Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

ώς εδώ με όσα καταρρακώνουν την αξιοπρέπειά μας...

Διορίστηκα ως μαθηματικός στο δημόσιο σχολείο το 2001 μετά από συμμετοχή σε εξετάσεις του Α.Σ.Ε.Π. Από τότε μέχρι σήμερα δίδαξα σε σχολεία, εκτός από ένα διάστημα που είχα εκπαιδευτική άδεια και έκανα μεταπτυχιακό στη Διδακτική των Μαθηματικών. Δίδαξα σε όλων των ειδών τα σχολεία. Σε Λύκεια και σε Γυμνάσια, σε Πειραματικά, σε Αθλητικά, σε σχολεία σε πόλεις, σε κωμοπόλεις, κοντά στα σύνορα,σε αγροτικές και σε αστικές περιοχές. Από την αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα. Οι δυσκολίες αυτές αφορούσαν όλες τις παθογένειες του ελληνικού σχολείου, που είναι και ευρύτερες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.
Σχετικά με τη διδασκαλία των Μαθηματικών μπορώ συνοπτικά και ενδεικτικά να αναφέρω ορισμένα από τα προβλήματα:
Το πρόβλημα διαχείρισης μιας τεράστιας ύλης για τις εξετάσεις στην Γ΄ Λυκείου (και όχι μόνο), τη λειτουργία του Λυκείου, αλλά πολλές φορές και του Γυμνασίου ως προπαρασκευή για το Πανεπιστήμιο, γεγονός που διαφοροποιεί τους μαθητές σε μία τάξη και δημιουργεί πολλές ταχύτητες γνωσιακές και ενδιαφερόντων. Το πρόβλημα της πρόσβασης σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που θα χρησίμευαν στην καλύτερη κατανόηση των μαθηματικών εννοιών, αλλά και ως ερευνητικό εργαλείο για την επίλυση προβλημάτων από τους μαθητές, Η καθημερινή αντιμετώπιση κουρασμένων μαθητών ειδικά στις μεγάλες τάξεις του Λυκείου, εξοντωμένων από την εντατικοποίηση της ημερονύχτιας προετοιμασίας τους για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Η παντελής έλλειψη σύνδεσης των Μαθηματικών με τη ζωγραφική, με τη μουσική, με τα προβλήματα της καθημερινής ζωής, ώστε να θεμελιωθεί στη συνείδηση των μαθητών η σημασία τους στη ραχοκοκαλιά του εκπαιδευτικού συστήματος. Η έλλειψη εκπαιδευτικής στρατηγικής και εκπαιδευτικών στόχων από την πλευρά των διοικητικών και εκπαιδευτικών προϊσταμένων. Η εγκατάλειψη και αδιαφορία από την πλευρά του υπουργείου για το διδακτικό έργο και τη βοήθεια που χρειάζονται οι εκπαιδευτικοί προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά τους.

Όλα αυτά γίνονταν εμφανή με το «Καλημέρα». Τα πάντα απέπνεαν το άρωμα της εγκατάλειψης και τυχαιότητας. Από την εισαγωγική επιμόρφωση (στη διάθεση των ενδιαφερομένων το υλικό), όπου μάθαμε ασύνδετες και αντικρουόμενες πληροφορίες επί παντός του επιστητού, ώς την πρώτη φορά που αντίκρισα σύμβουλο για 5(!) ολόκληρα λεπτά την πρώτη χρονιά που δίδασκα, αφού εκείνο το πρωί θα επισκεπτόταν άλλα 6 σχολεία του νομού Πέλλας. (Η δεύτερη φορά ήταν μετά από πέντε χρόνια σε Πειραματικό σχολείο με αφορμή μια δειγματική διδασκαλία. Τον πλησίασα μάλιστα και του δήλωσα ότι είμαι βαθύτατα συγκινημένος γιατί πρώτη μου φορά έβλεπα σύμβουλο live.) Μεγάλη εντύπωση μου προξένησε και η παρατήρηση εκείνου του ανεκδιήγητου λυκειάρχη μου στην Αριδαία, να μη βγάζω τόσο πολλές φωτοτυπίες γιατί κοστίζει ακριβά το χαρτί!
Εν ολίγοις έμαθα να διδάσκω «στου κασίδη το κεφάλι» ακολουθώντας το δικό μου ένστικτο και λογική. Αναφέρω αυτά τα προβλήματα, σταχυολογώντας τα από το «τεχνικό» μέρος του επαγγέλματος, έτσι ώστε να αποκαλύψω παρακάτω πόσο κροκοδείλια είναι τα δάκρυα που χύνουν οι αρμόδιοι υπουργοί και οι παρατρεχάμενοί τους για την κατάσταση που επικρατεί στην εκπαίδευση.
Κάτι τέτοιο δε σημαίνει πως αυτά τα προβλήματα ήταν τα μόνα που αντιμετώπιζα. Οι εκπαιδευτικοί, λ.χ., ήμασταν και πριν από την κρίση, από τους πιο κακοπληρωμένους, σε σχέση με τους Ευρωπαίους συναδέλφους μας. Και πριν από την κρίση, οι μαθητές και οι οικογένειές τους ξόδευαν μεγάλα χρηματικά ποσά (σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα για τα μαθήματα ή τις ξένες γλώσσες και σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες) προκειμένου να μάθουν τα παιδιά όλα εκείνα που δεν μπορούσαν να μάθουν στο δημόσιο σχολείο. Αυτό προκαλεί τη δικαιολογημένη δυσφορία όχι γενικά και αόριστα της κοινωνίας αλλά των πιο χαμηλών στρωμάτων που από τη μια δεν έχουν τη δυνατότητα να ξεφύγουν από το φορομπηχτικό μηχανισμό του κράτους (όπως ορισμένοι μεγαλόσχημοι εκδότες, καναλάρχες ή εφοπλιστές, που ακόμα και σήμερα τους παρακαλάμε να αγοράσουν κάτι απ’ τα φιλέτα του Δημοσίου που πωλούνται κοψοχρονιά), ενώ από την άλλη είναι υποχρεωμένα να πληρώνουν αδρά για να σπουδάσουν τα παιδιά τους από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού έως και τις Μεταπτυχιακές τους σπουδές. Το Δημόσιο σχολείο ήταν και είναι απαξιωμένο και κολλημένο σε γνώσεις και τρόπους μετάδοσης της γνώσης που έχουν ξεπεραστεί προ πολλού από την πραγματικότητα. Όλα αυτά τα χρόνια ζητήματα δείχνουν πως η κατάσταση στην Παιδεία είχε πολλά μελανά σημεία και πριν από την κρίση και περιγράφουν την πραγματικότητα ενός εκπαιδευτικού πολύ πριν ξεσπάσει το μπουρίνι.
Πέρσι όμως κάτι είχε αλλάξει στο σχολείο (1ο ΓΕ.Λ. Πειραιά) όπου επέστρεψα μετά την εκπαιδευτική μου άδεια. Είχε περάσει ένας χρόνος από την «αναβάθμιση» της κυρίας Διαμαντοπούλου που είχε φροντίσει ως υπουργός να καθυστερήσει τη διανομή των βιβλίων γύρω στους 2 μήνες. Εμείς στο σχολείο μου είχαμε όλα τα βιβλία. Μόνο που δεν είχαμε χαρτί για φωτοτυπίες. Έτσι ο κάθε καθηγητής που ήθελε να βγάλει κάποιες φωτοτυπίες, τις αγόραζε με δικά του χρήματα και τις «έκρυβε» στο γραφείο του. Άλλωστε γιατί όχι; Μήπως δε μας περισσεύουν αρκετά από τις απανωτές αυξήσεις μισθών από το 2009 ώς σήμερα, από τα διπλάσια και τριπλάσια που μας δίνουν από δώρα και επιδόματα αδειών ή από τις επαναλαμβανόμενες μειώσεις σε φόρους; Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, αυτό κράτησε κάνα-δυο μήνες μόνο. Ήταν από τα προβλήματα που αντιμετωπίστηκαν τελικά.
Εκείνο που δεν αντιμετωπίστηκε, και όσο πάει επιδεινώνεται, είναι η ψυχική διάθεση των ίδιων των καθηγητών αλλά και των μαθητών: καθ’ όλη τη διάρκεια της περσινής χρονιάς είχαν χάσει τον ύπνο και την ησυχία τους. Όχι μόνο για την κατάσταση που αντιμετώπιζαν στην καθημερινότητά τους με τα δάνεια που αδυνατούν να πληρώσουν, τις περικοπές σε βασικές ατομικές και οικογενειακές ανάγκες. Το άγχος και η αγωνία τους αφορούσε το μέλλον, το οποίο δε διαγράφεται και τόσο ευοίωνο. Οι πιο πολλοί ένιωθαν ξεκρέμαστοι, απεγνωσμένοι, και ο περισσότερος χρόνος τους αναλωνόταν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν «πού πάει το πράγμα», «πόσο θα κρατήσει» και ποιοι, πώς και αν «θα είναι ανάμεσα σε αυτούς που θα σωθούν».
Ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες όμως, πολλοί από εμάς δεν μπορούμε ακόμα να το πιστέψουμε: νομίζουμε πως «τα χειρότερα δεν αφορούν εμάς, δε θα συμβούν σε εμάς, μάλλον εμείς θα τα αποφύγουμε». Ακόμα και μετά από τόσα που έχουν γίνει γύρω μας, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι «η καμπάνα χτυπάει για όλους μας». Ίσως λοιπόν πρέπει κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσουμε ότι ο καθένας μας πρέπει να βάλει κάποια όρια και να πει «ώς εδώ» απέναντι σε όλα όσα του καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια. Τι στο καλό; Ας αναλάβουμε άφοβα την ευθύνη που έχουμε απέναντι στον εαυτό μας και τη λογική μας. Ας καταλάβουμε πόσο μάταιες μπορούν να γίνουν οι απειλές κι ο φόβος αν εμείς δε στήνουμε μπροστά μας τα φαντάσματά τους. Ας τολμήσουμε να αρνηθούμε να χορέψουμε στο ρυθμό που μας βαράνε όλοι όσοι έχουν συμφέρον ή νομίζουν πως έχουν συμφέρον να μας εκβιάζουν. Δεν είναι εύκολο. Αλλά δεν έχουμε και άλλη λύση. Στο κάτω κάτω τι έχουμε να χάσουμε; Τι μπορούν να μας κάνουν; Να μας απολύσουν; Μα σε λίγο θα παίρνουμε τόσο λίγα που δε θα θέλουμε εμείς να μείνουμε. Ας σκεφτούμε και ο καθένας μια διάδοχη κατάσταση. Ας σκεφτούμε πώς ζουν άλλοι συνάνθρωποί μας πολύ κοντά μας κι ας αντισταθούμε. Κι όταν λέω αντίσταση, δεν εννοώ μόνο σε πορείες και συλλογικά. Αναφέρομαι στην καθημερινή αντίσταση στους παραλογισμούς που ασκεί πάνω μας η εξουσία. Πού μας οδήγησε ώς τώρα ο φόβος και η υποχωρητικότητα; Όσοι δεν μπορούν να πειστούν, απλώς τους παροτρύνω να σκεφτούν και να απαντήσουν τι θα έλεγαν αν κάποιος το 2008 τους περιέγραφε πώς θα είναι η κατάσταση πέντε χρόνια μετά.
Δεν είμαι απαισιόδοξος. Παλεύω για τη ζωή μου. Πιστεύω και ελπίζω για το μέλλον. Έχω όνειρα για μένα, τους γιους μου, τη γυναίκα μου, τους μαθητές μου. Το ότι ονειρεύομαι όμως, δε σημαίνει ότι κοιμάμαι. Βλέπω ξεκάθαρα ότι η κατάσταση χειροτερεύει κι ότι όσο συνεχίζεται αυτή η πολιτική από τους ιθύνοντες, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού οδηγείται στο περιθώριο της κοινωνίας. Πόσο μεγάλο; Δεν είναι το πρόβλημα του 30% της ανεργίας. Είναι οι συνθήκες εργασίας για τους υπόλοιπους – νέους και παλιότερους. Είναι που πρέπει να βάλεις μέσο για να βρεις μία εργασία με 500 ευρώ ανασφάλιστος. Είναι η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Είναι η ανασφάλιστη εργασία – όχι βέβαια από τη σκοπιά των εσόδων του κράτους αλλά από την πλευρά των εργαζομένων χωρίς δικαίωμα περίθαλψης. Είναι η υγεία και η παιδεία που αν συνεχίσουν έτσι τα πράγματα, θα παρέχονται μόνο σε όσους μπορούν να πληρώσουν αδρά. Είναι η συστηματική –τώρα και με νόμο– καταστρατήγηση του οχταώρου, των υπερωριών και πλήθους άλλων εργατικών δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα όλοι οι «παροικούντες την Ιερουσαλήμ» ξέρουν καλά ότι αυτά που γράφουν στα χαρτιά τα δικαιώματα και η εργατική νομοθεσία καταστρατηγούνται συστηματικά και η πραγματικότητα απέχει από αυτή την εικόνα.
Η κατάθλιψη που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία ήταν φυσικό επόμενο να επεκταθεί στις τάξεις και τα προαύλια. Καθηγητές και μαθητές, μέσα σε δύσκολες υλικές συνθήκες, προσπαθούσαμε να παριστάνουμε ότι «δεν τρέχει και τίποτα σοβαρό». Όμως η πραγματικότητα ήταν πάντα εκεί. Στο σχολείο μας υπήρχαν –και υπάρχουν– παιδιά που οι οικογένειές τους δεν είχαν ούτε τα απαραίτητα. Όπως υπήρχαν και πολλά άλλα οξυμμένα κοινωνικά προβλήματα σε οικογένειες, από αυτά που πάνε παρέα με την ανέχεια και τη μιζέρια. Προσπαθούσαμε κι εμείς να βοηθήσουμε όσο μπορούσαμε την κατάσταση – και θα συνεχίσουμε. Όσο για την εικόνα που έχουν τα παιδιά για την κοινωνία και το μέλλον τους; Ίσως ποτέ καμία άλλη γενιά να μην ήταν τόσο φορτωμένη με βάρη δυσβάσταχτα και αταίριαστα για το νεαρό της ηλικίας τους. Φυσικά δεν το βάζανε κάτω. Πολλά παιδιά έψαχναν τις απαντήσεις, ψηλαφούσαν τη ζωή, έμπαιναν για τα καλά στο παιχνίδι της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας μεταξύ τους. Ευτυχώς που εμείς πέρσι είχαμε και την αρωγή του Συλλόγου Γονέων, ώστε να χρηματοδοτηθούν κάποιες απολύτως απαραίτητες δραστηριότητες.
Συγχρόνως οι φήμες για τα εργασιακά μας έδιναν και έπαιρναν. Αν η περσινή χρονιά ήταν ταινία θα είχε τίτλο «Rumor has it». Τι δεν ακούσαμε: ότι θα χτυπάμε κάρτα, ότι θα απολύσουν καθηγητές, ότι οι ελεγκτές δημόσιας διοίκησης στο ρόλο ράμπο θα πραγματοποιούν αιφνιδιαστικούς ελέγχους και θα τιμωρούν αμείλικτα κάθε παρατυπία, ότι, ότι… Από ποιους; Μα φυσικά από τους βασιλικότερους του βασιλέως, κάθε λογής διευθυντάδες και προϊσταμένους, που πολλοί τους υπήρξαν και μαχητικοί-ενωτικοί συνδικαλιστές και που είναι πρόθυμοι να επιβάλουν με υπέρμετρο ζήλο και οσφυοκαμψία τον εκσυγχρονισμό, όπως αυτοί τον καταλαβαίνουν: ένα σχολείο με φοβισμένους και πειθήνιους δασκάλους, που πολύ χριστιανικά θα γυρίζουν και το άλλο μάγουλο σε κάθε χαστούκι, ευγνωμονώντας την τύχη που έχουν μια θεσούλα στο σχολείο – τουλάχιστον δεν είναι στη λίστα των 1,5 εκατομμυρίων ανέργων.
Η πραγματικότητα για τα εργασιακά μας είναι βέβαια στα περισσότερα αν όχι σε όλα, χειρότερη: Φέτος αυξήθηκε ο αριθμός των ωρών διδασκαλίας κατά 2 την εβδομάδα σε όλους τους καθηγητές. Παράλληλα μεθοδεύουν την κατάργηση της θέσης για τους μόνιμους σε συγκεκριμένη εκπαιδευτική περιφέρεια (π.χ. Α΄ Πειραιά) ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να τους στείλουν όπου επιθυμούν «για τις ανάγκες της υπηρεσίας». Εξαίφνης το καλοκαίρι βάλανε μέσα σε μία νύχτα λουκέτο σε όλα τα Τεχνικά Λύκεια αφήνοντας στον αέρα τους καθηγητές τους. Συγκεκριμένα αυτοί οι καθηγητές τέθηκαν σε κινητικότητα και όσο διαρκέσει αυτό –πριν δηλαδή απολύσουν τους περισσότερους– θα αμείβονται με λιγότερα από 500 ευρώ. Την ίδια νύχτα ήταν που αποφάσισαν ότι τα σχολεία δε χρειάζονται σχολικούς φύλακες και τους επέβαλλαν την ίδια διαδικασία. Η λογική του «πονάει πόδι, κόβω πόδι» έχει μετατραπεί στο «πονάει πόδι, κόβω και τα δύο πόδια και ό,τι άλλο βρω μπροστά μου». Έχουν καταστρατηγήσει το Σύνταγμα, που καθορίζει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, με πολλαπλούς τρόπους και σε απίστευτα μεγάλη κλίμακα, και φυσικά όχι μόνο στους εκπαιδευτικούς.
Σα να μην έφταναν όλα τα άλλα, έρχεται και το κερασάκι στην τούρτα που είναι η δημιουργία του Νέου Λυκείου. Σοβαρά σχεδιασμένο, αφού η Πληροφορική και η Τεχνολογία αρχικά βγήκαν και μετά επανήλθαν στο νέο πρόγραμμα. Ο βασικός «νεωτερισμός» που εισάγει είναι οι εξετάσεις από την Α΄ Λυκείου σε πανελλαδικού επιπέδου δυσκολίας θεμάτων, που θα υπολογίζονται για την εισαγωγή στις πανεπιστημιακές σχολές. Έτσι επιτυγχάνεται η μετατροπή του Λυκείου σε ατέλειωτη προπαρασκευαστική βαθμίδα για τα Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. και η μετατροπή του Γυμνασίου σε βαθμίδα προετοιμασίας για τις εξετάσεις της Α΄ Λυκείου. Ο μόνος κυβερνητικός σχεδιασμός ακούει στο όνομα περικοπές, συγχωνεύσεις και απολύσεις. Με αυτό το κριτήριο καταργούν μαθήματα όπως η Μουσική, τα Καλλιτεχνικά και στο αρχικό νέο πρόγραμμα η Πληροφορική και η Τεχνολογία. Ο μόνος σκοπός τους είναι να διώξουν καθηγητές από το Λύκειο.
Πού οδηγούν όλα αυτά;
– στη μείωση των υπαλλήλων του Δημοσίου (καθηγητές και δάσκαλοι περισσεύουν, ενώ αστυνομικοί και ελεγκτές πάντα θα λείπουν…) όπως έχουν δεσμευτεί οι κυβερνήσεις μας στους δανειστές-φίλους-συμμάχους-εταίρους-σωτήρες μας,
– στην κατάργηση ενός μεγάλου μέρους της δημόσιας εκπαίδευσης (κατάργηση τεχνικής εκπαίδευσης) και την παραχώρησή της είτε απευθείας στα ιδιωτικά Ι.Ε.Κ. είτε σε δημόσια Ι.Ε.Κ. με δίδακτρα ανάλογα με αυτά των ιδιωτικών,
– μέσα από τις διαρκείς εξετάσεις και την εντατικοποίηση των μαθημάτων ένα μεγάλο μέρος των μαθητών βλέπει την πόρτα της εξόδου από το Λύκειο και σπρώχνεται προς την όποια ιδιωτική εκπαίδευση τύπου Ι.Ε.Κ.,
– στην εντατικοποίηση, την πειθάρχηση και τον εκφοβισμό των καθηγητών. Το έργο το είδαμε στην απεργία των καθηγητών τον περασμένο Μάιο. Το υπουργείο πάτησε πάνω στην ανεκδιήγητη συμφωνία-απειλή προς την κυβέρνηση όλων των παρατάξεών «μας» για απεργία διαρκείας μέσα στις εξετάσεις, έτσι ώστε να επιστρατεύσει… την πρόθεσή μας για απεργία πριν καν συνεδριάσουν οι Ε.Λ.Μ.Ε. Με αυτόν τον τρόπο, η τυχαία(;) κακή εκτίμηση των συνδικαλιστών μας μπήκε σε δεύτερη μοίρα, αφού πέρασε σε πρώτο πλάνο η αντιδημοκρατική μεθόδευση της επιστράτευσης που επέλεξε το υπουργείο και που δεν πρέπει να ξεχάσουμε, για να έχουμε κατά νου πώς εννοούν αυτοί οι κύριοι το διάλογο και τη συνεργασία. Ορισμένοι βέβαια προϊστάμενοι όπως η κυρία Μανδαλή στον Πειραιά μετά την επιστράτευση έδειξαν υπερβάλλοντα ζήλο και απαιτούσαν από τους καθηγητές να βρίσκονται στις «θέσεις» τους σε άλλα σχολεία, αφού στο δικό τους απαγορευόταν η είσοδος λόγω εξετάσεων. Έτσι, χωρίς λόγο, να στέκονται και να μην κάνουν τίποτα. Να δούμε αν θα ξανατολμήσουν να… σκεφτούν να απεργήσουν.
Τότε τι γίνεται; Τι κάνουμε; Ιδέα δεν έχω. Ας προσπαθήσουμε, όπως και όσο μπορούμε ο καθένας. Ας κοιτάξουμε την πραγματικότητα κι ας πάρουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν. Ας συζητήσουμε με όλους. Γονείς, μαθητές, συναδέλφους. Ας μάθουμε να ακούμε. Κι ας μην τους χαρίσουμε αυτό που ο καθένας μας θεωρεί αξιοπρέπεια.


ΥΓ. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι Δευτέρα 9/9. Την Τετάρτη γίνεται ο αγιασμός. Είμαι μόνιμος καθηγητής στη διάθεση του Π.Υ.Σ.Δ.Ε., περιμένω να βγουν τα λειτουργικά κενά για να κάνω αίτηση τοποθέτησης, ακόμα όμως δεν έχουν γίνει ούτε οι αποσπάσεις… Θα ανοίξουν πρώτα τα σχολεία και μετά θα πάνε οι καθηγητές… ο εκσυγχρονισμός και η αξιοπιστία καλά κρατεί. Ελλάδα, έτος 4 μ.Μ. (μετά το Μνημόνιο).
Ροβέρτος Πελτιάν, μαθηματικός στο 1ο Ενιαίο Λύκειο Πειραιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων