τη νύχτα τον πιο ήσυχο, τον πιο γαλήνιο ύπνο. τα ξεπλήρωσα όλα μωρέ, όλα, λεπτό προς λεπτό, στιγμή προς στιγμή, κι όταν κοιμάμαι ήσυχη τις νύχτες ξυπνάω δυνατή και καθαρή, έτοιμη να σκίσω την μπλούζα μου και να την κάνω σημαία, jamaica, jamaica, τέτοια σημαία εννοώ, λάβαρο μουσικής και αδερφοσύνης.
μεγαλώνουμε αλλά καθαρίζουμε μέσα μας τα απομεινάρια κι αυτό ίσως να είναι ευτυχία καθαρή. να ξυπνάς σαν να ξύπνησες πρώτη φορά, ναι αυτό να κάνουμε, να ζήσουμε πολλές φορές μέσα σε μία, αιώνια φτωχοί στις τσέπες και αιώνια πλούσιοι σε ιστορίες, έχεις δει κάτι γιαγιάδες στο δρόμο που σου χαμογελάνε σαν κοριτσάκια, έτσι θέλω να γεράσω, να γεμίσω ρυτίδες έκφρασης, να μην περνάει ούτε μια μέρα ανέκφραστη, να σκαφτεί το πρόσωπό μου από συναισθήματα, να σκαφτεί το κορμί μου από ανθρώπους, δεν με νοιάζει που περνάνε τα χρόνια, σημασία έχει πώς στο διάολο περνάνε.
κι όσο μεγαλώνουμε όλο πιο ανώριμοι να γινόμαστε, δε με νοιάζει μωρέ η ειρωνεία όλων αυτών που κάποτε ζήσαμε μέρες και νύχτες μαζί και τώρα γελάνε πίσω και μπροστά από την πλάτη μου, το μόνο που με νοιάζει είναι που μοιράστηκα μερόνυχτα με ανθρώπους κακούς και άδειους, αλλά εγώ πάντα έτσι ήμουνα, δεν κρύφτηκα, σας τα ‘λεγα ρε μαλάκες από παλιά πώς τα σκεφτόμουνα τα πράγματα, και όταν μου λέγατε ξεκόλλα και προσγειώσου επιτέλους εγώ σταμάταγα την κουβέντα· γιατί δεν ήθελα πια να συνεχίσω να μιλάω μαζί σας, γιατί καταλάβαινα πως ό,τι λέω είναι πολύ ακριβό για να μπει σε κουβέντα με τυχάρπαστους, γιατί εγώ δεν σας ενοχλούσα ποτέ στη δικιά σας ουτοπία που δεν ήταν ουτοπία αλλά ζωή στριμωγμένη μέσα σε υποκοριστικά, κι έτσι δεν ήθελα ούτε κι εσείς να με ενοχλείτε, γιατί μου λέγατε να προσγειωθώ αλλά εγώ είχα φτάσει ήδη στα έγκατα της γης και είχα ξανανέβει ήδη στον ουρανό, για πλάκα μωρέ προσγειώνομαι και ξαναφεύγω, άμα δεν το είδατε ποτέ δεν μπορώ να βοηθήσω, δεν κρύφτηκα ποτέ, εσείς δεν θέλατε να δείτε και τώρα ξαφνικά εκπλήσσεστε τάχα μου, μα ποια είναι αυτή, λέτε όπου βρεθείτε, κι εγώ γελάω.
γελάω γιατί το κλάμα μου το σκορπάω για πόνους αληθινούς τώρα πια.
καλά είναι που λες κι έτσι. ξεχωρίσανε επιτέλους η ήρα από το σιτάρι γιατί είχανε γίνει κουβάρι τόσα χρόνια, αλλά εμένα μου αρέσει αυτή η εποχή γιατί μπορείς επιτέλους να είσαι ξεκάθαρος, και να βρεις κι άλλους ξεκάθαρους σαν εσένα, και μαζί να κάνετε όνειρα- δεν θα βγούνε μωρέ, το ξέρω- άλλος είναι ο σκοπός, πού να σου εξηγώ τώρα, άμα δεν καταλαβαίνεις τράβα το δρόμο σου, αυτό προσπαθώ να πω τόση ώρα, ότι διώχνω κόσμο τώρα πια γιατί δεν με νοιάζει, άλλα πράγματα με καίνε, κατάλαβες, αυτά που εσένα δεν σε κάψανε ποτέ, κι εγώ θέλω να μοιραστώ τις στάχτες μου με κόσμο.
με κόσμο όμορφο.
σαν την ομορφιά τίποτα αδερφάκι μου.
γι’ αυτό χαίρομαι που μεγαλώνω, γιατί όσο περνάνε τα χρόνια γίνομαι όλο και πιο ανάλαφρη, περπατάω και πετάω με αναίδεια τα βάρη μου, γιατί δεν είναι δικά μου, είναι τα δικά σας σκουπίδια που μου τα φορτώσατε κι εγώ τα πήρα ο βλάκας, αλλά τώρα πια δεν θέλω κανενός άλλου τα σκουπίδια, θέλω μόνο τα δικά μου βάρη, γιατί και το βάρος τι είναι; μια δύναμη.
| δράση – αντίδραση, φυσική για αρχάριους |
αντιδράω στο βάρος με μια άλλη δύναμη, κρυφή, κι έτσι μπορώ να γεννάω στιγμή προς στιγμή στιγμές καινούριες, ενώ εσείς μένετε για πάντα καρφωμένοι στη γη, υπόδουλοι, δεν σας περνάει καν από το μυαλό πως γίνεται να συμβεί και κάτι άλλο, ε ρε παιδιά δεν σας φταίει κανένας.
ε κάπως έτσι θα πάμε παρακάτω, χαμογελώντας και όχι γελώντας, εμένα μου αρέσει το μειδίαμα γιατί είναι υπαινικτικό, άσε τις βαρύγδουπες δηλώσεις για άλλους μωρέ, άμα μπορούσα να ζωγραφίζω θα ήθελα ό,τι έχω να πω να το κάνω εικόνα, να τριγυρνούσα στην πόλη σαν τρελή κουβαλώντας πινέλα και μπογιές και ποτέ πια να μην ξαναμιλούσα, αλλά όλη μου η ζωγραφική δεινότητα περιορίζεται σε δυο βουνά που σμίγουν κι έναν ήλιο που ξεπετάγεται ανάμεσά τους, οπότε αναγκαστικά θα συνεχίσω να λέω ιστορίες.
και να τραγουδάω τραγούδια.
τραγούδια όπως αυτό.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων