Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Περί δημόσιας τάξης, υπουργών και ευνούχων...

Της Αναστασίας Τσουκαλά, απο το Red NoteBook...
Κερατσίνι, Σεπτέμβρης 2013. Τραμπούκοι φασίστες. Πλάϊ-πλάϊ με τα ΜΑΤ, ενάντια σε αντιφασίστες διαδηλωτές. Εικόνα οικεία. Όπως οικείο είναι και το τελετουργικό της καταγγελίας της ώσμωσης, από την αντιπολίτευση και την κοινωνία των πολιτών, και αυτό της διάψευσής της από την Αστυνομία. Δεν υπάρχουν αιμομεικτικές σχέσεις μεταξύ ΕΛ.ΑΣ και φασιστών πολιτών, διατείνονται διαχρονικά οι εκάστοτε ένοικοι της Κατεχάκη. Πέραν κάθε αδιάψευστης απόδειξης. Πέραν κάθε λογικής. Και ο υπουργός; Τι ρόλο υποδύεται ο υπουργός Δημόσιας Τάξης σε αυτή την αέναη θεατρική παράσταση όταν σβήνουν τα φώτα της ράμπας;

Στο ερώτημα «ποιος ευθύνεται για την αστυνομική βία και αυθαιρεσία;», η απάντηση των πολιτικών ελίτ και των ΜΜΕ στρέφεται κυρίως κατά της πολιτικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. Μονομερής απόδοση ευθυνών που επιτρέπει τη μόνιμη πολιτικοποίηση του προβλήματος, με προφανή οφέλη για την εκάστοτε αντιπολίτευση, και λειτουργεί καθησυχαστικά προς την κοινή γνώμη και την πολιτική τάξη στο βαθμό που καλλιεργεί τον μύθο του πολιτικού ελέγχου της Αστυνομίας. Βέβαια, προφανώς και δεν αποκλείεται ποτέ η άσκηση αστυνομικής βίας να είναι όντως αποτέλεσμα υπουργικών εντολών ή, έστω, απόρροια ιδεολογικής σύμπλευσης ενός υπουργού Δημόσιας Τάξης με ορισμένες υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές, αυτή η γραμμική ανάγνωση της λειτουργίας της Αστυνομίας είναι υπεραπλουστευτική, αν όχι εντελώς λανθασμένη.

Σε περίπτωση βίαιης αστυνόμευσης διαδηλώσεων, παραδείγματος χάρη, η ενδεχόμενη συνενοχή της πολιτικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ είναι έμμεση. Είναι σιωπηρή η αποδοχή της χρήσης των ειδικά συγκροτημένων για παρεμφερείς σκοπούς ηθελημένα βίαιων διμοιριών ΜΑΤ. Όπως σιωπηρή είναι και η συναίνεση στην παράνομη απόκρυψη των διακριτικών αριθμών των μελών τους, ή στη μεταγενέστερη συγκάλυψη των έκνομων συμπεριφορών τους – ακόμα και αν αυτές δεν επεδιώχθηκαν ούτε εγκρίνονται από την πολιτική ηγεσία της Αστυνομίας.



Το τελευταίο σκέλος θέτει το ζήτημα των ορίων της άσκησης πολιτικού ελέγχου στην Αστυνομία. Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Έχει όμως οξυνθεί εξαιτίας της ρευστότητας του πολιτικού πεδίου της μνημονιακής εποχής. Διότι ναι μεν η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να θέλει να καταστείλει πάση θυσία τις λαϊκές κινητοποιήσεις, αλλά η ραγδαία εξάπλωση της Χρυσής Αυγής εντός της Αστυνομίας νομιμοποιεί ολοένα και περισσότερο βίαιες πρακτικές σε βάρος όλων των ιδεολογικών αντιπάλων της – και η βία αυτή ασκείται συχνά αυτόνομα από τις όποιες κυβερνητικές αποφάσεις. Επιπλέον, η εξασφάλιση της περαιτέρω ανόδου της Χρυσής Αυγής στην πολιτική σκηνή εξαρτάται στενά από την καλλιέργεια ενός κλίματος έντασης που, εν προκειμένω, κλιμακώνεται και μέσω της αστυνομικής βίας – η οποία επίσης ασκείται συχνά αυτόνομα από τις όποιες κυβερνητικές αποφάσεις, δεδομένου ότι νοείται ως μέσο ενίσχυσης ενός ανταγωνιστικού προς την κυβέρνηση κόμματος.

Όταν είναι ενδεικτική της αυτονόμησης της Αστυνομίας από την πολιτική της ηγεσία, η αστυνομική βία και αυθαιρεσία παίρνει διάφορες μορφές. Άλλοτε οι αστυνομικές ενέργειες ή η ανοχή παράνομων συμπεριφορών πολιτών παραμένουν αφανείς, ως μη καταγεγραμμένες πρωτοβουλίες ενός ή περισσότερων αστυνομικών. Άλλοτε εκδηλώνονται ως συγκυριακή παράβαση καθήκοντος ή απείθεια ενός ή περισσότερων αστυνομικών. Άλλοτε, τέλος, εμφανίζονται ως οργανωμένη διαχρονική παράβαση καθήκοντος ή απείθεια θυλάκων εντός συγκεκριμένων υπηρεσιών ή μονάδων, ή ως απόρροια προβοκατόρικων δράσεων, παραπέμποντας σε ένα λίγο ώς πολύ ισχυρό παρακράτος.

Η συστηματική συγκάλυψη αυτής της αυτονόμησης υπακούει σε πολλές σκοπιμότητες. Σε πολιτικό επίπεδο, αποκρύπτει την απώλεια εξουσίας της πολιτικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ ακόμα και αν αυτό συνεπάγεται την έκθεσή της σε σωρεία κριτικών από την αντιπολίτευση και την κοινωνία των πολιτών για τη συμβολή της στην αποδυνάμωση του κράτους δικαίου. Σε διοικητικό επίπεδο, επιτρέπει τη διατήρηση στρεβλών ισορροπιών εντός της Αστυνομίας, καθώς η χρόνια απουσία εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων και η παράβλεψη διαφόρων συνδικαλιστικών αιτημάτων αντισταθμίζονται με την ανοχή των έκνομων συμπεριφορών των αστυνομικών. Σε ιδεολογικό επίπεδο, δηλώνει πρωτίστως την ομηρία της πολιτικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ, που βρίσκεται πάντα αντιμέτωπη με το φάσμα της λευκής απεργίας αν τυχόν θελήσει να περιορίσει ουσιαστικά το εύρος της αστυνομικής αυθαιρεσίας.

Στην κυρίαρχη εικόνα ενός παντοδύναμου υπουργού Δημόσιας Τάξης οφείλουμε επομένως να αντιτάξουμε τη λιγότερη ηρωική, αλλά πλησιέστερη προς την πραγματικότητα, εικόνα ενός υπουργού-ευνούχου: που γνωρίζει πώς είναι η άσκηση εξουσίας, θα ήθελε να ασκήσει την εξουσία που του αναλογεί εντός του υπουργείου του, αλλά δεν μπορεί. Αρκείται απλώς στην απόκρυψη της αλήθειας μέσα από επικοινωνιακά παιχνίδια.

Μπορούμε άραγε να διαπιστώσουμε αν ο τωρινός υπουργός ανήκει στη μία ή στην άλλη κατηγορία; Ναι. Αν δώσει στη δημοσιότητα εντός 24 ωρών, όπως είχε κάποτε υποσχεθεί ο προκάτοχός του Μ. Χρυσοχοϊδης, το όνομα του αστυνομικού που τραυμάτισε βαριά τον Μάριο Λώλο τον Απρίλιο του 2012, θα υποθέσουμε εύλογα ότι δεν ανήκει στην κατηγορία των υπουργών-ευνούχων. 


H Αναστασία Τσουκαλά είναι Αναπληρώτια Καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris XI. Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της παρέμβασής της στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Διεθνής Αμνηστία με θέμα την αστυνομική βία, και τίτλο «Una generazione meno. Tra luci e ombre. Μια γενιά λιγότερη. Ανάμεσα στα φώτα και τις σκιές» (19.9.2013).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων