Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

για το λιβάδι που γιορτάζει...

Για να'χουμε έναν έρωτα που να μη μας τον λερώνουν
ένα τραγούδι που να μπορούμε να τραγουδάμε
Τάσος Λειβαδίτης
Ταινιοθήκη, σκοτεινή αίθουσα. Δεν είναι ακόμα σκοτεινή, κόσμος μαζεύεται για την προβολή.Κόσμος γεμίζει φως την αίθουσα πριν της επιτρέψει το σκοτάδι. Σε ένα βλέμμα μου, δεν γίνεται αυτό που περιμένω ως το πιο φυσιολογικό εκείνη τη στιγμή. Να ανοίξει η πόρτα και ανάμεσα στους καλεσμένους, να μπει ο Θόδωρος. Για μια στιγμή -είμαι σίγουρος ότι έγινε- μου φαίνεται πραγματικά φυσιολογική, πολύ φυσιολογική η σκέψη αυτή· σχεδόν την είδα τη μορφή του ανάμεσα στα περάσματα, καθημερινή· αναγκαία. Και δεν είναι όνειρο, καταλαβαίνω ότι είμαι ξύπνιος. Ή σχεδόν. Αφού σου μιλώ για μαγεία.

Τις έχω δει τις ταινίες. Πολλές φορές και σε διάφορους καιρούς. Κι αν έχω μαγευτεί. Αυτή τη φορά έκλαιγα μόνο στα φιλιά. Στις γιορτές. Πάντα υπάρχει γιορτή στις ταινίες του Αγγελόπουλου, πάντα γιορτάζουν οι άνθρωποι. Στους χορούς έκλαιγα, στις πρωτοχρονιές, στα ανταμώματα. Χοροί συντροφικοί, ζευγάρια, φίλοι, όχι μοναχικά ζεμπέκικα. Μόνο ένα ποντιακό Τικ· ο Πόντος ρίζα και η Τασκένδη εξορία, δυο χώρες τα απλωμένα χέρια του Κατράκη, που ενώνουν τον ουρανό με τους νεκρούς συντρόφους· ή τους χωρίζουν. Και στον εμφύλιο έκλαιγα -όσο κι αν προσπερνούσα τις ματαιώσεις, όσο κι αν δεν την πίστευα την ήττα. Δεν περιγράφεται ο πόνος αυτού του τόπου, δεν μπορεί να μετρηθεί το αίμα του, δεν χωράει καν στις εικόνες.
Αν κάτι έχεις πιστέψει στα σοβαρά στους ανθρώπους που ματαιώθηκαν, δεν γίνεται να μη σε γδέρνει κάτι κάτω από το πετσί σου. Αν τα πεζούλια του Άρη είναι ιεροί τόποι για σένα, δεν γίνεται να μη ματώνεις μέσα σου, να ματώνεις έστω με δάκρυα· έτσι αιμορραγούν τα μάτια, σε διάφανες κηλίδες, μοιρασμένες σε μικρές συνέχειες χωρίς ν'αφήνουν ίχνη. Μέχρι που -εκεί που δεν το περιμένεις- γίνονται λίμνες. Τα λιβάδια γίνονται λίμνες. Στα λόγια της Ελένης -πόσες φορές μια Ελένη- κάθε λέξη χίλιες φωτογραφίες. Δεν έχω σαπούνι, δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου. Αλλάζουν οι στολές, φύλακα. Ίδιες οι στολές.
Θυμήθηκα τον κυρ-Μπάμπη, αντάρτης στoυς μαύρους μεσσήνιους τόπους, ένας από τους πολλούς. Είναι πολλά χρόνια που'χει φύγει. Φέτος πάλι έσπασαν οι μαύροι το μνήμα του στο χωριό -θαρρώ πως ήταν η τρίτη φορά. Φοβούνται ακόμα και τους τάφους, κάτι θα ξέρουν. Μνήμα, μνήμη. Όπως το πτώμα του αντάρτη, που κείτεται αλώβητο κάτω από το χιόνι -στους Κυνηγούς. Το ξεθάβουν αυτοί που ξεπουλάνε το χιόνι τ'ουρανού -στα Κύθηρα. Καλά κάνει και μιλάει στα μνήματα ο Κατράκης σα να'ναι ζωντανοί κει κάτω. Κάτι θα ξέρει. Δεν είναι επίκαιρος ο Αγγελόπουλος· δεν εικονογραφεί, δεν περιγράφει τον καιρό. Μάχεται τον καιρό. Δεν τάσσεται υπέρ, δεν τάσσεται κατά, δεν αναγνωρίζει κόμμα. Αγκαλιάζει τους ανθρώπους πέρα από τον μηχανισμό· τους ανθρώπους ως μορφές της Ιστορίας και του δράματος, όχι ιστορικές μορφές στη θέση του δράματος των ανθρώπων.
Απέναντι, η Αριστερά. -Τι λέει η Αριστερά, Αλέξανδρε; -Για ποιο πράγμα, ερωταπαντάει ο Αλέξανδρος -στην ΑιωνιότηταΟ καιρός δεν μας ευνόησε, έχει ήδη απαντήσει ο συνδικαλιστής -στα Κύθηρα. Πίσω του ο μπερντές της ανάπηρης γιορτής στη θέση του, αλώβητος στον κατακλυσμό και τις συνθήκες. Δεν χαμπαριάζει, ποτέ δεν χαμπάριαζε από ευκαιρίες και καλέσματα. Πάντως, εμείς αποφασίσαμε να γίνει η γιορτή, συμβολικά προς χάριν αυτού του γέρου που βρίσκεται στη θάλασσα. Ο γέρος που πνίγεται σε μια παράλογη θάλασσα, που πνίγεται εντελώς κανονικά και καθόλου συμβολικά. Στη θάλασσα ή στη λίμνη -κάποτε λιβάδι, κάποτε ζωή. Δεν έχω πια κανέναν. Κανέναν να περιμένω τις νύχτες. Κι αμέσως μετά, το επόμενο πλάνο θολώνει· η Ιστορία θόλωσε, δεν πήγε για τα όσκαρ. Μόνο θάλασσες και λίμνες κι όποιος κατάλαβε. Και κατάλαβε όποιος ένιωσε. Και ένιωσε όποιος πρώτα σιώπησε.
Κι ενώ τα άλλα βλέμματα, κι ενώ οι άλλες σιωπές, σε έβλεπα μέσα στο σκοτάδι. Χάζευα την προσοχή σου και το σχήμα σου, που είχε πάρει το σχήμα του καθίσματος. Η μικρή τελετουργία της σκοτεινής αίθουσας δεν έχει μόνο πολλά βλέμματα· έχει και βλέμματα παντού. Έχει παντού σιωπές, ως οδηγία να μην ειπωθεί κάτι. Σιωπές με κατεύθυνση. Κι ας μην τολμούνται τα αγγίγματα. Οι άνθρωποι συναντιούνται με διάφορους τρόπους, ακόμα κι όταν δεν το ξέρουν. Το σινεμά είναι φτιαγμένο για να μας φέρνει κοντά, γι'αυτό παίζεται στο σκοτάδι -γι'αυτό χρειάζεται το σκοτάδι. Γι'αυτό και λάμπει μόνο μέσα στη σιωπή. Ο,τι περισσότερο, το είπαμε σιωπώντας. 
Μετά από τόσες θεάσεις, μπορώ αβίαστα να εστιάζω σε λεπτομέρειες. Αβίαστα και οι λεπτομέρειες εστιάζουν στις μέρες μου. Οι ταινίες κοιτάνε μέσα σου, το βλέμμα επιστρέφει. Κι εμείς σ'αυτές, δεν βλέπουμε πάντα τα ίδια, κι ας είναι με ακρίβεια περπατημένα τα χιλιόμετρα ενός φιλμ. Δεν παρατηρείς κάτι που δεν υπήρξε πρώτα παράσταση στις αγωνίες σου, που δεν είχε τα υλικά ενός σκηνικού έξω από την αίθουσα. Δεν μπορείς να δεις τίποτε το πραγματικό στο σινεμά, αν δεν έχεις ξεκαθαρίσει έξω τι είναι πραγματικό και τι όχι. Αλήθεια, τι είναι πραγματικό εκεί έξω και τι όχι; Πόσα λεπτά χρειάζεται ένα παιδί για να πνιγεί; Είναι ίδιος ο χρόνος για όλα τα παιδιά -και για τα προσφυγόπουλα ας πούμε; Τι είναι ένας πρόσφυγας σαν δεν υπάρχουν σύνορα; Μόνο οι σιωπές ανταμείβουν, όχι οι απαντήσεις. Όσοι απάντησαν, έχασαν. Έχασαν τη μουσική πίσω από τον ήχο της βροχής.
Αυτή τη φορά λοιπόν, έκλαιγα στη μουσική. Με έπαιρναν οι μουσικοί. Είστε υπό την προστασία ενός βιολιού, μιας κιθάρας, ενός κλαρίνου και ενός τέταρτου θορυβώδους οργάνου. Εκεί κρύφτηκα, εκεί κρυβόμουν πάντα. Είμαστε υπό την προστασία ενός βιολιού. Πόσο αχάριστος μπορεί να είσαι αν νομίζεις πως είσαι μόνος. Τραγουδάμε χωρίς ο αέρας να μας παίρνει τη φωνή.
Θα προλάβουμε. Κι ας μας λείπουν λέξεις. Έχουμε πάντα τη μουσική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων