Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

ΖΟΥΓΚΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΡΙΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ...

Τεσσερα αρθρα απο τα Ενθεματα της Αυγης για τον κιτρινισμο και  τον φασισμο  δηλαδη για τον Μ. Τριανταφυλλόπουλο (κι οχι μονο)...
των:
Στρατή Μπουρνάζου
Δημήτρη Χριστόπουλου
Δημήτρη Τρίμη
Παντελή Μπουκάλα


Πίσω γορίλες! Δεν είναι «κίτρινος»· είναι φασίστας και εκβιαστής

του Στρατή Μπουρνάζου
Έργο του Ιερώνυμου Μπος (λεπτoμέρεια), 1515
Έργο του Ιερώνυμου Μπος (λεπτoμέρεια), 1515
Από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε ο εκβιασμός (γιατί περί αυτού, και μόνο αυτού πρόκειται), μία σκέψη τρυπάει βασανιστικά το μυαλό μου:
Πώς θα φράξουμε τον βόθρο, πώς θα σταματήσει ο οχετός του «Ζούγκλα», πώς θα ορθώσουμε τείχος απέναντι στον μαφιόζο. Δεν χρειάζεται να πω πολλά για την ουσία του πράγματος, μόνο λίγα εισαγωγικά (από όσα διάβασα, ξεχωρίζω τα άρθρα του Αντρέα Πετρουλάκη [goo.gl/eNWvfh], της Φωτεινής Λαμπρίδη [goo.gl/h48eGI] και το λίγο παλιότερο της Ευγενίας Λουπάκη [goo.gl/cOCLzB].).
  1. Είναι σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια καθαρή υπόθεση εκβιασμού. Εκβιασμού ενός πολιτικού προσώπου, εκβιασμού ενός πολιτικού κόμματος, που δηλητηριάζει όμως όλο τον πολιτικό χώρο. Δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με υπέρβαση ορίων ούτε με σκληρή αντιπαράθεση ούτε απλώς με σκανδαλοθηρία. Αν ο τύπος ήταν απλώς κίτρινος ή κατακίτρινος θα έβγαζε το βίντεο από την πρώτη μέρα. Η υποκλοπή ιδιωτικών σκηνών, η (προφανώς) αγορά του βίντεο, το σούρσιμο της υπόθεσης, οι απειλές, οι νουθεσίες προς ΣΥΡΙΖΑ κλπ. είναι τακτικές των μαφιόζων, του υποκόσμου και του παρακράτους. Έχει σημασία, για να ξέρουμε για ποιο πράμα μιλάμε.
  2. Γράφτηκε κατά κόρον ότι ο Τριανταφυλλόπουλος είναι κοινός εκβιαστής, και όχι δημοσιογράφος. Δυστυχώς, το πρόβλημα εντοπίζεται στο ότι είναι δημοσιογράφος (σε όσα εισαγωγικά κι αν βάλουμε τη λέξη): είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ, κάνει εκπομπές, συνομιλεί με δημόσια πρόσωπα, ανοίγεις την τηλεόραση και πέφτεις πάνω του· ως δημοσιογράφος τα κάνει όλα αυτά. Αν εξέπεμπε από τον νεροχύτη του σπιτιού του, αν βάσταγε απλώς ένα βαλιτσάκι γεμάτο βίντεο και γύρναγε πουλώντας την πραμάτεια του, το πρόβλημα θα ήταν πολύ διαφορετικό.
  3. Ως γνωστόν, δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι. Ο «Μάκης» παραμονή των ευρωεκλογών άρχισε να ξερνάει απειλές, μιλώντας για τον «νεαρό πολιτικό κλπ. κλπ.». Πριν αλέκτωρ λαλήσαι, λάλησε ο Κασιδιάρης από το webtvτης Χρυσής Αυγής, αποκαλύπτοντας τον πολιτικό. Ας μην περάσει απαρατήρητη η συμπόρευση.
  4. Ο «Μάκης» είναι φασίστας με όλη τη σημασία της λέξης. Όχι μόνο λόγω της συμπόρευσης με τον Κασιδιάρη, αλλά επειδή το να υποκλέπτεις στιγμές του προσωπικού (και δη σεξουαλικού) βίου, και μ’ αυτές να εκβιάζεις και να κάνεις καριέρα είναι η ουσία του φασισμού. Διαβάστε τον συγκλονιστικό φάκελο «Μάκης Τριανταφυλλόπουλος» του «Ιού» (goo.gl/PMZky7): ένας ποταμός εκβιασμών, διαπόμπευσης (Κορκολής, Ασλάνης), συκοφάντησης (Κατερίνα Μάτσα), πλαστών στοιχείων, υποκλοπών, αποκαλύψεων για μητροπολίτες που χορεύουν με τάνγκα… Μ’ αυτά το δεδομένα, μοιάζει παντελώς αδιάφορο αν ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος είναι «αντιμνημονιακός», αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση ή μιλάει υπέρ του «λαού». Όλα αυτά είναι η φλούδα, είναι φούμαρα. Είναι, πέρα ως πέρα, φασίστας και εκβιαστής.
Τι κάνουμε λοιπόν; Ξεκινάω από το τι δεν πρέπει να κάνουμε.
Δεν πρέπει να σιωπήσουμε, πρώτα απ’ όλα. Το θέμα είναι σιχαμερό, οδυνηρό, άθλιο, η ενασχόληση μαζί του βαριά. Η απώθησή του λοιπόν είναι κατανοητή, αλλά και ολέθρια: όσο δεν κάνουμε κάτι, θα τον ξαναβρούμε μπροστά μας σε έναν, δύο, τέσσερις μήνες. Το θηρίον δεν πρόκειται ούτε να αυτομαστιγωθεί ούτε να δαγκώσει το ίδιο την ουρά του.
Έπειτα, δεν πρέπει να βουλιάξουμε στην γκρίνια: «Ναι, τώρα το θυμηθήκαμε, γιατί δεν είχε γίνει κάτι μέχρι τώρα;». «Ναι, αλλά στελέχη της Αριστεράς πήγαιναν στις εκπομπές…;». «Ναι, ο τάδε καταδίκασε τώρα, αλλά είπε και δυο κοτσάνες». Ασφαλώς πρέπει να σταθούμε κριτικά, και ο καθείς στον εαυτό του πρώτα (έχουμε όλοι καμπούρες στην πλάτη μας· λ.χ. η παρουσία στελεχών της Αριστεράς στη «Ζούγκλα» είναι όνειδος), αλλά αυτό ας μη σταθεί τροχοπέδη. Τώρα είναι η στιγμή, τώρα πρέπει να δράσουμε. Κι αν δεν δράσαμε στο παρελθόν, αυτό ας μην μας καθηλώνει, αλλά ας μας δώσει περισσότερη ορμή. Τι να κάνουμε λοιπόν;
Πρώτον, να αξιολογήσουμε το θέμα ως ύψιστης πολιτικής προτεραιότητας. Αυτό σημαίνει ενέργειες ατομικές και συλλογικές, συμμαχίες, δράσεις όπου και όπως μπορούμε. Με ένα βασικό κριτήριο και στόχο: Πώς θα βουλώσουμε τον βόθρο, πώς θα τελειώσουμε με τον εκβιαστή.
Δεύτερον, να εξαντλήσουμε κάθε έννομο μέσο, κάθε θεσμική δυνατότητα, είτε αυτή λέγεται δικαιοσύνη είτε ΕΡΣ είτε ΕΣΗΕΑ. Δεν μπορεί ο Τριανταφυλλόπουλος να μείνει ατιμώρητος για όλο αυτό το αίσχος. Κι επειδή οι εισαγγελείς δυστυχώς δεν δείχνουν να συγκινούνται, πρέπει να βρούμε τρόπους να τους πιέσουμε.
Τρίτον, μια γενικευμένη εκστρατεία απονομιμοποίησης, με πρώτο βήμα το εμπάργκο. Τη στιγμή που υπάρχει εμπάργκο στον Πρετεντέρη, δεν είναι νοητό να πηγαίνουμε στη Ζούγκλα. Όχι μόνο συριζαίοι και ανταρσαίοι κουκουέδες και δημαρίτες, αλλά κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος, σ’ όποια (πολιτική) φυλή κι αν ανήκει, σ’ όποιον θεό κι αν πιστεύει. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πάρει αμέσως απόφαση για τα στελέχη του, και πρέπει να διακινούμε το αίτημα ευρύτερα· κι όποιον τυχόν πάει να τον ξεμπροστιάσουμε.
Μας φαίνονται όλα αυτά λίγα ή ισχνά; Μπορεί. Πάντως, παρότι η αίσθηση της αδυναμίας μας δεν είναι παράλογη (θα ιδρώσει άραγε το αυτί του μαφιόζου από υπογραφές και Ραδιοτηλεοπτικά Συμβούλια και συγκεντρώσεις;), είναι εντελώς λανθασμένη η αίσθηση της δικής του παντοδυναμίας. Ο «Μάκης» είναι ισχυρός και λόγω της απραξίας, της ανοχής, αλλά και της στήριξής μας (διά της συμμετοχής στις εκπομπές του). Και σίγουρα, καθώς εκπέμπει από ένα κανάλι και απευθύνεται εκ των πραγμάτων στην κοινωνία, δεν τον αφήνουν αδιάφορο οι διαμαρτυρίες. Και ακόμα λιγότερο τους συνομιλητές του και τα μέσα που τον φιλοξενούν. Ας μην υποτιμάμε, τέλος, τη δύναμη των θεσμών, όσο κι αν είναι απαξιωμένοι, όσο δειλά κι αν δρουν· όχι από θεσμολαγνία, αλλά επειδή «ο Μάκης» (όπως και ο Τράγκας και η Χρυσή Αυγή), όλοι αυτοί οι Μεγάλοι Αντισυστημικοί, τρέφονται από τη σχέση τους με το κράτος, το παρακράτος και την εξουσία, από τη θεσμική αδράνεια.
Για όσους επιμείνουν, ακόμα ότι όλα αυτά είναι πράξεις ανίσχυρες μπροστά στη ζούγκλα θα πω: Σύμφωνοι, ας βρούμε όμως τις ισχυρές. Όταν ο κατακλυσμός έχει φτάσει σπίτι μας, δεν αρκεί να εξηγούμε γιατί είναι αναποτελεσματικά τα μέσα διάσωσης. Πρέπει να επινοήσουμε άλλα, επειγόντως. Αλλιώς, όσα δίκια κι αν έχουμε, θα πνιγούμε.
ΥΓ. Σεβασμός μεγάλος και αλληλεγγύη αμέριστη στον Γαβριήλ. Παρά την πρέσα που υπέστη από τους άθλιους, πρέπει να είναι υπερήφανος για τη στάση και την αξιοπρέπειά του: γιατί αυτή ακριβώς η στάση μπορεί να σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους του τέρατος.



Η Ζούγκλα που εκτρέφαμε

του Δημήτρη Χριστόπουλου
Τζαίημς Ένσορ, «Δυο σκελετοί παλεύουν για μια ρέγγα τουρσί», 1891
Τζαίημς Ένσορ, «Δυο σκελετοί παλεύουν για μια ρέγγα τουρσί», 1891

Θέλει σκέψη αν χρειάζεται κανείς να επιχειρηματολογήσει ορθολογικά εναντίον του Μ. Τριανταφυλλόπουλου. Από τη μια πλευρά παρέλκει, διότι το αίσχος ξεχειλίζει· από την άλλη όμως είναι αναγκαίο. Διότι αυτός ο «κίτρινος τύπος» δεν ήταν μόνος του, ούτε ακριβώς τηλεοπτικό υποπροϊόν. Από την εκπομπή του έχουν σουλατσάρει πολλά και υψηλόβαθμα πολιτικά στελέχη, αριστεροί και δεξιοί. Κάποιοι έπιασαν στασίδι εκεί. Αριστεροί και δεξιοί. Κάπως δημιουργήθηκε ο «Μάκης» στον ιδιωτικό τηλεοπτικό ορίζοντα της δεκαετίας του ’90. Ο «Μάκης» έγινε, δεν γεννήθηκε. Ας το σκεφτούνε αυτό όποιοι κάθονταν συστηματικά στις καρέκλες του, καθώς και όσοι συνεχίσουν, στις καρέκλες της Ζούγκλας κι άλλων ανάλογων, σήμερα…

Θα επιχειρήσω, λοιπόν, με σχετική ψυχραιμία –όση μπορεί να μείνει μέσα στον αποτροπιασμό– να αναδείξω μέχρι πού μπορεί να είναι θεμιτή η αναφορά στην ιδιωτική ζωή ενός δημοσίου προσώπου.

Κάποιος μου έστειλε προσωπικά το ακόλουθο μήνυμα σε ανάρτησή μου στο facebook: «Κόπτεσαι εναντίον του Μάκη, γιατί αδειάζει το πουλέν σας. Όταν βγήκε το βίντεο του Κασιδιάρη με Μπαλτάκο άλλα έλεγες. Τώρα λες για προσωπικά δεδομένα και τέτοια…». Πράγματι, όταν είχε βγει το εν λόγω βίντεο είχα γράψει ότι «ως πολίτες αυτού του τόπου, έχουμε κάθε δικαίωμα να ξέρουμε πώς ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα ο γενικός γραμματέας της κυβέρνησης, και μάλιστα σε ένα τόσο ευαίσθητο για τη δημοκρατία ζήτημα. Ακόμη και με candid camera» («Η εισαγγελέας και το παγκάρι», Η Αυγή, 13.4.2014: goo.gl/B9zlmn).

Οι δύο περιπτώσεις, ωστόσο, έχουν τη σχέση του φάντη με το ρετσινόλαδο. Η κρίσιμη διαφορά που μας κάνει να δεχόμαστε το ένα βίντεο και να μην ανεχόμαστε το άλλο δεν είναι ότι συμπαθούμε τον έναν και αντιπαθούμε τον άλλον. Η διαφορά είναι ότι στη μια περίπτωση έχουμε να κάνουμε με καθήκοντα μέσα στο πλαίσιο της άσκησης δημόσιας εξουσίας, χωρίς τίποτα ιδιωτικό, ενώ στην άλλη καθαρά με την ιδιωτική ζωή. Βέβαια, σε κάποιες οριακές περιπτώσεις, τίθεται το ερώτημα εάν η ιδιωτική ζωή ενός δημοσίου προσώπου μπορεί να μην τύχει του αντίστοιχου σεβασμού με αυτήν ενός ανωνύμου, υπό την εξαιρετικά αυστηρή προϋπόθεση ότι τυχόν «αποκαλύψεις» σχετικά με το πρόσωπο αυτό αναδεικνύουν τη βαθιά υποκρισία των δημοσίων λεγομένων του. Θα μπορούσε, λ.χ., οριακά να γίνει ανεκτή η αποκάλυψη ότι ένα δημόσιο πρόσωπο που συστηματικά εκφέρει ακραίο ομοφοβικό λόγο είναι ομοφυλόφιλος; Θα μπορούσε επίσης να γίνει δεκτή η αποκάλυψη ότι κάποιος που ζητά τη διαπόμπευση των χρηστών ελαφρών ναρκωτικών ουσιών, στρίβει συστηματικά τρίφυλλα με την παρέα του; Πρέπει να το σταθμίσουμε. Πάντα όμως χωρίς την υποστήριξη οπτικοακουστικού υλικού: άλλο είναι η αποκάλυψη μιας ιδιωτικής στιγμής που άπτεται του δημοσίου συμφέροντος, και άλλο ο σκανδαλισμός και η εκμαίευση των ευτελέστερων συναισθημάτων του κοινού.

Η όλη συζήτηση περί ιδιωτικότητας και ευαίσθητων δεδομένων είναι απαραίτητη ώστε να αποφύγουμε δύο κινδύνους. Από τη μια, την υποκριτική πολιτική ορθότητα και την τυπολατρική προσήλωση στα «προσωπικά δεδομένα»: να μη μιλάμε για τίποτε, επειδή όλα είναι, με τον τρόπο τους, ιδιωτικά και να προσποιούμαστε ότι δεν έχουν ενδιαφέρον επειδή δεν γίνονται στον δημόσιο χώρο. Τότε θα έπρεπε αυτιστικά να κλείσουμε τα αυτιά μας στο βίντεο με τον Κασιδιάρη και πρώην γ.γ. της κυβέρνησης. Δεν το κάναμε, και σωστά, παρά το ότι η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, στο όνομα πολιτικών σκοπιμοτήτων και ενός κακώς νοούμενου κομφορμισμού προστασίας προσωπικών δεδομένων, μας το ζήτησε.

Εδώ όμως έχουμε μόνο έναν εκβιαστή που μας δοκιμάζει. Δοκιμάζει τις αντοχές μας, τον εθισμό μιας κοινωνίας στην έξη και στη διαπόμπευση. Εκεί ποντάρει, εκεί έχει κερδίσει, εκεί πιθανώς και να χάσει… Όσο τον δεχόμαστε, η ζούγκλα του θα νικάει την πολιτική μας κοινότητα. Φτάνει πια. Να τελειώνουμε. Όχι μόνο όταν διασύρονται οι άνθρωποί μας, αλλά και οι πολιτικοί μας αντίπαλοι. Εκεί θα δοκιμάσουμε την ειλικρίνειά μας, τη δύναμή μας να τελειώνουμε με τους ανθρωποφάγους. Να εξαντλήσουμε τις έννομες δυνατότητες μας, να επιχειρήσουμε να μπει μια τάξη στην απόλυτη ανομία του ιδιωτικού ραδιοτηλεοπτικού πεδίου, πιέζοντας ως αντιπολίτευση και υλοποιώντας αποφασιστικά επεξεργασμένες προτάσεις ως κυβέρνηση. Διότι η ζούγκλα της εκπομπής του ανθεί μέσα σε μια ευρύτερη ζούγκλα όλου του πεδίου των συχνοτήτων.

Και μέχρι τότε κυρίως, να μην ξαναεμφανιστεί κανείς μας στις εκπομπές αυτές. Δεν είναι μόνο ο «Μάκης»… Είναι και άλλα δισύλλαβα οικεία ονόματα των οποίων την αγοραία αντιμνημονιακή ρητορεία απολαμβάνουν ακόμη πολλοί στα αριστερά καφενεία.

Τους ξέρουμε. Έτσι δεν είναι;



Η δωρεά απερρίφθη

του Δημήτρη Τρίμη

Έργο του Φράνσις Μπέικον
Έργο του Φράνσις Μπέικον

Θα σας πω μιαν ιστορία. Μια ομάδα εκδιδομένων ανδρών και γυναικών ήρθε, λέει, πριν από λίγες μέρες στην εφημερίδα μας, την Εφημερίδα των Συντακτών, και μας δώρισε δεκάδες καταπληκτικά, ευκρινή και καλοφωτισμένα βίντεο με σεξουαλικές περιπτύξεις από κρυφές κάμερες ή προσωπικά chat rooms. Με αγκομαχητά και ερωτικά κόλπα μεγαλοδημοσιογράφων, πολιτικών, κληρικών, τραπεζιτών, γραμματέων, φοιτητών τεχνικών και θεωρητικών σχολών, γεωλόγων, ποιητών, μουσικών, μηχανικών, ανθρωπολόγων, μαθητριών, ενός καραγκιοζοπαίχτη, ταξιτζήδων, καναλαρχών ψηφιακών και αναλογικών συχνοτήτων, φορτηγατζήδων, ναυτικών του Αιγαίου αλλά και των επτά θαλασσών, δημάρχων, αθλητών (ερασιτεχνών και επαγγελματιών, ομοφυλόφιλων στα κρυφά, παντρεμένων με ανήλικα παιδιά, εν διαστάσει πλουσίων ιδιοκτητών μεζονέτας στο Πάτημα Βριλησσίων, αλλά και φτωχών πολιτών, μακροχρόνια άνεργων, νεαρών του κατηχητικού και της Χρυσής Αυγής, τσαμπατζήδων, φοροφυγάδων και ορισμένων φαντάρων από πόλεις της περιφέρειας. Η προσφορά της Επιτροπής των Εκδιδομένων (στον χώρο σας και σε άλλους χώρους που δεν μπορεί να βάλει ανθρώπου νους, όπως τουαλέτες, σκάλες, παραλίες, αίθουσες του ΤΑΙΠΕΔ, προθαλάμους δημοσιογραφικών ομίλων, υπουργείων, σχολείων, ιερών μονών κ.λπ.) ήταν γενναιόδωρη. Θα μπορούσαμε, μάς είπαν οι φίλες εκδιδόμενες, να βγάλουμε ένα τσουβάλι λεφτά, να αποκτήσουμε μεγάλη κυκλοφορία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό από την κατάλληλη εκβιαστική και δημοσιογραφική χρήση του βιντεοσκοπημένου υλικού.

Για τον λόγο αυτό, συγκαλέσαμε αμέσως γενική συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού. Ορισμένοι –μια ελάχιστη μειονότητα– με το κίνητρο του σίγουρου μισθού και της εργασιακής σταθερότητας (εφόσον πολλοί έχουμε βιώσει την ανεργία και την ανασφάλεια) υιοθέτησαν την άποψη ενός φίλου, του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου, η οποία κατετέθη γραπτώς στη συνέλευση: να βγάλουμε όσα περισσότερα λεφτά μπορούμε και να ενωθούμε με το zougla.gr σε έναν μεγάλο, οικονομικά βιώσιμο κοινό δημοσιογραφικό οργανισμό. Έναν οργανισμό που θα επιδιώξει συνέργειες με κοσμικές εκδόσεις, με την παραγωγή διαφήμισης και δημοσίων σχέσεων, την κατασκευή ίματζ σε πολιτικά πρόσωπα, καλλιτέχνες, συνδέσμους εφέδρων καταδρομέων, χουντικούς απόστρατους, τράπεζες, πολυεθνικές επιχειρήσεις, εμπόρους όπλων, με τον κόσμο της νύχτας και της πίστας, τους εφοπλιστές, τα εθνικιστικά κινήματα, τους πρεζέμπορους, τις ντόπιες και διεθνείς μαφίες.

Η άποψη ωστόσο που τελικά επικράτησε, συντριπτικά, ήταν άλλη: Να παραμείνουμε άνθρωποι και δημοσιογράφοι με κοινωνική συνείδηση και πολιτισμό. Να αποδεχτούμε, ωστόσο, τη δωρεά του υλικού και να το χαρίσουμε στο Ίδρυμα Κατάργησης της Δημοκρατίας και του Πολιτισμού, που εδρεύει στα υπόγεια των μυστικών υπηρεσιών, των εκβιαστών των ΜΜΕ, των νεο- και παλαιοναζί και του οργανωμένου εγκλήματος. Δεδομένου ότι πλέον στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο τζίρος της μαύρης οικονομίας, του πρεζεμπορίου, του δουλεμπορίου, της βιομηχανίας του σεξ και της ηθικολογικής χυδαιότητας συνυπολογίζεται στο εθνικό και ευρωπαϊκό ΑΕΠ, μπορούμε, σκεφτήκαμε, να ρίξουμε τα σπρεντ και να βγούμε στις αγορές με χαμηλά επιτόκια, απαλλαγμένοι από τα Μνημόνια. Kαι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…



Oι τεταρτοεξουσιαστές και τα συνώνυμα του κακού

του Παντελή Μπουκάλα

Σου, ένα άγριο ζώο που το κυνηγούν για την προβιά του στην Παταγωνία. Aπό το «Σφόδρα αιρετικό ημερολόγιο του 2000» των εκδόσεων Άγρα (κείμενα: Έκτωρ κακναβάτος και Σπύρος Κανιούρας)
Σου, ένα άγριο ζώο που το κυνηγούν για την προβιά του στην Παταγωνία. Aπό το «Σφόδρα αιρετικό ημερολόγιο του
2000» των εκδόσεων Άγρα (κείμενα: Έκτωρ κακναβάτος και Σπύρος Κανιούρας)

Δεν έχουν όλα τα ποιήματα θυμική αφορμή και ρίζα σε αυθεντική συγκίνηση. Πολλά είναι φιλολογικές κατασκευές και επιδείξεις τεχνικής επάρκειας· διεκπεραιώνονται με τη μνήμη των δαχτύλων μόνο και δίχως βαθύτερη ταραχή. Τέτοια έχει αρκετά η Παλατινή Ανθολογία. Λογικό, αφού καλύπτει μια χιλιετία στιχουργικής παραγωγής. Οι μιμητές και οι επιπολαιογράφοι δεν έλειψαν ποτέ στην ιστορία των γραμμάτων. Ανάμεσα στα συμποτικά επιγράμματα της Παλατινής ας πούμε, ορισμένα υιοθετούν και αναπαράγουν –άνευρα– παλιά μοτίβα, ο γραφιάς τους όμως φαίνεται σαν να μη δοκίμασε ποτέ τις χαρές του Διόνυσου. Σαν να τις είχε απλώς ακουστά. Αλλά έτσι δεν γίνεται δουλειά. Ούτε ποίηση.

Ένα πάντως από τα συμποτικά είναι ξεκάθαρο πως έχει πραγματική αφορμή και επίσης πραγματικό θυμό μέσα του. Το έγραψε ο Αντίπατρος από τη Θεσσαλονίκη, επιγραμματοποιός της εποχής του Αυγούστου. Τέσσερις στίχοι είναι όλοι κι όλοι:

            Ού μοι Πληϊάδων φοβερή δύσις, ουδέ θαλάσσης

            ωρύον στυφελώ κύμα περί σκοπέλω,

            ουδ’ όταν αστράπτη μέγας ουρανός, ως κακόν άνδρα

            ταρβέω, και μύθων μνήμονας υδροπότας.

Μεταφράζω, προσημειώνοντας πως με τη δύση της Πούλιας, τον δικό μας Νοέμβριο, οι αρχαίοι κρατούσαν τα πλοία τους αραγμένα στα λιμάνια, από το φόβο της φουρτούνας:

            Δεν με τρομάζει η Πούλια στο βασίλεμά της ουδέ το κύμα

            που ωρύεται σπώντας σε βράχους κοφτερούς ούτε του απέραντου

            ουρανού οι αστραπές, όσο ένας άνθρωπος κακόψυχος

            κι οι νεροπότες, που τα μεθυσμένα λόγια μας θυμούνται.

 Τι θέλει να πει ο ποιητής; Απλό: Με τη φύση, όσο άγριες κι αν είναι οι εκδηλώσεις της, θα βρεις έναν τρόπο να τα βγάλεις πέρα. Αλλά με τον «κακόν άνδρα» (συνώνυμα του «κακός» κατά Liddell-Scott: ανάξιος, μηδαμινός, ελεεινός, άθλιος, πονηρός, φαύλος) θα δυσκολευτείς πολύ περισσότερο, γιατί η κακότητά του, βαθιά ριζωμένη, ένα σύστημα ζωής πια, ένα επάγγελμα, είναι σκέτος φόβος. Και είναι φόβος και τρόμος, χειρότερος δηλαδή και από τις τρικυμίες και από τους κακόψυχους, ο αγύρτης που, ενόσω η παρέα πίνει και ελευθερώνεται, αυτός πίνει νερό, ώστε, νηφάλιος, να κρατάει λεπτομερείς σημειώσεις για το τι λέει ο καθένας. Και να έχει έτσι υλικό για να τους εκβιάζει την επομένη· να τους απειλεί ότι θα τους εκθέσει ανεπανόρθωτα στα μάτια των οικείων τους ή των αντιπάλων τους, αν, εξαναγκασμένοι, δεν του κάνουν κάποιο χατίρι. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, οι νεροπότες ήταν εντεταλμένοι χαφιέδες των αρχόντων.

Δεν μπορεί, κάποιον κακό μπελά θα είχε βρει ο Αντίπατρός μας ύστερα από μεθύσι του. Γι’ αυτό και ξεσπάει, σαν «ωρύον κύμα» κι αυτός, πάνω στον αγύρτη «υδροπότη»· που ίσως να άκουσε σε κάποιο συμπόσιο τον εκ Θεσσαλονίκης ποιητή, τον καιρό που δούλευε δάσκαλος στη Ρώμη, να λέει, λέμε τώρα, κάτι πειραχτικό για τον Αύγουστο ή κάτι απαξιωτικό γενικά για τους Ρωμαίους. Και σκέφτηκε να τον επαναφέρει στον ίσιο δρόμο μ’ έναν ωραίο εκβιασμό. Να γιατί οι αρχαίοι μισούσαν τους μνησίκακους υδροσυμπότες όχι σαν πονηρούς αλλά σαν δυνάμει εκβιαστές· σαν ανήθικους δολιοφθορείς των απλών, απλούστατων κανόνων που ορίζουν τα του ιδιωτικού βίου, διαχωρίζοντάς τον από τον δημόσιο. Τη σχετική παροιμία, που προφανώς συμπυκνώνει μακρόχρονη κοινωνική πείρα, την καταγράφει και ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός — κι έχουν βέβαια τους λόγους τους: «μισέω τον μνάμονα συμπόταν».

Ένας άνθρωπος, το ξέρουμε, μπορεί να μεθύσει από αλκοόλη αλλά και δίχως να πιει γουλιά. Να μεθύσει δηλαδή από μοναξιά, από θλίψη, από έρωτα, ακόμα και από νάρκισσο έρωτα, από στιγμιαία παρόρμηση προς την υπερβολή. Και να παραφερθεί εν λόγω ή έργω· να πει ή να κάνει πράγματα που την επομένη θα του προκαλούν θλίψη και ντροπή. Τις στιγμές αυτές είναι τρωτός, ευάλωτος, απολύτως έκθετος. Σε κοινωνίες ανθρώπινες, σ’ αυτές δηλαδή που βασίζονται προπαντός στους άγραφους νόμους, το εν παραφορά μέθης πρόσωπο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν ιερό. Πολύ περισσότερο αν, ώς το τέλος της «μέθης» του, δεν αδικεί, δεν εκθέτει και δεν φθείρει κανέναν άλλον πλην του εαυτού του· και, δεύτερον, αν η υπερβολή του περιορίζεται στην ιδιωτική του ήπειρο, τμήμα της οποίας, απολύτως προστατευτέο, είναι πλέον και οι διαδικτυακοί μικροχώροι, που οφείλουν την ύπαρξη και τη λειτουργία τους ακριβώς στον προϋποτιθέμενο απόρρητο χαρακτήρα τους· μετέχεις εκεί βάσει ενός άγραφου συμβολαίου που δεσμεύει κι εσένα και τους άλλους στο σεβασμό των ατομικών δεδομένων.

Εύκολα φαντάζεται κανείς πόσο έχει προοδεύσει η πανάρχαιη τέχνη του εκβιασμού από την εποχή που οι ύπουλοι νεροπότες έπαψαν να έχουν στη διάθεσή τους παπύρους και περγαμηνές για να κρατάει σημειώσεις η αυτών δολιότης και απέκτησαν μαγνητοφωνάκια. Και κάμερες βέβαια, λίγο αργότερα. Με τα ποικίλα παντοδύναμα τεχνήματα καταλήξαμε να περνάμε τη ζωή μας μέσα σε ένα ασφυκτικό Πανοπτικόν και Πανακουστικόν, διαρκώς έκθετοι. Όση ελευθερία υπόσχονται ότι θα μας δώσουν («απεριόριστος χρόνος», «απεριόριστες διεθνείς κλήσεις», «άμεση επαφή με οποιονδήποτε οποιουδήποτε»), άλλη τόση –τουλάχιστον– μας κλέβουν, μ’ εμάς τούς ίδιους συνεργούς τους. Και τα πράγματα βάρυναν ακόμα περισσότερο με την εγκαθίδρυση τα τελευταία χρόνια –με την εισαγωγή όλο και πιο εξελιγμένων τεχνημάτων επικοινωνίας– μιας νέου τύπου ιδιωτικότητας αλλά και δημοσιότητας. Το υποψιαζόμασταν, κι ήρθε ο Σνόουντεν να επαληθεύσει τους χειρότερους φόβους μας.

Θα ονόμαζα, χάριν συνεννοήσεως και μόνο, ιδιωτική δημοσιότητα, δίνοντας το βάρος στην πρώτη λέξη του ζεύγους, εκείνη στην οποία ο ίδιος ο ιδιώτης δεν ενδιαφέρεται αν το προσωπικό του, και το πιο κρυφό, γίνεται κοινό κτήμα. Δεν τον πειράζει για παράδειγμα να μιλάει στο κινητό του ενόσω ταξιδεύει με τρένο, καράβι ή λεωφορείο και να τον ακούνε όλοι οι διπλανοί του, την ώρα που μπορεί να τσακώνεται με τη μάνα του, να ερωτοτροπεί με την καλή του, να εξιστορεί λεπτομερώς στον κολλητό του την έκτακτη σεξική περιπετειούλα του, «με μια Αγγλίδα, ξέρεις τώρα». Δεν τον πειράζει επίσης να μοιράζεται προσωπικά του μυστικά με τους υπόλοιπους φεϊσμπουκίστες· και αυτοί, άλλωστε, οφείλουν να ανακοινώνουν δικά τους μυστικά, αφού ακριβώς αυτή η δημοσιοποίηση είναι το διαβατήριο, το ειδικό εισιτήριο που τους επιτρέπει να μπουν σε ξένες μονοατομικές επικράτειες. Καινούριος κόσμος, πράγματι.

Από την άλλη, ως δημόσια ιδιωτικότητα, με το βάρος και πάλι στην πρώτη λέξη του ζευγαριού, εννοώ την παραβιασμένη ιδιωτικότητα. Στην περίπτωση αυτή το ιδιωτικό καταντάει δημόσιο όχι με τη συναίνεση ή έστω την αδιαφορία του ιδιώτη αλλά ερήμην του και εις βάρος του· επειδή κάποιοι καταχρώνται την εξουσία τους και, αδιάφοροι λόγω ισχύος και ονόματος για τα γραπτά και τα άγραφα νόμιμα, κοινοποιούν αυτό που πρέπει να μείνει απόρρητο, διότι τέτοια είναι η φύση του αλλά και τέτοια η επιθυμία του πρωταγωνιστή του.

 Υποτίθεται πως η τέταρτη εξουσία υπάρχει για να ελέγχει τις καταχρήσεις των τριών θεσμοθετημένων εξουσιών. Μύθος. Η τέταρτη εξουσία, έτσι όπως την «υπηρετούν» επί δεκαετίες κεφαλαιόδελτοι Δημοσιογράφοι που η σεμνότητά τους τούς υποχρεώνει να μιλούν σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό τους, και οι οποίοι μετρούν τις επιτυχίες τους με το πόσους κατεστραμμένους ανθρώπους αφήνουν στο αγέρωχο διάβα τους, υπάρχει για να καταχράται τη δοτή ισχύ της. Και για να ασκείται επ’ ωφελεία (οικονομική και άλλη) του κατόχου της, όχι του κοινού, όχι του δήμου. Δεν είναι μύθος πάντως το ότι η ηθικολογούσα ανηθικότητα παραμένει η απεχθέστερη εκδοχή του αμοραλισμού.
Θυμάμαι εδώ και θυμίζω τα συνώνυμα του «κακού» που αντέγραψα παραπάνω: ανάξιος, μηδαμινός, ελεεινός, άθλιος, πονηρός, φαύλος. Το λεχρίτης; Όχι, αυτό δεν το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι· είναι μεταγενέστερο δημιούργημα, γνωστού περιεχομένου πλην αγνώστου ετύμου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ροη αρθρων